άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Ρεμπέτικη στιχουργία

«Σούρουπο με συννεφιά και άρχισε ψιλή βροχή,
κι εγώ που ήρθα να σ’ ανταμώσω, βρήκα την πόρτα σου κλειστή.

Σφύριξα, δεν μ’ άκουσες, που ήρθα όπως έρχομαι
κλειστά τα τζάμια, κλειστή κι η πόρτα κι εγώ απ’ έξω βρέχομαι.

Έφυγα μες την βροχή, γιατί παρεξηγήθηκα
κι απ’ τον θυμό μου, όλη την νύχτα για σένα δεν κοιμήθηκα.»
Γιώργος Μητσάκης

Περισσότερα...

Το ρεμπέτικο, ο όρος «λαϊκό» και η παράδοση

Λαϊκό τραγούδι, λαϊκή δημιουργία και μουσική και στιχουργική. Τι είναι αυτό που προσδιορίζει, ή και καθορίζει ακόμη, ένα είδος τραγουδιού, δηλαδή μιας μουσκοστιχουργικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, ως «λαϊκό»; Η αναφορά του όρου λαϊκός, λαϊκό, λαϊκότητα παραπέμπει άμεσα στο λαό. Η έννοια «λαός» είναι γενική και μπορεί να αποδώσει αντικειμενικά ένα σύνολο κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων στις διάφορες κοινωνίες, που κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι ότι τις εκμεταλλεύονται οι κυρίαρχες τάξεις, αυτές που έχουν την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στα χέρια τους και που καρπώνονται τη συντριπτικά μεγάλη μερίδα του πλούτου που παράγεται κοινωνικά.

Περισσότερα...

Το ούτι: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Τα όργανα της οικογένειας του λαούτου (τα λαουτοειδή θα έλεγα εν συντομία) διαδραμάτισαν από την αρχαιότητα ένα πολύ σημαντικό και βαρύνοντα ρόλο στην πορεία και την εξέλιξη της Μουσικής και των μουσικών παραδόσεων στη λεκάνη της Μεσογείου, που περιλαμβάνει μια εκτεταμένη ενδοχώρα στη Β. Αφρική, τη Νότια Ευρώπη και τη Βαλκανική, την Τουρκία, την Εγγύς και Μέση Ανατολή.

Περισσότερα...

Το μουσικο-ποιητικό εργαστήρι του Βαμβακάρη

Όταν ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραφε ότι τα «ρεμπέτικα» γεννήθηκαν μέσα στους τεκέδες και τις φυλακές, υπονοούσε ότι αυτοί που τα έφτιαξαν δεν ήταν επαγγελματίες τραγουδοποιοί, οι οποίοι δημιουργούσαν τα έργα τους στους χώρους της δουλειάς (μουσικά κέντρα, πανηγύρια κτλ.), ή της διαμονής τους, αλλά εγκληματίες, που σκάρωναν περιστασιακά στιχάκια και μουσικές αποκλειστικά σε χώρους του εγκλήματος.

Περισσότερα...

Στις ταβέρνες τό ’χω ρίξει...

«...στις ταβέρνες τό ’χω ρίξει
κι έτσι σβήνουν οι καημοί...»

Έτσι τραγουδούσε ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Βασίλης Τσιτσάνης στα 1947, σε ένα τραγούδι του δεύτερου, που γεννά χαρμολύπη, διαγράφοντας αφηρημένα αφενός την απαισιόδοξη πικρή γεύση της σκληρής πραγματικότητας που βίωναν οι ακροατές του δημιουργήματος τούτου, αλλά και διακηρύσσοντας από την άλλη το πείσμα του κατατρεγμένου - αποκλεισμένου, για ζωή, για συμμετοχή στη χαρά, στη χαλαρότητα του γίγνεσθαι της κρατούσας αστικής τάξης.

Περισσότερα...

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.