άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Αγαπητοί φίλοι, είδα με πολύ ενδιαφέρον το άρθρο του Νίκου Πολίτη για τη λογοκρισία και θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε, να συμβάλω στο γόνιμο αυτό διάλογο. Θα προσθέσω εδώ μερικά στοιχεία από το, παράλληλα με το ρεμπέτικο ακμάζον τουλάχιστον ως το 1940, ελαφρό τραγούδι και το αντίστοιχο θέατρό του (οπερέτα επιθεώρηση) και φιλοδοξώ ότι κάποιες από τις τοποθετήσεις του προηγούμενου άρθρου θα επανεξεταστούν.

Όταν ψάχνουμε να βρούμε την πρωτοτυπία οποιουδήποτε θέματος -όπως και για το ρεμπέτικο- εννοούμε ότι ψάχνουμε να βρούμε αυτό που το κάνει μοναδικό σε σχέση με άλλα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση γυρεύουμε να βρούμε εκείνο που έχει αυτό το είδος τέχνης και δεν το έχουν τα άλλα σύγχρονα παρόμοια είδη, παγκοσμίως. Ακόμα, γυρεύουμε να βρούμε αυτό που έχει το αποκαλούμενο συμβατικά ρεμπέτικο τραγούδι και δεν το έχουν προηγούμενα ή επόμενα είδη ελληνικού τραγουδιού. Κοντολογίς γυρεύουμε τη σχετικότητα του ρεμπέτικου, που συνδημιουργεί τη ροή του κοινωνικού χώρου και χρόνου, που δεν είναι καθόλου ομοιόμορφη και σταθερή. Άλλοτε είναι πυκνή και γρήγορη, άλλοτε αργή, έχει σταθμούς, έχει πάλεμα αντιθέτων τάσεων, σμικρύνσεις και γιγαντώσεις. Αυτό το είδος τραγουδιού, της περιόδου 1922-1952, έχει όμως και διαχρονικότητα, καθιέρωσε δηλαδή αξίες που περιέχονται στη ζωή όλων των επόμενων γενεών.

Από την εποχή της τουρκοκρατίας, στα κατοικούμενα από ελληνόφωνους εδάφη, η «εποπτεύουσα αρχή» σε θέματα λογοκρισίας και γενικότερου κοινωνικού ελέγχου ήταν η Πύλη, η οποία παραδοσιακά υπήρξε αρκετά φιλελεύθερη. Άλλωστε, κείμενα γραμμένα σε γλώσσα ελληνική δεν πολυαπασχολούσαν το Σουλτάνο και τους περί αυτόν.

Ο Γιώργος Μάμμος γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1935 στην Δραπετσώνα του Πειραιά, από γονείς Μικρασιατες. Από μικρός αγάπησε τόσο πολύ το μπουζούκι, που κατάφερε να το μάθει μόνος του και πολύ γρήγορα. Στα 18 του χρόνια έπαιξε επαγγελματικά για πρώτη φορά σε ένα μαγαζί στο Πέραμα.

Ο Νίκος Βραχνάς (Μουστάκιας), γεννήθηκε στον Πειραιά το 1941. Σπουδαίος ερασιτέχνης και αυτοδίδακτος μουσικός, μέχρι το τέλος της ζωής του έμεινε πιστός στο Πειραιώτικο στυλ, το οποίο γνώρισε από το μεγάλο Μάρκο Βαμβακάρη και τον Στέλιο Κερομύτη, με τον οποίο έκανε πολλή παρέα.

«Στα Τρίκαλα στα δυο στενά σκοτώσανε το Σακαφλιά»

Ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» καταγράφει ένα τραγούδι, το οποίο -σύμφωνα με το συγγραφέα- του το υπαγόρευσε ένας γεροντόμαγκας Μανιάτης κατάδικος, ο Κώστας Αντωνάκος. Παλιό μουρμούρικο της φυλακής, το έλεγαν γύρω στο 1930. Οι στίχοι του όμως δεν διασώζονται ολόκληροι: