100 χρόνια από τη γέννηση του Μάρκου

αφιέρωμα - μάιος 2005

Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στη Σύρο και συγκεκριμένα στο Σκαλί της Άνω Χώρας, στις 10 Μαΐου του 1905, ημέρα Τετάρτη, στις τρεις η ώρα το πρωί. Ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Τα άλλα παιδιά ήτανε με τη σειρά ο Λεονάρδος, ο Φραγκίσκος, η Γκράτσια, ο Αργύρης και η Ρόζα.Ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, ήταν γιος του Μάρκου του Ρόκου και είχε άλλα δύο αδέρφια, τον Αντώνη και το Μορφίνη. Και τα τρία αδέρφια έπαιζαν γκάιντα. Ο Δομένικος έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει την οικο­γέ­­νειά του. Άλλοτε δούλευε καρβουνιάρης, άλλοτε έπλεκε καλάθια, πότε-πότε πήγαινε στα χωράφια ως σκαφτιάς.

Η Ελπίδα Βαμβακάρη, ήταν ένα από τα έξη παιδιά του Λεονάρδου Προβελέγγιου, ο οποίος ήταν ράφτης στο επάγγελμα. Όπως θυμάται ο Μάρκος: «Η μάνα ήτανε όμορφη και χαρούμενη. Αστειευόταν, τραγουδούσε όμορφα, όλο ζωή...». Το 1909 ο Μάρκος πρωτοπήγε στο σχολείο, ενώ το 1912, πριν να τελειώσει την τετάρτη δη­μοτικού, αναγκάστηκε να διακόψει διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό. Η μητέρα του Ελπίδα μαζί με το Μάρκο έπιασαν δουλειά στο κλω­στήριο του Δεληγιάννη. Εκείνη την εποχή γεννήθηκε η Γκράτσια, η πρώτη αδερφή του Μάρκου. Ο Μάρκος όμως δεν μπορούσε να χωρέσει στο εργοστάσιο. Η μητέρα του είδε κι απόειδε και τον έδωσε παραγιό σ' έναν ξά­δερ­φό της με το παρατσούκλι ο Μούγιας, που διατηρούσε μπακάλικο στην πόλη της Σύρας. Κάτι όμως η θεία του η στρίγγλα, κάτι ο θείος του ο Μούγιας, έφυγε και από εκεί. Μετά από μία γερή πνευμονία κατέβηκε στην πόλη της Σύρου, όπου πήγε να δουλέψει ως χασάπης. Δούλεψε σε δύο χασάπικα και στη συ­νέχεια έπιασε δουλειά ως εφημεριδοπώλης. Η δουλειά αυτή τον έσπρωχνε προς την αλητεία και αποφάσισε να αλλάξει και να δουλέψει σε οπωροπωλείο. Άλλαξε δύο οπωροπωλεία, ώσπου κατέληξε και πάλι εφημεριδοπώλης στο πρα­κτο­ρείο των Αθηναϊκών εφημερίδων, ενώ το βράδυ δούλευε ως λούστρος. Όλα αυτά μέχρι το 1917, δώδεκα χρονών στα δεκατρία, ώσπου μία μέρα κύ­λησε ένα μεγάλο βράχο σε μία κατηφόρα και αυτός πήγε και έπεσε μέσα σε ένα σπίτι. Τον έψαχνε η αστυνομία και ο Μάρκος από το φόβο του μπήκε λαθρε­πι­βά­της σε ένα καράβι για τον Πειραιά.

Τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά

Τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά ήτανε δύσκολα για το Μάρκο. Έμενε στα Ταμπούρια και αρχικά δούλεψε ως γαιανθρακεργάτης.

«...Πότε βγάζαμε το κάρβουνο όξω από τα φορτηγά που ξεφορτώναμε. Πότε πη­γαί­ναμε κάτω στο λιμάνι, πιάναμε μια μαούνα εξήντα, εβδομήντα τόνους, δέκα νο­ματαίοι, δώδεκα, την οποία έπρεπε να την αδειάσουμε στον Κάνθαρο, μέσα εκεί που είχανε τις αποθήκες του κάρβουνου οι μεγάλοι εφοπλιστές...». Ήρθε κά­ποια στιγμή και όλη η οικογένειά του στον Πειραιά και αυτός με τον πατέρα του ζούσαν την οικογένεια δουλεύοντας στο κάρβουνο. Αφού δούλεψε τέσ­σερα χρόνια στη σκληρή αυτή δουλειά, πήγε στη χαμαλίκα και ξεφόρτωνε εμπο­ρεύματα στη Ζέα, στο τελωνείο του Μαργιολή, όπου έμεινε δύο-τρία χρόνια. Στην περίοδο αυτή παντρεύτηκε με τη Ζιγκοάλα, την πρώτη του γυναίκα, την οποία καθώς έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο. Ο έρωτας του Μάρκου με τη Ζιγκοάλα ήταν κεραυνοβόλος, αλλά η κατάληξη άσχημη.

