Σκάλα του Μιλάνου

αφιέρωμα - νοέμβριος 2005
 

Η ιστορία του CD

Τους Μιλάνους τους πρωτάκουσα στο μαγαζί το Νοέμβρη του '96. Εντυπωσιάστηκα από το παίξιμο, το ύφος, το ηχόχρωμα και το ρεπερτόριό τους καθώς όλα αυτά παρέπεμπαν απευθείας στα λαϊκά μαγαζιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Έκτοτε ξαναπήγα στο μαγαζί πάρα πολλές φορές, ειδικά την περίοδο που ζούσα μόνιμα στο Βόλο. Τότε τους πρότεινα να ηχογραφήσουνε κάτι. Αρνιόντουσαν σθεναρά. Ό,τι και να τους έλεγα δε δέχονταν, παρά ως άλλοι Μπέμπηδες τόνιζαν πως «όποιος θέλει να μας ακούσει, ναρθεί εδώ στο μαγαζί».

Όμως το καλοκαίρι του '99 ο Κάρολος είχε μια περιπέτεια υγείας. Δεν ξέρω αν αυτό λειτούργησε ως καταλύτης, πάντως τότε μου δώσανε την άδεια να προχωρήσουμε στην ηχογράφηση, αλλά υπό τον όρο ότι θα γινότανε στην ταβέρνα και θα ήτανε ταυτόχρονη για όλα τα όργανα. Θέλανε ακόμα τα μικρόφωνα να είναι ...κρυμμένα, γιατί αλλιώς θα άλλαζε το ύφος τους. Παρόλο που ήταν μεγάλος μπελάς, συμφώνησα.

Άρχισα από τα τυπικά, δηλώσεις στην ΑΕΠΙ και τέτοια. Ταυτόχρονα έπρεπε να βρω έμπειρο και σοβαρό ηχολήπτη γιατί η ταβέρνα δεν είναι και ό,τι καλύτερο ακουστικώς και οι όροι των Μιλάνων έβαζαν επιπρόσθετα εμπόδια. Κατέληξα στον σοβαρό επαγγελματία Τάσο Κυριαζή και αποφασίσαμε να γίνει η ηχοληψία νωρίς το απόγευμα, πριν αρχίσει ο κόσμος να έρχεται. Διαλέξαμε την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 1999 επειδή έπαιζε ο Ολυμπιακός με τη Μόλντε στο Τσάμπιονς Λιγκ και δε θα είχε πολύ κόσμο, άρα το επίπεδο θορύβου (=βαβούρα) στο μαγαζί θα ήτανε χαμηλό.

Και πράγματι, ήρθε ο Τάσος με το γιό του και έναν άλλον από τη Λάρισα με ένα βανάκι γεμάτο μηχανήματα. Στήσανε οκτώ μικρόφωνα, δοκιμάσανε τι δοκιμάσανε και μετά βγήκανε ο Νίκος με τον Κάρολο και τον Κώστα τον Καραμπερόπουλο στον μπαγλαμά και είπανε και τα δώδεκα τραγούδια μια κι έξω. Ούτε τρία τέταρτα δεν κράτησε η όλη ιστορία. Και, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή πορεία του Ολυμπιακού, ήτανε και απολύτως επιτυχής. Μάλιστα, μιας και ήταν στημένα τα μικρόφωνα, πάρθηκε και όλη η υπόλοιπη βραδιά και έτσι έχουμε και την μοναδική ίσως καθαρή ηχογράφηση από την «Σκάλα». Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται εδώ για τον Κώστα, ο οποίος -μολονότι νεαρός ακόμα- είναι παλιά ιστορία στο μαγαζί: γυμναστής στο επάγγελμα, έγινε σπουδαίος κιθαρίστας εκεί μέσα και τώρα είναι επαγγελματίας μουσικός στα μαγαζιά του Βόλου και της Λάρισας.

Μετά την ηχογράφηση σειρά είχε η επεξεργασία, η οποία ήταν όλη αναλογική και έγινε στην Αθήνα στο studio του Κυριαζή. Πουθενά δεν μπήκε υπολογιστής, πουθενά δεν «κλέψαμε» στον ήχο. Ταυτόχρονα συγκέντρωσα τα στοιχεία για τα τραγούδια (πέντε κασσέτες και ένα μπουκάλι τσίπουρο χρειάστηκαν για να γραφτούνε οι συζητήσεις που είχαμε για τα τραγούδια αυτά με τον Κάρολο στο σπίτι του) και έτσι έγραψα τα σχόλια που συνοδεύουν το CD. Επειδή δεν ήμουνα καλός στην έκθεση, έδωσα όλα τα στοιχεία που είχα μαζέψει για την ιστορία της οικογένειας Μιλάνου στο Γιώργο τον Καφενταράκη, ο οποίος σουλούπωσε το κείμενο και το υπέγραψε ως δικό του. Δεν πειράζει, χαλάλι του... Την αισθητική επιμέλεια του ενθέτου είχε η φίλη Ελένη Τσέλιου η οποία βοήθησε αφιλοκερδώς σε όλη τη διαδικασία παραγωγής. Το εξώφυλλο το έφτιαξε ο γραφίστας Νίκος Σαρρής που είχε τότε γραφείο στον Βόλο και έκανε την όλη δουλειά βασισμένος σε φωτογραφίες που μας παραχώρησαν οι Μιλάνοι. Το CD τυπώθηκε το Φεβρουάριο του 2000 σε 2.000 αντίτυπα στην επίσης Βολιώτικη Data Media και... μετά δεν είχαμε τι να τα κάνουμε. Είχα προαποφασίσει ότι η παραγωγή θα είναι ανεξάρτητη, οπότε έπρεπε να βρω έναν μηχανισμό διακίνησης. Ευτυχώς, είχα τότε μια εταιρία πληροφορικής στον Βόλο, η οποία είχε δικαίωμα παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας ψηφιακού υλικού. Τέτοιο λοιπόν βαφτίστηκε το CD και πήγε σε μερικά επιλεγμένα δισκάδικα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας, καθώς και σε όλα του Βόλου και της Νέας Ιωνίας. Κυρίως όμως, πήγε στην ταβέρνα των Μιλάνων, απ' όπου διακινήθηκαν τα περισσότερα κομμάτια.

Οι ανεξάρτητες παραγωγές έχουν πρόβλημα διαφήμισης, πόσο μάλλον όταν είναι επαρχιακές. Σε τοπικό επίπεδο δεν είχαμε πρόβλημα: όλες οι τοπικές εφημερίδες έγραψαν πολλές φορές για το CD και οι τοπικοί ραδιοσταθμοί το έπαιξαν ουκ ολίγες φορές. Όμως δεν έφτανε. Έτσι έστειλα από ένα αντίτυπο σε επιλεγμένους ραδιοσταθμούς (Δεύτερο, 902, Μελωδία, Εν Λευκώ), στα μουσικά περιοδικά της εποχής (Δίφωνο, Ήχος και άλλα που δεν θυμάμαι πια) και σε επιλεγμένους δημοσιογράφους. Από αυτούς, μόνον ο Γιώργος Παπαδάκης έγραψε μια δισέλιδη κριτική στο Δίφωνο και ο Πάνος Γεραμάνης κάμποσες φορές στα Νέα. Το παρουσίασε επίσης δυο φορές ολόκληρο στους «Λαϊκούς Βάρδους» του Δεύτερου Προγράμματος, ενώ και ο 902 έπαιζε συχνά κάποια κομμάτια. Αυτή ήταν όλη κι όλη η διαφήμιση που είχε το CD, το οποίο όμως εξαντλήθηκε στα μέσα του 2001! Κουρασμένος από το τρέξιμο που απαιτείται και με οικονομικά προβλήματα τότε, δεν προχώρησα σε επανέκδοσή του και έτσι σήμερα είναι συλλεκτικό.

Αρκετά μετά την εξάντληση όλου του στοκ, τον Απρίλιο του 2003 στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Λαϊκό Τραγούδι», ο Βαγγέλης Αρναουτάκης κατέταξε το εν λόγω CD ανάμεσα στις 30 κορυφαίες ζωντανές ηχογραφήσεις λαϊκής μουσικής στην Ελλάδα.

Τα τραγούδια

Μαριώ μου, Μαριγούλα
Μαριώ μου, Μαριγούλα
σκερτσόζα και τσαχπίνα,
με νάζι και με σκέρτσο περπατάς
κι όποιον κοιτάξεις την καρδιά του μαραζώνεις
και τον παιδεύεις
και σκληρά τον τυραννάς.
Έχεις δυο μαύρα μάτια
που λάμπουν σαν διαμάντια
και πρόσωπο σαν άστρο λαμπερό
τι να θαυμάξω, γλυκιά μου Μαριγούλα
π' όλο τον κόσμο
τον κάνεις παλαβό.
Μαριώ μου, Μαριγούλα
σκερτσόζα και τσαχπίνα,
με νάζι και με σκέρτσο περπατάς
κι όποιον κοιτάξεις την καρδιά του μαραζώνεις
και τον παιδεύεις
και σκληρά τον τυραννάς.
Χασαποσέρβικο σε στίχους και μουσική του Κάρολου. Το ταξίμι και το οργανικό μέρος του φινάλε είναι αυτοσχεδιαστικά. Χορεύεται και ως φοξ. Το τραγούδι είναι γραμμένο στη περίοδο 1950-52. Η Μαριγούλα είναι υπαρκτό πρόσωπο.

Γιατί να μ' αποχωριστείς;
Γιατί να μ' αποχωριστείς
αφού και συ θα πικραθείς
κι όταν με νοιώσεις, θα μετανιώσεις
θα είν' αργά κι αν ξαναρθείς
θα 'χουν τελειώσει όλ' αυτά
θα 'χει φθινόπωρο η καρδιά
Κι ίσως τα χρόνια, χωρίς συμπόνια
θα 'χουνε σβήσει τη φωτιά
όπου κι αν πας κι όπου βρεθείς
σαν την καρδιά μου δε θα βρεις
μείνε κοντά μου, για συντροφιά μου
σ' όλες τις μπόρες της ζωής.
Χασάπικο σε στίχους και μουσική του Κάρολου. Γύρω στο 1956 - 58.

Σβήσε από το νου τα πάντα
Σβήσε από το νου τα πάντα
τώρα που 'μαστε μαζί
τα περασμένα μην τα θυμάσαι,
καινούργια πλέον τώρα ζωή
Το τραγούδι σαν και πρώτα
στην καρδιά μας αντηχεί
έλα κοντά μου, στην αγκαλιά μου
καινούργια πλέον τώρα ζωή
Τι μας ωφελεί να κλαίμε
απ' το βράδυ ως το πρωί
τα περασμένα μην τα θυμάσαι,
καινούργια πλέον τώρα ζωή.
Ζεϊμπέκικο αγνώστου συνθέτη. Η μουσική ανήκει τουλάχιστον κατά τα 3/4 στον Κάρολο, ακριβώς επειδή δε θυμάται το πρωτότυπο. Στην εισαγωγή έχει βοηθήσει πολύ και ο Στάθης. Το οργανικό μέρος του φινάλε δεν είναι αυτοσχεδιαστικό, αλλά έχει συντεθεί από τον Κάρολο γύρω στο '70, ο οποίος μάλιστα το παίζει τακτικά στο μαγαζί. Το τραγούδι είναι γραμμένο πριν το 1950.

Έρημος, μόνος
Έρημος, μόνος γυρνώ τα βράδια
μες τα σκοτάδια, στα καπηλειά
διψώ γι' αγάπες, φιλιά και χάδια
ποθώ από χείλια γλυκά φιλιά
κάθε μου βήμα και ένας πόνος
κάθε μου δάκρυ και στεναγμός
στον κόσμο αυτόνε έμεινα μόνος
και σύντροφος μου ειν' ο καημός.
Χαρές κι αγάπες, δεν τις γνωρίζω
και πίνω πάντα γιατί πονώ,
τι με ρωτάτε γιατί δακρύζω
τη συμφορά μου μόνος τη ζω.
Ζεϊμπέκικο σε στίχους κάποιου αγνώστου εξόριστου στη Μακρόνησο, ο οποίος τους έδωσε στο Βολιώτη μπουζουξή Κώστα Στεργίου που υπηρετούσε εκεί τη στρατιωτική του θητεία το 1948. Ο Κάρολος με το Στεργίου έβαλαν τη μουσική το 1949. Ο Κώστας Στεργίου υπήρξε από τους καλύτερους επαγγελματίες μπουζουξήδες του Βόλου στη δεκαετία 1940-50. Υπήρξε ο τρίτος κατά σειρά δάσκαλος του Κάρολου μετά τον πατέρα του Στέφανο και το Χρήστο (Κίτσο) Τσιτσάνη. Πέθανε πρόσφατα.
Για γυναίκα δε με νοιάζει
Για γυναίκα δε με νοιάζει
κι ούτε βάζω πια μαράζι
συντροφιά έχω την κιθάρα
για γυνή δεν δίνω δυάρα.
Η γυναίκα σε ζαλίζει
στο μυαλό σου σε σκοτίζει
τι τα θες, είναι γκρινιάρες
είναι όλες σκανταλιάρες.
Η γυναίκα είναι ψεύτρα
και μεγάλη καρδιοκλέφτρα
κι όταν βλέπει πορτοφόλι
τήνε παίρνουν οι διαβόλοι.
Αλέγκρο σε στίχους και μουσική αγνώστου. Σε μεγάλο ποσοστό η μουσική ανήκει στον Κάρολο γιατί δε θυμάται την αυθεντική. Πρόκειται για ελαφρό τραγούδι που κυκλοφόρησε μετά το 1952.

Μαριανθάκι
Παίζω μπουζούκι όλο μέγκλα
βαρώ πενιά διπλή και φίνα
το ξέρουν στον Άγιο Νικόλα
το ξέρουνε και στην Αθήνα.
Είμαι μπουζουκλής, φίνος ζεϊμπεκλής
όλο και περικοκλάδες
κι αν με δει καμιά μες τη γειτονιά
ε ρε, ε ρε, κουτουράδες.
Χθες με καλέσανε σε κάποιο σπίτι
για να τους παίξω τον "Μποχώρη"
ήταν και το Μαριανθάκι,
της χήρας η μοναχοκόρη
Είμαι μπουζουκλής, φίνος ζεϊμπεκλής
όλο και περικοκλάδες
κι αν με δει καμιά μες τη γειτονιά
ε ρε, ε ρε, κουτουράδες.
Το μπουζουκάκι μου κουρντίζω,
τα κομπολόγια του κρεμάω
τις γκόμενες όλες μπανίζω
κι ένα μουρμούρικο αρχίζω.
Είμαι μπουζουκλής, φίνος ζεϊμπεκλής
όλο και περικοκλάδες
κι αν με δει καμιά μες τη γειτονιά
ε ρε, ε ρε, κουτουράδες
θα 'χουμε πολλούς καυγάδες.
Παμπάλαιο τραγούδι σε "περίεργο" ρυθμό 9/8. Η πρώτη στροφή και το ρεφρέν ανάγονται μερικά χρόνια πριν το 1900 και αποδίδονται στο Νίκο Μιλάνο (Κολατσή), παππού του Κάρολου, ο οποίος είχε ταβέρνα στην Πορταριά από το 1880 ως το 1915. Η δεύτερη και η τρίτη στροφή είναι του Στέφανου Μιλάνου, πατέρα του Κάρολου. Φτιάχτηκαν το 1928 και το 1910, αντίστοιχα. Η μουσική είναι προγενέστερη και μάλλον ανήκει κι αυτή στον παππού Νίκο. Ο γνωστός λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος ανθολόγησε αυτό το τραγούδι ("Ρεμπέτικα Τραγούδια", Έκτη Έκδοση, Κέδρος 1996, σελ. 205) με τίτλο "Είμαι μπουζουκλής" θεωρώντας το "Παλιό ρεμπέτικο, αντιγραμμένο από το τετράδιο του γέρο-Μιλάνου".

Σκάλα του Μιλάνου
Φεύγω απόψε από του Μπράνου *
πάω στην Σκάλα του Μιλάνου
για ν' ακούσω μπουζουκάκια
να μου φύγουν τα μεράκια.
Βρε καλώς τον Αχιλλέα **
μου φωνάζει μια παρέα
παρ' το μπαγλαμά στα χέρια
κάνε μας όλα τα κέφια.
Μπαίνω μέσα να καθίσω
να τα πιω και να γλεντήσω
για ν' ακούσω μπουζουκιά
απ' του Κάρλου την πενιά.
Βρε καλώς τον Αχιλλέα
μου φωνάζει μια παρέα
παρ' το μπαγλαμά στα χέρια
κάνε μας όλα τα κέφια
Παίζει ο Νίκος την κιθάρα
μπάρμπα-Στέφανος τζουρά ***
παίζει ο Κάρλος το μπουζούκι
και ο Στάθης μπαγλαμά.
Βρε καλώς τον Αχιλλέα
μου φωνάζει μια παρέα
παρ' το μπαγλαμά στα χέρια
κάνε μας όλα τα κέφια.
Ζεϊμπέκικο σε στίχους και μουσική του Αχιλλέα Μαντζίρη. 1970.

* "Του Μπράνου" ήταν Βολιώτικη ταβέρνα επί της οδού Κ.Καρτάλη, μεταξύ Ερμού και Δημητριάδος.
** Πρόκειται για το συνθέτη του τραγουδιού Αχιλλέα Μαντζίρη, έναν από τους παλαιότερους μπουζουξήδες του Βόλου. Έπαιξε με το Χρήστο Τσιτσάνη και τον Μπιθικώτση. Καλότατος άνθρωπος, βοήθησε πολύ κόσμο και πέθανε σ' ένα παγκάκι μπροστά στο νεκροταφείο της Ν. Ιωνίας.
*** Ο Στέφανος Μιλάνος δεν έπαιζε τζουρά αλλά κανονικό μπουζούκι με ξύλινα κλειδιά. Θάφτηκε μαζί του. Αν υπήρχε σήμερα αυτό το όργανο θα ήταν 180 ετών!

Μάγκας απ' το Βόλο
Πολύ βαριά με πρόσβαλες
δε σκέφτηκες καθόλου
πως είμαι ντερβισόπαιδο
και μάγκας απ' το Βόλο.
Πού θα μου πας, πού θα μου πας
τη φόλα μου θα τήνε φας.
Θα 'ρθει μια μέρα, πονηρή
όπου θα σε τυλίξω
είμαι του μπουζουκιού παιδί
και θα σου τ' αποδείξω
Πού θα μου πας, πού θα μου πας
τη φόλα μου θα τήνε φας.
Στα μούτρα δε με πρόσεξες
πήγες να με προσβάλεις
είμ' ένα τσίφτικο παιδί
γι' αυτό μην αμφιβάλλεις
Πού θα μου πας, πού θα μου πας
τη φόλα μου θα τήνε φας.
Ζεϊμπέκικο σε στίχους ενός ψαρά και ερασιτέχνη μουσικού από το Τρίκερι, ονόματι "Μπίλυ" και μουσική του Κάρολου. Γύρω στο 1960.

Γνώμη πάντ' αλλάζεις
Γνώμη πάντ' αλλάζεις, σκέψη κάθε ώρα
άλλα μού 'χες τάξει κι άλλα κάνεις τώρα.
Άρχισες τις τρέλες που δε σου ταιριάζουν
δίχως να σκεφτείς το πόσο σε κουράζουν.
Μ' έχεις πια γεμίσει ζάλη στο κεφάλι,
θα σε παρατήσω και θα φύγω μ' άλλη.
Κι έτσι πια μονάχος πως θα ζω μακριά σου
δε θα μαραζώνει η φτωχή καρδιά σου.
Χασάπικο σε στίχους και μουσική του Κάρολου. Γύρω στο 1948. Το ταξίμι και το οργανικό μέρος του φινάλε είναι αυτοσχεδιαστικά.

Άσε με να καζαντίσω
Άσε με να καζαντίσω
για να δεις τη γνώμη μου
στα χρυσά θε να σε ντύσω
πετροχελιδόνι μου.
Ήσουνα στη μάνα σου και μάζευες ραδίκια
τώρα που σε πήρα εγώ, γυρεύεις μπριζολίκια.
Άσε με, μη με πειράζεις,
άσε με στο χάλι μου
συ μου πήρες το μυαλό μου
από το κεφάλι μου.
Ήσουνα στη μάνα σου και γύριζες στις λάσπες
τώρα που σε πήρα εγώ, γυρεύεις άσπρες κάλτσες.
Μη με διπλοκαταριέσαι
θα πεθάνω και θα κλαις
κι' ύστερα θα μετανιώσεις
κρίμα το παιδί, θα λες
Ήσουνα μωρ' τι 'σουνα, σουπιά τηγανισμένη
και καρακάξα του βουνού, ποιος διάβολος σε παίρνει;
Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για την αρχική σμυρναίικη εκδοχή του γνωστού τραγουδιού. Έτσι το 'παιζε ο γέρο Στέφανος.

Η Διαμάντω
Γειά σου Διαμάντω όμορφη,
Διαμάντω παινεμένη
στο γάλ' αναθρεμμένη.
Πρωί-πρωί σηκώνεσαι
στη στάνη σου να τρέξεις
τα γίδια σου ν' αρμέξεις.
Όλα τα τσελιγκόπουλα
τα κάλλη σου θαυμάζουν
και χίλια δυο σου τάζουν.
Γιατί 'σαι τόσο όμορφη
Διαμάντω παινεμένη
στο γάλ' αναθρεμμένη.
Καμπίσιο" συρτό αγνώστου συνθέτη και στιχουργού. Το έπαιζε ο παλιός Βολιώτης μπουζουξής Μπαξεβανόπουλος. Επαγγελματίας μπουζουξής πριν το 1940, κατάφερε να ηχογραφήσει κάποια τραγούδια χωρίς να βάλει το όνομα του. Πέθανε φυματικός γύρω στο 1950. Ο Μπάμπης Μπακάλης κυκλοφόρησε μια "νησιώτικη" παραλλαγή του ("Κάποια κοπέλα όμορφη / τη θάλασσα κοιτάζει") γύρω στο 1960. Κατά μία εκδοχή υπάρχει σε δίσκο πριν το 1950 τραγουδισμένο από το Στράτο Παγιουμτζή, με τα ίδια λόγια αλλά με διαφορετική μουσική.

Οργανικό
Χασαποσέρβικο γραμμένο το 1958 από τον Κάρολο με αφορμή ένα στοίχημα που έβαλε με το Σούλη Αντωνίου, κιθαρίστα και επαγγελματία τραγουδιστή εκείνη την εποχή στο Βόλο. Το αίτιο του στοιχήματος αφορούσε τη δυσκολία δημιουργίας σόλου σε δρόμο Ουσάκ και το αντικείμενο που θα πλήρωνε όποιος έχανε ήταν μια λεμονάδα ΕΨΑ. Όπως ήταν φυσικό, ο Κάρολος έγραψε το παραπάνω σόλο και κέρδισε τη λεμονάδα του.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

81 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!