Σκάλα του Μιλάνου

αφιέρωμα - νοέμβριος 2005
 

Η πρώτη μου επαφή με τους Μιλαναίους ήταν τον Απρίλιο του '83, όταν ο πατέρας μου, αφού μου το 'χε υποσχεθεί, με πήγε στο Στάθη Μιλάνο για να μάθω μπουζούκι. Και τον ευγνωμονώ γι' αυτό. Στην αρχή με φόβισε λίγο το αυστηρό και σοβαρό του ύφος, αλλά αυτό γρήγορα ξεπεράστηκε. Η σχέση που αναπτύχθηκε ήταν μαθητή-δασκάλου αλλά αργότερα φιλική.

Ο Στάθης έχει έναν τρόπο να σε κερδίζει αμέσως. Καταλάβαινες πως του αρέσει πολύ αυτό που κάνει (το να διδάσκει μπουζούκι δηλαδή, όχι μόνο να παίζει) γι' αυτό και το κάνει τόσο καλά. Μαζευόμασταν τότε σ' ένα τόσο μικρό δωματιάκι δεκάδες παιδιά αλλά και μεγάλοι και γινόταν χαμός. ’ψογος παιδαγωγός, λες και είχε τελειώσει πανεπιστήμιο. Τα καλοκαίρια μάς έλεγε να πηγαίνουμε για μάθημα κάθε μέρα αν θέλαμε, επειδή δεν είχαμε σχολείο! Και χωρίς να πληρώνουμε παραπάνω, πράγμα που δείχνει ότι δεν ήταν το κέρδος το πρώτο μέλημά του. Κι όταν έφτανες σε κάποιο επίπεδο σου έλεγε πως έπρεπε να σταματήσεις. Ήθελε να μας βάλει στη διαδικασία, αφού πλέον μπορούσαμε, να συνεχίσουμε μόνοι μας. Εμένα αυτό με ξάφνιασε γιατί δεν ήθελα να σταματήσω.

Πήγαινα μόλις δύο ή τρία χρόνια. Και παρόλο που σταμάτησα να λογίζομαι μαθητής του, συνέχισα να πηγαίνω αρκετά συχνά. Ειδικά τα Σάββατα, που το πρωί έβγαζε το λάστιχο και έβρεχε το πεζοδρόμιο, τάιζε την καρδερίνα (και τις δεκαοχτούρες που μαζεύονταν) και έπαιζε τάβλι με το Μανώλη και το Στέφανο ή τώρα ακόμα με το Γιάννη. Κι άμα η ώρα περνούσε από δώδεκα άρχιζαν τα τσίπουρα και οι μεζέδες. Κι όταν άλλαζε χορδές και κούρδιζε κανένα όργανο, καθόμασταν κι ακούγαμε σαν χαζοί. Εκείνη την εποχή άκουσα υπέροχα πράγματα. Από ένα μπουζούκι και μόνο.

Παράλληλη ήταν και η γνωριμία με τον Κάρολο και το Νίκο. Πάλι ο πατέρας μου, στις βραδινές εξόδους του στη «Σκάλα» κι αφού είχα αρχίσει να μαθαίνω μπουζούκι, συνήθιζε να με παίρνει μαζί του. Και μετά με την παρέα στο λύκειο ή μόνος μου, μια ή δυο φορές την εβδομάδα θα περνούσα από κει. Σάββατο μετά το Στάθη συνήθως περνούσαμε με τον Μπεφάνη κι απ' τη «Σκάλα» για να συγκρίνουμε το Προπο που παίζαν εκείνοι με το δικό μας στη σχολή! Αλλά κυρίως για να πούμε ένα γεια και να ακούσουμε τίποτα καλό απ' τον Κάρολο που συνήθιζε να μας πειράζει. Μαγικές ήταν εκείνη την εποχή οι Τετάρτες που (ίσως λόγω ποδοσφαίρου) φτιάχναν ειδικούς μεζέδες και μαζευόντουσαν φίλοι μερακλήδες. Τα καλαμπούρια έδιναν κι έπαιρναν και το κρασί έρεε άφθονο. Αλλά το υπέροχο ήταν το άκουσμα. Ένα ολόκληρο μαγαζί τραγουδούσε μαζί με το Νίκο και έστηνε αφτί όταν θα έπαιζε σόλο ο Κάρολος.

Ειδικές ήταν καμιά φορά και οι Δευτέρες που επειδή είχε λιγότερο κόσμο και συνήθως γνωστούς, ο Κάρολος άνοιγε το βιβλίο που είχαν γραμμένα παλιά τραγούδια που ούτε οι ίδιοι δε θυμόντουσαν τα λόγια και τα έπαιζαν. Ο Κάρολος είχε έναν μαγικό τρόπο να τσακώνεται με όλους, αλλά το καλύτερό του ήταν να λέει ιστορίες. Πάντα με την απαραίτητη δόση υπερβολής αλλά μ' έναν τρόπο που σε κέρδιζε. Ο Νίκος, ροδοκόκκινος όταν τραγουδούσε, φρόντιζε πάντα να του γεμίζουν το ποτήρι γιατί άδειαζε γρήγορα.

Απ' το '83 πέρασαν 22 χρόνια και ίσως να γέρασαν αρκετά. Φέτος βάλαν ρεπό και τη Δευτέρα. Κι όμως η ταβέρνα εξακολουθεί να σου αφήνει την ίδια αίσθηση, ότι οι άνθρωποι και το μέρος που βρίσκεσαι έχουν κάτι ιδιαίτερο και μοναδικό. Κι όποτε θα τύχει ν' ακούσω το Στάθη μου θυμίζει πόσο μεγάλο όργανο είναι και νοιώθω τυχερός για ότι άκουσα και διδάχθηκα απ' αυτόν.

Μέσα σε τόσες λίγες γραμμές είναι δύσκολο να περιγράψω τι έζησα και τι νοιώθω για τους Μιλαναίους. Ίσως η λέξη οικογένεια να είναι η κατάλληλη. Τους θεωρώ δεύτερη οικογένειά μου και τους ευχαριστώ για όλα.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.