άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Πρόσφατα μάθαμε μέσω του «Ρεμπέτικου Φόρουμ» ότι ο Νίκος Φρονιμόπουλος, που επιμελήθηκε τον αποδιδόμενο στο στρατηγό Μακρυγιάννη ταμπουρά, έχει γράψει βιβλίο για το λαϊκό αυτό όργανο, το οποίο όμως δεν έχει ακόμα εκδοθεί. Πιστεύω πως είναι υποχρέωση του Υπουργείου Παιδείας να εκδώσει το συγκεκριμένο βιβλίο και να το μοιράσει -τουλάχιστον- στα Μουσικά Σχολεία όλης της χώρας και όχι μόνο. Τέτοια βιβλία είναι πολύτιμα για όλους μας, καθώς μας φέρνουν σε επαφή με το γνήσιο, το λαϊκό, πολιτισμό μας. Ευελπιστώντας ότι σύντομα θα προχωρήσει η έκδοση αυτή, επιχειρώ μια σύντομη αναφορά στον ταμπουρά.

Περιγραφή

Ταμπουράς κατασκευασμένος από το Θεόφιλο Μπρα το 1988
Ο ταμπουράς ανήκει στην κατηγορία των χορδόφωνων λαϊκών οργάνων. Οι κατασκευαστές του ταμπουρά ακολουθούν πάντα την ίδια σειρά: σκάφος, χέρι, καπάκι. Εργάζονται με υπομονή, προσοχή και μεράκι, για να πετύχουν τη στερεότητα, την καλή λειτουργία και την τέλεια ηχητική απόδοση. Για το σκάφος χρησιμοποιούνται ξύλα σκληρά (έβενος, παλισάνδρη, σφεντάμι, μαόνι, καρυδιά κλπ.). Φλαμούρι ή άλλο μαλακό ξύλο για το σκελετό του χεριού και για το καπάκι πεύκο ή έλατο. Το σκάφος γίνεται ή με ντούγες ή είναι σκαφτό. Το χέρι από μονοκόμματο φλαμούρι ή από κομμάτια φλαμουριού και άλλου μαλακού ξύλου συνδέεται στέρεα στο σκάφος, ώστε τα δυο τους να αποτελούν ένα συμπαγές σώμα, για να είναι στέρεο το όργανο και να μη σκεβρώνει. Το καπάκι είναι ίσιο ή λίγο κυρτό, για να είναι πιο ανθεκτικό στην πίεση των χορδών. Αφού κολληθεί, στολίζεται το άνοιγμα, που μπορεί να είναι μπροστά στο καπάκι ή στο δεξιό ή στο πάνω μέρος του σκάφους, με την ενθετική τεχνική γύρω-γύρω από το άνοιγμα με μικρά γεωμετρικά σχήματα.

Στο μακρύ χέρι (ξεπερνάει το μέτρο) κολλάει ο καράβολας και πάνω του ανοίγονται τρύπες για τα κλειδιά, που είναι ξύλινα και «καρφώνονται» σαν σφήνες, αφού αλειφθούν με υλικό κατάλληλο για να μη γλιστράνε και ξεκουρδίζονται. Στην ταστιέρα τοποθετούνται κινητοί δεσμοί, οι μπερντέδες (παλιότερα από έντερο ή μεταξωτή κλωστή, σήμερα από πλαστική ύλη), οι οποίοι μετακινούνται, επιτρέποντας στον παίκτη να αποδίδει διαστήματα -υποδιαιρέσεις- και μικρότερα του ημιτονίου (της δυτικής, συγκερασμένης κλίμακας), τα μόρια ή κόμματα. Η βυζαντινή μουσική θεωρία αναγνωρίζει ότι η κλίμακα υποδιαιρείται σε 72 κόμματα, αλλά επειδή είναι αδύνατο (πρακτικά) να τοποθετηθούν 72 μπερντέδες στο χέρι του οργάνου (ούτε καν στον Γιαϊλί ταμπούρ, που έχει πολύ μακρύ μπράτσο), τοποθετούνται μέχρι 25 ή 30 το πολύ μπερντέδες. Υπάρχουν 3 ομάδες χορδών (ατσάλινες σήμερα, εντέρινες παλιότερα). Σύμφωνα με τον Ανωγειανάκη «τοποθετούνται 2 διπλές, κουρντισμένες κατά πέμπτες ή 3 ή 4, κουρντισμένες κατά τέταρτες και πέμπτες». Η 1η ομάδα χορδών (καντίνι), η πιο πρίμα, μπορεί να είναι τριπλή. Σ’ αυτή παίζεται η μελωδία, ενώ οι άλλες έχουν περισσότερο συνοδευτικό χαρακτήρα.

Πλεονεκτήματα του Ταμπουρά

Ο ταμπουράς συνοδεύει τέλεια την ανθρώπινη φωνή, δε λειτουργεί ανταγωνιστικά σ’ αυτήν, δεν την υπερκαλύπτει, επειδή ο ήχος του δεν είναι δυνατός. Είναι ιδανικό όργανο για κλειστούς χώρους, ενώ, από την άλλη, αποτελεί πρόκληση για τον ηχολήπτη που αναλαμβάνει την ενίσχυση και μετάδοση του ήχου του σε μεγάλο κλειστό ή μεγάλο ανοιχτό χώρο, χωρίς να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του φυσικού ήχου του. Για να ακουστεί καλά ο ήχος του χρειάζεται ιδιαίτερη γνώση, υπομονή και μεράκι. Είναι ιδανικό όργανο για τους σπουδαστές της Βυζαντινής Μουσικής, ακριβώς γιατί αποδίδει τους διαφορετικούς τρόπους και ήχους αυτής. Επίσης θεωρείται ιδανικό για τη συνοδεία του παραδοσιακού, δημοτικού μας τραγουδιού. Τραγούδια, όπως του Γιοβάν Τσαούς, αποδίδονται καλύτερα ακόμα και σε επανεκτελέσεις με ταμπουρά, όχι με κάποιο άλλο όργανο.

Είδη Ταμπουράδων

Ο γιαϊλί ταμπούρ
Στην oικογένεια των ταμπουράδων ανήκει και το μπουλγαρί, ονομασία του ταμπουρά στην Κρήτη. Ο Ρεθυμνιώτης δημιουργός Στέλιος Φουσταλιεράκης ή Φουσταλιέρης το ανέδειξε ως όργανο μελωδικό και σολιστικό. Στη Μεσσηνία, πάντως, μπουλγαρί ονόμαζε ο παππούς μου τον μπαγλαμά που είχε από το δικό του πατέρα. Την ονομασία αυτή του μπαγλαμά στην περιοχή επιβεβαιώνει ο Φ. Ανωγειανάκης, ενώ στην Ηλεία τον μπαγλαμά τον ονόμαζαν γιογκάρι. Γιογκάρι ή λιογκάρι ονομαζόταν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ο ταμπουράς και είχε 3 χορδές.

  • Κίτελι ή κιντέλι, ένα άλλο είδος ταμπουρά, με 2 χορδές κουρντισμένες σε διάστημα πέμπτης.
  • Το Kαβόντο είχε επίπεδο σκάφος και 3 διπλές χορδές, μήκους 95 εκ. περίπου.
  • Το Τζιβούρι, είχε 2 διπλές χορδές και μια μονή, κουρντισμένες σε διαστήματα πέμπτης.
  • Καραντουζένι λεγόταν ένας μικρός ταμπουράς που έμοιαζε με μπαγλαμά.
  • Ένα άλλο είδος είναι ο Γιαϊλί ταμπούρ: τοξωτός ταμπουράς που παίζεται με δοξάρι. Έχει στρογγυλό μεταλλικό σκάφος που καλύπτεται με μεμβράνη και μακρύ μανίκι, 3 ζεύγη χορδών, μπερντέδες, άρα είναι ιδανικό για απόδοση μικροδιαστημάτων.
Γενικά, η πανδούρα που οι αρχαίοι Έλληνες πήραν από τους άλλους ανατολικούς πολιτισμούς ανάλογα με το σχήμα, τον αριθμό των χορδών και το κούρδισμα εμφανίζεται με τις ονομασίες: μπουζούκι, μπαγλαμάς, σάζι, γιογκάρι, μπουλγαρί στην Ανατολική Μεσόγειο, σιτάρ στην Ινδία, σαξιάν στην Κίνα, σαμισέν στην Ιαπωνία, charrango στη Λατινική Αμερική.

Προέλευση

Η αρχαία πανδουρίδα
Για την προέλευση του ταμπουρά οι γνώμες ποικίλουν. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη η αρχαιοελληνική πανδούρα ή πανδουρίδα ή πανδούριο θεωρείται ο πρόγονος του ταμπουρά, του οποίου εξέλιξη είναι πολλά όργανα, από το μαντολίνο έως το μπουζούκι, τον μπαγλαμά και τον τζουρά. Η πανδουρίδα ονομαζόταν και τρίχορδο, επειδή είχε 3 χορδές. Πληροφορίες για την αρχαία πανδουρίδα έχουμε από μαρμάρινη βάση της Μαντίνειας που παρίστανε το μουσικό αγώνα του Απόλλωνα και του Μαρσύα, (β΄ μισό 4ου π.Χ. αιώνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Εκεί βλέπουμε τη Μούσα καθισμένη σ’ ένα βράχο να παίζει πανδουρίδα και να την κρατά όπως και ένας σύγχρονος οργανοπαίκτης κρατά το μπουζούκι ή τον μπαγλαμά. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή (Πολυδεύκης, 2ος αι. μ.Χ.) η πανδουρίδα ήταν εύρημα των Ασσυρίων. Μια άλλη πηγή (Φώτιος, Λεξ. 427,26) αναφέρει ότι το όργανο αυτό ήταν Λυδικής προέλευσης. Θεωρείται σίγουρο όμως πως η πανδουρίδα, με τη σειρά της, έχει τις ρίζες της σε προ-ελληνικούς πολιτισμούς, στην Αίγυπτο, Ασσυρία, Κίνα και Ινδία. Πάντως, και κατά τους αλεξανδρινούς χρόνους ήταν σε ευρεία χρήση.

Ο ταμπουράς στην Ελλάδα

Αναφορά στον ταμπουρά έχουμε στα ακριτικά τραγούδια και στο έπος του Διγενή Ακρίτα (800-1300 μ.Χ.), άρα ήταν γνωστός και πριν το 800 μ.Χ. Απαντάται με τις ονομασίες: θαμπούρα, θαμπούριν, ταμπούριν, ταμπουράς. Στο ακριτικό «Η αρπαγή της κόρης του Λεβάντη από το Διγενή Ακρίτα» υπάρχει ο στίχος:
«...τζαι έπαιξεν ο ταμπουράς του κόσμου τες γλυκάες...».

Μια ωραία διήγηση για την οργανοπαικτική επιδεξιότητα του Διγενή διασώζει ένα ακριτικό τραγούδι, το οποίο διηγείται την παρουσία του Διγενή σ’ ένα γάμο: έπαιξε τόσο γλυκά τον ταμπουρά του που ζάλισε όλους τους καλεσμένους. Το κακό όμως ήταν ότι ζάλισε και τη νύφη, η οποία το ’σκασε φεύγοντας μαζί με το Διγενή, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων... Πολλοί στίχοι δημοτικών τραγουδιών μας αναφέρονται στον ταμπουρά:

«...Ντερβίσης εροβόλαγε στη μέση στο παζάρι
με το μπουζούκι παίζοντας, τον ταμπουρά βαρώντας...»
«...Λάλα καϋμένε ταμπουρά, πες το και συ, μπουζούκι...»
«...Βαστάει στα χέρια του μαλαματένιο ταμπουρά...»
-«...Το πλάγι πλάγι πήγαινε, τον ταμπουρά λαλούσε:
Εγώ ραγιάς δε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω...»

(Ν. Γ. Πολίτη, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού» Εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2001)

Αναφορά σε δημοτικό τραγούδι, σε ρυθμό τσάμικο, 6/4, έχουμε στην Αρκαδία:
«Τούτο το καλοκαιράκι,
κυνηγούσα ένα πουλάκι,
κυνηγούσα, προσπαθούσα,
να το πιάσω δε μπορούσα.
Παίζοντας τον ταμπουρά μου,
Ήρθε κι έκατσε κοντά μου».

Επίσης, στη Ροδοδάφνη Αχαΐας, σε ρυθμό καλαματιανό:
«Μια αυγούλα θε να σηκωθώ
να μπω σε περιβόλι
να κόψω μήλο της μηλιάς
κυδώνι της αγάπης
να κόψω κι ένα λιόφυλλο
να παίζω το λιογκάρι.
Να πάω στην αγάπη μου
να την γλυκοξυπνήσω:
- Λιογκάρι δε βαρυσκοπώ.
για δε βαρείς γιομάτα;
- Βάλε μου τέλια δυνατά
και βάρα στα γιομάτα.
Κι αν δεν σου βγάλω την ξανθειά
κάνε με τρία κομμάτια».

(Τα δύο αυτά τραγούδια υπάρχουν σε cd, όπου στο τραγούδι και στον ταμπουρά ακούγεται η Γεωργία Ψαραδέλλη και στα κρουστά ο Τάσος Μπουκουβάλας). Σώζονται παροιμίες και φράσεις, επίσης, με τη λέξη ταμπουράς:

«Για τα τέτοια και τα αυτά σου, ταμπουρά λαλεί η κοιλιά σου»,
«η κοιλιά μου/του παίζει ταμπουρά...».

Τοιχογραφία από τη Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα, 18ος αι.
Υπάρχουν πολλές πηγές για τη βυζαντινή εποχή, καθώς τόσο ο ταμπουράς όσο και το κανονάκι ήταν από τα βασικότερα όργανα για τη διδασκαλία της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, όπως τονίζει και ο Χρύσανθος στο βιβλίο του για τη βυζαντινή μουσική. Η παρουσία του ταμπουρά στη Βυζαντινή εποχή αποδεικνύεται όχι μόνο από γραφτά λογίων και στίχους δημοτικών τραγουδιών, αλλά και από λαϊκά παραμύθια, βυζαντινές τοιχογραφίες, ψηφιδωτά σε εκκλησίες και μοναστήρια, σκαλίσματα σε ξύλινα έπιπλα και ζωγραφικές πάνω σε βιβλία. Ακόμα και σε κεντήματα, ο Γιάννης Τσαρούχης μιλά για τον «υφαντό ιστορημένο τάπητα», όπου εικονίζεται ο ταμπουράς. Σε παλιές χαλκογραφίες βλέπουμε τα κλεφτόπουλα του 1821 να παίζουν ταμπουρά, αλλά και Έλληνες και ξένοι ζωγράφοι του 19ου αιώνα ζωγράφιζαν ανθρώπους να κρατούν ταμπουρά.

Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη

Ο Γαλατάς
Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο φυλάσσεται ο ταμπουράς που αποδίδεται στο Μακρυγιάννη. Αναπαλαιώθηκε από το Νίκο Φρονιμόπουλο, ο οποίος μελετώντας τα -σκαλισμένα στον ταμπουρά- αρχικά του κατασκευαστή του, ανακάλυψε το Λεωνίδα Γάιλα, το δημιουργό αυτού του οργάνου. Ο ταμπουράς αυτός, ο απλοϊκός, έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία. Ταμπουρά έπαιζαν πολλοί αγωνιστές του 1821, σύμφωνα με μαρτυρίες. Ο Κατσαντώνης, αλλά και ο Ρήγας και ο Κολοκοτρώνης αναφέρονται «να σέρνουν όπου πήγαιναν τον ταμπουρά και να ξεχνιούνται με ένα κλέφτικο τραγούδι». Ταμπουρά,όχι μόνο κρατούσε, αλλά και έπαιζε ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Σύμφωνα με μαρτυρία από τα «Απομνημονεύματά» του αυτοσχεδίασε με τον ταμπουρά του ένα τραγούδι, μετά από σχετική παράκληση των Γκούρα και Παπακώστα, το οποίο κατέληξε να είναι προφητικό μοιρολόγι... Και η νεότερη λογοτεχνία μας έχει αναφορές στον ταμπουρά. Ο Ν. Καζαντζάκης (1885 - 1957) στον «Καπετάν Μιχάλη» αναφέρει την εντολή «...να παίζει ο ταμπουράς, να μη σεκλετίζεται η Εμινέ Χανούμ».

Και ο ποιητής Κ.Κρυστάλλης (1868 – 1894) στον «Τρύγο»:
«Ένας τους συνοδεύει στο χορό μ’ ένα απαλό τραγούδι
και με ένα λάλημα γλυκό- γλυκό του ταμπουρά του...».

Το 1890 ο Νικηφόρος Λύτρας ζωγράφισε το «Γαλατά», ένα νεαρό με φουστανέλα που έπαιζε ταμπουρά. Ο μουσικολόγος και κριτικός Φοίβος Ανωγειανάκης στο μνημειώδες έργο του «Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα» περιγράφει την πορεία του ταμπουρά και την ιστορία του ονόματός του ως τις μέρες μας. Ταμπουράς υπάρχει και στο Μουσείο Λαϊκών οργάνων του Φ. Ανωγειανάκη: μοιάζει με μπουζούκι, έχει το άνοιγμα μπροστά και οι χορδές του έχουν μήκος γύρω στα 70 εκατοστά. Στο βιβλίο του Πετρόπουλου «Ρεμπέτικα τραγούδια» υπάρχει ένας καταπληκτικός ταμπουράς -που από λάθος του συγγραφέα αναφέρεται ως μπουζούκι- αρκετά παλιός, ίσως και 200 χρόνων.

Ο ταμπουράς του Γιοβάν Τσαούς

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο Γιοβάν Τσαούς με τον ταμπουρά του και με την παρέα του.
Ο Γιοβάν Τσαούς έπαιζε ένα ιδιόμορφο είδος ταμπουρά: στο καπάκι του είχε ένα μεγάλο άνοιγμα στη μέση και δυο μικρότερα στα πλάγια. Ήταν δωδεκάχορδος, με ξύλινα κλειδιά και με μανίκι περίπου στο 1,30 μ.! Ο ιδιόμορφος αυτός ταμπουράς είχε τις λεγόμενες «Βυζαντινές φωνές» στον ήχο του, δηλαδή 37 υποδιαιρέσεις στο μανίκι! Όταν ο Γιοβάν Τσαούς έπαιζε ταμπουρά, ο Μάρκος Βαμβακάρης ακουμπούσε το μπουζούκι του, και άκουγε εκστασιασμένος, λέγοντας:
«Παίξε ρε Γιοβάνη, να χαρείς τα παιδιά σου»!

Πράγματι, σπουδαίος δάσκαλος του ταμπουρά ο Γιοβάν Τσαούς. Γνήσια μακάμ με μυστήρια διαστήματα παρέχουν οι ηχογραφήσεις των έργων του. Λέγεται ότι τον ιδιόμορφο αυτό ταμπουρά τον είχε κατασκευάσει μόνος του, ενώ όλα τα άλλα όργανα που έπαιζε, (βιολί, τζουρά, σάζι, ούτι, γόνατο, μπουζούκι, μπαγλαμά) τα είχε κατασκευάσει ο Κυριάκος Πεσματζόγλου ή Λαζαρίδης.

Ο ταμπουράς στα νεότερα χρόνια

Ο ταμπουράς στα νεότερα χρόνια ακολούθησε την τύχη που είχαν τα περισσότερα γνήσια λαϊκά όργανα: αχρηστεύτηκε ή σε μερικές περιοχές εξαφανίστηκε... (Στ. Καρακάσης, «Ελληνικά μουσικά όργανα», 1970). Ένας λόγος ίσως είναι η δυσκολία στο παίξιμο και η ακριβή τιμή του. Αλλά κυρίως η προώθηση των αισθητικών κανόνων της Δύσης, ο διαχωρισμός σε «καλλιεργημένη» δυτική και «λαϊκή» ανατολική μουσική και η υιοθέτηση της συγκερασμένης κλίμακας. Σύμφωνα -και με το Φοίβο Ανωγειανάκη- ο παραγκωνισμός των άταστων ανατολίτικων οργάνων και η αντικατάστασή τους με όργανα έχοντα ταστιέρα συγκερασμένη είχε ως συνέπεια «να προσδίνουν ένα ψευδορομαντικό ύφος, χαρακτηριστικό άγνωστο στη γνήσια δημοτική μελωδία και στο παραδοσιακό παίξιμο του Έλληνα λαϊκού μουσικού... έτσι χάνουν το χρώμα τους και αποκτούν ύφος ιταλιανίζουσας καντάδας...» ( Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα). Τι να πούμε σήμερα βέβαια για τις ηλεκτρικές κιθάρες, τα αρμόνια με τις τζαζ-ροκ συγχορδίες και τους ενισχυτές που λειτουργούν ισοπεδωτικά σε ό,τι είχε απομείνει...

Αναφορά στον ταμπουρά σε μεταγενέστερα τραγούδια

Στη «Γιορτή των ζεϊμπέκηδων», σε στίχους του Πυθαγόρα και μουσική του Απόστολου Καλδάρα:
«...καίγεται ο ντουνιάς
σπάει ο ταμπουράς
σπάει από το σεβντά του
κι ο Ντελή Θρακιάς...».

Επίσης στον «Τσάμικο» σε μουσική του Μ. Χατζιδάκι και στίχους του Νίκου Γκάτσου:
«...Στα κακοτράχαλα τα βουνά,
με το νταούλι και το ζουρνά,
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη,
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι...
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
Κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς...».

Ο ταμπουράς στην εποχή μας

Οργανοποιός, σύγχρονος, σημαντικός στην κατασκευή παραδοσιακών οργάνων θεωρείται ο Θεόφιλος Μπρας. Κατασκευάζει κυρίως κανονάκι και ταμπουρά. Οργανοπαίκτες του ταμπουρά σήμερα είναι ο Κύπριος Χρήστος Κωνσταντίνου, ο Ross Daly, ο Χρήστος Τσιαμούλης που (από τις «Δυνάμεις του Αιγαίου», 1985 έως και τις πρόσφατες δουλειές του «Αφύλακτη σκοπιά», 2005) διαφαίνεται η αγάπη του για την παραδοσιακή μουσική, γενικά. Επίσης ο Νίκος Γράψας που συνεργάστηκε στις «Δυνάμεις του Αιγαίου» με τον Τσιαμούλη σε αυτή τη σημαντική δουλειά, καθώς μετά από πολλά χρόνια στη δισκογραφία ακούγονται ο ταμπουράς, το λαγούτο και το ούτι. Ακόμα η Γεωργία Ψαραδέλλη (διδάσκει σε Μουσικό Σχολείο και Ωδείο) τραγουδά και παίζει εκπληκτικό ταμπουρά και έχει συμμετοχή και σε δισκογραφικές παραγωγές («Τραγούδια που έφερε ο νοτιάς», Lyra-1996 ). Το 1998 επιχειρήθηκε μια «συνάντηση» ανάμεσα στη φλαμένκο κιθάρα του Πάκο Πένια και στα συγγενικά ελληνικά μουσικά όργανα (ταμπουρά, ούτι, λαούτο) στις εκδηλώσεις Μουσικός Ιούλιος στην Επίδαυρο. Έπαιξαν οι: Νίκος Σαραγούδας και Κυριάκος Καλαϊτζίδης (ούτι), ο Σωκράτης Σινόπουλος (λαούτο και πολίτικη λύρα) , ο Περικλής Παπαπετρόπουλος (ταμπουρά) και ο Χ. Τσιαμούλης (ούτι, λαούτο και ταμπουρά). Το κοινό τους αποθέωσε. Τελευταία εμφανίστηκε ένα αμερικάνικο συγκρότημα “Pageon” που τραγουδά παραδοσιακά, μικρασιάτικα και ρεμπέτικα και ταυτόχρονα οι τραγουδιστές του συνοδεύουν με παραδοσιακά όργανα: ταμπουρά, σάζι, ούτι, σαντούρι και άλλα. Τα παραδοσιακά μουσικά μας όργανα είναι παραγκωνισμένα ή άγνωστα στις ευρείες μάζες. Έχει υποχρέωση, λοιπόν, ο καθένας μας να τα γνωρίσει πρώτα από όλα και έπειτα να αναδείξει αυτές τις ξεχασμένες γλυκές, ονειρικές και ταξιδιάρικες μελωδίες.

Βιβλιογραφία:

  • Φοίβου Ανωγειανάκη, «Ελληνικά Λαϊκά μουσικά όργανα», εκδ. οίκος «Μέλισσα»
  • Στ. Καρακάσης, «Ελληνικά μουσικά όργανα. Αρχαία, βυζαντινά, σύγχρονα», εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1970.
  • Ν. Γ. Πολίτη, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού», Εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2001.
  • «Άπαντα Μακρυγιάννη», Ιστορικές εκδόσεις 1821
  • «Άπαντα Κολοκοτρώνη», Ιστορικές εκδόσεις 1821.

Σημ. συγγραφέα:
Ευχαριστώ θερμά τον Κώστα Κουρούνη για τις ουσιαστικές υποδείξεις και διορθώσεις του και για το φωτογραφικό υλικό, που είχε την ευγενή καλοσύνη να παραχωρήσει. Επίσης ευχαριστώ πολύ τη φίλη Γεωργία Ψαραδέλλη, Καθηγήτρια του Μ.Σ. και του Ωδείου Καλαμάτας, με ειδικότητα στον ταμπουρά και γενικά στα παραδοσιακά λαϊκά μουσικά όργανα, για τις πολύτιμες συμβουλές της, ειδικά στην περιγραφή του ταμπουρά και για τα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια που παραχώρησε.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

5 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.