Γιώργος Μουφλουζέλης

αφιέρωμα - ιανουάριος 2010
 

Οι πρώτοι ήχοι που άκουσες μικρός θα πρέπει να ήταν από τζουρά.
Ξεκίνησα ν’ ακούω μουσική από την κοιλιά της μάνας μου! Έχω μια κασέτα που μ’ έχει γράψει ο πατέρας μου πολύ μικρό, όπου μιλάω και δε λέω καλά-καλά τις λέξεις, δηλαδή αντί για «καφέ» λέω «πατσέ» κλπ., αλλά τραγουδάω σε 9/8, αν κάτσεις δηλαδή και μετρήσεις τα τραγουδάκια που λέω, είναι όλα σε 9/8. Αυτός είναι ο πρώτος ρυθμός που άκουσα στη ζωή μου. Είναι ο ρυθμός πάνω στον οποίο έγραψε τα περισσότερα τραγούδια του ο πατέρας μου, γρήγορα ζεϊμπέκικα, απτάλικα, καρσιλαμάδες, αλλά σχεδόν πάντα 9/8. Η πρώτη εικόνα είναι αυτή που φαίνεται στο «Μινόρε της αυγής» του Μεσθεναίου: Ένα τζουραδάκι, ένα ποτήρι κρασί, ένα κομμάτι ψωμί, σε μια αυλή με μουσική. Μια εικόνα μεσημέρι και βράδυ.

Έγραφε πάντα τραγούδια ο πατέρας σου;
Πάντα. Δεν έκανε κάτι άλλο. Πώς βλέπουμε εμείς τηλεόραση για να ξεκουραστούμε, αυτός έπαιζε μουσική.

Γιώργης και Σταύρος Μουφλουζέλης στο πάλκο

Δηλαδή, όπως ένας εργαζόμενος ξεκινάει τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά του, έτσι ο πατέρας έπιανε το όργανο...
Όχι! Αυτός έκανε τις δουλειές του πρώτα. Οι δουλειές του ήταν να ψωνίσει για το σπίτι, να μαγειρέψει, να πλύνει τα ρούχα του παιδιού (εμένα) κι όλα τα άλλα που χρειάζεται ένα σπίτι. Η δουλειά του ήταν ...οικιακά! Μόλις τέλειωνε, το μεσημεράκι πριν το φαγητό, έβαζε ένα μεζέ κι ένα ποτηράκι κρασί και καθόταν στην αυλή κι έπαιζε, έφτιαχνε τραγούδια. Το ίδιο γινόταν και το βράδυ.

Είχε τα δικά του τραγούδια, αλλά έχω την εντύπωση ότι δούλευε πολύ και πάνω σε παραδοσιακά λαϊκά τραγούδια.
Βέβαια. Καταρχήν είχε την παράδοση από τη Μυτιλήνη. Ξέρεις η Μυτιλήνη έχει στην παράδοσή της και πολλούς καρσιλαμάδες. Από την άλλη είχε και τη λαϊκή παράδοση των απέναντι παραλίων, είχε τη σμυρναίικη μουσική παράδοση.

Έγραφε με κάποιο σύστημα;
Καταρχήν έγραφε ένα στίχο. Του ερχόταν κάτι, ένα πράγμα που έβλεπε, που κάποιος άλλος μπορεί να μην το παρατηρούσε. Ήταν πολύ παρατηρητικός. Μπορούσε να βλέπει πράγματα, να τα σχολιάζει και να τα καυτηριάζει μ’ έναν πολύ ωραίο τρόπο, διακωμωδώντας τα, αλλά λέγοντας και μιαν αληθινή ιστορία από μέσα. Όταν λοιπόν γραφόταν ο στίχος, έστω κι ένα τετράστιχο που να έλεγε όμως κάτι, τότε έβαζε πάνω του τη μουσική έτσι ώστε να βγάζει το στίχο έξω. Η βασική του έμπνευση ήταν πάντοτε ο στίχος.

Η εικόνα που έλεγε κι ο ίδιος...
Η εικόνα, η οποία ήταν παρμένη απ’ την καθημερινότητα. Και χιούμορ που να καυτηριάζει, αλλά …γλυκά, χωρίς να βγάζει μάτι.

Στα μαγαζιά τον πρόλαβες να δουλεύει;
Ναι, από την εποχή του Νέου Κύματος.

Δούλευε κανονικά στα μαγαζιά, δηλαδή ολόκληρη σαιζόν;
Όχι, δούλευε ως εξής: Δεν έχουμε λεφτά τώρα οπότε δουλεύουμε για ένα διάστημα. Μόλις πάρουμε κάποια φράγκα, αράζουμε. Μόλις τα φάμε, ξανά στη δουλειά. Ρεμπέτικο στυλ...

Δηλαδή μπορούσε να δουλέψει κανονικά στα μαγαζιά αλλά δεν ήθελε;
Ναι, είχε προτάσεις. Θυμάμαι κάπου μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70, τότε που η παραλία ανθούσε, είχε πρόταση από πολύ γνωστό μαγαζί. Τον δελέασαν με χρήματα πολλά και πήρε την προκαταβολή. Κάτσαμε μετά δίπλα σε μια καφετέρια και ήταν στενοχωρημένος. Του λέω: «Τι έχεις, γιατί είσαι έτσι;». Μου λέει: «Δεν μπορείς εσύ να καταλάβεις». Τον έτρωγε αυτή η υποχρέωση, το ότι είχε πάρει λεφτά μπροστάντζα κι έπρεπε να είναι συνεπής. Επέστρεψε λοιπόν την προκαταβολή και δεν πήγε ποτέ να δουλέψει στο σκυλάδικο. Προτιμούσε να παίζει σ’ ένα ταβερνάκι εδώ γύρω, να ‘χει την έννοια του και σ’ εμένα και στο σπίτι, να ‘ναι κοντά, παρά να εμφανίζεται σε ένα κεντρικό μαγαζί όπου μπορούσε να είναι και φίρμα στις ταμπέλλες και να έχει επαγγελματικές υποχρεώσεις. Ήταν ρεμπέτης, άστατος.

Στη δισκογραφία;
Ήταν η εποχή που πέρναγε η δισκογραφία από τo 45άρι στo long play. Έκανε κάποια 45άρια, τα οποία ήταν οι προάγγελοι του βινυλίου. Ο πρώτος μεγάλος δίσκος ήταν το «Παλιό Ρεμπέτικο», που είχε πάει πάρα πολύ καλά, είχε πουλήσει πολύ. Είχε γίνει τότε μία συναυλία στο Χίλτον και υπήρχε πολύ καλό κλίμα για το ρεμπέτικο.

Την πρώτη του επιτυχία όμως την είχε δώσει πολύ νωρίτερα, το 1962, στον Καλδάρα.
Ναι, ήταν το «Ανεβαίνω σκαλοπάτια».

Το είχε διασκευάσει ο Καλδάρας σε αυτή την εκτέλεση με τον Καζαντζίδη;
Όχι, ατόφιο ήταν, όπως το ‘γραψε ο πατέρας μου.

Μπήκε στ’ όνομα του πατέρα σου;
Ναι. Ο Καλδάρας μετά έδωσε ένα «διορθωτικό» και πήγε μισό-μισό, στιχουργός ο πατέρας μου, συνθέτης ο Καλδάρας. Η αλήθεια όμως, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, είναι η εξής: Ο Καλδάρας βοηθούσε πολύ τον πατέρα μου στο να «στρογγυλεύει» τα τραγούδια του. Μπορεί να χρησιμοποίησε το πρώτο τραγούδι για να κάνει μια επιτυχία, όμως σε όλη την υπόλοιπη ζωή του βοηθούσε πολύ τον πατέρα μου στο να σχηματίζει τα τραγούδια του. Γιατί ο πατέρας μου τα ‘φτιαχνε μ’ έναν τρόπο, μέχρι ένα σημείο. Ο Καλδάρας, παίζοντάς του τα, τον βοηθούσε πολύ και χωρίς ποτέ να βάλει μετά τ’ όνομά του. Ο Καλδάρας ήταν τίμιος και κύριος. Δεν ήταν όμως όλοι εκείνη την εποχή σαν κι αυτόν. Τότε μπορούσε κάποιος που είχε επαφή με τη δισκογραφία να χρησιμοποιήσει το όνομά του, γιατί ήταν ο Άλφα ή ο Βήτα και να σου πει: «Έλα εδώ, δώσε μου το τραγούδι. Θα στο βάλω στην Οντεόν, θα στο πει ο Μπιθικώτσης, αλλά θα μου δώσεις και μένα το 40% των εισπράξεων και θα με βάλεις στο δίσκο. Εξ ου και το «Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο», που το είπε ο Μπιθικώτσης και αναφέρεται ότι το μισό είναι του Μπάμπη Μπακάλη, χωρίς αυτό να είναι αλήθεια. Απλώς ο Μπακάλης διατηρούσε τότε καλλιτεχνικό γραφείο και έχοντας «άκρη» στην Οντεόν, υποχρέωνε αυτούς που ήθελαν να δισκογραφήσουν να του δίνουν το 40%, για να τους βάλει τραγούδι. Και το ‘χει κάνει με πολλά τραγούδια ο Μπακάλης και άλλοι.


Έβγαλε λεφτά από τη δισκογραφία ο πατέρας σου;
Ό,τι πήρε από την ΑΕΠΙ. Από τις εταιρίες δεν πήρε τίποτα. Έτσι όπως ήταν τότε τα συμβόλαια τι να πάρει; Φαντάσου ότι για έναν μεγάλο δίσκο με δώδεκα τραγούδια έπαιρνε 60 λεπτά της δραχμής, δηλαδή μισή δεκάρα το τραγούδι! Και δεν ανανεώθηκε ποτέ αυτή η σύμβαση, δηλαδή άμα πάω εγώ σήμερα και ζητήσω λεφτά, με μισή δεκάρα το τραγούδι θα με πληρώσουν!

Στην Αυτοβιογραφία του ο πατέρας σου αναφέρει ότι έδωσε πολλά παλιά τραγούδια στον Ηλία Πετρόπουλο, κυρίως παλιά, αδέσποτα.
Αλήθεια είναι. Όχι πως ο Πετρόπουλος δεν έχει κάνει δουλειά. Είχε κάνει μια πάρα πολύ μεγάλη δουλειά. Ο πατέρας μου είχε μια φοβερή μνήμη. Ακόμα και αυτοί που είχαν και άκουγαν δίσκους 78 στροφών, δεν μπορούσαν πολλές φορές να ξεχωρίσουν τους στίχους και φώναζαν συχνά τον πατέρα μου, ο οποίος και θυμότανε από παλιά, αλλά και ως δημιουργός καταλάβαινε τι έλεγε ο άλλος.

Ήξερε καλά και την αργκό...
Δεν υπήρχε πάντα αργκό. Υπήρχαν π.χ. τα σμυρναίικα που δεν είχαν καθόλου αργκό, είχαν όμως λέξεις που δεν ήταν γνωστές, όπως «γιανγκίνι», «τζιβαέρι» κ.ά. Διάφοροι λοιπόν ρεμπετολόγοι τον έπαιρναν και τον έβαζαν να τους εξηγεί. Εξ ου και ο Πετρόπουλος, πήρε πολύ υλικό από τον πατέρα μου, όμως είμαι σίγουρος ότι όταν ήρθε εδώ να τον συναντήσει είχε κι αυτός πολύ υλικό.

Την ταβέρνα που έπαιζε στο Κολωνάκι την πρόλαβες;
Ναι, ήταν ο «Πρίγκηπας». Σήμερα υπάρχει ένα γαλλικό εστιατόριο στη θέση της.

Εκτός από τα ταβερνάκια, στα άλλα μαγαζιά όπου δούλεψε, έπαιζε μόνος του ή και με τους υπόλοιπους μουσικούς που δούλευαν εκεί;
Ως επί το πλείστον μόνος του. Καμιά φορά τον συνόδευε κάποιος, κάποια κιθάρα. Εχω μια φωτογραφία όπου ο πατέρας μου εμφανίζεται σ’ ένα κρητικό κέντρο κι έχει αριστερά και δεξιά του δυο μουστακαλήδες Κρητικούς με λαούτα. Σε μια άλλη, ακόμη πιο παράδοξη φωτογραφία, παίζει τζουρά και δίπλα του κάθεται ένας τύπος με καμπάνα και παίζει μπάσο! Πάντως συνήθως έπαιζε εντελώς μόνος του με ένα μπαγλαμαδάκι ή έναν τζουρά.

Ως οργανοπαίκτη πώς θα τον έκρινες τον πατέρα σου;
Είχε έναν τρόπο ο οποίος δεν ήταν δεξιοτεχνικός, αλλά είχε κάτι εμπνευσμένο. Θυμάμαι η Αρλέτα μού είχε πει ότι ο τρόπος που έπαιζε μπαγλαμά ο πατέρας μου ήταν σαν να έπαιζε ολόκληρη ορχήστρα.

Ήξερε τους δρόμους;
Βέβαια. Μου τους έδειχνε μάλιστα κι άμα εγώ δεν καταλάβαινα κάτι, θύμωνε.

Κούρδιζε πάντα ευρωπαϊκά ή είχε κι άλλα κουρδίσματα;
Είχε πολλά ντουζένια, τα οποία ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ήταν. Είχε και κάτι περίεργα όργανα, έναν μπαγλαμά παμπάλαιο, των αρχών του 20ού αιώνα και του ’κανε διάφορα, εντελώς δικά του κουρδίσματα.

Κατέγραψες αυτά τα κουρδίσματα;
Εχω κάποιες ηχογραφήσεις που παίζει με αυτά τα όργανα, αλλά τον ακούω και δεν μπορώ να καταλάβω τι ντουζένια είναι. Προφανώς είναι κουρδίσματα που ‘χει μάθει από φυλακισμένους και τέτοια πράγματα.

Ο πατέρας σου αναφέρει ότι προπολεμικά, στα νιάτα του, κατέβαινε στον Πειραιά και άραζε στου Μπάτη μαζί με τους Πειραιώτες ρεμπέτες. Κράτησε αργότερα αυτή την επαφή;
Όχι, μετά το θάνατο της πρώτης του γυναίκας ξέκοψε. Ήταν και το ζήτημα των ναρκωτικών που ήταν μπλεγμένοι οι Πειραιώτες και ο πατέρας μου δεν μπήκε ποτέ στο κόλπο με αυτά.

Δε φουμάριζε;
Δε φουμάριζε. Του ποτού ναι, του κρασιού ναι, κυρίως του κρασιού.

Νομίζω πάντως ότι το στυλ του πατέρα σου ταιριάζει πιο πολύ με την πειραιώτικη σχολή. Λιτές ορχήστρες...
Ναι. Αυτό με τα λίγα όργανα το πήρε από τον Μπάτη.

Ποιους θαύμαζε απ’ τους παλιούς;
Τον Μπάτη σίγουρα τον θαύμαζε. Είχε καλές σχέσεις και με τον Παπαϊωάννου, αν και δε συμφωνούσε τόσο με το μουσικό του στυλ τα τελευταία χρόνια, όταν είχε «εξηλεκτρίσει» αρκετά τον ήχο του.

Πάντως διαβάζοντας το βιβλίο του, στο σημείο που λέει ότι το Αιγάλεω ακούει «Συννεφιασμένη Κυριακή» ενώ το Κολωνάκι ακούει τα «δικά μας», καταλαβαίνω ότι προτιμούσε τον Μπάτη, το Δελιά και τους άλλους, παρά τον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου, όσον αφορά το ύφος των τραγουδιών.
Μπράβο, το Δελιά τον ξέχασα. Αυτούς θαύμαζε. Στην κριτική του για το Αιγάλεω εννοούσε ότι οι άνθρωποι εκεί από τα ακούσματά τους ήθελαν ν’ αποδείξουν κάτι, όπως και σήμερα συμβαίνει αυτό. Σου λέει «χτες πήγα στον Πλούταρχο», λες και είναι κάτι σπουδαίο αυτό. Στο Κολωνάκι, έχοντας την οικονομική άνεση εκείνης της εποχής, δεν είχαν λόγο ν’ αποδείξουν ότι έχουν λεφτά κι ίσως έκαναν μια πιο ψαγμένη προσέγγιση στο τραγούδι.

Οι ηχογραφήσεις των μεγάλων δίσκων έχουν έναν ήχο που δεν ταιριάζει και τόσο με το ύφος του πατέρα σου.
Στα στούντιο τότε υπήρχαν συγκεκριμένοι άνθρωποι που έκαναν αυτή τη δουλειά. Ο ίδιος που έκανε, ας πούμε, τις ενορχηστρώσεις στα τραγούδια του Κοινούση, έκανε και τις ενορχηστρώσεις στα ρεμπέτικα του πατέρα μου. Ήταν φασόν η δουλειά. Έπαιρνε την ίδια ορχήστρα, που καμιά φορά τύχαινε και ήταν και συγγενείς, δηλαδή ο αδερφός του μαέστρου έπαιζε μπάσο, ο ξάδερφος κιθάρα κλπ. για να παίρνουν το μεροκάματο και έβαζαν π.χ. ντραμς στα τραγούδια του πατέρα μου, ενώ δε χρειαζόταν.

Μπουζούκια ποιοι έπαιζαν;
Μπουζούκια ήταν ο Παπαδόπουλος, ο Καρνέζης, ο Νικολόπουλος στα πρώτα του βήματα ως επαγγελματίας στο στούντιο.

Ακούστηκε κάποτε η φήμη ότι στα γεράματα ήθελαν να τον βοηθήσουν με κάποια τιμητική σύνταξη, αλλά αυτός δε δέχτηκε. Ισχύει;
Δε νομίζω. Αν επρόκειτο για τιμητική σύνταξη θα την είχε δεχτεί και γιατί την είχε ανάγκη, αλλά και γιατί θα ήταν μέσα στα πλαίσια της ευπρέπειας. Μια τιμητική σύνταξη είναι στα πλαίσια της ευπρέπειας και για τη μουσική και για το θέατρο κλπ. Απλώς πιστεύω ότι ήταν ένα παραμύθι όλο αυτό το κόλπο, για να περάσουν ότι θα δώσουν τιμητικές συντάξεις σε κάποιους ανθρώπους. Και κάποιοι λίγοι που τις πήραν, τις πήραν για δυο-τρεις φορές και …τέλος. Έχω κι άλλους γνωστούς και σε άλλους χώρους, οι οποίοι λιμοκτονούν και δεν έγινε τίποτα. Οι άνθρωποι που βοήθησαν τον πατέρα μου ήταν συγκεκριμένοι. Ο Καλδάρας, όπως είπαμε και πριν, τον βοήθησε μαθαίνοντάς του πράγματα, φτιάχνοντας τα τραγούδια του, ο Χρήστος ο Νικολόπουλος τον βοήθησε, ο Νταλάρας ήταν πολύ ξηγημένος μαζί του.

Με την πολιτική ασχολιόταν;
Όχι, αλλά ήταν αριστερός από παλιά, από τότε που ήταν στη Μυτιλήνη. Γιατί τότε τα πράγματα ήταν απλά: Είσαι φτωχός, δεν μπορείς να είσαι δεξιός. Είσαι αριστερός. Έτσι ήταν τότε. Σήμερα δεν ξέρω πώς είναι τα πράγματα...

Με λίγες κουβέντες πώς θα χαρακτήριζες τον πατέρα σου;
Ίσως ακούγεται λίγο υπερφίαλο, αλλά νομίζω ότι ήταν λαϊκός φιλόσοφος.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

17 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.