«...Δεκαεννιά χρονών έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης από τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οκτώ χρονών, μου 'δινε και λεφτά και κου­στούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα, τη Ζιγκοάλα, και την απαρά­τησα...».

Εκείνη την περίοδο άρχισε να πηγαίνει στους τεκέδες. Δεκαοχτώ χρονών ξε­κί­νη­σε τη μαστούρα. Ήταν η εποχή που ο Μάρκος αλήτευε στους τεκέδες και άρ­χισε να έχει νταραβέρια με την αστυνομία. Το πρωί στη δουλειά, το βράδυ στον τεκέ. Για εννιά μήνες περίπου δούλεψε με τον πατέρα της Ζιγκοάλα, χαμαλίκι πάλι στο τελωνείο. Κατά το 1922-'23 έφυγε από λιμενεργάτης και πήγε εκδορέας στα σφαγεία του Πει­ραιά. Σιγά-σιγά έγινε δεινός εργάτης στα σφαγεία, άριστος εκδορέας. Πε­ρί­που ένα χρόνο μετά ο Μάρκος μυήθηκε στο μπουζούκι, το όργανο που του άλλαξε τη ζωή και έκανε όλους εμάς να τραγουδάμε τα τραγούδια του μέχρι και σήμερα.

«...Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το '25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί...».

Σε έξι μήνες από τη μέρα που το 'πιασε το όργανο είχε γίνει άσσος. Τόσο πολύ του άρεσε. Σε δάσκαλο δεν πήγε. Ο δάσκαλός του ήταν ο τεκές, εκεί που μα­ζευό­ντουσαν όλοι να φουμάρουν, εκεί πρόσεχε τους παλιούς που παίζανε και μάθαινε κι αυτός.

Μετά το Στρατό

Φαντάρος πήγε για δεκατέσσερις μήνες, όταν έγινε είκοσι χρονών Δεκατέσ­σερα χρόνια θα ήτανε μαζί με τις φυλακές που είχε φάει, αλλά τα κατάφερε και απολύθηκε. Γύρισε στο σπίτι του, αλλά λίγο-λίγο άρχισε να μην πηγαίνει στη δουλειά. Ο πατέρας του και η μάνα του μαραζώνανε γιατί τον βλέπανε να μη δου­λεύει, να γυρίζει στους τεκέδες συνεχώς μαστούρης. Ο Μάρκος είχε συ­νε­χώς στο μυαλό του το μπουζούκι, αυτό τον είχε συνεπάρει, αλλά είχε πέσει και στην αλήτικη ζωή με τους τεκέδες και τη μαστούρα σε καθημερινή βάση. To 1930 ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, πέθανε χωρίς να προφτάσει να δει το γιο του στα πάλκα και στα γραμμόφωνα. Ο Μάρκος είχε αρχίσει να γράφει δικά του τραγούδια. Μέχρι το ‘33 είχε γράψει περίπου 50 τραγούδια και τα 'παιζε με το μπουζούκι του και τα θυμότανε χωρίς να πάει σε κάποιον μουσικό να του βάλει νότες.

Με το Γιώργο το Μπάτη, τον Ανέστο το Δελιά και το Στράτο τον Παγιουμτζή είχαν γνωριστεί στους τεκέδες και γυρνάγανε μαζί και παίζανε, τραγουδάγανε και πίνανε και διασκέδαζαν τους μάγκες για το κέφι τους. Το 1934 ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Στράτος και ο Δελιάς φτιάξανε την ξακουστή τε­τράδα του Πειραιώς και άρχισαν να παίζουν στη μάντρα του Σαραντό­που­λου στην Ανάσταση του Πειραιώς, κοντά στον Άγιο Διονύση. Ο Μάρκος ήτανε ακόμα εκδορεύς και όποτε πήγαινε για δουλειά πληρωνόταν καλά. Όμως το μπου­ζούκι τον τραβούσε περισσότερο. Στου Σαραντόπουλου έπαιξαν για πέντε-έξι μήνες. Στη συνέχεια ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώ­ματα. Στην κομπανία προστέθηκε και ο Σκαρβέλης, ο λεγόμενος Παστουρμάς. Η αστυ­νο­μία όμως δεν του έδωσε άδεια -αφού ο Μάρκος δε δέχτηκε να «πάει με τα νερά τους»- και έτσι ανα­γκά­στηκε να το κλείσει. Μετά τα Άσπρα Χώματα αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σύρα, για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Πήρε τον Μπάτη, τον αδερφό του το μικρό τον Αργύρη και το Ροβερτάκη και έπαιξε σ' ένα μαγαζί της παραλίας για περίπου δύο μήνες. Όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή.


