Σκάλα του Μιλάνου

αφιέρωμα - νοέμβριος 2005

Στις αρχές του 1996 παρέλαβα μία κασέτα που είχε γράψει ένας συγγενής μου από την εκπομπή του Γεραμάνη «Λαϊκοί Βάρδοι». Ήταν μια ηχογράφηση από την ταβέρνα «Σκάλα» του Βόλου, όπου έπαιζαν οι αδελφοί Μιλάνοι. Δεν ακουγότανε και πολύ καθαρά, αλλά το παίξιμο και το ύφος έδειχναν πολύ ξεχωριστά. Άρχισα να ψάχνομαι: πρώτα στη βιβλιοθήκη μου (όπου μόνον ο Πετρόπουλος είχε ένα κάποιο υλικό από αυτούς), έπειτα σε γνωστούς και φίλους, όπου κάποιοι είχαν κάτι να διηγηθούν για την ιστορία του μαγαζιού, την «παραξενιά» των Μιλάνων σε σχέση με την εποχή τους και όλα αυτά τα στοιχεία που εντέλει συνέθεσαν το μύθο. Είχα φτιαχτεί για τα καλά...

Το Νοέμβρη του '96 πρωτοπήγα στο μαγαζί. Σαββατόβραδο, είχε κλείσει τραπέζι ένας μακρινός ξάδερφός μου που ζούσε στο Βόλο. Στην πόρτα ο Κάρολος με υποχρέωσε να κλείσω το κινητό (τότε είχαμε κινητό λίγοι και έπαιρνε τους Μιλάνους να κάνουν αυτό το ιδιότυπο face control, με τα χρόνια το κόψανε). Ψάρωσα άσχημα, αλλά γούσταρα κιόλας. Το μαγαζί βαμμένο σε αποχρώσεις του γαλάζιου (λόγω Νίκης Βόλου, όπως έμαθα αργότερα). Δυο δωμάτια ενωμένα με ένα άνοιγμα που χωρούσε ένα τραπέζι. Πήγα να κάτσω εκεί, αλλά με «προσγείωσαν» αμέσως: ήταν για τους μουσικούς. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένη «η Σάρα, η Μάρα και το κακό συναπάντημα» μαζί, ήτοι παλιές και πρόσφατες φωτογραφίες, λαϊκές ζωγραφιές, επιγραφές και ρητά, δυο-τρία ρολόγια, διαφημίσεις της ΕΨΑ και διάφορα όργανα. Συγκεκριμένα ήτανε τρία μπουζούκια, μια κιθάρα, δυο-τρεις μπαγλαμάδες, κουτάλια και διάφορα εξωτικά έγχορδα που δεν τα αναγνώριζα και -όπως εκ των υστέρων μπορώ να διαβεβαιώσω- δεν είδα κανέναν να τα παίζει ποτέ. Ήταν προφανές ότι η ετερόκλητη αυτή διακόσμηση είχε συσσωρευτεί με τα χρόνια και μάλλον μεγάλο μέρος της ήταν παλαιότερο των μαγαζατόρων.

Το μαγαζί έχει ιστορία 87 ετών σήμερα και δεν το κρύβει. Στο κενό πάνω από το τραπέζι των μουσικών κρεμόταν το κλουβί με καρδερίνες. Σπάνια πουλιά με άγνωστης προέλευσης γενετικό υλικό ειδικά ενισχυμένο για να αντέχει σε συνθήκες υψηλού θορύβου και ατμόσφαιρας υψηλής περιεκτικότητας σε αιθάλη. Στον τοίχο δίπλα στην πόρτα της κουζίνας υπήρχε και υπάρχει πάντα ο πασίγνωστος στη «μυθολογία» των Μιλάνων μαυροπίνακας, στον οποίον γράφονταν οι κατά καιρούς μπαταχτσήδες του μαγαζιού. Περίφημη είναι η αναγραφή σ' αυτόν του ονόματος του Γιώργου Μητσάκη, επειδή απέκρυψε ότι ο Στέφανος Μιλάνος τού 'φτιαξε με δικά του χρήματα το πρώτο του μπουζούκι. Την επίμαχη βραδιά ο μαυροπίνακας έγραφε την ΑΕΠΙ, η οποία μόλις δυο μέρες πριν είχε χαρατσώσει με ένα εκατομμύριο δραχμές την ταβέρνα - «κατ' αποκοπήν» ετήσια αμοιβή για τα δικαιώματα των τραγουδιών που παιζότανε κάθε βράδυ.

