Σκάλα του Μιλάνου

αφιέρωμα - νοέμβριος 2005
 

Κατέβασα το βαρύ φανταρίστικο σάκο μπροστά στην πύλη και άρχισα να χαζεύω τα F-16 που με θόρυβο επιδιδόντουσαν σε εικονικές αερομαχίες. Νέα Αγχίαλος, 111 Πτέρυγα Μάχης. Μία τεράστια έκταση που θα γίνονταν το θέατρο της ζωής μας για τους επόμενους 6 μήνες.

Ο άκρως ψαρωτικός αερονόμος μας πλησίασε και ζήτησε τα φύλλα πορείας μας για να τα ελέγξει. Τρία χέρια απλώθηκαν και του πάσαραν αντίστοιχα διπλωμένα και ταλαιπωρημένα χαρτάκια που έγραφαν τα σχετικά της μετάθεσής μας. Η δική μας ταλαιπωρία, σαφώς μεγαλύτερη, έμοιαζε μόλις να αρχίζει καθώς ο ήλιος έδυε και η καταχνιά του κάμπου, ανακατεμένη με τα καυσαέρια των F-16 έκανε τα πράγματα δυσκολότερα για τα πνευμόνια μας. Μετά από ένα μισάωρο αναμονής, το παμπάλαιο τζιπάκι φάνηκε στο βάθος να πλησιάζει προς την πύλη. Ο οδηγός-φαντάρος με τα πουκάμισα έξω, τα άρβυλα λυμένα και τα νεύρα του τεταμένα, μας έκανε νόημα γρυλλίζοντας σαφώς εκνευρισμένος που τον διέκοψαν από την απογευματινή του σιέστα. Ανεβήκαμε όπως-όπως με τους σάκους στον ώμο και με ένα σχεδόν επιτόπιο τετακέ ο νέος μας συνοδός μάς οδήγησε στους θαλάμους.
- Αράξτε όπου βρείτε μέχρι να έρθει ο υπηρεσιολόγος, φώναξε καθώς κατεβαίναμε με το τζιπάκι σχεδόν εν κινήσει...

Κοιταχτήκαμε, κοιτάξαμε τους θαλάμους που απ' έξω έμοιαζαν με εγκατελειμένες αποθήκες πρώην ανατολικού κράτους και εφορμήσαμε στα ενδότερα. Η εικόνα μέσα δεν ήταν και πολύ καλύτερη. Ένας ατελείωτος διάδρομος με πρόχειρα κτισμένα χωρίσματα για διαμερισματοποίηση και σε κάθε διαμέρισμα πεταμένες δύο κουκέτες, ήτοι 4 κρεβάτια. Κάπως έτσι πρέπει να είναι και οι φυλακές σκέφτηκα και αφού απέρριψα κανα-δύο στρώματα με το μάτι κάθισα σε ένα που φαινόταν λιγότερο βασανισμένο...

Ο θάλαμος φαινόταν άδειος και εγκατελειμένος. Έδιωξα τις μίζερες σκέψεις που με κατέκλυσαν και προσπάθησα να βρω κάτι αισιόδοξο για να πάρω κουράγιο. Ευτυχώς με πρόλαβαν τα αυτιά μου! Από το βάθος του θαλάμου άκουσα μία μελωδία... Μπαγλαμάς!!! Σηκώθηκα και ακολούθησα τις νότες. Στο άλλο άκρο βρήκα καθισμένο στο κρεβάτι του τον υπαίτιο.
- Παίζεις καιρό; τον ρώτησα. Σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε.
- Κάθησε, είπε.
Αφού τελείωσε το ταξιμάκι του μου έτεινε τον μπαγλαμά και την πένα. Δειλά στην αρχή, έπαιξα δύο-τρεις αναγνωριστικές νότες και άρχισα να ψιλογρατζουνάω. Σταμάτησα από διακριτικότητα και έκανα να του δώσω το μπαγλαμά.
- Παίξε κι άλλο, μου είπε. Τόσο καιρό εδώ και δε συνάντησα άνθρωπο να παίζει.
Σε λίγα λεπτά της ώρας είχαμε γνωριστεί, κάναμε αναδρομή στις ζωές μας, ανοίξαμε τις καρδιές μας και μιλήσαμε σαν παλιοί φίλοι. Μόνο η μιζέρια του στρατού είναι τόσο ισχυρός καταλύτης των αναστολών της ανθρώπινης επαφής.
- Αύριο αν βγείτε εξοδούχοι να πάτε στη «Σκάλα του Μιλάνου», είπε.
- Σιγά μην πάμε και στο Κόβεντ Γκάρντεν, απάντησα με ειρωνεία. Με κοίταξε με απορία και έπιασε να μου εξηγήσει.
Το επόμενο βράδυ με άλλους δύο «υποψιασμένους» συν-φαντάρους, πήγαμε στην Ιωλκού και Αναλήψεως στο Βόλο. Ένα παμπάλαιο κτίσμα βαμμένο γαλάζιο έπαιζε το ρόλο της ταβέρνας-καφενείου.
- Είσαι σίγουρος ότι είναι εδώ; ρώτησε ο Δημήτρης καθώς άνοιγα την πόρτα.

Η ταμπέλα που κρεμόταν απέξω ήταν κατηγορηματική. Ένας χώρος όπου ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει στο '50 μάς υποδέχτηκε. Διασχίσαμε το μαγαζί και πιάσαμε ένα τραπέζι απέναντι από το κεντρικό, όπως μας είχαν ορμηνέψει, που προς το παρόν ήταν άδειο. Ένα κεφάλι πρόβαλε από την κουζίνα. Σε μερικά λεπτά ήρθε για παραγγελία ο βοηθός με το ένα μάτι.
- Τι να πάρουμε; ρώτησα.
- Θα φέρω εγώ, είπε. Διαλέχτε μόνο τι θα πιείτε. Φαντάροι;
- Ναι, απάντησα και κοίταξα στο διπλανό τραπέζι τη μοναδική παρέα που υπήρχε στο μαγαζί και κουβέντιαζε μεγαλόφωνα.

Ένας μαυροπίνακας, δύο κλουβιά, τρία-τέσσερα κάδρα με κιτρινισμένες φωτογραφίες, ένα μπουζούκι, ένας μπαγλαμάς και μία μπαλαλάικα, καθώς και μερικές παλιές διαφημίσεις ήταν αναρτημένα με πρόκες στους μπλε τοίχους. Η προσμονή για την ορχήστρα ήταν μεγαλύτερη από την πείνα, αλλά τα μαγειρευτά φαγητά που προσγειώθηκαν στο τραπέζι μας αποπροσανατόλισαν προσωρινά. Μετά από ένα μισάωρο και αφού σκουπίζαμε τα πιάτα μας, δύο γερόντια κάθισαν στο κεντρικό τραπέζι κρατώντας ένα παμπάλαιο μπουζούκι και μία κιθάρα. Οι επόμενες δύο ώρες ήταν η ανασκόπηση του λαϊκού -και όχι μόνο- πενταγράμμου. Ο Κάρολος και ο Νίκος έπαιζαν ασταμάτητα για οκτώ θαμώνες! Σε κάποιο διάλειμμα ο Νίκος γύρισε προς το μέρος μας.
- Έχει μπάλα σήμερα, είπε, υπονοώντας την αναδουλειά. Τι θέλετε να ακούσετε;
«Καλύτερα», σκέφτηκα και ζήτησα Παπαϊωάννου.
Με το τελευταίο «γκρααν» ο Νίκος μας υπενθύμισε ότι «και αύριο μέρα είναι». Είχαμε ήδη γίνει μία παρέα με τους ναυτικούς του διπλανού τραπεζιού που μόλις συνειδητοποίησαν ότι είμαστε φαντάροι παράγγειλαν «άλλη μία απ' όλα», μην τυχόν και φύγουμε πεινασμένοι. Ο Κάρολος ήρθε στο τραπέζι μας σαν παλιός γνώριμος και ο Νίκος αποσύρθηκε στην κουζίνα για το μάζεμα. Για δύο ώρες ένοιωσα πάλι άνθρωπος και όχι φαντάρος. Ξαναγάπησα το μπουζούκι μέσα από το μεράκι αυτών των ανθρώπων. Έκλαψα και γέλασα, δυστύχησα και χάρηκα και κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι μουσικός με «Μ» κεφαλαίο.

Έκτοτε, όποτε περνάω από το Βόλο φροντίζω το πρόγραμμα να περιλαμβάνει και διανυκτέρευση με έξοδο στη «Σκάλα». Είναι μία ευκαιρία να ανανεώνω το πάθος για τη λαϊκή μουσική αλλά και να «κλέβω» τραγούδια, ιδέες και μουσικές, ατόφια βγαλμένες από μία εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Από την εποχή εκείνη που οι μουσικοί έπαιζαν το κάθε τραγούδι διανθίζοντάς το με το προσωπικό τους ύφος και όχι όπως το άκουσαν στο δίσκο ή το διάβασαν στην παρτιτούρα. Έτσι όπως πρέπει να είναι η μουσική. Ζωντανή και αυτοσχεδιαστική.

Έτσι γνώρισα τους Μιλάνους. Αληθινούς, συνεπείς, πηγαίους και πάνω απ' όλα απλούς.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.