άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Το ρεμπέτικο τραγούδι συνεχίζει και σήμερα να συγκινεί και να ελκύει, τόσο αισθητικά όσο και συναισθηματικά, όχι μόνο ανθρώπους από τη γενιά που πρόφτασε το ζωντανό άκουσμά του, αλλά και ανθρώπους από τις νεότερες γενιές που δεν έχουν άμεση την επαφή μαζί του και μεγάλο κομμάτι της νεολαίας. Η τεχνολογία, με τη γραμμοφώνησή του και την παραγωγή δίσκων, φρόντισε να φτάσει αυθεντικό το ρεμπέτικο ως τις μέρες μας.

Προδημοσίευση από το βιβλίο: "Λεξικό των θωρακικών ανθρώπων και πραγματεία για τα μικρασιάτικα, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια (1900 - 1960)"

αλάνης ο, αλάνι το, ουσ. [+] (για χαρακτηρισμό ανδρών) (τουρκ. alan = ξέφωτο δάσους) (βλ. ΣΧΟΛΙΟ): ”εγώ είμ’ αλάνης, μάνας γιος, μάγκας (βλ.λ.) σωστός στην τρίχα ” (βλ.λ.)|”Στου Πειραία το λιμάνι μου συστήσαν έν’ αλάνι “|”αμολάς (βλ.λ.) τα βράδια και γυρνάς μ’ όλα τ’ αλάνια “|”αν είσαι μόρτισσα (βλ.λ.) εσύ, αλάνι λεν εμένα, κι αν έχεις δυνατό αρκά (βλ.λ.), δε νοιάζομαι κανέναν “ ( = δε φοβάμαι κανέναν)

Όταν σκύβει κανείς πάνω στο παραδοσιακό τραγούδι, ανακαλύπτει έκπληκτος ένα τεράστιο θησαυρό από στίχους και μελωδίες, μια ολόκληρη κυριολεκτικά «χώρα», κάτοικοι της οποίας ήταν όλες οι πτυχές της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων εκφρασμένες μελωδικά. Όλα αυτά τα τραγούδια μεταδίδονταν με τον πιο «φυσικό τρόπο», από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά. Άλλα άντεχαν στο χρόνο κι άλλα χάθηκαν, όπως συνέβαινε τότε. Μέχρι που ορισμένες ιστορικές και κοινωνικές αναγκαιότητες «υποχρέωσαν στην καταγραφή αυτού του θησαυρού, στη «χαρτογράφηση» δηλαδή μιας άγνωστης (;) χώρας, της οποίας κάτοικοι είμαστε κι εμείς.

Κάποια επιπλέον στοιχεία και μερικές σκέψεις

Στο προηγούμενο τεύχος της «Κλίκας» ο Νίκος Φρονιμόπουλος μας περιέγραψε πώς έφτασε στην ανακάλυψη του Λεωνίδα Γάϊλα, του παλαιότερου γνωστού οργανοποιού της σύγχρονης Ελλάδας και κατασκευαστή του ταμπουρά του Μακρυγιάννη. Η δική μου εμπλοκή στο θέμα είχε σαν αφορμή μια παλαιότερη σχετική συζήτηση (στις αρχές του 2006) στο Ρεμπέτικο Φόρουμ, με αντικείμενο την ανακάλυψη αυτή. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι ο Λ. Γάιλας αναφερόταν από το Δανό ζωγράφο Μαρτίνο Ρέερμπυ (Martinus Rørbye 1803-1948) ως κατασκευαστής μπουζουκιών. Ήταν άραγε χαρακτηρισμός του ίδιου του ζωγράφου ή μήπως κάποιου πολύ μεταγενέστερου μελετητή της ζωγραφικής του Μ. Ρέερμπυ ή κάποιου μουσείου ζωγραφικής; Μήπως θα μπορούσαν να αντληθούν και άλλα στοιχεία από την ζωγραφική του Μ. Ρέερμπυ;

Από τους αρχαίους χρόνους η Ελλάδα, που βρίσκεται στο γνωστό εμπορικό αλλά και πολιτιστικό «σταυροδρόμι» της Μεσογείου δεχόταν επιρροές, τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή. Η μουσική δε θα μπορούσε φυσικά να εξαιρεθεί. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα αρκετά γνωστό, δε θα επεκταθώ. Θα κάνω όμως ένα χρονικό άλμα χιλιετιών ώστε να βρεθούμε στο 19ο αιώνα: Η διαμάχη για το πού «ανήκομεν», στη Δύση ή στην Ανατολή, φρόντισε για την κατανάλωση τόνων μελάνης, χωρίς η μία πλευρά να κατορθώσει να πείσει την άλλην ή αντίστροφα και αυτό συνεχίζει να ισχύει και σήμερα ακόμα. Ας περιοριστούμε όμως στη μουσική και ειδικότερα στο είδος που μας ενδιαφέρει.

Δεν βρήκα άλλο γλαφυρότερο τρόπο για να περιγράψω τον προβληματισμό μου γύρω από το ζήτημα νυχτερινή διασκέδαση, ψυχαγωγία, νυχτερινά μαγαζιά, μπουζούκια. Σίγουρα λίγο ή πολύ όλοι οι Έλληνες (λόγω μεσογειακής ιδιοσυγκρασίας) έχουν περάσει κάποια βραδιά ή και ολόκληρη ιστορική φάση της ζωής τους σε κάποια νυχτερινά μαγαζιά με μπουζούκια. Άλλοι αδιάφορα προσπέρασαν, άλλοι με εμμονή και χωρίς διάκριση συνέχισαν την περιπλάνηση στο ξενύχτι και χάθηκαν σε σύννεφα καπνιάς και φασαρίας.