Στη δισκογραφία

Στη δισκογραφία μπήκε το 1933. Στην Odeon γραμμοφώνησε τον πρώτο δίσκο που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).

«Μα έτσι, μα αλλιώς, επί τέλους με βάλανε και ετραγούδησα για πρώτη φορά το «Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας». Μόλις το ετραγούδησα εμείνανε άναυδοι. Εγώ δεν πίστευα ότι είχα καλή φωνή γιατί όταν επήγαινα σχολείο, στην ωδική με είχανε στη δεύτερη φωνή. Δεν ήμουνα στην πρώτη φωνή. Τέλος πάντων, δεν ήξερα ότι και η δεύτερη φωνή έχει αξία. Δεν το ήξερα. Και έβλεπα εδώ που ήταν οι τενόροι, ενώ η δική μου φωνή έπιανε μπάσα. Αλλά ήτανε αυτή η φωνή που ζητάγανε αυτοί...».

Τα τραγούδια έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος άρχισε να γίνεται περιζήτητος. Την εποχή εκείνη είχε βουίξει όλος ο ντουνιάς με τα νταραβέρια της Ζιγκοάλα με έναν φίλο του Μάρκου. Ο Μάρκος την αγαπούσε πολύ τη γυ­ναίκα του αλλά και ντρεπόταν συνάμα, γιατί όλοι οι μάγκες στους τεκέδες γνω­ρί­ζανε τα καμώματά της. Με τον αδερφό του το Φραγκίσκο είχανε μαλώ­σει άγρια γι' αυτό το θέμα. Ο ένας φοβόταν τον άλλο, μίσος απερίγραπτο. Τελικά ο Μάρκος χώ­ρισε τη Ζιγκοάλα και έφυγε από κοντά της. Η γυναίκα αυτή τον κυνήγησε και ζήτησε δικαιώματα από τα τραγούδια του αλλά ο Μάρκος δεν της έδωσε δε­κάρα, γράφοντας τα τραγούδια του με το ψευδώνυμο Ρόκος, του παππού του το όνομα. Με τη δισκογραφία άρχισαν και οι περιοδείες και η δόξα. Τρεις φορές πήγε στη Θεσ­σα­λο­νίκη τότε ο Μάρκος, πήγε στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, σε πολλές πόλεις. Για κάθε πόλη που πήγαινε είχε και μία ιστορία για να διηγηθεί.

Μετά τις περιοδείες άρχισε να δουλεύει στου Αντώνη του Βλάχου, στο Βοτανικό που είχε ένα μαγαζί-μπαρ στις γραμμές του σιδηροδρόμου. Μαζί του είχε το Γιάννη τον Παπαιωάννου, τον Κώστα τον Καρίπη, το Στέλιο τον Κε­ρο­μύ­τη και κάποιον Στέλιο με ένα σαντούρι. Αργότερα προστέθηκε στο σχήμα και η Χασκίλ η Εβραία καθώς και κανά δύο άλλες τραγουδίστριες. Στο μαγαζί γι­νό­ταν χαμός κάθε μέρα. Λογής-λογής κόσμος πήγαινε να δει τους διαλεχτούς αυτούς μουσικούς μέχρι το 1940 που κηρύχτηκε ο πόλεμος.

Ο πόλεμος

O Βοτανικός έκλεισε με την έναρξη του πολέμου. Ο Μάρκος άρχισε να παίζει στο μαγαζί του Μάριου του Δαλέζιου στην οδό Ίωνος 6, μαζί με τον Κε­ρο­μύτη, τον Παπαιωάννου, τον Περιστέρη, τον Καρίπη και άλλους. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και η Κατοχή σκληρή. Το '41 πέθανε ο αδερφός του ο Λεο­νάρ­δος και το '42 πέθανε και η μητέρα του Ελπίδα. Ο Μάρκος έμεινε με τα δύο μικρά του αδέρφια, τη Ρόζα και τον Αργύρη. Η Κατοχή κράταγε ακόμη. Εκείνη την εποχή, η μεγάλη του αδερφή, η Γκράτσια τον παρακίνησε να παντρευτεί με τη Βαγγελιώ, τη γυναίκα που έμελλε να είναι η τελευταία νόμιμη σύντροφός του. Ο Μάρκος μετά τη συμφορά που είχε πάθε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ζιγκο­άλα, δεν έπαιρνε την απόφαση. Τελικά μία Κυριακή του '42 έγιναν οι ορθό­δοξοι γάμοι του Μάρκου με τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφο­ρί­στηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοι­νωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά του Μάρκου και της Βαγ­γελιώς χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε το Βασίλη και ακο­λού­θησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949. Μετά το Μάριο ο Μάρκος έπιασε δουλειά στην οδό Ίωνος σ' ένα μαγαζί που το έλεγαν «Άμφισσα». Μαζί του είχε και το μικρό του αδερφό τον Αργύρη, μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.

