100 χρόνια απ' τη γέννηση του Μάρκου

αφιέρωμα - μάιος 2005
 

Το κειμενάκι αυτό είναι λίγο εξειδικευμένο, αλλά επειδή τα μέλη του ηλεκτρονικού περιοδικού «η Κλίκα» (για το οποίο εύχομαι ειλικρινά κάθε επιτυχία) είναι είτε μουσικοί είτε άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την έρευνα του ρεμπέτικου τραγουδιού, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να «καταθέσω» -όπως λένε- τη μικρή μου συμβολή σε μια συζήτηση δεκαετιών για το περίφημο θέμα των δρόμων. Θα μεταφέρω λίγες γνώσεις που αποκόμισα από τη γνωριμία μου με τον Μάρκο Βαμβακάρη και κάποιους από τους παλιούς μουσικούς του ρεμπέτικου.

Ανήκω στην (δεύτερη) ομάδα των λεγόμενων «φοιτητών» που είχαν αρχίσει να επισκέπτονται το Μάρκο τη δεκαετία του '60. Δυστυχώς στην ομάδα αυτή δεν υπήρχαν μουσικοί που να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις για να κάνουν τις σωστές ερωτήσεις και να καταγράψουν πράγματα που σήμερα εναγώνια αναζητούνται. Εκτός ίσως από τον Φοίβο Γεωργιάδη, αδελφό του Νέαρχου (παίζει ακορντεόν), τον Μανώλη Δημητριανάκη και την αφεντιά μου. Εγώ τότε έπαιζα ερασιτεχνικά κλασική κιθάρα («νέο κύμα» και άλλες σαχλαμάρες, αλλά αγαπούσα πολύ τα λαϊκά) και όταν πήγα στον Βαμβακάρη τον ρώτησα για τους δρόμους. Στην πρώτη περίοδο των λιγοστών επισκέψεών μου, πριν αρρωστήσει και πριν μετακομίσει στο διαμέρισμα, ήταν πρόθυμος να μου πει και να πιάσει το μπουζούκι του και να παίξει. Μετά είχε πέσει και ψυχολογικά και δεν είχε πολλή όρεξη για τέτοια. Απ' ό,τι θυμάμαι τον ενδιέφεραν τα απομνημονεύματά του και το μυθιστόρημα -όπως τόλεγε- που είχε γράψει με τον τίτλο «Κατάδικος ευεργέτης» και το οποίο μου διάβασε, ένα ζεστό μεσημέρι, ολόκληρο, καθισμένος στον καινούργιο του καναπέ κι εγώ με μια φίλη μου απέναντί του σε δύο πολυθρόνες. Δεν ήταν μεγάλο. Μάλλον εκτεταμένο διήγημα ή -καλύτερα- νουβέλα θα το έλεγα σήμερα.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης με τον Γιώργο Κοντογιάννη το 1966 Πριν απ' αυτά, στο υπόγειο του παλιού του σπιτιού στα Άσπρα Χώματα, του ζήτησα καναδυό φορές να μου παίξει τους δρόμους. Έπαιξε κάποιους, αλλά όχι με τη μορφή κλιμάκων ντο, ρεμι, φα, σολ κλπ., αλλά υπό την μορφή ταξιμιών και μοτίβων πάνω στον κάθε δρόμο. Εγώ κράτησα σημειώσεις σ' ένα χαρτί και αργότερα τις συμπλήρωσα κουβεντιάζοντας και με τον παμπάλαιο φίλο μου Μανώλη Δημητριανάκη που κι αυτός είχε ζητήσει από το Μάρκο να του παίξει τους δρόμους. Δυστυχώς, δεν κράτησα καμιά σημείωση για τα ντουζένια, αν και κάποια στιγμή το έφερε η κουβέντα και άλλαξε το κούρδισμα του μπουζουκιού του (μάλλον τη χαμηλή Ρε άλλαξε, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς πώς την κούρδισε). Μια κουβέντα έκανα και με τον Κερομύτη που μου επιβεβαίωσε ό,τι είχα αποκομίσει από τον Βαμβακάρη.

Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 κουβέντιασα το θέμα και με τον φίλο μου και σπουδαίο μουσικολόγο Μάρκο Δραγούμη, έχοντας ήδη πληροφορηθεί ότι υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι, βυζαντινοί, αραβικά μακάμια κλπ. «Μην πειράξεις τίποτα», μου είπε «και μην τα μπερδεύεις. Εσύ θα καταγράψεις ό,τι σου είπε ο Μάρκος». Ως επιστήμονας ο Δραγούμης ήξερε και ξέρει ότι πρέπει να καταγράφει κανείς την πραγματικότητα, ιδίως όταν προέρχεται από κορυφαίους φορείς ενός μεγάλου μουσικού ρεύματος. «Αυτοί είναι οι δρόμοι του ρεμπέτικου, οι δρόμοι του Μάρκου», μου είπε. «Οι άλλοι ανήκουν σε άλλους». Τα λέω αυτά γιατί, μολονότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, πολλοί βασανίζονται και φιλονικούν ακόμη για το αν πρέπει λόγου χάρη το Ουσάκ των μπουζουξήδων να το λέμε κιουρντί, αφού έτσι λεγόταν παλιότερα. Με δυο λόγια, αυτό που κατάλαβα εγώ είναι ότι κάποιους παλιούς δρόμους, είτε από άγνοια είτε δεν ξέρω για ποιους άλλους λόγους, οι μπουζουξήδες του ρεμπέτικου τους άλλαξαν τα ονόματα. Άλλωστε το ρεμπέτικο, πολύ πριν από την εποχή του Μάρκου, παιζόταν με συγκερασμένα όργανα, άρα η υπόθεση των παλιών κλιμάκων είχε ήδη υποστεί μια πολύ μεγάλη επέμβαση, αφού τα μικροδιαστήματα είχαν ήδη καταργηθεί.

Είναι πάντως χαρακτηριστικό, ότι στο -μετά τον Μάρκο- λαϊκό τραγούδι επικράτησε η ονοματολογία, όπως είχε τροποποιηθεί από τους μουσικούς του ρεμπέτικου. Τις παλιές ονομασίες συνέχισαν να χρησιμοποιούν οι γνώστες της βυζαντινής μουσικής, οι εθνομουσικολόγοι και όσοι παίζουν τα «παραδοσιακά». Με βάση λοιπόν τις τότε σημειώσεις μου, μεταφέρω εδώ τους δρόμους του Βαμβακάρη με τονική βάση το Ρε όπως έκαναν οι μπουζουξήδες τότε (δεν χρησιμοποιώ πεντάγραμμα γιατί δεν ξέρω πώς γίνεται στον υπολογιστή):

  • ΜΙΝΟΡΕ: ΡΕ, ΜΙ ΦΑ ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙb, ΝΤΟ#, ΡΕ
  • ΜΙΝΟΡΕ: ΡΕ, ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙb, ΝΤΟ, ΡΕ
  • ΜΙΝΟΡΕ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ: ΡΕ, ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ#, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ, ΡΕ
  • ΝΙΑΒΕΝΤΙ: ΡΕ, ΜΙ ΦΑ, ΣΟΛ#, ΛΑ, ΣΙb, ΝΤΟ#, ΡΕ
  • ΣΑΜΠΑΧ: ΡΕ, ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛb, ΛΑ, ΣΙb, ΝΤΟ, ΡΕ
  • ΟΥΣΑΚ: ΡΕ, ΜΙb, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙb, ΝΤΟ, ΡΕ
  • ΓΙΟΥΡΝΤΙ: ΝΤΟ, ΜΙ, ΦΑ, ΣΟΛ, ΛΑb, ΣΙ, ΝΤΟ, ΡΕ (στην κατιούσα του μορφή ο δρόμος έχει τις ίδιες νότες, αλλά καταλήγει σε ΡΕ)
  • ΜΑΤΖΟΡΕ: ΡΕ, ΜΙ, ΦΑ#, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ#, ΡΕ
  • ΡΑΣΤ: ΡΕ, ΜΙ#, ΦΑ#, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙ, ΝΤΟ ΡΕ
  • ΧΟΥΖΑΜ: ΡΕ, ΜΙ, ΦΑ#, ΣΟΛ, ΛΑ, Σιb, ΝΤΟ#, ΡΕ
  • ΧΙΤΖΑΖ: ΡΕ, ΜΙb, ΦΑ#, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙb, ΝΤΟ, ΡΕ
  • ΧΙΤΖΑΣΚΙΑΡ: ΡΕ, ΜΙb, ΦΑ#, ΣΟΛ, ΛΑ, ΣΙb, ΝΤΟ#, ΡΕ
  • ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΟ: ΡΕ, ΜΙb, ΦΑ#, ΣΟΛ δίεση, ΛΑ, Σιb, ΝΤΟ#.

Νομίζω ότι πρέπει να προσθέσω μερικές ακόμη διευκρινίσεις με την ελπίδα να γίνω πιο σαφής.

  • Τα ονόματα των δρόμων τα συναντά κανείς σε διάφορες εκδοχές (λ.χ. Γιουρντί, η Κιουρδί. Νιαβέντι ή Νιαβέντ ή Νιχαβέντ κλπ.). Εγώ τα μεταφέρω όπως τα άκουσα από το Μάρκο.
  • Πολλοί σημερινοί μουσικοί ονομάζουν το δυτικό Ματζόρε (που υπάρχει και στο λαϊκό) με την ονομασία Ραστ. Ίσως έχει επικρατήσει κιόλας.
  • Γενικότερα, έχω την υποψία ότι και μέσα στους κύκλους των παλιών και νέων μπουζουξήδων υπάρχουν μικροδιαφορές στο θέμα των δρόμων.
  • Ο Ρούκουνας χρησιμοποιούσε τις παλιές ονομασίες και όταν, πριν από καμιά 25αριά χρόνια, παίζαμε μαζί, μάς είχε διορθώσει όταν λέγαμε τους δρόμους όπως οι λαϊκοί μουσικοί. Το ίδιο και ο Δερβενιώτης, που ήταν γνώστης της βυζαντινής μουσικής.

Κλείνοντας, ας μου επιτραπεί μια προσωπική εκτίμηση: Πιστεύω ότι όντως, η γνώση των δρόμων και η μελέτη τους είναι πολύτιμη, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς ότι τα μεγάλα αριστουργήματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού (στην συντριπτική πλειονότητά τους) γράφτηκαν πάνω σε 3-4 βασικούς δρόμους. Μ' άλλα λόγια: «Τα εργαλεία κάνουν το μάστορα», αλλά δεν κάνουν τον καλλιτέχνη. Ίσως όμως να τον βοηθάνε λίγο.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.