Σκάλα του Μιλάνου

αφιέρωμα - νοέμβριος 2005

«Κάθε Μιλάνος πρέπει να πιάσει μπουζούκι στα χέρια του μόλις περπατήσει»

Είχαμε πολλές συζητήσεις και με το Νίκο, και με τον Κάρολο Μιλάνο που διήρκεσαν πολύ. Και με τους δυο μαζί, και χωριστά με τον καθένα. Τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια αυτών των συζητήσεων συνοψίστηκαν σε ένα ενιαίο κείμενο προσπαθώντας να μην αλλοιωθούν στο παραμικρό οι απόψεις των Μιλαναίων.

Θέλω να ξεκινήσουμε από την ιστορία του μαγαζιού.
Την ταβέρνα την άνοιξε ο πατέρας μου, στην αρχή με το γαμπρό του και ύστερα μόνος του το 1919 στην οδό Ερμού, στον Άγιο Νικόλα. Στην αρχή ήτανε στο νούμερο 174, μετά αλλάξανε την αρίθμηση και έγινε 186. Εκεί μείναμε μέχρι το '79 που γκρεμίσανε το κτίριο για πολυκατοικία. Τότε ήρθαμε εδώ (σ.σ. Η τωρινή διεύθυνση είναι Ιωλκού 83 με Αναλήψεως), το Νοέμβρη κάναμε εγκαίνια. Στις 29 Νοέμβρη.

Ογδόντα έξι χρόνια δηλαδή;
Ναι, κάνουμε και γενέθλια κάθε χρόνο. Δες και τις φωτογραφίες από πέρσι (σ.σ. στον τοίχο υπάρχει φωτογραφία με μια τούρτα που γράφει «85 χρόνια» κι ένα κερί). Και το κερί το σβήνει ο πιο μικρός που είναι μες το μαγαζί εκείνο το βράδυ. Όποιος τύχει να είναι...

Πώς ήταν το μαγαζί παλιά;
Εκκλησία. Είχε ησυχία, όλοι ακούγανε με προσοχή. Τραγουδάγανε βέβαια, αλλά κάνανε ησυχία. Κι άμα κανένας φώναζε ή γέλαγε, ξέρω 'γω, του λέγανε οι άλλοι «σώπα να ακούσουμε». Όχι όπως σήμερα, που φωνάζουνε και...

Η νεολαία ε;
Μπα, όλοι. Δεν έρχονται να ακούσουνε και να απολαύσουνε, έρχονται έτσι... Αλλάξανε τα χρόνια. Τότε, στο παλιό μαγαζί, από την ώρα που αρχινάγαμε να παίζουμε, δε σερβίραμε. Μόνο κρασί όποιος ήθελε, σηκωνότανε και το έπαιρνε μόνος του. Αρχινάγαμε νωρίς, από τις εννιά, και παίζαμε δυο ώρες. Μετά, σβήναμε τα φώτα και κάναμε ένα σόλο λεζάντα και «αύριο πάλι». Κάθε μέρα αυτό το πράγμα, τόσα χρόνια...

Παίζατε όπως και τώρα κάθε μέρα εκτός Κυριακής;
Ναι. Φέτος βάλαμε αργία και τη Δευτέρα.

Ποιοι από τους γνωστούς του λαϊκού τραγουδιού έχουν παίξει στην ταβέρνα;
Εδώ μέσα... θυμάμαι τον Ζαγοραίο με το συγκρότημά του, τον Γαβαλά που ήτανε με τον Λεμονόπουλο τότε. Άλλοι που να έχουνε παίξει; Μπα, όχι.

Κάτσε, κάτσε. Παλιά μου είχες πει πως όλοι περάσανε από δω;
Ως θαμώνες έχουν έρθει όλοι. Παπαιωάννου, Τσιτσάνης, Καλδάρας... Όλοι αυτοί μας ακούσανε και παίξανε μαζί μας. Μόνοι τους χωρίς εμάς, μόνο τον Ζαγοραίο και τον Γαβαλά θυμάμαι να παίζουνε.

Α, έτσι ταιριάζει. Γιατί άλλο νόμιζα...
Άκου να δεις, από όλους τους καλλιτέχνες, παλιούς και τωρινούς, μόνο ο Νταλάρας και ο Καζαντζίδης δεν έχουνε περάσει από δω μέσα. Όλοι οι υπόλοιποι, όποτε ερχόντουσαν στο Βόλο, ερχόντουσαν στο μαγαζί. Από το μακαρίτη τον Παπαϊωάννου να πιάσεις, μέχρι τη Γαλάνη, μέχρι την Αρβανιτάκη. Όλοι θα περάσουν από δω οπωσδήποτε. Και ξέρεις κάτι; Εδώ μέσα όλοι έρχονται να ακούσουνε. Όχι να παίξουνε, να ακούσουνε.

Μαθητές δηλαδή δικοί σας ή του πατέρα σας ποιοι ήτανε;
Από τους παλιούς, καθαυτό μαθητής του πατέρα μου ήτανε ο Μητσάκης. Προπολεμικά ήτανε εδώ στο Βόλο κι ερχότανε στο μαγαζί και άκουγε. Είχε έφεση στη μουσική και ο πατέρας μου του έφτιασε ένα μπουζούκι, 150 δραχμές τότε. Και όταν έγινε Μητσάκης, όταν τον ρωτάγανε που έμαθε, δεν έλεγε «στου Μιλάνου» παρά έλεγε «στον Πειραιά», «στη Θεσσαλονίκη», ένα σωρό... Τότε τον έγραψε ο πατέρας μου στο μαυροπίνακα, όχι για τις 150 δραχμές, παρά που δεν έλεγε για τη «Σκάλα». Και κάποτε, το '65 νομίζω, δήλωσε στον «Ταχυδρόμο», στο «Θησαυρό», δε θυμάμαι κιόλας πως «μπουζούκι μού έμαθε ο γέρο Στέφανος Μιλάνος στο Βόλο» και τον σβήσαμε. Χαλάλι.

Άλλοι;
Κοίτα, σχολή εμείς δεν έχουμε. Ο Στάθης (σ.σ. εννοεί τον τρίτο αδελφό Στάθη Μιλάνο, επαγγελματία μπουζουξή και δάσκαλο του μπουζουκιού στο Βόλο) έχει, αυτός διδάσκει, έχει βγάλει πολλούς. Μετά περνάνε από δω. Όποιος έρθει εδώ, και λίγο να γρατζουνάει, παίζει μαζί μας. Και λίγο-λίγο μαθαίνει, αποκτάει ρεπερτόριο, ακούει... Είναι σχολείο εδώ...

Δηλαδή μαθητές δεν έχετε αλλά κάποιοι σας θεωρούν δασκάλους τους!
Έτσι.

Εδώ στο Βόλο, ποιοι μουσικοί υπήρχαν παλιά;
Λαϊκοί; Μπουζουξήδες ήταν ο Στεργίου, ο Μπαξεβανόπουλος, στα Τρίκαλα ο Κίτσος (σ.σ. Τσιτσάνης), αλλά ερχότανε και στο Βόλο. Κι άλλοι.

Δισκογραφία είχανε αυτοί;
Για να κάνεις δισκογραφία πρέπει να πας στην Αθήνα. Άντε, τώρα τελευταία μπορείς και στη Θεσσαλονίκη, αλλά παλιά όποιος ήταν για δίσκους έπρεπε να πάει στην Αθήνα. Να πας στο καφενείο των μουσικών, να πας στο μπαράκι του Μάριου, να γνωριστείς, να σε προωθήσουνε. Μόνο ο Ματζίρης, που ήτανε και πολύ φίλος μας και έγραψε και τη «Σκάλα του Μιλάνου», πρόλαβε και έκανε δίσκο (σ.σ. αναφέρεται στο δίσκο «Στο Βόλο και στη Λάρισα» με τους «Ανφά Γκατέ Ρεμπέτες» και συμμετοχή του ίδιου του Ματζίρη, που κυκλοφόρησε σε ανεξάρτητη παραγωγή το 1985 και επανεκδόθηκε σε CD από το Δήμο Βόλου το 2000).

Γιατί διευκρινίσατε το «λαϊκοί»; Είχατε σχέσεις και με άλλους;
Ο Κάρολος είχε κιθαριστικό συγκρότημα που έπαιζε στο ραδιοσταθμό. Με τον Κεπενεκίδη, τον Τενόπουλο και άλλους.

Ποιοι είναι αυτοί;
Ο Κεπενεκίδης ήτανε πολύ καλός κιθαρίστας. Κι ο Τενόπουλος επίσης. Αυτός τραγουδούσε κιόλας. Ελαφροί ήταν αυτοί.

Με τα χρόνια που έρχομαι εδώ, έχω δει το ρεπερτόριο σας αρκετά καλά και μου έχει κάνει εντύπωση που παίζετε τα πάντα. Και ελαφρά, και δημοτικά, σχεδόν οτιδήποτε, μέχρι ξένα. Πώς επιλέγετε τα τραγούδια;
Παίζω ότι μού 'ρθει και μ' αρέσει εκείνη την ώρα. Βλέπω βέβαια και τον κόσμο. Τ' αρέσει, το τραγουδάει; Έχει καλώς. Δεν τραγουδάει; Το αλλάζω...


Το κριτήριο δηλαδή είναι να το τραγουδάει ο κόσμος;
Ναι. Το τραγούδι πρέπει να τραγουδιέται. Εξόν από το σόλο βέβαια, τη λεζάντα.

Η Θεσσαλία έχει βγάλει πολλούς στο λαϊκό τραγούδι: Τσιτσάνης, Καλδάρας, Μπακάλης, Βίρβος, Κολοκοτρώνης. Πού αποδίδετε το γεγονός αυτό;
Δεν ξέρω γι' αλλού, αλλά εδώ μεγάλο ρόλο έπαιξε η ταβέρνα μας. Και στα Τρίκαλα το μαγαζί του Κίτσου. Ίσως...

Δηλαδή; Τι ρόλο;
Στο μαγαζί αυτό είχανε τα «ψιθυρίσματα» για να γίνουνε αυτό που γίνανε. Εδώ ακουγότανε λαϊκή μουσική και μπουζούκι. Και στου Κίτσου. Πού αλλού θα τ' ακούγανε εδώ στη Θεσσαλία; Παράδειγμα ο Μήτσος ο Πολίτης (σ.σ. επαγγελματίας μπουζουξής στο Βόλο τη δεκαετία του '60. Ο γιος του Γιάννης Πολίτης συνεχίζει με επιτυχία το επάγγελμα) που περνούσε απόξω και σταμάταγε να ακούσει και ξεχνιότανε με τις ώρες. Έγινε μπουζουξής επαγγελματίας. Αν δεν υπήρχε το μαγαζί θα γινότανε κάτι άλλο, μουσικός μπορεί, αλλά μπουζουξής, όχι. Σίγουρα.

Ναι αλλά και αλλού υπήρχανε λαϊκά μαγαζιά. Και στην Αθήνα και...
Άκου. Εδώ ήτανε και το κλίμα έτσι. Ερχόντουσαν, γνωριζόμαστε, υπήρχανε φιλίες. Παράδειγμα σου λέω, και το συγκρότημα από δω μέσα το έκανε ο Κάρολος. Εδώ μαζευόντουσαν, πρίμα σεγόντα και βαρύτονοι, τραγουδάγανε στην αρχή εδώ και μετά παραέξω, φτάσανε στο ραδιόφωνο. Και τώρα έτσι γίνεται: πάνε στις σχολές και μαθαίνουνε μπουζούκι παραδείγματος χάριν, μετά έρχονται εδώ για εξάσκηση, φροντιστήριο να το πούμε, και μετά πάνε επαγγελματίες. Ξέρεις πόσοι μπουζουξήδες είναι από το Βόλο; Από δω μέσα περάσανε.

Όμως δε βρίσκω εξήγηση, γιατί στο Βόλο;
Στην Ήπειρο παίζουνε «Έπεσα κάτω, Κυραγιώργαινα». Ηπειρώτικα. Το ίδιο στα νησιά, παίζανε νησιώτικα. Το ίδιο παντού, σε κάθε τόπο. Εδώ δεν είχε τέτοια, είχε λαϊκά. Τι θα μαθαίνανε; Λαϊκά.

Γνωρίζεις τι τραγούδια παίζανε στις ταβέρνες τότε, στα παλιά;
Κοίτα, παλιά παίζανε θεατρικά, ρομάντζες, καντάδες, τέτοια. Αυτά ήτανε τα λαϊκά τότε. Μετά ήρθανε τα τραγούδια με το μπουζούκι. Μετά το '25.

Γιατί βάζεις το 1925;
Τότε αρχίσανε οι δίσκοι. Περίπου, το στρογγυλεύω κιόλας. Πιο πριν, τα τραγούδια τα μαθαίνανε στόμα με στόμα. Και κάθε τόπος είχε τα δικά του. Μετά, με τους δίσκους ταξιδεύανε παντού τα τραγούδια. Σε κάθε τόπο πια δεν παίζανε μόνο τα δικά τους, τα ξέρανε όλα. Μάλλον τα πιο πολλά. Και στην αρχή των δίσκων, πάλι δεν είχανε μπουζούκια. Οι πρώτοι στους δίσκους ήτανε οι Μικρασιάτες και αυτοί είχανε σαντούρια και τέτοια. Τα μπουζούκια είναι πολύ μετά.

Από την άλλη όμως, στην ταβέρνα σας υπήρχε μπουζούκι πριν το '25. Και η φωτογραφία του παππού σας, που κρατάει μπουζούκι, είναι πριν το 1900, έτσι δεν είναι;
Ναι, αλλά μιλάμε για τους δίσκους τώρα. Μπουζούκι πάντα υπήρχε. Δεν είχε βέβαια διαδοθεί πολύ, αλλά πάντα υπήρχε.

Γιατί δε διαδόθηκε;
Ίσως επειδή μεταφερότανε δύσκολα. Δεν είχανε τότε αυτοκίνητα και τέτοια. Είναι ευαίσθητο το όργανο αυτό, δεν είναι σαν το κλαρίνο παραδείγματος χάριν που το παίρνεις και το πας.

Πολλοί συνδέουνε το μπουζούκι με τον υπόκοσμο. Ίσως γι' αυτό δε διαδόθηκε...
Αυτά είναι καινούργια. Προπολεμικά είναι δηλαδή, αλλά για μας καινούργια. Εγώ σου λέω για παλιά. Το 1800, το 1850, τότε.

Δηλαδή οι παλιοί που λες τι τραγούδια παίζανε στο μπουζούκι;
Δυστυχώς δεν ξέρω ακριβώς. Όταν ενδιαφέρθηκα να μάθω, είχανε πια πεθάνει όλοι. Κι ο παππούς, κι ο πατέρας. Άργησα... Πάντως ο πατέρας μας έλεγε πολλές φορές πως το πρώτο τραγούδι που έμαθε στο μπουζούκι από τον πατέρα του ήτανε η «Αντριάνα». Που λέει «πάρε με Αντριάνα μου να σε βοηθώ στη βρύση»; Αυτό.

Αυτό είναι καλαματιανό, δεν είναι; Σαν δημοτικό...
Ναι, ναι. Τέτοια μάλλον θα παίζανε στις πολύ αρχές, δημοτικά. Έχω και το παλιό τετράδιο, όχι αυτά που έχουμε στο μαγαζί. (σ.σ. Οι Μιλαναίοι τραγουδάνε από στήθους περίπου 3.000 τραγούδια, ίσως και παραπάνω. Όμως υπάρχουν στο μαγαζί κάποια τετράδια με στίχους για κάποια τραγούδια που δεν τα λένε τόσο συχνά και δε θυμούνται τα λόγια καλά. Αυτή τη συνήθεια με τα τετράδια την άρχισε ο μπάρμπα-Στέφανος και τη συνέχισαν ο Κάρολος με το Νίκο. Σήμερα αυτά τα τετράδια αποτελούν κειμήλια του λαϊκού τραγουδιού, κυρίως επειδή περιέχουν πάρα πολλά σπάνια τραγούδια.)

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Από πότε λες πως είναι αυτό το τετράδιο;
Πριν την ταβέρνα.

Και τι τραγούδια έχει εκεί;
Θεατρικά, ρομάντσες, καντάδες, μαρς, δημοτικά. Απ' όλα έχει. Και ρεμπέτικα.

Είναι ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε κάτι: άλλο το λαϊκό, άλλο το ρεμπέτικο;
Ναι, βέβαια. Ρεμπέτικα είναι λίγα τραγούδια.

Πες μου ένα παράδειγμα.
Άστο, δεν παίζουμε εμείς τέτοια. Χασικλήδικα και τέτοια. Νάναι κανα βράδυ, να μην έχει πολύ κόσμο, να κλείσω τις πόρτες, μπορεί να πω ένα-δυο. Την «Καπνουλού» τα «Πέριξ», που το 'χω αλλάξει και λέω «πίνουν οι φλώροι το φραπέ». Ρεμπέτικο είναι οι «Καναβουριές». Τέτοια.

Δηλαδή αν σε ρωτήσει κανείς τι παίζετε, τι θα του πεις;
Λαϊκά τραγούδια. Εδώ μέσα είναι η ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Όποιος έρχεται εδώ, ακούει και ζει την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.

Άλλο όμως νομίζει ο πελάτης που θάρθει για πρώτη φορά, ο πιτσιρικάς που ακούει τέτοια και...
Ο πιτσιρικάς που λες κάπου έχει ακούσει ότι είναι δυο γεροντάκια στο Βόλο που παίζουνε σε ένα κουτούκι ογδόντα χρονών. Το ίδιο και όποιος άλλος έρθει απ' έξω, που δεν ξέρει. Αυτοί νομίζουνε πως θα δούνε δυο γεροντάκια να παίζουνε «ρε-ματζόρε» (σ.σ. εννοεί απλά ρεμπέτικα), σου λέει γεροντάκια είναι, τι να παίζουνε; Και έρχονται εδώ και ακούνε άλλα, διαφορετικά πράγματα. Παράδειγμα, εχτές παίζαμε τις «Χήρες». Τις ξέρεις;

Ένα επιθεωρησιακό, ένα κοροϊδευτικό που λέει «όλες τις χήρες παρηγορώ» και τέτοια;
Ναι, αυτό.

Από σας εδώ τόχω ακούσει μόνο, όχι από δίσκο...
Ακριβώς αυτό είναι. Όπου και να πας στην Ελλάδα, πουθενά δε θα τ' ακούσεις αυτό. Και πολλά άλλα, μόνο εδώ μέσα ακούγονται, μόνο εμείς τα παίζουμε πια. Κανείς άλλος δεν τα θυμάται.

Και χάνονται...
Όχι «χάνονται», «χάθηκαν». Έχω ξεχάσει πολλά, πάνε αυτά, σβηστήκανε. Και άμα σβηστούν από δω, δεν υπάρχουν άλλοι να τα ξέρουνε.


Εσείς πού μάθατε τα όργανα;
Από τον πατέρα.

Αυτός από πού έμαθε το όργανο;
Από τον παππού. Κάθε Μιλάνος πρέπει να πιάσει μπουζούκι στα χέρια του μόλις περπατήσει. Μαζί τα μαθαίνουμε αυτά. Και τα παιδιά μου μάθανε πριν πάνε σχολείο. Όχι να παίζουνε, έτσι, ίσα-ίσα να γρατζουνάνε. Να παίζουνε μάθανε μετά, αλλά πάντως από μικρά.

Δηλαδή, Μιλάνοι και μπουζούκι πάνε μαζί.
Από πάντα. Να ξέρεις, τέσσερα πράγματα δεν έλειψαν ούτε μια μέρα από εδώ μέσα: η καρδερίνα, οι γάτες, ο μαυροπίνακας και το μπουζούκι. Μόνο με τις γάτες έχουμε πρόβλημα τώρα τελευταία, φωνάζει ο αστίατρος και τις κλείσαμε πίσω στην αυλή. Δεν έχει πια μέσα στο μαγαζί γάτες, όλα τα άλλα όμως υπάρχουνε.

Ξαναγυρνάμε στον παππού σας. Αυτός πού έμαθε μπουζούκι;
Ποιος ξέρει; Μια ιδέα, ίσως, να το έμαθε από την Ιταλία. Εμείς είμαστε από την Πορταριά, αλλά η καταγωγή δεν είναι από κει. Στη Ζάκυνθο έχουμε ακούσει είναι ένα χωριό που οι μισοί και πιο πολλοί είναι Μιλάνοι. Όλο λέμε να πάμε, αλλά δεν αξιωθήκαμε. Τώρα, πώς να πάμε, πότε θα πάμε; Τέλος πάντων, από αυτούς καταγόμαστε μάλλον. Και αυτοί οι κάτοικοι εκεί, μάλλον από την Ιταλία ήρθαν. Κάπως έτσι πρέπει να έφτασε το όργανο στον παππού, από κάποιον που το έμαθε στην Ιταλία.

Καμιά σχέση δηλαδή με υπόκοσμο, φυλακές και τέτοια.
Όχι βέβαια. Ο κόσμος τα πιστεύει αυτά, ίσως σε μερικές περιπτώσεις να είναι σωστά, αλλά σε μερικές μόνο. Οι ρεμπετολόγοι τα βγάζουνε αυτά για νάχουνε δουλειά. Είδες, πέθανε ο Γενίτσαρης και ποιος το πήρε χαμπάρι; Γιατί δεν είχε «φαΐ».

Δηλαδή;
Δεν άφησε 50, 100, 200 τραγούδια, καμιά δεκαριά είχε όλα κι όλα.

Και τι σχέση έχει αυτό;
Δεν έχει υλικό να ασχοληθούνε αυτοί με τις θεωρίες, οι τυμβωρύχοι. Και έτσι τον ξεχάσανε.

Δεν τους πολυσυμπαθείς τους ρεμπετολόγους που τους λές. Έτσι;
Άσε, τι να συμπαθήσω; Εξόν από τον Ηλία βέβαια (σ.σ. Εννοεί τον Ηλία Βολιότη-Καπετανάκη), που είναι καλό παιδί και σοβαρός. Κάνουμε παρέα μ' αυτόν, έχει γράψει για μας. Εδώ πιο κάτω έχει ο πατέρας του το μαγαζί του, χρόνια έρχεται στο μαγαζί.

Και ο άλλος Ηλίας, ο Πετρόπουλος είχε γράψει για σας από παλιά.
Ναι, καλά. Ήρθε και μας πήρε τις φωτογραφίες και μετά τις χάρισε στη βιβλιοθήκη. Τις ζητήσαμε πίσω αλλά μπα, τίποτα. Και έχει η βιβλιοθήκη τη φωτογραφία του παππού μου κι εγώ την έχω σε φωτοτυπία. Ήθελε να πάρει και το μπουζούκι του πατέρα μου να το μετρήσει, να το ζυγίσει, ξέρω γω. Ζούσε τότε ο πατέρας μου και δεν τον άφησε μόνο του. Μαζί πήγανε και τα κάνανε αυτά. Και έτσι γλύτωσε τότε το μπουζούκι αυτό. Ξέρεις τι όργανο ήτανε αυτό; Με ξύλινα κλειδιά, παλαιάς κατασκευής, πρέπει να φτιάχτηκε πριν το 1850. Το θάψαμε μαζί με τον πατέρα μου. Πάει...

Να ξαναγυρίσουμε στον υπόκοσμο που λέγαμε. Δεν είναι μόνο θεωρίες αυτά τα περί υποκόσμου. Πόσες φορές δεν έχετε πει για το κυνηγητό στο μπουζούκι και...
Ναι, αυτά υπήρχανε.