Μετά τον πόλεμο

Μετά την «Άμφισσα» δούλεψε επτά-οκτώ μήνες σ' ένα μαγαζί που το 'λεγαν «Καρέ του Άσσου» και στη συνέχεια στου Βαγγέλα, στην οδό Πατησίων. Από εκεί μετακόμισε στην Τρούμπα σ' ένα μαγαζί στην παραλία του Λινάρη. Στις αρχές του '47 τον βρήκε ο Παπαιωάννου και μαζί με τον Ροβερτάκη, τον Κα­ρί­πη, το Χατζηχρήστο, τον Κερομύτη και τον Περιστέρη άρχισαν να παίζουν στου Καλαματιανού στις Τζιτζιφιές. Παράλληλα ο Μάρκος άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Στη συ­νέ­χεια έπιασε δουλειά ξανά στου Μάριου που ήταν συμπα­τρι­ώτης του καθολικός και είχε μεταφέρει το μαγαζί του από την οδό Ίωνος στις Τζιτζιφιές. Μέχρι τις Τζιτζιφιές ο Μάρκος τα βόλευε καλά.

Η λησμόνια

Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Το '55, το '56 το '57 και το '58 ο Μάρκος είχε «σβήσει» από τα πάλκα (πάρκα όπως τα έλεγε). Τα­ξίδεψε στην Ικαρία, τη Σάμο, την Άρτα, τα Γιάννενα, την Πρέβεζα, το Μεσολόγγι, το Βόλο, τη Λάρισα, σε πολλές πόλεις αλλά δουλειά σε πάλκο δεν υπήρ­χε για το Μάρκο. Στην Αθήνα δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μα­γαζί. Οι δισκογραφικές εταιρίες αλλά και οι «φίλοι», αυτούς που ευεργέτησε ο Μάρ­κος όλοι τον είχανε ξεχάσει. Ακόμα και ο αδερφός του ο Αργύρης και αυτός το ίδιο βιολί. Η ζωή ερχόταν βόλτα δύσκολα.

Η δεύτερη καριέρα

Μια μέρα του καλοκαιριού, το 1959 ο Γρηγόρης ο Μπιθικώτσης που αγαπούσε πολύ το Μάρκο του έφερε το καλό νέο. Η Κολούμπια θα έβγαζε όλα τα τρα­γού­­δια του τραγουδισμένα με τη φωνή του Γρηγόρη. Νέα αλλά και παλιά του τραγού­δια ερμηνευμένα από το Γρηγόρη Μπιθικώτση έφεραν το Μάρκο στο προσκήνιο. Στις 19.5.1960 η δεύτερη δισκογραφική καριέρα του Μάρκου είχε ξεκινήσει. Μετά τη μεγάλη επιτυχία στη δισκογραφία, δίνεται η δυνατότητα στο Μάρκο να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 κάνει την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολουθεί η συ­ναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολ­­λές εμφα­νίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Όλοι αυτοί στις δι­σκο­γραφικές εταιρίες που είχαν παραμερίσει το Μάρκο, συ­νω­στί­ζο­­νταν τώρα στην πόρτα του Μάρκου και του ζητούσαν να ηχο­γρα­­φήσει όποιο τρα­γούδι θέλει αυτός. Ο Μάρκος είχε πάρει την «εκδίκησή» του. Οι πολλές αρρώστιες είχαν αρχίσει να λυγίζουν το γίγαντα από καιρό. Στις 8 Φλεβάρη του 1972, ο Μάρκος πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη.

Βιβλιογραφία:

  1. «Μάρκος Βαμβακάρης - ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ», της Αγγελικής Βέλλου-Κάιλ, Αθήνα 1978, εκδόσεις «Παπαζήση».
  2. «Ρεμπέτικη Ανθολογία», του Τάσου Σχορέλη, Τόμος Α΄, εκδόσεις «Πλέθρον».
  3. «Μάρκος Βαμβακάρης, ο Άγιος Μάγκας», Μάνος Τσιλιμίδης, εκδόσεις «Κάκτος».

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

75 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα