Γιώργος Μουφλουζέλης

αφιέρωμα - ιανουάριος 2010
 

Ο λαϊκός δημιουργός με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή, Γιώργης Μουφλουζέλης, γεννήθηκε το 1912 στη Μυτιλήνη, από μια οικογένεια φτωχική. Αχθοφόρος ο πατέρας, όμως καλός νοικοκύρης, μια και «δεν άφησε τα παιδιά του να πεινάσουν», αυστηρός και απόμακρος για τον ίδιο και για τα μικρότερα 3 αδέλφια του, και η μάνα, νοικοκυρά, αφοσιωμένη στα παιδιά της. Από το σχολείο τον σταμάτησε ο πατέρας του μετά τη δευτέρα δημοτικού για να δουλέψει, και μάλιστα πολύ σκληρά για ένα παιδί της ηλικίας του, στην οικοδομή.

«Στη ζωή μου μαρτύρησα από παιδί» θα πει. «Τότες τα γιαπιά δεν ήταν σαν τα σημερινά. Πολλές φορές κουβαλάγαμε πέτρες από εκατό μέτρα μακριά. Ούτε στον εχτρό σου...».

Έτσι, ο αγώνας για το μεροκάματο άρχισε νωρίς για το «Γιωργέλι», ένας αγώνας που θα συνεχιστεί όμως και σε όλη του τη ζωή, είτε ως χτίστης είτε ως μουσικάντης, αργότερα. Το περιβάλλον της ιδιαίτερης πατρίδας του ήταν πλούσιο σε μουσικές. Δημοτικοί ρυθμοί, ο νησιώτικος καρσιλαμάς, ο καλαματιανός, το ζεϊμπέκικο, το οποίο ειδικά στη Μυτιλήνη βρίσκεται μέσα στο δημοτικό – λαϊκό κύκλο της παράδοσης, το σμυρνέϊκο, ήταν οι ήχοι που γέμισαν τα αυτιά του από τα μικράτα του. Ό,τι αργότερα θα συνθέσει και θα τραγουδήσει είναι παραλλαγή, διασκευή ή έμπνευση από αυτή την πλούσια μουσική παρακαταθήκη. Η λαϊκή μουσική όμως από νωρίς ασκούσε επάνω του μια ισχυρή έλξη.

«Μ’ άρεζαν τα τραγούδια που στίχος και μουσική μοιάζανε παντρεμένα και άμα ήτανε καλή και η φωνή... ε, με έσφαζες...» θα πει στην αυτοβιογραφία του. Τα χασικλήδικα και τα κουτσαβάκικα τραγούδια τα πρωτάκουσε από το γραμμόφωνο και αργότερα στην εφηβεία και στη νεαρή ανδρική του ηλικία από τις παρέες του με τους μάγκες της Μυτιλήνης και με τους ρεμπέτες του Πειραιά. Από τα πρώτα του ακούσματα στο μπουζούκι, ο συντοπίτης του, ο βαρελάς ο Μιστόκλης, ο οποίος και τον μάγεψε. Ένα μαντολίνο που ξέμεινε στο σπίτι τους χρησίμευσε πολύ στην προσπάθειά του να αποτυπώσει εκεί τις μουσικές που γέμιζαν τα αυτιά του. Έπειτα, οι φωνογραφητζήδες, όπου κάθε Σαββατόβραδο ακουμπούσε το χαρτζηλίκι που του έμενε, μια και τα λεφτά που έβγαζε από τη δουλειά στα γιαπιά, πήγαιναν στην οικογένεια. Τελικά, έμαθε μπουζούκι εντελώς μόνος του, με βάση τα ακούσματα που είχε, πραγματικά αυτοδίδακτος στο όργανο αυτό, όπως και στον τζουρά και στον μπαγλαμά, τα οποία επίσης έμαθε να παίζει. Κάποιες περιοδείες του στη Σύρο, Τήνο και Σάμο όπου έπαιζε ο ίδιος μπουζούκι και ένας φίλος του κιθάρα, στα 22 του χρόνια, ήταν μια πρώτη εμπειρία, και ερασιτεχνική αλλά και «επαγγελματική» με το όργανο.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπαιζε και πάλι μπουζούκι στη Μυτιλήνη και στα γύρω χωριά. Ήταν και αυτή μια πολύτιμη εμπειρία για το νεαρό Γιώργη, γιατί εκείνη την εποχή απαγορευόταν να βγάλει πιατάκι, μια και αυτό θεωρείτο επαιτεία. Έτσι, αναγκαστικά, έγινε μουσικάντης χωρίς να το θέλει, γιατί «μουσικάντης είναι αυτός που ξέρει να μπει στο πνεύμα του ανθρώπου, που διαλέγει να παίξει το τραγούδι που αρέσει», ώστε να τον «φιλοτιμήσει» και η πληρωμή να έρθει από μόνη της, χωρίς να το ζητήσει ο μουσικάντης! Μετά τη στρατιωτική θητεία του το 1933 στη Μυτιλήνη, αποφάσισε να καταταγεί στη Χωροφυλακή, μια και ο μισθός ήταν ικανοποιητικός για τα δεδομένα της εποχής. Διορισμένος πια χωροφύλακας στη Σάμο, δεν του πήγαινε η ψυχή του να φορτώνει με μηνύσεις φτωχούς πολίτες είτε γιατί δεν είχαν άδεια να σοβατίσουν είτε να ασβεστώσουν το καλύβι τους. Το αποτέλεσμα ήταν πως όταν παρουσιάστηκαν αρκετοί από τους συναδέλφους του για να ζητήσουν απόλυση, ο Διοικητής κοίταξε να τους αλλάξει γνώμη και τους έπεισε να παραμείνουν στο Σώμα. Όταν έφτασε η σειρά του Γιώργη, μετά από μια ματιά στο υπηρεσιακό του σημείωμα, ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:

Διοικητής: «Πότε είπαμε απολύεσαι;»
Γιώργης: «Το Σάββατο.»
Διοικητής: «Έλα αύριο να σε απολύσω...»

Η γνωριμία του με τους ρεμπέτες

Από το 1930 ταξίδεψε αρκετές φορές ως την πρωτεύουσα, μια και είχε μεγάλη επιθυμία να γνωρίσει επαγγελματίες μπουζουκτσήδες και από το 1958 εγκαταστάθηκε μόνιμα πια στην Αθήνα. Πρώτη του γνωριμία ο Μπάτης, στο καφενείο του οποίου «Τα Τέσσερα Βάσανα, οι Έξι Πόνοι» - όπως το ονόμαζε ο ίδιος ο Μπάτης – έπιασε δουλειά ψήνοντας καφέδες. Εκεί γνώρισε επίσης το Βαμβακάρη, το Δελιά, τον Παπαϊωάννου. Με τον Μπάτη συνδέθηκε με φιλία βαθιά, εκεί άκουσε τους «καλούς ταξιμιτζήδες που κάνανε όμορφα ταξίμια» με τα μπουζούκια του Μπάτη, τα οποία είχαν και ονόματα, ήταν ο «Μάγκας», ο «Δερβίσης», ο «Ασίκης». Με αφοπλιστική ειλικρίνεια ομολογεί ο Γιώργης πως πήρε κανά δυο μουσικές από τον Μπάτη, συγκεκριμένα για το τραγούδι «Πάρε, κόρη, το λουτρό σου» στο οποίο τραγούδι πρόσθεσε και δικούς του στίχους, πέρα από την πρώτη στροφή, που ήταν του Μπάτη. Στη Μυτιλήνη, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, γνώρισε και την πρώτη του γυναίκα. Για τη συντρόφισσα αυτή της ζωής του, με την οποία έζησε φτωχικά αλλά με πολλή αγάπη 15 χρόνια μέχρι που τους χώρισε ο θάνατός της, η τελευταία του σπαρακτική αναφορά είναι και η αποκαλυπτική του ονόματός της: «Τη γυναίκα μου τη λέγανε Παναγιώτα...». Στην Αθήνα, μόνιμα εγκαταστημένος πια από το 1958, ήρθε αντιμέτωπος με τα κυκλώματα των εταιρειών του τραγουδιού. Ένιωσε πολύ καλά τι είναι «να είσαι φουκαράς, να παίρνεις καμιά δεκάρα και να κάνεις τουμπεκί». Τραγούδια του πέρασαν στη δισκογραφία με ονόματα άλλων και ο Γιώργης έπαιρνε ως αντάλλαγμα εκατό, διακόσιες ή τρακόσες δραχμές, ανάλογα με το πώς κοστολογούσαν κάθε φορά την ανάγκη του για επιβίωση.

Γνωρίστηκε με τον Απόστολο Καλδάρα, ο οποίος και του στάθηκε στη ζωή του φίλος πραγματικός στις δύσκολες στιγμές, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, της οποίας η απλότητα, η καλοσύνη, κυρίως όμως το μοναδικό ταλέντο να σκαρώνει στίχους ή να επεμβαίνει αποφασιστικά και πετυχημένα όπου σκάλωνε ο στίχος, τον εντυπωσίασαν πάρα πολύ. Στη ζωή του Γιώργη ήρθε και ένας δεύτερος, αποτυχημένος, γάμος, από τον οποίο απέκτησε ένα γιο, τον αγαπημένο του Σταυράκη. Το παιδάκι αυτό έμελλε να το αναστήσει εντελώς μόνος του, από δυο χρονών μωρό, πατέρας αλλά και μάνα μαζί γι αυτό, όταν η δεύτερη γυναίκα του και μάνα του παιδιού διάλεξε να φύγει μακριά τους. Για το Γιώργη ο αγώνας για την επιβίωση γίνεται πιο επιτακτικός και το πιατάκι συνεχιζόταν στις ταβέρνες και στα κουτούκια, τώρα πια μαζί με το παιδί.

Το έργο του

Το πρώτο τραγούδι σε στίχους δικούς του, το «Ανεβαίνω σκαλοπάτια», κυκλοφόρησε σε δισκάκι, χωρίς όμως να αναφέρεται το όνομά του στην ετικέτα. Δεύτερη επιτυχία του ήταν το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο» με ερμηνευτή το Γρηγόρη Μπιθικώτση, ενώ, αυτή τη φορά, εμφανίζεται ως συνδημιουργός και ο Μπάμπης Μπακάλης. Όλα μαζί τα τραγούδια που σχετίζονται με τ’ όνομά του είναι γύρω στα 80. Όπως ομολογεί ο ίδιος, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, όλα δεν είναι δικά του. Ανάμεσά τους υπάρχουν τραγούδια που είτε είναι δημιουργίες άλλων είτε ήταν παλιά ανώνυμα και «αδέσποτα» τραγούδια, τα οποία σε κάποιο παρελθόν παρουσιάστηκαν στο όνομα κάποιου άλλου συνθέτη. Άλλα πάλι τα διασκεύασε στιχουργικά ο ίδιος και οι μουσικές τους είναι δανεικές από επώνυμες ή παραδοσιακές συνθέσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, συνδυάζει ποιητικά και μουσικά στοιχεία παρμένα από διάφορα τραγούδια. Την πρακτική αυτή, του δανεισμού, την ομολογεί αβίαστα ο Μουφλουζέλης και προπάντων την καταλαβαίνει σαν κάτι το φυσικό και καλλιτεχνικά νόμιμο, γιατί θεωρεί τον εαυτό του ως αναπόσπαστο κομμάτι της διπλής παράδοσης που τον διαμόρφωσε μουσικά, της νησιώτικης δημοτικής και της παλιάς ρεμπέτικης, των οποίων χαρακτηριστικά και κοινά γνωρίσματα είναι η διαρκής παραλλαγή και οι αυτοσχεδιασμοί, με συνεπακόλουθο την ανωνυμία των δημιουργών.