Αυτό το μάθαμε όταν καθίσαμε. Ήρθε ο Κάρολος στο τραπέζι μας και κάναμε τις συστάσεις. Μεγάλη παρέα ήμασταν, ε, ο Κάρολος ως πιο κοινωνικός μας έπιασε κουβέντα για τη μουσική και τα λαϊκά τραγούδια - πάντα το κάνει με τους καινούργιους πελάτες και πάντα γι' αυτά μιλάει (στην αρχή). Με την ευκαιρία τα έβαλε δικαίως και με την ΑΕΠΙ: «Σιγά μη δίνουνε από εμάς δικαιώματα στη χήρα του Παπαδόπουλου, του Γιάννη, όχι του άλλου». Δεν ήξερα ούτε το Γιάννη Παπαδόπουλο ούτε τον «άλλον», αλλά κούνησα συμφωνώντας το κεφάλι. Εν τω μεταξύ ήρθε και το κρασί. Ένα περίεργο πράμα: τέτοια ταβέρνα να μην έχει ένα κρασί της προκοπής! Οι επιλογές σου είναι είτε τα τοπικά κρασιά Αγχιάλου («Αρετώ» και «Δήμητρα») τα οποία είναι επιπέδου «Κουρτάκη» στα καλά του ή κάτι απίθανα χύμα που τα πίνεις μισά-μισά με σόδα. Εν πάσει περιπτώσει, έρχεται το γκαρσόνι (γεια σου ρε Λευτέρη) για παραγγελία, οπότε ο ξάδερφος λέει μεγαλόπρεπα: «Δυο απ' όλα» (είπαμε, ήμασταν μεγάλη παρέα). Ξαναξαφνιάστηκα...

Και ήρθανε αυτά τα «δυο απ' όλα» και γέμισε το τραπέζι πιάτα και πιατάκια και όλα μια χαρά ήτανε. Η αλήθεια είναι πως μαγειρεύουνε καλά. Κι αυτό διότι υλοποιούνε τον «κύκλο της κουζίνας» οι ίδιοι, από τα ψώνια το πρωί μέχρι το σερβίρισμα το βράδυ. Ό,τι τρως εκεί είναι φτιαγμένο με τα χέρια τους και είναι καλό. Λίγο πιο πικάντικο από το κανονικό, αλλά καλό. Και κυρίως αγνό και αυθεντικό, όπως ήταν και πριν πενήντα και βάλε χρόνια. Καλοτρώγαμε λοιπόν αλλά πολύ ήσυχα, ούτε μουσική ούτε τίποτα, μόνο η τηλεόραση έπαιζε στο βάθος. Παραξενεύτηκα, αλλά με καθησυχάσανε οι πιο παλιοί: «Έντεκα με μία παίζουνε εδώ. Περίμενε».

Κουτσόπινα και χάζευα. Το μαγαζί ήταν φίσκα. Οι πιο πολλοί ήτανε Βολιώτες, μεσόκοπα αντρόγυνα που βγήκανε τη Σαββατιάτικη έξοδο. Είχε και κάποιους φοιτητές, αλλά το κοινό ήταν ως επί το πλείστον λαϊκό. Αργότερα με τα χρόνια κατάφερα να κατηγοριοποιήσω καλύτερα το κοινό της ταβέρνας: ερχόντουσαν φοιτητές, πολλοί λαϊκοί άνθρωποι της γειτονιάς αλλά και ένα σωρό προσωπικοί φίλοι των Μιλάνων από διάφορα μέρη. Το εντυπωσιακό είναι πως δεν είναι μόνο από τα διάφορα μέρη της Ελλάδας οι διάφοροι φίλοι του μαγαζιού, αλλά και από όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και μάλιστα όχι μόνο Έλληνες του εξωτερικού, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά και πάρα μα πάρα πολλοί αλλοδαποί, στους οποίους οι Μιλάνοι έχουν όλως παραδόξως μεγάλο σουξέ.

Η κάπνα είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική. Στον τοίχο είχε τρία μπουζούκια. Με ποιο θα παίξουν άραγε; Με τα πολλά πήγε έντεκα, αρχίσανε, ο Κάρολος στο μπουζούκι (ξεκρέμασε το πιο άθλιο εμφανισιακώς απ' όλα), ο Νίκος στην κιθάρα και ένας που δεν τον ήξερα τότε (γεια σου Στέφανε Τακτικέ) στα κουτάλια. Τραγουδάγανε ο Νίκος και ο άλλος. Χωρίς ρεύματα και μικρόφωνα. Αυτό ήταν: χάζεψα με την όλη φάση. Τι «παπάδες» παίζανε τούτοι δω; Ηχόχρωμα βγαλμένο κατευθείαν από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το μπουζούκι εντελώς «τσιτσανέικο», η κιθάρα σε ανάλογο επίπεδο... Έχασα την μπάλα! Άσε το ρεπερτόριο: από τα πενηντατόσα τραγούδια που είπανε, ζήτημα ήτανε να ήξερα καμιά δεκαπενταριά. Πολύ κακό σκορ για έναν ψαγμένο -υποτίθεται- ακροατή, τη στιγμή μάλιστα που όλο το μαγαζί τα ήξερε πολύ καλά και τα τραγουδούσε. Βέβαια το ρεπερτόριο ήταν αρκούντως διευρυμένο, όπως κάνουν κάθε φορά οι Μιλάνοι, αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία.

Μεγάλη υπόθεση αυτό το ρεπερτόριο του μαγαζιού. Μιλάμε για τρεις-τέσσερις χιλιάδες τραγούδια, χωρίς υπερβολή, η πλειοψηφία των οποίων είναι από τον πόλεμο μέχρι το '60. Το βασικό όμως είναι πως δεν έχουνε κολλήματα, ανοίγοντας το ρεπερτόριό τους σε οτιδήποτε οι ίδιοι θεωρούν λαϊκό τραγούδι. Έτσι, μπορείς να ακούσεις συνεχόμενα τον «Επιπόλαιο», το «Σαν απόκληρος γυρίζω», τις «Νύχτες της Σταμπούλ», τις «Δέκα συμβουλές», «Του Βόλου τις ακρογιαλιές» και πάει λέγοντας. Το ενδιαφέρον είναι πως όλο αυτό το ετερόκλητο πλήθος δε μεταφέρεται στο κοινό ως αχταρμάς, αλλά ως ένα ενιαίο σύνολο λαϊκών τραγουδιών που πολλές φορές αλλάζουν χαρακτήρα σε σχέση με το πρωτότυπο. Αυτή τους την ιδιαιτερότητα τη συνειδητοποίησα όταν ανακάλυψα ότι την πλειοψηφία των τραγουδιών που παίζουν δεν την έχουν ακούσει ποτέ από δίσκο. Στην πράξη παίζανε ό,τι θυμόντουσαν από τότε που «περάσανε» για πρώτη φορά το τραγούδι και όπου δε θυμούνται βάζουνε δικά τους. Αντικειμενικά μιλώντας, οι Μιλάνοι είναι οι τελευταίοι μιας γενιάς μουσικών που στηρίχτηκαν στην προφορική παράδοση και λειτούργησαν στρογγυλεύοντας τα τραγούδια με εισαγωγές και μουσικές φράσεις όπως το ποτάμι που στρογγυλεύει τα βότσαλα. Όταν με τα χρόνια γίναμε φίλοι, άρχισα να τους γράφω κασέτες με όσα τραγούδια τους έβρισκα σε εβδομηνταοχτάρια. Νόμιζα πως επιτελούσα και έργο. Κολοκύθια, τα ακούγανε μια φορά και μετά τα παίζανε όπως γουστάρανε και ξέρανε! Αδύνατον να αλλάξουν τρόπο στα εξηντατόσα τους.

Εκείνο λοιπόν το περίφημο βράδυ, κάποια στιγμή πήγε μία, τελειώσανε τα τραγούδια, είπανε «και μεθαύριο μέρα είναι πάλι» καθότι Σάββατο, κι εγώ προσπαθούσα να συνοψίσω την εμπειρία της βραδιάς. Δεν μπόρεσα. Το «φαινόμενο Μιλάνοι» είναι πολύ πολύπλοκο για να το αντιληφθείς με την πρώτη. Το μόνο που ήμουνα σίγουρος εξαρχής ήταν πως επρόκειτο για Λαϊκό μαγαζί, με κεφαλαίο Λ, τελεία και παύλα. «Θα ξανάρθω». Και ξαναπήγα μερικές ...χιλιάδες φορές. Ήρθε μια εποχή, όταν μετανάστευσα στο Βόλο το '98, που ήμουνα στο μαγαζί δυο φορές τη βδομάδα. Με τον καιρό γίναμε φίλοι με τους Μιλάνους, έμαθα τα τραγούδια τους, μετά βγήκε και το CD... Άλλαξε η σχέση μου με το μαγαζί και τους ανθρώπους του. Όλα πια εκεί μέσα μου είναι πολύ οικεία και φιλικά, πλην όμως τη μαγεία της μουσικής που με συνεπήρε την πρώτη εκείνη φορά δεν την έχω στερηθεί ακόμα. Με δυο κουβέντες, δεν έχω καταφέρει να πλήξω μουσικώς εκεί μέσα. Πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν πολύ υψηλό δυναμικό στον τομέα Λαϊκή Μουσική. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό...

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

59 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα