Γιώργος Μουφλουζέλης

αφιέρωμα - ιανουάριος 2010

Στη μνήμη της Φανής

Οι μη αναστρέψιμες αλλαγές

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό. Σε ένα «χωριό» της Αθήνας που ονομαζόταν Γαλάτσι και δεν υπάρχει πια. Η γειτονιά μας βρίσκεται στα διοικητικά όρια του Δήμου, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το σχολικό συγκρότημα της Γκράβας, καρπό κάποιου μάλλον διεστραμμένου αρχιτέκτονα ο οποίος ονειρευόταν να οικοδομήσει μια φυλακή στις παρυφές του Δήμου Αθηναίων. Θα μιλήσω για δύο μόνο οικοδομικά τετράγωνα που περικλείονται από τις οδούς Δρίσκου, Πασσώβ, Αργοστολίου, Κερκύρας και τέλος τη Λεωφόρο Γαλατσίου, το πολεοδομικό όριο διαχωρισμού από την «πέρα γειτονιά». Αυτός ήταν ο κόσμος που πρωτογνωρίσαμε, τόσο εγώ όσο και ο παιδικός μου φίλος Σταύρος Μουφλουζέλης. Προκειμένου να προϊδεάσω τον αναγνώστη για την καταστροφή που εξαφάνισε από τον χάρτη τον παιδικό μας κόσμο, αρκεί να αναφέρω τη σαρκαστική συνήθεια της τετράδας των υιών Σουλιώτη, να παίζει ανενόχλητη ποδόσφαιρο στην άσφαλτο της Λεωφόρου Γαλατσίου, σαν τάμα στην Κοίμηση της Θεοτόκου κάθε χρόνο. Όλα τούτα συνέβαιναν στις αρχές τής όχι και πολύ μακρινής δεκαετίας του ’80!

Η γειτονιά μας απέχει από το κέντρο της Αθήνας μόλις 3 χιλιόμετρα, ωστόσο η αίσθηση του απόμακρου που βιώναμε δεν είχε να κάνει μόνο με το νεαρόν της ηλικίας. Οι λόφοι της Κυψέλης, η απουσία κεντρικής αρτηρίας για τη σύνδεση Γαλατσίου – Κέντρου, καθώς και η ελλιπής συγκοινωνιακή σύνδεση, έπλασαν τη φράση: «πάμε στην Αθήνα», συνώνυμη με ένα αρκετά μακρινό ταξίδι διαρκείας κάτι λιγότερο από 1 ώρα –σημειώνω ότι ανάλογη φράση είναι αδιανόητη για συνοικία άλλης μεγάλης ελληνικής πόλης. Ζούσαμε λοιπόν σε ένα «χωριό» των Αθηνών. Θυμάμαι αμυδρά έναν τσέλιγκα να βόσκει αμέριμνος πρόβατα στον παρακείμενο λόφο και τον τοπικό χείμαρρο –το «ρέμα» όπως το έλεγαν- να φουσκώνει επικίνδυνα τον χειμώνα. Το οικογενειακό μας σπίτι ήταν χτισμένο ακριβώς επάνω στο «ρέμα», κάτι το οποίο δημιουργούσε μόνιμη ανασφάλεια στους δικούς μου, λόγω του κινδύνου εκθεμελίωσης του σπιτιού από την υπερχείλιση. Στο 13 του ίδιου δρόμου (Δρίσκου) βρισκόταν μια ταπεινή κατοικία, από εκείνες που γνωρίζουν οι νεώτεροι μόνο δια μέσου των παλιών ελληνικών ταινιών: 5-6 μονόχωρα σπιτάκια γύρω γύρω, στη μέση το πηγάδι, η μουριά, ένα αίθριο φτωχικά λιθόστρωτο και κάπου στο βάθος το «πλυσταριό». Τυπική δομή που επιβίωσε εάν δεν με απατούν οι γνώσεις μου από τον αρχαιοελληνικό «οίκο». Μπαίνοντας από τη μεταλλική αυλόπορτα, στο δεύτερο σπίτι δεξιά, με το παράθυρο στο αίθριο, βρισκόταν η κατοικία του Γιώργου Μουφλουζέλη και του «Σταυράκη». Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως το σπίτι δεν έβλεπε στον δρόμο, εξ αιτίας του εξής κρίσιμου όπως αποδείχτηκε γεγονότος: ακριβώς απέναντι, στην πλούσια πολυκατοικία που χτίστηκε όταν ήμουν βρέφος, έμενε ο παιδικός και έτι ανεκπλήρωτος έρωτας του Σταύρου. Για τον ίδιο ήταν εξαιρετικά βασανιστικό να μην τη βλέπει, όταν αγγίξαμε την εφηβεία˙ έτσι, για μια περίοδο που το δωματιάκι του δρόμου ήταν ελεύθερο, μπαίναμε εκεί λαθραία, προκειμένου να της «κάνει καντάδα» με το απαρχαιωμένο κασετόφωνο που διέθετε.

Προτού προχωρήσω στην εξιστόρηση αναμνήσεων από τον πατέρα Μουφλουζέλη, θα ήθελα να πω δυο λόγια για τη βάρβαρη ισοπέδωση της γειτονιάς μας, για τις πολιτισμικές και μη αναστρέψιμες αλλαγές που αφάνισαν τον παιδικό μας κόσμο, ακριβώς όπως το έβλεπα στους εφιάλτες μου λίγο πριν εγκαταλείψω το Γαλάτσι. Μέχρι την «επέλαση» των εργολάβων, η γειτονιά είχε ορισμένες χαμηλές πολυκατοικίες, θεμιτού στο πλαίσιο του μοντερνισμού ύψους, ρυμοτομική δομή που δεν μετέβαλε σημαντικά την ανθρωπογεωγραφία του «χωριού». Το πεύκο στη συμβολή δύο δρόμων αποτελούσε σταθερά το σημείο συνάθροισης των παιδιών, οι αλάνες τον ελεύθερο χώρο για το αυτοσχέδιο ποδόσφαιρο και η μικρή αγορά κοντά στη λεωφόρο το σημείο αναφοράς των ανήσυχων μαμάδων. Ο Σταύρος ήταν ο μόνος σχεδόν στη γειτονιά που δεν είχε μητέρα να αγωνιά τι «μαγειρεύεται στο πευκάκι». Μοιραίο ήταν να συγκρουστεί ο υπερ-προστατευτισμός της δικής μου μάνας, της Φανής, με την αυτονομία του «ρεμπέτη» που μεγάλωνε μόνος του ένα αγόρι. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε αργότερα... Προς το παρόν θα περιγράψω την ολοκληρωτική εξαφάνιση του παιδικού μας κόσμου, στοιχείο που κρίνω απαραίτητο για να κατανοήσει ο αναγνώστης γιατί μήτε εγώ μήτε ο φίλος μου Σταύρος Μουφλουζέλης δεν νιώθουμε πια να μας συνδέει κάτι με τον «τόπο καταγωγής» μας –πλην του γέροντα πατέρα του γράφοντος, ο οποίος εξακολουθεί να κατοικεί στο ίδιο μέρος, ενώ ο Σταύρος δεν έχει ούτε καν αυτό.

Κάποιος νοσηρός εγκέφαλος προώθησε κάποια στιγμή την αλλαγή τού συντελεστή δόμησης στην περιοχή, προκειμένου να δώσει ώθηση στην ολέθρια για την πόλη αντιπαροχή. Τα «ρέματα» μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε εμπόρευμα που πούλαγε η Ε.ΥΔ.Α.Π., με αποτέλεσμα να μπαζωθούν και να δεσμεύσουν ακόμη περισσότερο τον ελεύθερο χώρο της πόλης. Περισσότερη εμπορεύσιμη γη ισοδυναμεί για τους εργολάβους με περισσότερο μπετόν καθ’ ύψος. Μέσα σε 10 χρόνια άλλαξε εντελώς και ανεπιστρεπτί η σύνθεση και η πυκνότητα του πληθυσμού στη γειτονιά, αφανίστηκε η «πιάτσα» για μικρούς και μεγάλους και ο μη οικοδομημένος χώρος καταλήφθηκε κατά το ήμισυ από αυτοκίνητα –πλέον, εξ ιδίας πείρας, ευκολότερα σταθμεύεις στην Κυψέλη παρά στην οδό Δρίσκου. Με την ανέγερση πολυκατοικιών 8 (!) ορόφων σε δρομάκια που μόλις και μετά βίας χωρούν δύο αυτοκίνητα, το ένα μάλιστα εξ αυτών καταλαμβάνοντας τον ελάχιστο χώρο του πεζοδρομίου, το «χωριό» έγινε πολιτεία διατηρώντας αυστηρώς και μόνο τα αρνητικά της. Η συνάθροιση των παίδων αφανίστηκε, θόρυβος μηχανών επικρατεί καθ’ όλο το 24ωρο, το μικροκλίμα άλλαξε, αλλά τα «αγαθά» της μητρόπολης (εύκολα προσβάσιμη αγορά, οάσεις τέχνης στην καθημερινή ζωή και ανεκτικότητα στο νέο ή στο διαφορετικό) εξακολουθούν να απέχουν 3 χιλιόμετρα. Στην απάνθρωπη γειτονιά που δημιούργησε ανεπίστροφα το εμπόρευμα, δεν έχουν σίγουρα θέση οι «ρεμπέτες». Άλλωστε ο γερο-Μουφλουζέλης είχε ήδη μετακομίσει προ πολλού από τη γειτονιά προτού «αποδημήσει»...

Μια φαντασιακή σύγκρουση του «καλοβαλμένου αστού» με τον «παρία»

Στα προηγούμενα προσπάθησα να δώσω τη χωροταξική διάσταση των σχέσεών μου με την ιδιόμορφη οικογένεια Μουφλουζέλη της γειτονιάς. Έχω ήδη αναφέρει και υποθέτω θα γνωρίζει ο αναγνώστης πως ο «Σταυράκης» μεγάλωσε χωρίς μητέρα. Η εν λόγω κυρία τον εγκατέλειψε όταν ήταν 2 χρονών και ο ήδη μεγάλος σε ηλικία πατέρας του ανέλαβε το δύσκολο έργο να αναθρέψει μόνος το παιδί, δίχως όμως να εγκαταλείψει τον τρόπο ζωής τον οποίο υπηρέτησε ώς τον θάνατο. Δεν αναφέρομαι σε μεγαλόσχημες στάσεις άλλων εποχών ούτε σε θρυλικές καταστάσεις με τις οποίες έχει φορτίσει η λαϊκή φαντασία τους ρεμπέτες. Απλούστατα, ο κύριος Γιώργος επέλεξε να ζήσει τη ζωή του καταναλώνοντας τα χρήματα που αποκόμιζε η τέχνη του και χωρίς να επενδύσει σε περιουσίες όπως οι τυπικοί αστοί. Όσο είχε έτρωγε και όταν δεν είχε να φάει συνέθετε. Δύσκολη «κληρονομιά» για τον Σταύρο, αλλά τουλάχιστον ο υιός κέρδισε τη ζωή με ένα κάπως «βαρύ σαν Ιστορία» όνομα˙ και τη δύσκολη αποστολή να γηροκομήσει έναν ήδη ταλαιπωρημένο πατέρα. Χωρίς να θέλω να πλέξω εγκώμια, ο παιδικός μου φίλος αντεπεξήλθε ως όφειλε στο χρέος του...

Στο νούμερο 23 του ίδιου δρόμου, ο πατέρας μου με το όνομα Τζανής έχτισε σταδιακά ένα διώροφο, επιτυγχάνοντας το όνειρο κάθε προπολεμικά πάμφτωχου Αθηναίου, «μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι» και μια οικογένεια. Στα μάτια των ταλαίπωρων γονιών μου (Κατοχή, Εμφύλιος και οριστικός αποχωρισμός από το χωριό για τη Φανή) η ήσυχη διαβίωση στο «χωριό» του Γαλατσίου ισοδυναμούσε με μια καλοβαλμένη αστική ζωή. Οι σχέσεις με τη γειτονιά ήταν στενές, η άγρυπνη μέριμνα για την «ανατροφή» του μονάκριβου γιου περνούσε απαραίτητα από την «έγκριση» των εγγύς συναναστροφών. Έτσι διαμορφώθηκε βαθμηδόν μια αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στις οικογένειες Σέργη και Μουφλουζέλη, καθώς στα μάτια της μεν ο «παρίας» της γειτονιάς μπορούσε να απειλήσει τη χρηστή διαπαιδαγώγηση του γράφοντος και στην κοσμοθεωρία της δε ο «καλομαθημένος» αποτελούσε αντικείμενο τουλάχιστον απαξίωσης. Ωστόσο, άλλες οι βουλές των τέκνων! Στον Σταύρο βρήκα τον αδελφό που ποτέ δεν απέκτησα και αυτός τον πλέον επιστήθιο αδελφικό φίλο της παιδικής ηλικίας.

Πρόσφατα, σε μια συνάντησή μας μετά από αρκετό καιρό, ο Σταύρος εξέφρασε την απορία κατά πόσον η Φανή ώσπου να πεθάνει διατηρούσε την καχυποψία απέναντί του. Η πραγματικότητα είναι ότι τα προβλήματα είχαν προ πολλού ξεπεραστεί, όταν ο γιος της τελείωσε το σχολείο. Δεν έμαθα εάν το ανάλογο συνέβη με τον «κυρ-Γιώργη». Η ανάμνηση από τον γερο-ρεμπέτη έχει να κάνει με έναν άνθρωπο κλειστό, μάλλον δύστροπο, ο οποίος δεν αντάλλασσε μαζί μου παρά μόνο τυπικές κουβέντες. Για το μικρό σπιτάκι θα κάνω λόγο παρακάτω. Συνήθως συναντιόμαστε με τον Σταύρο εκεί όταν ο μπαμπάς του έλειπε, όμως τόπο συνάντησης και θυελλωδών αταξιών αποτέλεσε επίσης το περιβόητο «δωματιάκι». Πρόκειται για ένα μικρό δωμάτιο στην ταράτσα του σπιτιού μας, αποθήκη πια, όπου υπό την άγρυπνη επιτήρηση της Φανής διεξήχθησαν οι πλέον αθώες ραδιουργίες για την κατάκτηση του κοινού μας έρωτα, της Μαρίας. Οι βαθύτατοι ρομαντικοί έρωτες των παίδων δεν κλόνισαν τους δισταγμούς της Φανής, η οποία δεν έπαυε να μαλώνει τον φίλο μου για τα παραπτώματα, όπου κατά τεκμήριο υπερτερούσε. Το «δωματιάκι» ήταν λοιπόν το «καταφύγιο» του Σταύρου, στον βαθμό που το σπίτι τους κάθε άλλο παρά ευρύχωρο θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις. Δεν θα πρέπει να ήταν ευχάριστο για τον ίδιο να υπομένει τις διαρκείς επιφυλάξεις της μάνας μου, εάν κρίνω από τα ελαφρώς δυσάρεστα συναισθήματα που δημιουργούσαν σε μένα οι συναντήσεις με τον Γιώργο Μουφλουζέλη. Εν πολλοίς, η εικονική αντίθεση μεταξύ των «καλοβαλμένων αστών» και του «παρία» της γειτονιάς είχε μεν τον αντίκτυπό της στα μοναχοπαίδια, πλην όμως, ίσως διότι στερούταν πραγματικού υπόβαθρου ή εν τέλει ουσιώδους επιπτώσεως στο βάθος της σχέσης των οικογενειών, δεν εμπόδισε να γεννηθεί μια τυπική περίπτωση καθαρής και άδολης φιλίας, όπως αυτές που βλασταίνουν ανεμπόδιστα στην παιδική ηλικία.


Το «θησαυροφυλάκιο» των αναμνήσεων

Ενδεικτικές της νοοτροπίας του πατρός, η οποία πέρασε ανόθευτη στο ανήσυχο πνεύμα του υιού, ήταν οι κυριακάτικες «εκδρομές» μας στο Λούνα Παρκ της παραλιακής. Άπαξ εβδομαδιαίως, ο Σταύρος έπαιρνε ένα ολόκληρο χιλιάρικο από τα σκόρπια χρήματα του «γερο-Μουφλουζέλη», που καταναλωνόταν μέχρι δραχμής αυθημερόν στο παραθαλάσσιο διασκεδαστήριο, ιδίως στη «Μοντάνια –το παιχνίδι εκείνο που το τρενάκι ανεβαίνει ψηλά για να αξιοποιήσει την επιτάχυνση της βαρύτητας προς ανύψωση της αδρεναλίνης. Μπαίναμε και ξαναμπαίναμε στον συρμό, ερήμην του πατρός Μουφλουζέλη, ούτως ή άλλως στερούμενου γνώσης ως προς αυτό που ονομάζουν οι αστοί «διαχείριση των χρημάτων». Νωρίτερα στα κλεφτά είχαμε ρίξει μια γρήγορη ματιά εκστασιασμένοι μπρος στην άγνωστη ώς τότε γύμνια του «Πλέι μπόυ». Ο κύριος Γιώργος έδινε μονάχα τις κατευθυντήριες γραμμές για την «ανατροφή» του γιου, αφήνοντάς τον να ανακαλύψει μόνος του τον κόσμο: μια παιδαγωγική μέθοδος άγνωστη για τα δικά μου μέτρα, πλην εξόχως γοητευτική.

Από το σπίτι θυμάμαι λιγοστά πράγματα. Μια φλοκάτη ή κάτι ανάλογο για τον τοίχο, ένα μεταλλικό κρεβάτι, τζουράδες, μπαγλαμάδες και στιχάκια σε πακέτα τσιγάρων ατάκτως εριμμένα, σε ένα δωμάτιο εκ των πραγμάτων στενό. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, έμπαινες από την πόρτα και αριστερά ανοιγόταν ο χώρος του σπιτιού. Φως έμπαινε από το ένα και μοναδικό παράθυρο, ενώ στο βάθος βρισκόταν η κουζίνα, με εργένικες συνθήκες υγιεινής, και κάπου εντός ή εκτός του σπιτιού βρισκόταν η τουαλέτα. Αυτό ήταν όλο κι όλο το σπιτάκι. Πάντα μου έκαναν εντύπωση τα παλιά αντικείμενα που ήταν ριγμένα εδώ κι εκεί, αλλά και οι δίσκοι βινυλίου –όρθιοι στον τοίχο;- με τη φυσιογνωμία του Γιώργου Μουφλουζέλη φωτογραφημένη σε οικείους δρόμους του Γαλατσίου. Η αυλή σίγουρα αποτελούσε βολικότερο χώρο για τα παιδιά. Συχνά πυκνά μαζεύονταν συνομήλικοι από τη γειτονιά, προκαλώντας ενίοτε τις αντιδράσεις των κατοίκων στα παρακείμενα σπιτάκια. Μετά το πηγάδι και το δέντρο, το λιθόστρωτο γινόταν χώμα και μόνο διάδρομοι από πέτρα οδηγούσαν πια στις οικείες του βάθους. Δεν μπορώ να ανακαλέσω καθόλου τους «συγκατοίκους» της αυλής, θυμάμαι όμως ότι μεσοτοιχία με το σπίτι των Μουφλουζέληδων έμενε ο πλούσιος του τετραγώνου, δικηγόρος γαρ, στον οποίο μάλλον ανήκε και η αυλή. Το σπίτι του δικηγόρου κατέληγε σε ένα τεράστιο κήπο με πρόσοψη στον κάθετο δρόμο, μια ζούγκλα με κυπαρίσσια, κηπευτικά, καρποφόρα δέντρα και καλάμια. Όταν ο διάδοχος της οικογένειας υπέκυψε και αυτός στην αντιπαροχή, θεώρησα έγκλημα πραγματικό την καταστροφή του κήπου –και τότε δεν ήμουν πια παιδί...

Προτού παραδοθεί στη μικροαστική χίμαιρα του νεοπλουτισμού και την αδηφάγα μανία των εργολάβων να χτίζουν οπουδήποτε ομοιόμορφα, στενόχωρα και μίζερα κουτιά με ιλουστρασιόν όψη, ευπώλητα σε εντελώς παράλογες τιμές, η αυλή ήταν μάλλον το πιο πολυσύχναστο στέκι. Ο μπαμπάς έλειπε συχνά και ο Σταύρος εκμεταλλευόταν την ευκαιρία για να μαζεύει τα αργόσχολα γειτονόπουλα, έτοιμα οιοδήποτε στιγμή για παιγνίδι. Οι ροπές του ιδίου ήταν εκ των πραγμάτων πιο «κουλτουριάρικες» και κυρίως προς τη λαϊκή τέχνη. Μια περίοδο αποφάσισε –με ή χωρίς τη συναίνεση του «γερο-Μουφλουζέλη» δεν γνωρίζω- να γίνει καραγκιοζοπαίκτης. Αγόρασε λοιπόν πανάκριβες δερμάτινες φιγούρες από το Μοναστηράκι και ολοκλήρωσε σιγά σιγά τον «θίασο». Αμ έπος αμ έργον, ανακοινώθηκε με χειροποίητη αφίσα στην αυλόπορτα η παράσταση: «Οι γάμοι του Καραγκιόζη», την τάδε ημερομηνία με συμβολικό εισιτήριο. Με την αναγκαστική αναδρομή στις ρίζες του «θεάτρου σκιών» –φωτισμός των φιγούρων από πίσω με κεριά-, μαζεύτηκε ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός πιτσιρίκων για να διασκεδάσει, όπως ακριβώς σε κάθε λαϊκή γειτονιά. Πλην όμως οι παριστάμενοι είχαν την έμπνευση να ρίξουν κουφέτα στον νεόνυμφο και την εκλεκτή της καρδιάς του: μαζέψαμε χαλίκια –τι ευκολότερο;- και όταν ξεκίνησε η πομπή επί του πανιού, αρχίσαμε να βομβαρδίζουμε τον μπερντέ, έχοντας ωστόσο ελλιπή ακόμα γνώση ως προς τη δυναμική της ελεύθερης βολής. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό: το «θέατρο» έγειρε προς τη μεριά του καραγκιοζοπαίκτη Σταύρου, αναποδογύρισε πέφτοντας πάνω στα κεριά και τέλος πήρε φωτιά. Τόση προσπάθεια του φερέλπιδος θεατρώνη και έγινε κυριολεκτικά καπνός! Πάντως έκτοτε δεν ξαναδοκίμασε την τύχη του στην εν λόγω τέχνη και απ’ ό,τι μου εκμυστηρεύθηκε πέταξε τελικά τα πάντα από το παλιό σπίτι, μαζί ίσως και τις φιγούρες που είχαν απομείνει.

Το καρότο και το μαστίγιο αποτελούν σταθερά τη λογική του εμπορεύματος. Με μια αμαρτωλή και χυδαία πράξη δημιουργίας υπεραξίας από τη γη, με τη μικροαστική αποθέωση της οριζόντιας ιδιοκτησίας καθώς και με την ομηρία της αφειδούς χορήγησης δανείων, οι λαίμαργοι κάτοικοι του άστεως έπαιξαν περίφημα το παιχνίδι τερατογένεσης στις πόλεις. Ο Γιώργος Μουφλουζέλης ήταν μια φιγούρα από άλλη εποχή. Με τα απομεινάρια ενός «ρεμπέτικου» βίου και σε καιρούς παρακμής ενός κόσμου τον οποίο πρόλαβε να γευθεί στη δύση του, αποτελούσε έναν τύπο ανθρώπου λίγο μοναχικό, λίγο γραφικό ίσως στον βαθμό που οι περισσότεροι γείτονες αντιμετώπιζαν χωρίς μύθους τη φτώχια της οικογένειας που κατάφερε με νύχια και με δόντια να κρατήσει. Εάν ήταν το όνομα που ηγούνταν των επιγραφών στα νυχτερινά κέντρα δεν θα έμενε καν στη γειτονιά... Έτσι η φτωχική αυλή δεν κέρδισε παρά λίγη δημοσιότητα, ώστε πολλοί γείτονες να ξεχνούν την παρουσία του μέχρι η τηλεόραση ή ο τύπος να το θυμηθεί. Άλλωστε το «χωριό» που μεγάλωσα ουδέποτε κυνήγησε υψηλούς στόχους στην τέχνη. Λαϊκή γειτονιά, με ανθρώπους από την επαρχία αυτοδημιούργητους συνήθως, φιλοξένησε τον «ρεμπέτη» μάλλον από σύμπτωση, όπως δείχνει και η ευκολία με την οποία ο τόπος άλλαξε δίχως να μείνει κανένα ίχνος αυτής της ελάσσονος ιστορίας.

Είχα την τύχη να έρθω σε επαφή μαζί του μέσω μιας ειλικρινούς φιλίας, να αγγίξω μια ιδιόμορφη στάση ζωής, χωρίς να καταλαβαίνω τις διαστάσεις της ιδιαιτερότητας. Είναι άνευ σημασίας το ότι κατά πάσα πιθανότητα ουδέποτε «με χώνεψε» –και δυστυχώς ο ίδιος δεν υπάρχει πια για να το διαψεύσει. Αν οι αναμνήσεις είναι το «θησαυροφυλάκιο» του περαστικού βίου μας, όπου φυλάσσεται ό,τι πολυτιμότερο μας προσέφερε η εμπειρία, τότε υπάρχει πράγματι λόγος για να διαβάσει κανείς αυτή τη μικρή κατάθεση που προηγήθηκε. Παρέλειψα αρκετά επεισόδια που έχουν να κάνουν με καταστάσεις που μοιράστηκα με τον Σταύρο (το ατύχημα με το μοτοποδήλατο, η παρέα στο «πευκάκι», οι «εξερευνήσεις» στα Μεσόγεια κ.τ.λ.), καθώς δεν θα διευκόλυναν τη σύνθεση της εικόνας του «κυρ-Γιώργου». Όταν πληροφορήθηκα τον θάνατό του ήμουν στη Νάξο με τον Τζανή και τη Φανή, ενημέρωση που έγινε μέσω εφημερίδας μιας και μάθαινα τα νέα του Σταύρου σποραδικά από τη μητέρα μου. Χάρηκα ειλικρινά όταν ξανασμίξαμε πρόσφατα με τον Σταύρο και υπενθυμίσαμε ο ένας στον άλλο ποικίλα γεγονότα. Δεν το ένιωσα άμεσα τότε στη Νάξο, αλλά η αναγγελία θανάτου τού Γιώργου Μουφλουζέλη ήταν κάτι παραπάνω από δυσάρεστα νέα για έναν παλιό γνωστό. Όχι, δεν θα μιλήσω για βαρύγδουπα τύπου: «οριστικό τέλος της παιδικής ηλικίας» ή παρόμοια. Θα σημειώσω απλώς πως για τον δικό μου προσωπικό κόσμο των αναμνήσεων, η εκδημία του μουσικού αποτέλεσε τελικά τη ληξιαρχική πράξη θανάτου για μια γειτονιά που είτε δεν υπεράσπισε είτε δεν αγάπησε την αυθεντικότητά της. Την παρέδωσε αδίστακτα στα θηρία από μπετόν και στη μάστιγα του σύγχρονου πολιτισμού –το αυτοκίνητο-, εξαλείφοντας πλήρως κάθε ίχνος τής μικρής της Ιστορίας. Η φιγούρα του Γιώργου Μουφλουζέλη θάφτηκε στα χαλάσματα μαζί με το «χωριό», σημαίνοντας κυνικά το τέλος μιας εποχής.