«...Πολλές φορές παίρνω μουσικές από βαθιές, παλιές ρίζες και τις μετατρέπω ανάλογα με τα λόγια. Το κάνω και με τα λόγια αυτό. ...Αυτό που κάνω εγώ γίνεται παλαιόθεν. Το έκανε ο λαός. Αυτά τα έβγαλε ο λαός και ό,τι έβγαλε ο λαός στέκονται. Γιατί ένας χαβάς , ένα τραγούδι, θέλει καιρό για να στρώσει. Πρέπει να περάσει από πολλά στόματα, από πολλά πανηγύρια, από πολλά μεράκια… Κι έρχεται και στρογγυλεύει σαν το βότσαλο στην ακρογιαλιά... Ένα ωραίο πράγμα, ένα τεφαρίκι... Μπορώ να σου πω ότι και μια γριούλα, που τηγανίζει ψάρια στην αυλή της, και της ήρθε να τραγουδήσει ένα τραγουδάκι, μπορεί κι αυτή ν’ αλλάξει δυο λέξεις και να ακούγεται καλύτερα... Αυτά που έφτιαξε παλαιόθεν ο λαός και τα βρήκαμε τελειωμένα και αδέσποτα – ελεύθερα, ωραία πράματα για όλους - πέσαμε απάνω κι όποιος προλάβει και τα δηλώσει στ’ όνομά του. Σαν τσι οικοπεδοφάγοι. Το ρεμπέτικο το περιφράξανε με τις υπογραφές. Κι αν μαράζωσε το γνήσιο ρεμπέτικο, μαράζωσε κι απ’ αυτές τις υπογραφές. Γιατί η υπογραφή σήμερα εξαργυρώνεται στις εταιρείες. Είναι επιταγή. Πού να ζυγώσεις εσύ να πιάσεις το παλιό, να τ’ αλλάξεις, να το φέρεις στον καιρό σου; Βάζει ο άλλος τις φωνές: Βγάλε, κύριε, το χέρι σου απ’ την τσέπη μου... Μερικοί από δαύτους, αδελφέ μου, δεν είναι συνθέτες, είναι μόλυνση του περιβάλλοντος...»...

Απλά λόγια, σταράτα, η κατασταλαγμένη σοφία ενός απλού ανθρώπου του λαού μας!
Ο έρωτας ως θέμα κυριαρχεί στο έργο του, όπως άλλωστε και σε μεγάλο μέρος του ρεμπέτικου. Ένας έρωτας όμως που δεν βιώνεται ως ψυχοφθόρο ή ανδροφόνο πάθος. Εδώ, τα γυναικεία καμώματα, το νάζι, η αδιαφορία, η άρνηση ή το πείσμα, κουμαντάρονται. Το αρσενικό χωρίς να ξεπέφτει η αξιοπρέπειά του, χωρίς να φτάνει στην απελπισία ή στην αυτοκαστροφή, τα βγάζει πέρα με αυτά τα καμώματα, είτε με ανταπόδωση του ίδιου νομίσματος
«…Μα εγώ δεν είμαι απ’ τα παιδιά που κλαιν για ένα φιλάκι…» - («Ο κυκεώνας»)

είτε με κολακεία
«… κι ερχόσουνα στη γειτονιά
και κλείναν τα σοκάκια,
γεμίζαν τα σοκάκια…» - (Άσπρα,γαλάζια, κόκκινα»)

είτε με μάγκικη ανεμελιά
«…μακριά από μένα τέτοιο κάλλος
ας καεί και κάνας άλλος…» - («Όποιος πει πως θα σε ψήσει»)

Ταυτόχρονα, είναι έκδηλη η ανάγκη για επιβεβαίωση της ανδρικής υπεροχής, όπως αυτή βιώνεται λόγω της αβεβαιότητας που διακατέχει το λαϊκό άνθρωπο, και κυρίως το αρσενικό, της εποχής. Η γυναίκα πρέπει να περιοριστεί στο ρόλο του ερωτικού αντικείμενου, να είναι υποταγμένη στο αρσενικό ή το πολύ - πολύ, οι επιθυμίες της να συμπίπτουν με αυτές του αρσενικού, ώστε ο κυρίαρχος ρόλος του αρσενικού να είναι εμφανής και αναμφισβήτητος.
«…που σε γνώρισα απαίδευτη
και σε γέμισα σοφία…»
(«Ήτανε το τυχερό σου»)

«…και το δικό μου το κρασί
σταλιά νερό δεν παίρνει…»
(«Ο κυκεώνας»)

Χασικλήδικα τραγούδια δεν έγραψε. Διασκεύασε όμως μερικά απ’ αυτά και φυσικά ως μουσικάντης, όταν του ζητήθηκε, τα πρόσφερε στον πελάτη. Τραγούδια με αναφορές σε κοινωνικές διεργασίες επίσης δεν έγραψε. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει προβληματισμός για τα ανθρώπινα στο στίχο του, κάθε άλλο! Εκείνο που εντυπωσιάζει στο στίχο του είναι η δροσιά του λαϊκού λόγου. Λιτότητα και ακρίβεια στην έκφραση (γιατί «το τραγούδι πρέπει να το καταλαβαίνει ο άλλος με την πρώτη. Να γίνεσαι σαφής. Άμα είσαι απλός, είσαι σαφής»!), ενότητα και ανάπτυξη των θεμάτων με την παρατακτική τεχνική των «δίστιχων του μπαγλαμά», γλώσσα στρωτή, που ανασαίνει ελεύθερα, αβίαστα, καμιά ελληνικούρα ή κάτι που να προδίδει γλωσσική σύγχυση. Οι μουσικές με τις οποίες ντύνει τους στίχους του, γλυκές, γνώριμες, χαϊδεύουν τα αυτιά, γαληνεύουν την ψυχή.

Κ. Παπαδόπουλος, τρίτος ο Λ. Καρνέζης, Μουφλουζέλης, Μπιθικώτσης και Μπακάλης
Ο Γιώργης Μουφλουζέλης δεν είχε την τύχη να αναγνωριστεί η αξία του νωρίς, να έχει επομένως και τις απολαβές εκείνες, οικονομικές και κοινωνικές, που του άξιζαν. Σε μεγάλη ηλικία, σε ένα ταβερνάκι που έπαιζε και όπου έβγαζε μετά πιατάκι, έτυχε να τον γνωρίσει ο Ηλίας Πετρόπουλος. Εκείνη την εποχή ετοίμαζε το βιβλίο του «Ρεμπέτικα τραγούδια» και ο Γιώργης -όπως χαρακτηριστικά λέει- βοήθησε πολύ να γίνει αυτό το βιβλίο. Του έδωσε πολλά τραγούδια, του διόρθωσε ανακρίβειες, εδωσε αρκετά στοιχεία, άγνωστα για εκείνον, για δημιουργούς, έδωσε φωτογραφίες. Ο Πετρόπουλος οργάνωσε μια εκδήλωση - αφιέρωμα στο ρεμπέτικο τραγούδι με τίτλο: «Ρεμπέτικα τραγούδια - τεκμήρια», στο ξενοδοχείο «Hilton» στις 7-5-1968. Εκεί, δόθηκε η ευκαιρία στο Γιώργη να παίξει μπροστά στο κοινό τραγούδια του, εκείνη τη βραδιά τον ανακάλυψε και ο ιδιοκτήτης της «ΛΥΡΑΣ», Αλέξανδρος Πατσιφάς, ο οποίος του πρότεινε να κάνει τον πρώτο του δίσκο και, μάλιστα, να τραγουδάει ο ίδιος, κάτι που θα συνέβαινε για πρώτη φορά στη δισκογραφία του. Ακολούθησαν κάποιες ζωντανές εμφανίσεις του σε μαγαζιά στην Πλάκα, με το Μαμαγκάκη, Σαμοΐλη, Μαυρουδή και άλλους. Τότε άρχισαν να δισκογραφούνται τα τραγούδια του. Ταυτόχρονα, άρχισε να δέχεται ξανά προτάσεις για ζωντανές εμφανίσεις. Παράλληλα, ξεκίνησε συναυλίες στην επαρχία με τους εναπομείναντες ρεμπέτες, Κερομήτη, Μοσχονά, Ρούκουνα, Χονδρονάκο, και Μπαγιαντέρα. Ακολούθησε το σήριαλ «Το Μινόρε της αυγής» ’83 - ’84. Ειδικά το δεύτερο μέρος του στηρίχτηκε στη βιογραφία του Μουφλουζέλη, που με τίτλο «Όταν η λήγουσα είναι μακρά» έγραψε ο ίδιος ο σεναριογράφος και παραγωγός του σήριαλ αυτού, ο Φώτης Μεσθεναίος.

Όμως ο Γιώργης ήταν ήδη μεγάλος σε ηλικία, για να ξεκινήσει καριέρα, τώρα πια που είχε αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστός. Πέθανε στις 4 Αυγούστου 1991, σε ηλικία 79 χρονών, αφήνοντάς μας ως παρακαταθήκη τα τραγούδια του, αλλά και τη διαπίστωση πως η γερά χτισμένη λαϊκή ψυχή βρίσκει τον τρόπο να αντεπεξέρχεται παλικαρίσια στις φουρτούνες της ζωής, να αναπτύσσει ψυχολογικά αντισώματα και να μετουσιώνει ακόμα και σε χιούμορ τα προσωπικά της αδιέξοδα.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

33 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.