άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Αυτό που θέλω να ξεκαθαρίσω από την αρχή είναι ότι εγώ δεν ξέρω μπουζούκι και ούτε θέλω να κάνω τον ειδικό και τον καμπόσο με αυτά που γράφω. Απλά θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές στιγμές από τη ζωή μου και να πω με την ευκαιρία δύο σκέψεις που έχω μέσα στο μυαλό. Για το μπουζούκι και για το ρεμπέτικο.

Δημοφιλέστερο ανάμεσα στα λαϊκά μας όργανα και σήμα κατατεθέν της Ελλάδας στο εξωτερικό, το μπουζούκι, κατάγεται από την οικογένεια των μακρυμάνικων λαουτοειδών νυκτών οργάνων, τα οποία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά 5.500 χρόνια πριν από την εποχή μας, στην αρχαία Μεσοποταμία. Τα όργανα αυτά αποτελούν έναν από τους πολιτιστικούς θησαυρούς που κληροδότησε στην ανθρωπότητα ο Σουμερικός λαός, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Ν. Μεσοποταμία, την ίδια εποχή, 5.500 χρόνια πριν από την εποχή μας. Ίσως μάλιστα τα πρώιμα αυτά λαουτοειδή να ήταν ήδη γνωστά κατ' αρχήν στους Σουμέριους (και έπειτα και στους άλλους νομαδικούς λαούς της ευρύτερης περιοχής) πριν αυτοί εγκατασταθούν στην περιοχή της Ν. Μεσοποταμίας. (1)

Ο Δημήτρης Στεργίου - «Μπέμπης», αναγνωρίζεται από τους σύγχρονούς του λαϊκούς μουσικούς, όπως επίσης από τους επιγόνους τους έως και σήμερα, σαν ένας από τους καλύτερους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού όλων των εποχών. Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς θεωρούν ότι είναι ο κορυφαίος. Όμως, οι αναφορές στον Μπέμπη για τους φίλους της λαϊκής μουσικής αφήνουν πάντα μια σκιά και ένα δυσάρεστο συναίσθημα, λόγω του άδοξου και πρόωρου τέλους της καλλιτεχνικής πορείας και της ζωής του. Ο Μπέμπης γεννήθηκε το 1927 και πέθανε το 1972 σε ηλικία μόλις 45 ετών, εξ αιτίας του «απόλυτου» πάθους του για το αλκοόλ.

1. Η ζωή του1

Πρώτη περίοδος

Ο Μάρκος Αλεμσεριάν (Marko Alemsherian), γνωστός ως Μάρκος Μέλκον, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας στις 2 Μαΐου του 1895. Οι γονείς του, Garabed και Hripsime Alemsherian, ήταν αρμενικής καταγωγής. Η μητέρα του Μέλκον ήθελε αρχικά να ασχοληθεί ο γιος της με την κιθάρα. Κατέληξαν ωστόσο να του αγοράσουν ούτι (ένα όργανο συγγενικό με την κιθάρα), μιας και την εποχή εκείνη ήταν πολύ πιο εύκολο να βρει κανείς κάτι τέτοιο στη Σμύρνη. Στα δεκαεφτά του χρόνια, ο Μέλκον έπρεπε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στον τουρκικό στρατό. Ο πατέρας του δεν είχε τα οικονομικά περιθώρια να εξαγοράσει τη θητεία, κι έτσι ο Μάρκος διέφυγε στην Αθήνα, αφού κατείχε ήδη πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα, λόγω της συναναστροφής του με Έλληνες της γενέτειράς του. Εκεί, εξάσκησε το επάγγελμα του μουσικού διδάσκοντας ούτι, αλλά κυρίως παίζοντας σε μαγαζιά της εποχής. Παράλληλα, πραγματοποίησε με την ορχήστρα του περιοδείες σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Προδημοσίευση από το υπό έκδοση έργο του Λεωνίδα Κιούση: «Σε ποιον ανήκει το ρεμπέτικο τραγούδι»

Γιατί άραγε επιβιώνει, μέχρι τις μέρες μας, μόνο το ρεμπέτικο τραγούδι και όχι το λεγόμενο «ελαφρό», που είναι και συνομήλικό του; Από τα δύο σύγχρονα είδη τραγουδιού του μεσοπόλεμου, το ένα επιβιώνει μέχρι σήμερα κάνοντας μέχρι τώρα πάνω από τέσσερις αναβιώσεις, σε ειδικά μαγαζιά, τα λεγόμενα ρεμπετάδικα, μαζί με τα ταβερνάκια και τις σχετικές συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Το άλλο είδος όμως, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες σύγχρονων καλλιτεχνών, Ζορμπαλά, Αρλέτα, Κηλαηδόνη, Δ. Σαββόπουλου κ.λπ., δεν καταφέρνει να βρει θέση στις σύγχρονες αξίες και στη μουσική ζωή του τόπου… κι αυτό ψάχνουμε να το εξηγήσουμε. Ξέρουμε ότι τα δύο είδη συνυπήρχαν την εποχή του μεσοπολέμου και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ταυτόχρονα με το δημοτικό, στη ρημαγμένη επαρχία. Το επιθεωρησιακό που τραγουδιότανε στις θεατρικές παραστάσεις, τα μικρασιάτικα από τους πρόσφυγες, και από την άλλη, οι άκαρπες προσπάθειες των Καλομοίρη, Βάρβογλη κ.λπ. για τη δημιουργία ελληνικής εθνικής κλασσικής μουσικής. Σκεφτήκαμε λοιπόν να συγκρίνουμε τα δύο είδη, για να βρούμε τις απαντήσεις. Διαλέξαμε, για το σκοπό αυτό, ένα κοινό θέμα τραγουδιών, τους ψαράδες, τις βάρκες και τους έρωτες, και θα κάνουμε την αντιπαράθεση των κειμένων τους και μερικών αποσπασμάτων, παρακάμπτοντας τις διαφορές στη μουσική τους.

Τα ντουζένια και τα καραντουζένια της ελληνικής δισκογραφίας 78 στροφών

Για τα κουρδίσματα του μπουζουκιού έχουμε διάφορες πηγές και μαρτυρίες από μουσικούς του ρεμπέτικου, όπως Στέλιος Κερομύτης, Μιχάλης Γενίτσαρης, Αθανάσιος Αθανασίου, Μάρκος Βαμβακάρης, κ.ά. Μια αναφορά στα ντουζένια του μπουζουκιού και του μπαγλαμά, όπως αυτά εμφανίστηκαν ελάχιστες φορές στη δισκογραφία 78 στροφών, είναι ωφέλιμη και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι η παρουσίασή τους κρίνεται απαραίτητη. Με αυτά τα κουρδίσματα γαλουχήθηκαν οι πρώτες γενιές μπουζουξήδων και μουσικών, των οποίων τα ονόματα γνωρίζουμε από μαρτυρίες νεότερων. Oι πιο γνωστοί από αυτούς τους μπουζουξήδες ήταν οι: Μιμίκος Μπογιατζής, Νίκος και Γιώργος Σκριβάνος, Θανάσης Μανέτας, Απόστολος Ζυμαρίτης, Ρεγγίνας, Χαρίλαος Κερομύτης, Γιάννης Μιχαλαρέας (Γυαλιάς).