...και τις απαγορεύσεις που βγάζανε για το μαγαζί κι όλα αυτά.
Κοίταξε, το μαγαζί ήτανε χαρακτηρισμένο για δυο λόγους: και για τα πολιτικά, και για το μπουζούκι. Ήταν ο πατέρας αριστερός και απαγορεύανε κάθε τόσο στον κόσμο να έρθει. Άλλο που μέσα στο μαγαζί δεν υπήρχανε πολιτικά, αυτοί δεν το ξέρανε αυτό.

Δηλαδή δεν υπήρχανε δεξιοί που δεν ερχόντουσαν επειδή ήτανε αριστερό το μαγαζί ή αντίστοιχα αριστεροί που ερχόντουσαν μόνο και μόνο για να ενισχύσουνε την κατάσταση;
Όχι. Μπορεί μερικοί κάποιες φορές να θέλανε να 'ρθουνε και να φοβόντουσαν με τις απαγορεύσεις και τους χαρακτηρισμούς κι αυτά, αλλά όσοι ερχόντουσαν ήτανε για το τραγούδι το λαϊκό. Έχει τύχει να κάτσει στο παλιό μαγαζί στο ίδιο τραπέζι ο αρχηγός των ΕΑΣΑΔ του Βόλου με πολιτικό της ΕΔΑ που ήτανε και βουλευτής, με χρόνια εξορία κλπ. (σ.σ. Παλιότερα στη «Σκάλα» δεν υπήρχε η έννοια του «τραπεζιού» που υπάρχει σήμερα στα μαγαζιά αυτά. Στις καρέκλες που αντιστοιχούσαν σε κάθε τραπέζι καθόταν όποιος χωρούσε, άσχετα αν ήταν από πριν παρέα με όσους ήδη κάθονταν εκεί. Τα συγκεκριμένα πρόσωπα που αναφέρονται εδώ έκατσαν στο ίδιο τραπέζι επειδή έτσι χωρούσαν, όχι επειδή ήταν παρέα και εκτός μαγαζιού.)

Και το κυνηγητό για το μπουζούκι;
Υπήρχε πολύ κακή εντύπωση στον κόσμο και...

Προκατάληψη;
Ακριβώς, προκατάληψη. Μπουζούκι τότε, μετά το '25, σήμαινε αλήτης, σήμαινε κακοποιό στοιχείο. Τη μεγάλη δουλειά την έκανε ο Παπαϊωάννου, που έβαλε σε δίσκο «να σου παίξω μπουζουκάκι» με ευγενική μελωδία και το τραγούδαγε όλη η Ελλάδα και έτσι είδανε ο κόσμος πως το μπουζούκι δεν είναι αλητεία. Από κει πήρε φόρα η δουλειά και δέχτηκε ο κόσμος το μπουζούκι. Είναι το πιο σημαντικό λαϊκό τραγούδι αυτό, η «Φαληριώτισσα».

Τι λες για σήμερα; Υπάρχουνε σήμερα λαϊκά τραγούδια;
Μουσική στο σπίτι δεν ακούω. Είχα κασέτες, μου πήρανε και CD, δε βάζω ν' ακούσω. Μόνο ράδιο, όλη μέρα μουρμουράει. Ούτε τηλεόραση βάζω, καμιά Κυριακή και αν. Από αυτά λοιπόν που ακούω, φωνές καλές υπάρχουνε, όργανα καλά υπάρχουνε, τραγούδια δεν υπάρχουνε. Δε γράφουνε οι συνθέτες, δε δίνουνε λαϊκά τραγούδια στις φωνές που υπάρχουνε.

Γιατί πιστεύεις πως γίνεται αυτό σήμερα;
Ξέρω 'γω; Συμφέροντα; Τι να πω; Αυτά να τα ψάξετε εσείς οι γραμματισμένοι. Και να μου πείτε και μένα...

Εσείς παίζετε παλιότερα τραγούδια;
Από τα πιο καινούργια, έμαθα τον «μακρυμάλλη» για να πειράζω κανέναν μαλλιά και το «μακρύ-μακρύ μου χέρι». Όλα τα άλλα που παίζουμε είναι πριν το '60, το '70. Από τα καινούργια τα πιο πολλά δεν τραγουδιούνται. Άσε που λένε βλακείες. Τι να παίξουμε στον κόσμο;

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

41 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα