άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Κάποτε υπήρχαν άνθρωποι που τους σέβονταν όλοι. Κάποτε, όταν η κατρακύλα έπαιρνε ανησυχητικές διαστάσεις, παρεμβαίνανε με επιστολές στις εφημερίδες συνοψίζοντας το μέσο λαϊκό συμφέρον και τα πράγματα ξαναμπαίνανε σε μια κάποια τάξη. Θυμάμαι να διερωτώνται «Τι θα γίνει μ' αυτό το χάλι; Δεν έχει μιλήσει ακόμα ο Ελύτης; Ο Θεοδωράκης τι λέει; Ο Χατζιδάκις είπε τίποτα στο Τρίτο;». Αυτό το είδος των ανθρώπων στις μέρες μας δεν υπάρχει. Και αν κατά λάθος υπάρξει, έχω την εντύπωση πως με κάποιο τρόπο θα του γίνει λοβοτομή χωρίς αναισθησία. Αλλά, μπα, δε θα χρειαστεί κάτι τέτοιο. Οι εποχές είναι απελπιστικά στείρες. Και ώσπου να ξαναγίνουν γόνιμες, υπάρχουν έργα για να σπουδάζουμε όσο κοιμάται ο πολιτισμός. Όσο κοιμάται η ποίηση που είναι η φωνή του.

Η μουσική παραγωγή των δυο τελευταίων δεκαετιών χαρακτηρίζεται από την απόλυτη επικράτηση ενός ακαθόριστου μουσικού είδους, το οποίο δεν μπορώ να βρω έναν δόκιμο όρο για να το περιγράψω. Απλοϊκός στίχος, πάντα σε πρώτο πρόσωπο, ρυθμική μουσική σε «παιδικά» μοτίβα με φόρμα που θυμίζει το αμερικανοπαγκοσμιοποιημένο ποπ. Πάντα αποδίδεται από ημιενδεδυμένους ευπαρουσίαστους νεαρούς και νεαρές που αναδύονται από καπνίζοντα τσουκάλια, ουρανοκατέβατες σκάλες και άλλα ευτράπελα προσπαθώντας να επιβάλλουν την καλλιτεχνική τους ύπαρξη.

Τι συμβαίνει άραγε στην καθημερινότητά μας; Η ζωή μας είναι περιτριγυρισμένη από θορύβους. Γεμάτη άγχος και στρες, γεμάτη παραφροσύνη και αλλοφροσύνη, γεμάτη φόβους και ανασφάλεια. Η ζωή μας έχει γίνει ένα καθημερινό βάσανο και μια συνεχής ρουτίνα. Το μόνο που βασανίζει το φτωχό μυαλουδάκι του κάθε μεσο-μικροαστού είναι αν... Τι να τον βασανίζει άραγε;

Άρχισ’ ο Χάρος να καλεί τώρα την κλάση μου» τραγουδούσε ήδη από τη δεκαετία του ’70 ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε στίχους Βίρβου και μουσική δική του. Από τότε πέρασαν περισσότερα από είκοσι χρόνια μέχρις ότου συμβεί το μοιραίο και χάσουμε από κοντά μας το μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή, φέτος τον Απρίλη.

Η πρώτη επαφή των περισσότερων με το ρεμπέτικο γίνεται με τραγούδια όπως η «Φραγκοσυριανή» και το «Πριν το χάραμα», κλασικά δηλαδή λαϊκά τραγούδια αισθηματικής θεματολογίας που τραγουδιούνται εδώ και εβδομήντα χρόνια. Η έκπληξη όμως έρχεται όταν για πρώτη φορά ακούς κάποια από τα τραγούδια που το περιεχόμενό τους περιγράφει φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας της εποχής, χωρίς περιστροφές και αποσιωπήσεις. Τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια αναφέρονται στη χρήση ινδικής κάνναβης και λιγότερα στην ηρωίνη και την κοκαΐνη.

Στα 1824 ο Κλοντ Φοριέλ διαπίστωνε ότι τα «Λαϊκά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας» αντιδιαστέλλονται από τα τραγούδια και την ποίηση των λογίων και διέπονται από την επιθυμία να αρέσουν σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Συνεπώς ανταποκρίνονται στην αντίληψη και την αισθητική των μεγάλων λαϊκών μαζών. Ο Φοριέλ διέκρινε τα «Λαϊκά Τραγούδια της Σύγχρονης Ελλάδας» σε τραγούδια της υπαίθρου (αγροτο-λαϊκά) και σε τραγούδια των πόλεων (αστικο-λαϊκά). Και δημοσίευε στο βιβλίο του αρκετά αστικο-λαϊκά από Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Χίο και Γιάννενα.