άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Λαϊκό τραγούδι των πόλεων υπήρχε από τότε που υπήρχαν Έλληνες και ελληνικές πόλεις. Όμως το νεοελληνικό αστικο-λαϊκό έχει μιαν ιδιαίτερη μορφή και δημιουργεί μια διαφορετική εντύπωση: χρησιμοποιεί τη νεοελληνική κοινή γλώσσα, έχει ομοιοκαταληξίες και χωρίζεται σε στροφές, που ανάμεσά τους αναπτύσσονται τα οργανικά μέρη. Απαραίτητη, λοιπόν, προϋπόθεση για την εμφάνιση του νεοελληνικού αστικο-λαϊκού ήταν η ίδια που ήταν και για τη νεοελληνική λογοτεχνία: η διαμόρφωση και επικράτηση της νεοελληνικής γλώσσας στην καθημερινή ζωή και στη λογοτεχνία. Κι αυτό είχε συντελεστεί ήδη κατά τον 10ο, 11ο και 12ο μ.Χ. αιώνα, όπως δείχνουν τα «Πτωχοπροδρομικά» ποιήματα αλλά και τα στιχουργήματα της προφορικής λογοτεχνίας (ακριτικά τραγούδια).

Ωστόσο αυτό δεν ήταν αρκετό για την εμφάνιση ενός νέου τύπου τραγουδιού των πόλεων, χωρισμένου σε ισομερείς στροφές, όπου τα όργανα θα είχαν καθορισμένο και σημαντικό ρόλο, ανάμεσα στις στροφές, παίζοντας τις εισαγωγές και τους μελωδικούς αυτοσχεδιασμούς. Η στροφική μορφή μπήκε στο νεοελληνικό και μάλιστα στο αστικο-λαϊκό τραγούδι με την υιοθέτηση της ιταλικής ρίμας (ομοιοκαταληξίας). Αυτό έγινε σαν συνέπεια της κατάχτησης διαφόρων περιοχών της Ελλάδας, και ιδίως νησιών, από τους Βενετσιάνους, τους Γενοβέζους και γενικά τους Φράγκους (τους καθολικούς Δυτικούς). Οι καταχτημένοι πάντα παίρνουν πολιτισμικά στοιχεία από τους καταχτητές κι αν έχουν την ικανότητα να τα ιδιοποιούνται, τότε τα αφομοιώνουν και τα ενσωματώνουν στη δική τους κουλτούρα. Ετσι στην Κωνσταντινούπολη, Εφτάνησα, Κρήτη, Ρόδο, Κυκλάδες και Κύπρο εμείς, οι Νεοέλληνες, πήραμε μουσικά και γλωσσικά στοιχεία από τους Φράγκους, κι ανάμεσά τους τη ρίμα, τη μαντινάδα, την καντάδα, τον μπάλο και άλλα.

Τη ρίμα χρονολογημένη τη βρίσκουμε για πρώτη φορά στην Κρήτη, στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Συγκεκριμένα, ο Στέφανος Σαχλίκης, δικηγόρος και ποιητής του Χάνδακα (Ηρακλείου), που νεότερες έρευνες τον τοποθετούν σ’ αυτή την περίοδο, έγραψε μέσα στη φυλακή πλήθος από δεκαπεντασύλλαβους, στην αρχή ανομοιοκατάληκτους και αργότερα ομοιοκατάληκτους. Η παρουσία της ομοιοκαταληξίας στον Σαχλίκη είναι ένδειξη ότι ο λαός -όπως συμβαίνει συνήθως- είχε υιοθετήσει πρώτος αυτή την καινοτομία και έπλασε το δίστιχο στο Χάνδακα και άλλα μέρη της Κρήτης, για να το χρησιμοποιεί στους γάμους, στα πανηγύρια και στις ρεμβωδίες από δρόμο σε δρόμο. Οι λόγιοι ποιητές ακολούθησαν και αυτοί. Ο Σαχλίκης, που είχε ζήσει μια γλεντζέδικη, μποέμικη ζωή, προτού μπει στη φυλακή, δηλώνει ρητά τον θαυμασμό του για τους λαϊκούς τραγουδοποιούς, μουσικούς και τραγουδιστές του δρόμου (ρεμβωδούς):

Επήγαινα και γύριζα με τους τραγουδιστάδες
με τους παιγνιώτες τους καλούς, τους περιδιαβαστάδες.

Ηταν λοιπόν πολύ φυσικό, σε κάποια φάση της ζωής και της ποιητικής του καριέρας, να υιοθετήσει κι αυτός την ομοιοκαταληξία, κατά μίμησιν των λαϊκών τραγουδοποιών που τόσο εθαύμαζε. Στα δίστιχα του Σαχλίκη, όπως αργότερα και σε κείνα του Βιτσέντζου Κορνάρου (Ερωτόκριτος), δε συναντούμε την έννοια ή την αίσθηση της στροφής, δηλαδή της αυτοτελούς ενότητας νοήματος που περικλείεται σε μια σταθερή στιχουργική μορφή, με συγκεκριμένη έκταση. Αντίθετα, στο τραγούδι του Μανώλη Σκλάβου για το σεισμό της Κρήτης (1508) έχουμε και την έννοια του διστίχου και την έννοια της στροφής (βέρσο) και την ονομασία τους. Οταν ο ποιητής γράφει «μισό και κιντινάρι βέρσα», εννοεί μιάμιση εκατοντάδα - 150 στροφές:

Μανώλης Σκλάβος, με σπουδή και με μεγάλον κόπον,
τούτα τα δίστιχα έβγαλα διά θρήνον των ανθρώπων.
Ως εδεπά τελειώνονται, μισό και κιντινάρι
τα βέρσα τούτα πο ‘καμα, με του θεού τη χάρη.

Δεδομένου ότι η βενετσιάνικη κατάχτηση της Κρήτης πραγματοποιήθηκε από το 1204, φαίνεται ότι η πρόσληψη της ομοιοκαταληξίας από τους Κρητικούς καθυστέρησε αρκετά. Αν πράγματι συνέβη αυτό, ποια ήταν η αιτία γι’ αυτή την καθυστέρηση; Αυτό μάλλον οφείλεται στην αντιπαλότητα Ρωμιών και Βενετσιάνων καταχτητών. Οπως συμβαίνει συχνά, ο καταχτημένος, όταν βρίσκεται σε έντονη αντιπαράθεση με τον καταχτητή του, απορρίπτει και τα πολιτισμικά του στοιχεία. Στην Κρήτη, κατά τους πρώτους αιώνες της βενετσιάνικης κατάχτησης, σημειώθηκαν επαναστατικά κινήματα και συγκρούσεις με τους καταχτητές και συνεπώς ήταν δύσκολη η πρόσληψη πολιτισμικών στοιχείων, όπως η ρίμα. Οταν όμως άρχισαν να γίνονται κάποιοι συμβιβασμοί, μια συμφιλίωση, μια συνύπαρξη και μια ανάμιξη των δυο στοιχείων, που εκφράστηκε με μεικτούς γάμους, ίσα δικαιώματα, ελληνοποίηση των Βενετσιάνων, τότε οι Κρητικοί λαϊκοί τραγουδοποιοί αλλά και οι λόγιοι ποιητές, σαν τον Σαχλίκη, πήραν με προθυμία την ομοιοκαταληξία, που τη θεώρησαν ουράνιο δώρο και κάτι σαν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος:

Ανοίξαν οι εφτά ουρανοί και μου ’πανε μια ρίμα:
Οπ’ αγαπήσει κι αρνηθεί να ’χει διπλό το κρίμα.

Στην ακμάζουσα κοινωνία της Ρόδου, που βρισκόταν κάτω από τη διοίκηση των Φράγκων Ιωαννιτών Ιπποτών, είχε υιοθετηθεί κι εκεί η ιταλική ρίμα, όπως τη βλέπουμε στα ροδιακά ερωτικά τραγούδια, αλλά και στο εκτενές στιχούργημα του Γεωργιλλά «Το θανατικόν της Ρόδου» (1500 μ.Χ., περίπου). Στην Κωνσταντινούπολη που -ως πόλη των πόλεων και με μεγαλύτερο πληθυσμό- είχε πολλούς επαγγελματίες τραγουδοποιούς και από εκεί εκπορεύονταν τα έθιμα, η μόδα, τα τραγούδια προς όλη τη Ρωμιοσύνη, ήταν φυσικό να υπάρχει η ρίμα όχι εξαιτίας της βραχυχρόνιας βενετσιάνικης κατάχτησης (1204-1261), αλλά μάλλον λόγω της μακροχρόνιας συνοίκησης με τους Γενοβέζους που κατοικούσαν στο Γαλατά. Πραγματικά, κάποιοι απ’ τους θρήνους για την Αλωση της Πόλης στα 1453, γραμμένοι όπως φαίνεται από αυτόπτες, έχουν ομοιοκαταληξίες. Ωστόσο το άδειασμα της Κωνσταντινούπολης από τους κατοίκους της (λόγω της Αλωσης) με φόνους, αιχμαλωσίες και εξορίες, ήταν φυσικό να διακόψει και την εξέλιξη της ρίμας στην πόλη αυτή. Λογικά λοιπόν η ρίμα πρέπει να επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη από τους Κρήτες, Ροδίους, Χίους, Επτανησίους που μεταξύ άλλων την επανοίκισαν πολλές δεκαετίες αργότερα.

Με αυτά τα δεδομένα πρέπει να αναγνωρίσουμε το μεγάλο ρόλο που έπαιξε ο Χάνδακας (το Ηράκλειο) και γενικά η Κρήτη (η πιο πολυάνθρωπη περιοχή με φράγκικη παρουσία, όταν η Κωνσταντινούπολη είχε ερημωθεί) στην πρόσληψη της ρίμας και τη διαμόρφωση του διστίχου. Αυτό διαπιστώνεται κι από τον πολύ μεγαλύτερο αριθμό διστίχων που έχει η Κρήτη, σε σύγκριση με όλα τα άλλα μέρη που κατοικούν Νεοέλληνες. Από την Κωνσταντινούπολη αγοράστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα το λεγόμενο «Χειρόγραφο της Βιέννης» (επειδή κατατέθηκε στη Βιβλιοθήκη της Βιέννης) - μια συλλογή διστίχων και πολυστίχων στιχουργημάτων, προφανώς από κάποιον επαγγελματία τραγουδιστή. Στο χειρόγραφο αυτό γίνεται αναφορά σε τοπωνύμια της Κωνσταντινούπολης, αλλά υπάρχουν και στιχουργήματα, όπως το «Περί ξενιτείας», που θεωρούνται έργα Κρητικών στιχοποιών.

Στο «Χειρόγραφο της Βιέννης» βρίσκουμε τουλάχιστον μισή ντουζίνα δίστιχα ή πολύστιχα ομοιοκατάληκτα στιχουργήματα, τα οποία διασχίζουν τους αιώνες, μέσω της προφορικής παράδοσης, καταγράφονται σε συλλογές παραδοσιακών τραγουδιών του 19ου και του 20ού αιώνα και τελικά ενσωματώνονται σε δισκογραφημένα αστικο-λαϊκά τραγούδια. Αρα με το «Χειρόγραφο της Βιέννης» φαίνεται να τελειώνει η προϊστορία και να αρχίζει η ιστορία του νεοελληνικού τραγουδιού των πόλεων. Είχε το αστικο-λαϊκό τραγούδι μια συνέχεια από το 1500 μέχρι και τη δισκογραφία, που να μας επιτρέπει να το θεωρήσουμε ενιαίο είδος; Τα δίστιχα και πολύστιχα του «Χειρογράφου της Βιέννης», που διέσχισαν τους αιώνες και τελικά δισκογραφήθηκαν σε αστικο-λαϊκά του 20ού αιώνα, φαίνεται να συνηγορούν υπέρ αυτής της εκδοχής. Η αστική θεματολογία, που παίρνει τη μορφή τραγουδιού χωρισμένου σε στροφές, το αστικο-λαϊκό χρώμα και ήθος, στηρίζει ακόμα περισσότερο αυτή την άποψη. Από τον 14ο μ.Χ. αιώνα και μετά η συνεχής παραγωγή διστίχων στους τόπους που προαναφέραμε δημιούργησε μια τεράστια δεξαμενή, απ’ την οποία άντλησαν αργότερα οι συνθέτες και στιχουργοί του αστικο-λαϊκού τραγουδιού, όπως ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης κ.ά.

Οι χορευτικοί ρυθμοί (και όλες οι άλλες μορφές), πάνω στις οποίες βασίστηκε το νεοελληνικό αστικο-λαϊκό τραγούδι μπήκαν στο είδος σταδιακά και διαδοχικά, σε διαφορετικές ιστορικές και χρονικές περιόδους, που συνήθως απέχουν μεταξύ τους αιώνες. Γι’ αυτόν το λόγο μπορούμε να το παρομοιάσουμε με εύφορο έδαφος που σχηματίστηκε από προσχώσεις διαδοχικών κυμάτων της Ελληνικής Ιστορίας: η κλασική αρχαιότητα εκόμισε στο είδος τους διάφορους συρτούς χορούς - «των συρτών την πάτριον όρχησιν», όπως γράφει επιγραφή του 3ου π.Χ. αιώνα. Το Βυζάντιο εκόμισε τον μακελάρικο ή χασάπικο, η Βενετοκρατία τον μπάλο, καθώς επίσης και τη ρίμα, την καντάδα και τη ματινάδα. Η Οθωμανική περίοδος έφερε τον ζεϊμπέκικο, τον καρσιλαμά, τον κιόρογλου, καθώς επίσης την καθιστική μορφή τραγουδιού που λέγεται γκαζέλι ή αμανές. Οι δυτικές επιδράσεις έφεραν τα λαϊκά βαλς και τα λαϊκά λάτιν, στα οποία διακρίθηκε ο Μανώλης Χιώτης και όχι μόνον αυτός αλλά και άλλοι λαϊκοί συνθέτες. Η είσοδος των αδεσμεύτων χωρών στο προσκήνιο εκόμισε τις ινδο-αραβικές επιδράσεις, ώστε να έχουμε αξιόλογα ινδο-ελληνικά και αραβο-ελληνικά τραγούδια, στα οποία διακρίθηκαν οι Μπακάλης, Καλδάρας και άλλοι συνθέτες. Οσο για τον χορευτικό ρυθμό του τσιφτετελιού, αν αυτό ταυτιστεί με τον αρχαίο κόρδακα, τότε θα πούμε ότι προέρχεται από την κλασική ελληνική αρχαιότητα. Αν όμως δεν ταυτίζεται με τον κόρδακα, τότε θα δεχτούμε ότι είναι προϊόν της Οθωμανικής περιόδου. Η προσχωσιγενής προέλευση και διαστρωμάτωση του αστικο-λαϊκού μας τραγουδιού θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια σημειολογική ερμηνεία του είδους. Το συνολικό σώμα του αστικο-λαϊκού αντιστοιχεί στο σώμα της Ελληνικής Ιστορίας. Κατά κάποιον τρόπο την αποτυπώνει και τη συμβολίζει. Αναλυτικότερα το κάθε μέρος συμβολίζει μια ιδιαίτερη φάση της Ελληνικής Ιστορίας - τη φάση προέλευσής του.

Οι συρτοί, (συμπεριλαμβανομένου και του καλαματιανού) συμβολίζουν την κλασική αρχαιότητα. Ο χασάπικος το Βυζάντιο, ο μπάλος και η λαϊκή καντάδα τη Βενετοκρατία, ο ζεϊμπέκικος και ο καρσιλαμάς την Τουρκοκρατία, τα λαϊκά λάτιν τη δυτική παρουσία κ.ο.κ. Αν το εύφορο έδαφος της Αιγύπτου ονομάστηκε «δώρο του Νείλου» εξαιτίας των προσχώσεων που δημιούργησε αυτός ο ποταμός, το ευφορότατο έδαφος του νεοελληνικού αστικο-λαϊκού τραγουδιού θα μπορούσε να θεωρηθεί δώρο του ποταμού που λέγεται Ελληνική Ιστορία.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

32 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.