Σκάλα του Μιλάνου

αφιέρωμα - νοέμβριος 2005
 

«Η μουσική κατέχει σημαντική θέση στη ζωή μας»

Πόσο πίσω στο χρόνο μας πάει το όνομα Μιλάνος; Πόσο παλιά είναι η μουσική παράδοση στην οικογένεια των Μιλάνων;
Γύρω στο 1880 ο παππούς Μιλάνος (παρατσούκλι Κολατσής) είχε μπακαλοταβέρνα στην Πορταριά Πηλίου και έπαιζε μπουζούκι. Μάλιστα σώζονται και 3-4 φωτογραφίες, σε μια είναι μια παρέα παλιοί με ψαθάκια κι ο πατέρας μου κι ο αδερφός του Σπύρος είναι μικρά παιδιά.

Τι είδους μπουζούκι ήταν αυτό που έπαιζε;
Μπουζούκι, ακριβώς μπουζούκι. Είχε πέντε χορδές. Σαν τρίχορδο αλλά με μονή τη μεσαία χορδή. Κούρδισμα Ρε-Λα-Ρε.

Για ποιο λόγο μία Λα;
Ποιος ξέρει; Τεχνικές και γνώσεις της εποχής. Αργότερα έβαλαν τη δεύτερη Λα.

Όργανα υπάρχουν από κείνη την εποχή;
Σώθηκαν δυο μπουζούκια, απ' τα οποία το ένα το ήθελε ο συγχωρεμένος ο μπαρμπα-Στέφανος να το θάψουν μαζί του σαν τελευταία του επιθυμία και το άλλο το κράτησε ο Κάρολος. Το ένα ήταν του παππού του Κολατσή. Το άλλο νομίζω το είχε φτιάξει ο πατέρας μου σε έναν μάστορα τότε του Βόλου, τον Γεωργίτση. Το βάρος τους ήταν γύρω στα εκατόν εβδομήντα δράμια. Και ήταν φτιαγμένα με το μεράκι των μαστόρων, ενώ σήμερα έχει γίνει εμπόριο. Οι γνώσεις βέβαια και οι τεχνικές στην οργανοποιία σήμερα έχουν εξελιχθεί αρκετά. Απ' το μπακαλικάκι ο πατέρας μου έφυγε γύρω στο 1908 για την Αίγυπτο και ξέρω ότι είχε πάρει και το μπουζούκι μαζί του. Το 1913 γυρίζει πίσω. Για εννιά χρόνια πηγαινοερχόταν ως φαντάρος. Και το 1919 μαζί με το γαμπρό του ανοίγει τη «Σκάλα». Στην αρχή δεν είχε κάποιο όνομα. Απλά «καφεοινομαγειρείον» ή κάπως έτσι. Το όνομα δόθηκε απ' το διευθυντή της εφημερίδας «Θεσσαλία» Τάκη Οικονομάκη, ο οποίος ύστερα από μια βραδιά που πέρασε στο μαγαζί, την άλλη μέρα έγραψε ένα άρθρο στην εφημερίδα του, όπου έλεγε ότι οι Βολιώτες για να ακούσουν τους ήχους της «Σκάλας του Μιλάνου», δε χρειάζεται να πάνε στην Ιταλία. Γιατί «Σκάλα του Μιλάνου» υπάρχει και στο Βόλο. Κι έτσι βάφτισε το μαγαζί.

Ο Κάρολος γεννιέται το 1932, ένα κορίτσι που το χάσαμε το 1935, ο Νίκος το 1938 κι εγώ το 1941. Στη συνέχεια πόλεμος, Κατοχή. Μέναμε Φιλελλήνων 33. Έρχεται η απελευθέρωση κι ο πατέρας μου ξανανοίγει το ταβερνάκι που είχε κλείσει προσωρινά, γιατί τα χρόνια ήταν δύσκολα και είχε φύγει για λίγο στο βουνό, στα χωριά του Πηλίου. Ξανανοίγει λοιπόν η ταβέρνα και μεγαλώνουμε εκεί μέσα. Ο πατέρας μου μου δείχνει τα πρώτα τραγούδια στο μπουζούκι. «Μικρό μου Μαρικάκι μου άναψες φωτιά» ήταν το πρώτο, μετά τον «Μπουφετζή» και κάποια άλλα. Έφτασα λοιπόν σε ηλικία έξι ετών να παίζω δειλά-δειλά. Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου είχε υποσχεθεί σε κάποιον να με βαφτίσει, όμως εκείνος ήταν εξορία. Για να πάω σχολείο όμως έπρεπε να βαφτιστώ. Αναγκαστικά λοιπόν με βάφτισαν έξι ετών στον Άγιο Νικόλα απέναντι απ' το ταβερνάκι και στο γλέντι που ακολούθησε ήμουν ο πρώτος που έπαιξα. Πρωτοφανές νομίζω για την εποχή. Σήμερα υπάρχουν κάποια παιδιά πέντε ή έξι χρόνων που μπορεί να παίζουν, αλλά τότε ήταν άλλα χρόνια. Πόλεμος, Κατοχή, πείνα κλπ. Το κάνουν να μοιάζει με θαύμα. Πάνω απ' όλα ήταν το μεράκι του συγχωρεμένου του μπαρμπα-Στέφανου για το μπουζούκι. Μεγάλη υπόθεση. Αν δεν υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι δε θα υπήρχαμε κι εμείς.

Μόνο ο πατέρας σας σας μάθαινε;
Ναι, και όσοι ερχόντουσαν στο ταβερνάκι κι έπαιζαν, λίγο απ' τον έναν λίγο απ' τον άλλον, βλέπαμε και έτσι μπήκαμε στο δρόμο αυτό, της λαϊκής μουσικής.

Ποιοι ήταν αυτοί, θυμάσαι ονόματα; Ήταν ερασιτέχνες ή επαγγελματίες;
Κάποιες φυσιογνωμίες θυμάμαι. Ονόματα απ' το '50 και μετά θυμάμαι τον Αχιλλέα το Ματζίρη, τον Κώστα Στεργίου που ήταν πολύ δυνατό όργανο και επαγγελματίας. Ένας Λαδόπουλος που τραγουδούσε κι όλας, κάποιος Κελεμπέκης, ένας πολύ καλός κιθαρίστας ο Λιθαδιώτης, ο Σούλης Αντωνίου, ο Δημήτρης Μωρέας, ο Κεραμάρης κι άλλοι που δε θυμάμαι. Εν πάση περιπτώσει όποιοι παίζαν μπουζούκι τότε λίγο ή πολύ πέρασαν απ' το μαγαζί. Έτσι λοιπόν έφτασα κάποια στιγμή που ίσως κι εγώ δεν τό 'χα καταλάβει 14-15 χρονών και έπαιζα καλύτερα από κάποιους επαγγελματίες. Κι αφού το συνειδητοποίησα άρχισα να επιδίδομαι περισσότερο σ' αυτό.

Το μαγαζί ήταν ανοιχτό απ' το πρωί;
Το πρωί είχε πατσά, κάποιοι μουσικοί που σχολούσαν έρχονταν για πατσά και σέρβιρε ακόμη και καφέδες στα γύρω μαγαζιά. Κάποιοι μερακλήδες θα έπιναν καμιά κούπα το μεσημέρι. Καμιά φορά μπορεί να τύχαινε να μην έχει κόσμο, αλλά μεταξύ τρεις και πέντε. Μετά μαζευόντουσαν πάλι.

Τα τραγούδια που παίζατε και τραγουδούσατε τι είδους ήταν;
Τα τραγούδια της εποχής, λαϊκά τραγούδια.

Παπαϊωάννου, Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Μητσάκης, Καλδάρας δηλαδή;
Όλοι αυτοί κι άλλοι πολλοί. Αν πούμε ονόματα σίγουρα θα αδικήσουμε κάποιους που μπορεί να ξεχάσουμε. Εκτός απ' τα λαϊκά ακουγόντουσαν και κάποια κανταδόρικα που έπαιζε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Η μόνη διαφορά στο άκουσμα ήταν αυτή. Κατά τα άλλα λαϊκά της εποχής τότε και παλιότερα.

Πέρασαν συνθέτες και μπουζουξήδες απ' το μαγαζί;
Όποιος μεγάλος πέρασε απ' το Βόλο πέρασε κι απ' το ταβερνάκι. Γαβαλάς, Λεμονόπουλος, ένας Πολίτης μπουζουξής, ο Δασκαλάκης, ο Τσιτσάνης ο Χρήστος. Δούλευε τότε εδώ στο Βόλο στο «Μποέμ» στην παραλία. Ήταν φίλοι με τον μπαρμπα-Στέφανο ο Χρήστος. Ο Γιαννάκης ο Αγγέλου. Όσοι πέρασαν απ' το Βόλο πέρασαν κι απ' το μαγαζί. Εκτός από τον Καζαντζίδη.

Μού 'λεγες ότι είχατε γραμμόφωνο. Απο κει μαθαίνατε τα τραγούδια;
Υπήρχαν κάποιοι φίλοι μου που αγόραζαν δίσκους και τους φέρναν στο μαγαζί και τους ακούγαμε. Κούρδισε, άλλαξε βελόνα... Σήμερα βέβαια υπάρχουν τα κομπιούτερ και τα πράγματα είναι σαφώς πιο εύκολα και πιο άψυχα όμως. Ήταν ένα δισκάδικο στη Δημητριάδος, ο Παλούκας κι όποιο καινούριο δισκάκι έβγαινε τό 'βαζε κι έπαιζε κι ακουγόταν από ένα μεγαφωνάκι στο πεζοδρόμιο. Μαζεύονταν λοιπόν οι επαγγελματίες μουσικοί στο πεζοδρόμιο και άκουγαν. Έλεγαν στον Παλούκα και το ξανάβαζε και ό,τι συγκρατούσαν πήγαιναν στο σπίτι και το έπαιζαν.

Αυτό σας έκανε και καλό, με την έννοια ότι εξασκούσε το αφτί και το μυαλό του μουσικού;
Ναι, κάπως έτσι ήταν. Αλλά αυτό που ανέφερα ίσχυε για τους άλλους επαγγελματίες. Εγώ άκουγα στο μαγαζί δίσκους που έφερνε κάποιος Βασίλης, φίλος και ό,τι άκουγα από άλλους μπουζουξήδες στο μαγαζί.

Μού 'χεις πει ότι το «Τρένο» του Χιώτη ήταν ένα απ' τα τραγούδια που σε δυσκόλεψαν περισσότερο.
Το τραγούδι που έκανα περισσότερη ώρα να μάθω. Με τις συνθήκες εκείνες τότε, με το γραμμόφωνο, άλλαξε βελόνα, κούρδισε, ώσπου να πιάσεις μια φρασούλα άντε πάλι κούρδισμα κλπ. Δύσκολο τραγούδι, γι' αυτό και δεν έπιασε. Και τώρα αν το παίξεις σε κάποιον κιθαρίστα και δεν το ξέρει, αποκλείεται να σε συνοδεύσει.


Το ταβερνάκι μέχρι πότε ήταν στην παλιά διεύθυνση, στην Ερμού;
Εγώ στο ταβερνάκι έμεινα μέχρι το 1966. Το '66 απολύθηκα από φαντάρος, παντρεύτηκα και πλέον είχαμε μαζευτεί εκεί μέσα τέσσερις οικογένειες και δε γινόταν, κάποιος έπρεπε να φύγει. Και αφού είχα αρχίσει και δούλευα με το μπουζούκι, έφυγα εγώ. Στην Ερμού, στον Άγιο Νικόλαο, έμεινε μέχρι το 1979 και μετά μεταφέρθηκε Ιωλκού και Αναλήψεως, όπου υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Από το 1966 και μετά είσαι επαγγελματίας μουσικός;
Ναι. Από το '66 μέχρι το '80 δούλευα περίπου κάθε βράδυ. Και μετά το '80 μέχρι τώρα συνεχίζω να δουλεύω αλλά όχι καθημερινά, τριήμερα πλέον και διήμερα.

Σε ποια μαγαζιά έχεις δουλέψει, θυμάσαι;
Ξεκίνησα στην «Εξωραϊστική» πέντε με έξι χρόνια. Μετά άλλα τέσσερα με πέντε στη «Μαγιόρκα». Στη συνέχεια έκλεισε η «Μαγιόρκα» και πήγα για δύο μήνες στην Κατερίνη και μετά στη Λάρισα στον Αρίστο, καλή του ώρα αν ζει. Πολύ καλός και σαν αφεντικό και σαν άνθρωπος. Κύριος. Λίγο διάστημα λοιπόν στη Λάρισα, το καλοκαίρι στη Σκιάθο. Μια χρονιά στα «Αστέρια» και το καλοκαίρι πάλι στη Σκιάθο. Το '73-'74 στο «Κάστρο» που άνοιξε για πρώτη χρονιά και φορούσαμε διπλά παντελόνια! Είχε τέσσερις σόμπες για θέρμανση και καλά δούλευε μόνο μία. Πού να ζεστάνει όλο το μαγαζί; Το '67 το καλοκαίρι, ξέχασα να πω, δούλεψα στο «Αλκαζάρ» στη Λάρισα και μάλλον το '69, αν θυμάμαι καλά, πάλι στη Λάρισα, στο «Βράχο». Εκεί γνώρισα και τον Τζανετή, ο οποίος μετά με πήρε τηλέφωνο να κατέβω στην Αθήνα για δουλειά. Στην «Εξωραϊστική» θυμάμαι γνώρισα τον Καρανικόλα. Έλεγε ο Καρανικόλας στον Τενόπουλο, τραγουδιστή και κιθαρίστα: «Ρε συ, τι είναι αυτός ο Στάθης; Εγώ παίζω με δικό μου τρόπο κι αυτός κολλάει. Πώς με κολλάει;», εννοώντας ότι παρόλο που είχε δικό του παίξιμο, εγώ κατάφερνα και κολλούσα τα σιγόντα. Αφού είχε φύγει από την «Εξωραϊστική», μετά από κάποιους μήνες, μου 'στειλε γράμμα απ' την Αθήνα να πάω να δουλέψω μαζί του στου «Κεφάλα».

Και γιατί δεν πήγες;
Γιατί ο λόγος είναι λόγος. Και δε σήκωνε να αφήσω στη μέση της σεζόν το μαγαζί που για κάποια χρόνια έφαγα ψωμί. Και του απάντησα «όταν τελειώσει η σεζόν... ίσως».

Δε σου δόθηκαν άλλες ευκαιρίες να κατέβεις στην Αθήνα;
Ο Τζανετής επίσης μου ζήτησε να πάω, αλλά ούτε τότε πήγα. Καλώς ή κακώς, δεν ξέρω, δεν πήγα στην Αθήνα.

Ο Κάρολος κι ο Νίκος έχουν δουλέψει επαγγελματικά;
Ο Νίκος δε δούλεψε ποτέ εκτός ταβέρνας. Ο Κάρολος ήταν μια περίπτωση όμοια με τη δική μου. Δηλαδή αν κατέβαινε στην Αθήνα στην εποχή του θα ήταν σίγουρα απ' τα καλά μπουζούκια. Δούλεψε εδώ στο Βόλο σε καλοκαιρινό μαγαζί, στου «Πέτρου» ήταν ή στου «Σαρίκα», δε θυμάμαι, ήμουν μικρότερος εγώ τότε. Και χειμώνα είχε δουλέψει στα Τρίκαλα και μετά ένα ή δυο χρόνια εδώ στα «Αστέρια» και στη «Μαγιόρκα» το 1972 με 1975 περίπου.

Ο Κάρολος ήταν φίλος με το Χρήστο τον Τσιτσάνη;
Ο μπαρμπα-Στέφανος αρχικά και μετά γνωρίστηκε και με τον Κάρολο και γίναν φίλοι. Του ζήτησε να κατέβει στην Αθήνα μάλιστα σε μια εποχή που σπανίζαν τα καλά μπουζούκια.

Του Κάρολου το παίξιμο θυμίζει σαφέστατα Τσιτσάνη, ενώ ο δικός σου ήχος νομίζω είναι διαφορετικός.
Ναι έτσι είναι. Απ' όλους έχω πάρει στοιχεία που θεωρώ καλά, αλλά έχω νομίζω δικό μου ήχο. Ο μουσικός οφείλει να έχει δικό του παίξιμο και να βγάζει τον προσωπικό του χαρακτήρα στο όργανο. Πόσοι τραγουδιστές στο ξεκίνημά τους δε μιμούνται κάποιον γνωστό τραγουδιστή; Αν στην πορεία συνεχίσουν και δε βρουν το δικό τους χαρακτήρα μοιραία χάνονται. Πόσα αντίγραφα του Καζαντζίδη έχουμε ακούσει; Ή πόσοι μιμήθηκαν το παίξιμο του Χιώτη;

Τη δεκαετία '70 δούλεψε στο Βόλο η Στανίση;
Η Στανίση ήταν το '73 στα «Αστέρια». Ήταν πιτσιρίκα, τότε ξεκινούσε τη δουλειά. Και μάλιστα σε κάποιο περιοδικό πριν λίγα χρόνια, σε συνέντευξή της, ανέφερε και το όνομά μου ανάμεσα στους ανθρώπους που τη βοήθησαν στο ξεκίνημά της. Να 'ναι καλά. Κάποιοι παλιοί θυμούνται και αναγνωρίζουν πράγματα.

Έχω ακούσει για μία περιπέτειά σου, όταν κατέβηκες στην Αθήνα σε τηλεοπτική εκπομπή. Μπορείς να μας την αφηγηθείς;
Δούλευα στο «Διόνυσο», πρέπει να ήταν 1977, ΥΕΝΕΔ ακόμα. Σε μια εκπομπή που έκανε ο Χαρδαβέλας με την Πιπιλή, αφιερωμένη σε ρεμπέτικα.

Πώς σε βρήκαν;
Μία δημοσιογράφος πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να πάω, γιατί από κάπου μάθαν για το όνομα, την ιστορία κλπ. Ο τρόπος που συναντηθήκαμε ήταν λίγο περιπετειώδης. Τέλος πάντων, δώσαμε κάπου ραντεβού και για να με γνωρίσει είχα το μπουζούκι πάνω απ' το αυτοκίνητο. Αυτή είχε ένα μίνι κούπερ. Βρεθήκαμε και πήγαμε στο στούντιο. Εκεί να δεις πλάκα. Εγώ κοιτούσα σαν χαμένος, επαρχία... Έβλεπα κινήσεις από δω, κινήσεις από κει, φώτα, κάμερες. Ανάμεσα στους καλεσμένους ήταν και η Αλεξάνδρα και μια άλλη, δε θυμάμαι το όνομά της, που έκανε ένα δίσκο με το Χατζιδάκι με λαϊκά και ρεμπέτικα. Και κάποιοι άλλοι τραγουδιστές, δε θυμάμαι δυστυχώς. Ξεκινάει η μαγνητοσκόπηση, σε κάποια στιγμή ο Χαρδαβέλας ανακοινώνει ότι στο τέλος της εκπομπής υπάρχει και κάποια έκπληξη. Γίνεται ένα διάλλειμα και μετά απ' αυτό η θέση της Αλεξάνδρας έμεινε κενή. Θύμωσε γιατί θα βγάζαν σαν έκπληξη μία άλλη τραγουδίστρια. Μια παλιά καλή τραγουδίστρια. Δε σεβάστηκε όμως τα χρόνια της κι έφυγε. Μίλησαν και σε μένα λοιπόν κάποια στιγμή. Είχα πάρει μαζί ένα μπουζούκι κι έναν μπαγλαμά. Με ρωτάνε: «Τι είναι αυτό το μπουζούκι;» Λέω, είναι από το 1800 τόσο, έχει αυτή την ιστορία κλπ. «Εκείνο τι είναι;» Είναι μπαγλαμάς, αλλά έχει κάποια ιστορία. Τον πήρε ο πατέρας μου απ' τον Μπάτη, τότε που ο κόσμος πέθαινε απ' την πείνα στους δρόμους, για ένα τενεκέ λάδι. Άντε και δυο κουβέντες ακόμα. Προσπάθησα να πω κάποια πράγματα όμως πήγαιναν τη συζήτηση εκεί που ήθελαν. Δε μου δόθηκε δηλαδή καθόλου χρόνος. Έπαιξα και ένα τραγούδι κάποια στιγμή που εγώ ήξερα ότι ήταν κάποιου βολιώτη. Όχι, λέει κάποιος άλλος είναι του Κερομύτη. Μπερδεύτηκαν λίγο τα πράγματα. Με λίγα λόγια απογοητεύτηκα από τότε. Κατάλαβα ότι όλα ήταν στημένα. Πας να συζητήσεις ένα θέμα και σε κάποια στιγμή σε φέρνει εκεί που θέλει αυτός, δε σ' αφήνει να πεις αυτό που θες εσύ. Γι' αυτό λέω τα κυκλώματα των Αθηνών...

Ήταν η μοναδική φορά που βρέθηκες στην Αθήνα για δουλειά;
Ναι, πρώτη και τελευταία. Μακριά. Κι ένα άλλο περιστατικό. Κατέβηκα στην Αθήνα για να αγοράσω ένα μηχάνημα για το μπουζούκι, ενισχυτή. Είχα ραντεβού με έναν βολιώτη κιθαρίστα για να με πάει, στο καφενείο των μουσικών της Αθήνας. Πηγαίνω στο μαγαζί, όπου είναι μέσα ένας μεγάλος τραγουδιστής, ας μην πούμε ονόματα. Περνάει ένας άλλος τραγουδιστής, επίσης φίρμα, με το αυτοκίνητο και σταματάει. Αγκαλιάζονται, φιλιούνται, χαιρετιούνται. Εγώ απόρησα, αλλά σκέφτηκα μπράβο τους. Είναι συνάδελφοι, ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο, αλλά αγαπιούνται. Τα λένε για λίγο και φεύγει. Μόλις έστριψε στη γωνία το αυτοκίνητο, ο πρώτος του 'ριξε δυο ξεγυρισμένα φάσκελα... «Να ρε μαλάκα»! Έπεσα απ' τα σύννεφα. Αυτά στο μπαράκι που αντάμωναν οι μουσικοί, στου Μάριου. Ο χαρακτήρας ο δικός μου δεν ήταν για τέτοια.

Μια και ανέφερες τους ενισχυτές, με τι ενισχυτές παίζατε τότε;
Μηχανήματα υπήρχαν, τα "Τζελόζο". Ένα μηχάνημα τόσο δα, με λάμπες, ιδιοκατασκευή. Δούλεψα με αυτό τρία χρόνια. Μετά πήρα αυτό που ανέφερα πριν από την Αθήνα. Fender ελληνικό το λέγαμε, ωραίο, γλυκό. Και μετά ένα Fender. Τώρα ακόμα έχω ένα απ' το '86. Άμα το δεις είναι σαν καινούργιο.

Έπαιζες πάντα με τετράχορδο στη δουλειά ή και τρίχορδο;
Τρίχορδο σαν επαγγελματίας δεν έπαιξα. Με τρίχορδο ξεκίνησα. Στην ταβέρνα τρίχορδα παίζαμε, αλλά όταν βγήκα στη δουλειά το '59 είχε καθιερωθεί το τετράχορδο. Είχαμε ένα μπουζούκι τρίχορδο στο μαγαζί με χοντρό μανίκι και τού 'βαλα οχτώ χορδές και έπαιζα τότε. Αυτό δε θυμάμαι ποιου κατασκευή ήταν ούτε είχα προσέξει. Μετά έφτιαχνα στον Αντώνη στη Λάρισα, ο οποίος, μέχρι σήμερα λέω και να το ακούσει αυτό ο κόσμος, είναι από τους λίγους τίμιους ανθρώπους. Αυτό ξέρω, αυτό φτιάχνω, τόσο κάνει. Δε θα κοιτάξει να σε κοροϊδέψει ή να σε εκμεταλλευτεί.

Άλλοι κατασκευαστές που ήρθες σε επαφή και έπαιξες όργανά τους;
Όταν άνοιξα τη σχολή, ήθελα κάποια όργανα και ο Αντώνης δεν μπορούσε να μ' εξυπηρετήσει. Βρήκα λοιπόν στη Θεσσαλονίκη τον Παλάβρατζη απ' τον οποίο είμαι πολύ ευχαριστημένος. Όργανα του Ζοζέφ ή του Παναγή ή άλλου μεγάλου μάστορα της εποχής έτυχε να παίξεις ή να ακούσεις; Δυο φορές έτυχε να ακούσω όργανα του Ζοζέφ. Τεράστια όργανα. Στα «Αστέρια» μια φορά ήταν ένα ντουέτο, άντρας-γυναίκα. Κι αυτός έπαιζε μ' ένα τρίχορδο του Ζοζέφ. Τέλειωνε τη δουλειά και το πετούσε στην κουζίνα. Την άλλη μέρα ζητούσε ένα ΡΕ απ' το πιάνο για να κουρδίσει και ήταν καρφί. Και σκεφτόμουν: τι κρίμα τόσο ωραίο όργανο σε τι χέρια είχε πέσει. Το πετούσε εδώ και κει. Κι άλλο ένα του Ζοζέφ που έτυχε ν' ακούσω, τετράχορδο, ήταν άλλο πράγμα.

Ποιους θεωρείς καλούς μπουζουξήδες;
Όλοι καλοί είναι. Αν πεις κάποιους, θα αδικήσεις κάποιους που μπορεί να ξεχάσεις. Βέβαια υπάρχουν κατηγορίες, δεν είναι όλοι το ίδιο.

Ζωντανά άκουσες τότε κανέναν; Ζαμπέτα, Χιώτη, Λεμονόπουλο, Τσιμπίδη, Σταματίου;
Άκουσα έναν μόνο, τον Μπέμπη. Δούλευα στη Λάρισα τότε. Σχολάσαμε ένα βράδυ και πήγαμε σε άλλο μαγαζί που έπαιζε ο Μπέμπης. Είχε ένα τρίχορδο, απορώ πως έπαιζε αυτός ο άνθρωπος. Ήταν τόσο σκεβρωμένο που χωρούσε το δάχτυλό σου κάτω απ' τις χορδές. Ανέβηκα κι έπαιξα και το θυμάμαι. Μέχρι ένα σημείο, στο Σολ, Σολ#, στα ψιλά έπαιζες. Από κει και πάνω ήθελε πολύ δύναμη. Ε, σ' αυτό το όργανο ο Μπέμπης έπαιζε από πάνω μέχρι κάτω και άκουγες καρύδια. Άλλον δεν είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά.

Το όνομα των Μιλάνων αναφέρθηκε στη δισκογραφία για πρώτη φορά το 1984 σε ένα δίσκο της Βάσως Κυριαζή. Θες να μας θυμήσεις πώς έγινε;
Η Βάσω πρωτοδούλεψε εδώ στο Βόλο μαζί μου για 2 χρόνια. Στη συνέχεια κατέβηκε στην Αθήνα και μετά από χρόνια με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να τη βοηθήσω να βρει παλιά τραγούδια για να κάνει δίσκο. Ε, τη βοήθησα όσο μπορούσα.


Ήταν να παίξεις εσύ στο δίσκο;
Α, ναι βέβαια. Με πήρε κάποιος απ' την εταιρία -δεν ξέρω ποια και δε θέλω να μάθω- και μου ζήτησε να κατέβω να παίξω μπαγλαμά. Του λέω:
- Λάθος πόρτα χτύπησες. Εγώ παίζω μπουζούκι. Να κατέβω στην Αθήνα να παίξω μπαγλαμά, γιατί;
- Να... γιατί...
- Άστο, ψάξε βρες κανέναν άλλον.
Άλλη μια ευκαιρία να κατέβω στην Αθήνα. Μ' αυτά που έβλεπα όμως που ήταν αντίθετα με το χαρακτήρα μου την απέφευγα. Κάποιος μπορεί να πει ότι τη φοβήθηκα την Αθήνα, μπορεί να ήταν κι αυτό ακόμη. Ένας άλλος λόγος μπορεί να ήταν το ότι δεν έμεινα ποτέ χωρίς δουλειά. Ξεκινούσε η χειμερινή σεζόν μέσα Σεπτεμβρίου και τελείωνε μέσα Μαΐου. Και αρχές Ιουνίου ξεκινούσε η καλοκαιρινή. Ποτέ δε με απασχόλησε που θα βρω δουλειά. Πάντα είχα.

Πράγμα που δεν ισχύει σήμερα.
Σήμερα είναι πολύ διαφορετικά. Στην Αθήνα ίσως υπάρχουν κι άλλες ευκαιρίες. Στην επαρχία όμως δεν μπορεί να ζήσει αποκλειστικά κάποιος απ' το επάγγελμα του μουσικού, με 2 ή 3 μεροκάματα τη βδομάδα. Αναγκαστικά κάνει και δεύτερη δουλειά.

Πόσο ήταν τότε το μεροκάματο;
Όταν σταμάτησα την καθημερινή δουλειά, το '80 περίπου, ήταν 2.500 δραχμές. Καλά λεφτά για την εποχή. Αλλά είχαμε και χαρτούρα τότε. Τώρα αν τύχει να ρίξουν λεφτά σε μουσικό μέχρι που ντρέπεται να τα πάρει. Δεν ξέρω πώς το βλέπουν.

Υπήρχε μια τάση θυμάμαι και στην ταβέρνα αλλά και στη σχολή να αποστρέφεις -κι εσύ αλλά και τ' αδέρφια σου- τον κόσμο και τους μαθητές της σχολής από τραγούδια χασικλήδικα. Όταν κάποιος ζητούσε να μάθει την «Προύσα» ή το «Βαπόρι απ' τη Περσία» με κάποια δικαιολογία πάντα το απέφευγες.
Αυτό είναι γεγονός και στην αρχή έκανα λάθος και πέρασαν 2-3 χρόνια για να το συνειδητοποιήσω. Και σκέφτηκα για ποιο λόγο το παιδί να μάθει αυτό το τραγούδι; Για να αρχίσει να ψάχνεται; Δεν υπήρχε κανένας λόγος. Ένας ενήλικας ξέρει τι του γίνεται, αλλά το παιδί έχει περιέργεια και προβληματίζεται. Και κάτι μπορεί να πάει στραβά.

Με τη διδασκαλία πότε ξεκινάς;
Το 1979. Από μικρό παιδί στο ταβερνάκι μου ζητούσαν φίλοι να τους δείχνω και πάντα έδειχνα. Κι όταν κατάλαβα πως κάτι δεν πάει καλά στη νυχτερινή δουλειά, έκανα τη σκέψη να ανοίξω σχολή μπουζουκιού. Στην αρχή στο σπίτι και μετά κανονική σχολή δική μου. Και τα τελευταία χρόνια στον καλλιτεχνικό οργανισμό του δήμου Βόλου με έναν μέσο όρο 40 μαθητές. Υπήρξαν και χρονιές με 70 ακόμη μαθητές.

Δηλαδή απ' το 1979 μέχρι σήμερα μπορούμε να μιλάμε για 26 χρόνια συνεχούς προσφοράς στο μπουζούκι και τη διδασκαλία του. Να υπάρχει άραγε αλλού τέτοια προσφορά;
Κοίταξε, δεν ξέρω τι έχουν δώσει άλλες σχολές. Αλλά σίγουρα αν μπορούσε να γίνει μια αξιολόγηση θα ήταν μέσα στις πρώτες. Είμαι ευχαριστημένος απ' αυτό. Με την έννοια ότι όλος ο κόσμος κάνει μια δουλειά για να ζήσει, να βγάλει το μεροκάματο, αλλά εκτός απ' αυτό πρέπει να υπάρχει η συνείδηση ότι κάνεις μια σωστή δουλειά, ότι προσφέρεις κάτι.

Οι εποχές έχουν αλλάξει. Ο ρόλος του οργάνου στη δισκογραφία είναι διαφορετικός πλέον. Ο ήχος του έχει αλλάξει. Την εξέλιξη και την πορεία του μπουζουκιού στο μέλλον πώς την βλέπεις;
Ο ήχος σίγουρα έχει αλλάξει. Υπάρχουν άλλες τεχνολογίες σήμερα, μηχανήματα κλπ. Δεν μπορείς να μείνεις στα παλιά. Είναι φυσιολογικό. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το σημαντικό είναι το αίσθημα πάνω στο όργανο, πόσο το αγαπάς, γιατί παίζεις αυτό που παίζεις κλπ. Δεν ξέρω... Κάτι πρέπει να γίνει για να κρατηθεί αυτό το όργανο που είναι η παράδοσή μας. Είναι η μουσική μας. Εκτός βέβαια απ' το δημοτικό τραγούδι που είναι οι ρίζες μας, το λαϊκό τραγούδι είναι η ελληνική μουσική παράδοση. Και πρέπει να κρατηθεί. Θεωρώ ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μπορούν να κρατήσουν κάποιες αρχές και στη μουσική και στο όργανο.

Στη διδασκαλία δε θα έπρεπε να συστηματοποιηθούν κάπως τα πράγματα;
Τα έχω πει πολλές φορές αυτά. Τα επίσημα ωδεία δεν έχουν το όργανο που λέγεται μπουζούκι, που είναι το ελληνικό όργανο. Στα μουσικά γυμνάσια έχουν τον ταμπουρά. Ποιος είναι ο ταμπουράς; Μπουζούκι δεν είναι; Και το πιάνο όταν ανακαλύφθηκε κάπως αλλιώς ήταν και στην πορεία εξελίχθηκε. Κι όλα τα όργανα έχουν εξελιχθεί. Τώρα το μπουζούκι που υπάρχει είναι αυτό που όλοι ξέρουμε, τρίχορδο και τετράχορδο. Ξεκίνησε με δυο-τρεις χορδές και τώρα έχει έξι και οκτώ. Γιατί δεν μπορούν να το δεχτούν κάποιοι; Τι θα πει ταμπουράς; Το μπουζούκι πρέπει να μπει επίσημα στα ωδεία της χώρας μας.

Ο τρόπος διδασκαλίας ο δικός σου περιλαμβάνει και θεωρία;
Θεωρία όχι, μόνο τραγούδια. Πρακτικά δηλαδή. Το κάθε τραγούδι αποτελεί και μια άσκηση γι' αυτόν που μαθαίνει. Μέσα απ' τα τραγούδια μαθαίνεις και δρόμους και ακόρντα κλπ. Βέβαια το να ξέρει κανείς και θεωρία της μουσικής καλό κάνει κι όχι κακό.

Τους δρόμους τους κατέχεις, τους ξέρεις;
Ξέρω κάποια πράγματα, αλλά δεν είναι οι δρόμοι το βασικό στη μουσική. Ή καλύτερα, αν μάθεις πέντε-έξι δρόμους δε σημαίνει πως έμαθες και μπουζούκι. Κακώς κάποιοι επικεντρώνονται σ' αυτό. Αν δώσεις βάση και καταλάβεις τις μελωδίες που έχουν μέσα τους τα τραγούδια, αυτομάτως αρχίζεις και μαθαίνεις και τους δρόμους και το όργανο γενικότερα. Κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την άγνοια του κόσμου βγάλαν και βιβλία με δρόμους ή κάνουν το δάσκαλο και μπουζούκι δεν παίζουν.

Η ταχύτητα παίζει σημαντικό ρόλο;
Είναι ένα μέσο για να πας παραπέρα. Πρώτα απ' όλα μάς ενδιαφέρει το ύφος που θα δώσεις στο παίξιμο. Υπάρχουν μπουζουξήδες σήμερα ταχύτατοι που υστερούν όμως σε άλλους τομείς και κυρίως στην καλαισθησία. Η καλαισθησία είναι αυτό που λείπει από αρκετούς. Είναι αξιοθαύμαστος αυτός που τρέχει βέβαια, αλλά να τρέχει σωστά.

Πόσο μελέτησες πάνω στο όργανο; Πολύ ή λίγο;
Μάλλον λίγο. Εν ώρα δουλειάς μόνο. Ποτέ δε φοβήθηκα το όργανο. Και πάνω στη δουλειά έλεγα τώρα να δοκιμάσω αυτό, μετά το άλλο. Το πρώτο στιχάκι το έπαιξα εδώ, το δεύτερο θα το παίξω εκεί κι αυτό ήταν μελέτη για μένα. Δεν κάθισα σπίτι να ασχοληθώ με ασκήσεις κλπ. Εξαίρεση εδώ είναι ένα διάστημα που μελέτησα κιθάρα. Πρέπει να ήταν γύρω στο 1958-60 περίπου και κάναμε κάποιες εκπομπές για τον ραδιοφωνικό σταθμό του Βόλου. Και ήρθε μια απόφαση που έλεγε ότι απαγορεύονται τα μπουζούκια. Μόνο κιθάρες. Εγώ έπαιζα λίγο κιθάρα τότε, αλλά όχι πολλά πράγματα. Κάποιος καλός κιθαρίστας τότε που έπαιζε είπε, για άλλον όχι για μένα «μην πατήσει κανένας στο σταθμό θα του κόψω τα πόδια». Το άκουσα εγώ αυτό, ε, πώς μου μπήκε μέσα μου, κάθισα έξι μήνες κι έπαιζα κιθάρα. Μπουζούκι δεν έπιασα στα χέρια μου, μόνο κιθάρα και πήγα κι έπαιξα στο σταθμό. Κι έκανα λάθος που δε συνέχισα.

Ένα βράδυ πριν αρκετά χρόνια στη «Σκάλα», ο Κάρολος κι ο Νίκος παίξαν ένα απ' τα γνωστά σόλο, ρώσικο, για να κλείσουν τη βραδιά. Και ο Νίκος έκανε κάποια φοβερά πράματα από πίσω με την κιθάρα κι εγώ είχα μείνει μ' ανοιχτό το στόμα. Κι όταν τέλειωσαν μου είπε «μην κοιτάς εμένα, το Στάθη ν' ακούσεις πώς τα παίζει αυτά».
Δε μ' αρέσει να περιαυτολογώ αλλά, κάποιοι μουσικοί τότε το λέγαν: «δεν υπάρχει καλύτερη κιθάρα απ' το Στάθη».

Με σύνθεση ασχολήθηκες καθόλου; Έχεις γράψει μελωδίες, τραγούδια;
Δυστυχώς, πολλά χρόνια πριν το 'χω σκεφτεί και κυρίως για μένα, για να μείνουν κάποια πράγματα κι όχι για εμπόριο, αλλά είτε δεν το πήρα ζεστά είτε δε μου δόθηκε η ευκαιρία, δε βρήκα χρόνο, δεν έκανα τίποτα. Τώρα τελευταία κάποιοι με παρακίνησαν και ξεκίνησα κάτι να κάνω. Θα δούμε.

Τι είναι η μουσική για σένα;
Το πρώτο πράγμα που κάνω αφού ξυπνήσω συνήθως, είναι να ανοίξω το ραδιόφωνο. Είναι δύσκολο να το εκφράσω με λόγια. Είναι το παν. Θεωρώ πως είναι απ' τα πιο σπουδαία πράγματα στη ζωή. Μετά από πολύ σημαντικά ζητήματα όπως το να εξασφαλίσουμε τα προς το ζην, συνθήκες διαβίωσης, παιδεία, ανεργία, πόλεμοι κλπ. η μουσική κατέχει σημαντική θέση στη ζωή μας.

Τι ρόλο παίζει το ταξίμι;
Καταρχήν το ταξίμι είναι πότε θα σου έρθει να το κάνεις. Κάτι που σε επηρέασε και πάντα σε σχέση με το τραγούδι που πρόκειται να παίξεις, με σκοπό να δώσεις σ' αυτόν που σ' ακούει να καταλάβει ότι μ' αυτό το τραγούδι που θα παίξουμε πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις ή να λυπηθείς κλπ. Στα προγράμματα σήμερα στα μαγαζιά σπάνια ακούς ταξίμι πριν από ένα τραγούδι. Τότε μπορεί να άκουγες και πέντε λεπτά. Το ταξίμι είναι επίσης η τζαζ της ελληνικής μουσικής, γιατί είναι αυτοσχεδιασμός.

Κάποιος φίλος μού 'χει πει πως όταν ρώτησε τον Κάρολο ποιος μπουζουξής κάνει τα καλύτερα ταξίμια, εκείνος απάντησε «ο Στάθης».
Ε, καλά, άμα έχω όρεξη. Ερχόντουσαν κάποιοι τότε στο ταβερνάκι που γρατζουνούσαν ίσα-ίσα μερικά τραγούδια και κάναν ταξιμάκι και ακουγόταν ωραίο. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 13. Προσπαθούσα κι εγώ να κάνω κάτι και ακούγονταν νερόβραστα κολοκύθια. Και σκεφτόμουν εγώ παίζω καλύτερα, γιατί να μην μπορώ. Και πάλι κάπως εγωιστικά, σιγά-σιγά κατάλαβα το σκεπτικό και μπήκα στο νόημα και ίσως αυτό το περιστατικό μού έκανε καλό.

Είναι πάντως κάτι που δε διδάσκεται...
Όχι δε διδάσκεται. Στα παιδιά που ζητάνε δείχνω κάποιες νότες, κάποιες φράσεις σαν βάση και τους εξηγώ πως αυτό το πράμα τώρα πρέπει να το κάνετε δικό σας και να το εξελίξετε. Και προϋπόθεση στο ταξίμι είναι να είσαι μέσα στο θέμα και στο ύφος του τραγουδιού. Δεν μ' αρέσει που μερικοί ξεκινούν από ένα δρόμο κι αφού αλλάξουν τρεις και τέσσερις δρόμους πολλές φορές επιδεικτικά ξαναγυρνούν στον αρχικό. Ο μάστορας πιστεύω θα επιδιώξει να παίξει στην κλίμακα του τραγουδιού, χωρίς να ξεφύγει πολύ από αυτή. Αν θες για παράδειγμα να πειράξεις κάποιον μπουζουξή, ζήτησέ του να σου κάνει ένα ταξίμι «ραστ». Καθαρό όμως, όχι χουζάμ. Έχει κάποια δυσκολία γιατί είναι εύκολο να ξεφύγεις και να παίξεις χουζάμ. Έτυχε μια φορά και άκουσα το Μόσχο στην τηλεόραση κι έπαιξε το «Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία» και έκανε και ταξίμι με το σαντούρι. Αν έπαιζε ας πούμε από Ρε, δεν έπαιξε νότα Σολ#. Σολ και μετά Λα, όχι Σολ#. Έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει γιατί έτσι ταίριαζε στο τραγούδι. Κι από κει ακόμη κάτι πήρα. Κι όσο ακούς τόσο μαθαίνεις. Ο Σεγκόβια, μεγάλος κλασσικός κιθαρίστας σε συνέντευξή του όταν ήταν 86 ετών τον ρώτησαν: «Δάσκαλε τι κάνεις τις ελεύθερες ώρες σου»; Απάντηση: «Μαθαίνω κιθάρα».

Κάτι που να υποθέσω ισχύει και για σένα;
Για όλο τον κόσμο πρέπει να ισχύει. Όσο μεγαλώνεις μαθαίνεις. Δεν τελειώνει ποτέ. Μπορείς να πεις ότι έφτασα σε ένα επίπεδο και μπορώ να ανταπεξέλθω σε κάποια πράγματα. Αλλά αν σταματήσεις εκεί τελείωσες. Ο σωστός ο μουσικός πρέπει να λέει μαθαίνω και θα μαθαίνω.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.