άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Δεν βρήκα άλλο γλαφυρότερο τρόπο για να περιγράψω τον προβληματισμό μου γύρω από το ζήτημα νυχτερινή διασκέδαση, ψυχαγωγία, νυχτερινά μαγαζιά, μπουζούκια. Σίγουρα λίγο ή πολύ όλοι οι Έλληνες (λόγω μεσογειακής ιδιοσυγκρασίας) έχουν περάσει κάποια βραδιά ή και ολόκληρη ιστορική φάση της ζωής τους σε κάποια νυχτερινά μαγαζιά με μπουζούκια. Άλλοι αδιάφορα προσπέρασαν, άλλοι με εμμονή και χωρίς διάκριση συνέχισαν την περιπλάνηση στο ξενύχτι και χάθηκαν σε σύννεφα καπνιάς και φασαρίας.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 διαπιστώνουμε την ύπαρξη μετρημένων μαγαζιών. Οι θαμώνες ωστόσο διψούν ν’ ακούσουν το κυρίαρχο λαϊκό τραγούδι και τον δικαιωματικά βασιλιά και εκφραστή του, το μπουζούκι. Τα λιγοστά στέκια καλύπτουν τις ανάγκες μιας πιο συγκρατημένης διασκέδασης, που ακολουθεί τα ήθη της εποχής. Το ακροατήριο της εποχής σέβεται τον μουσικό και με ιερή προσήλωση οι μερακλήδες (γιατί βέβαια υπήρχαν και παραφωνίες) ακούν τον μπουζουξή, Χιώτη, Μπέμπη, Τατασόπουλο, Σπόρο και όλους τους άλλους πρωτοπόρους της γοητευτικής δεξιοτεχνίας και της μαγευτικής μαεστρίας της πενιάς. Ωστόσο γρήγορα, πάνω στα λαϊκά πάλκα του ’60, ανάμεσα στην ορχήστρα που αποτελείτο μέχρι τότε στην πιο πλούσια σύνθεσή της από μπουζούκια, κιθάρα, ακορντεόν, πιάνο, κοντραμπάσο, παίρνουν θέση το αρμόνιο, τα τύμπανα και ο ηλεκτρισμός. Μαζί με τα τελευταία στο πρώτο τραπέζι «στρογγυλοκάθεται» -σε τιμητική θέση πλέον- η επίδειξη, η αδιαφορία και η φασαρία.

Στη σημερινή εποχή η κυρίαρχη νυχτερινή πρόταση διασκέδασης υπαγορεύει ένα χώρο δύο-τριών χιλιάδων ατόμων με τρομερή ένταση στον ήχο που απαιτείται για να καλύψει την ανάσα και μόνο των υπεράριθμων θαμώνων. Το μπουζούκι γίνεται κομπάρσος και οι μπουζουξήδες, νυσταλέοι μεροκαματιάρηδες χωρίς προσωπικότητα, εκπονούν πειθήνια το σχέδιο δράσης του μαέστρου. Αυτός φτιάχνει τη σειρά των τραγουδιών τα οποία εκτελούνται πετσοκομμένα χωρίς αρχή και τέλος. Αυτός πρέπει να συγκινήσει ένα ακροατήριο γαλουχημένο από την τηλεοπτική και ραδιοφωνική «χωματερή». Μοιραία, για να δελεάσει ένα τέτοιο κοινό χωρίς αισθητική και μεράκι, του προσφέρει γνωστά στα αφτιά άσματα, χωρίς εκπλήξεις, με αναμασημένους, εύκολους στίχους-φληναφήματα και συμπλήρωμα από «ολίγη» με κλασσικά λαϊκά σουξέ δοκιμασμένα στο ξεφάντωμα.

Το μάρκετινγκ ωστόσο ρίχνει τα χαρτιά του μαεστρικά και η βιομηχανία του θεάματος προελαύνει. Όλα τα δομικά υλικά της «επιτυχίας» είναι έτοιμα: τραγουδιστές με το κιλό, νέες φάτσες με σεξαπίλ ξεφυτρώνουν, ανθίζουν, καρποφορούν κι εξαφανίζονται. Οι εταιρίες και οι επιχειρηματίες της νύχτας χαμογελούν στην αρχή συνωμοτικά και πλέον ξεκαρδίζονται ηχηρά με καγχασμό αφού απαλλάσσονται από το αγκάθι να διαπραγματεύονται με καλλιτέχνες-φίρμες που διαθέτουν απαιτήσεις και διαχρονικότητα. Οι πρώτοι έσονται έσχατοι και τανάπαλιν, ουδείς μόνιμος και ακλόνητος. Μικρό ρίσκο, μικρό κόστος για όλους. Όλοι συναινούν, η φάμπρικα στήνεται καλά και το λαϊκό τραγούδι δεινοπαθεί. Η τηλεόραση από την πλευρά της, με στόχο την τηλεθέαση και τη διαφημιστική πίτα, στηρίζει το φυτώριο των νέων τραγουδιστών και το ραδιόφωνο ακολουθεί με τους πληρωμένους παραγωγούς και τις υπαγορευμένες από τις εταιρίες playlists. Το ανερμάτιστο ακροατήριο με τη σειρά του διψά για κουτσομπολιό, «γυμνό», κλειδαρότρυπα κι όλοι πορεύονται ευτυχείς και μακάριοι στη χωρίς προορισμό πορεία τους. Κάπως έτσι, μέσα στην παραζάλη του νοθευμένου ποτού και την καπνιά, στριμωγμένοι σαν κονσερβοποιημένα καλαμαράκια, στημένοι από τις 10.00 -11.00 για να «κρατήσουν» το τραπέζι, ξεροσταλιάζουν νηστικοί οι νεοέλληνες. Δεν είναι λίγο άλλωστε, την άλλη μέρα να μάθει η κολλητή ότι ήσουν στον Ησίοδο, τη Δύση, την Πρασίνου, τον Ξεζωνάκη... Τι φόραγε ή τι δεν φόραγε;

Τα ζητήματα είναι πολλά και ο μύλος του κουτσομπολιού και της ελαφρότητας πρέπει να γυρίσει. Χόρεψες; Ήταν κεφάτο μαγαζί; Βεβαίως... Ένα κέφι επίπλαστο, προκάτ, κουρδισμένο. Άνθρωποι χωρίς αισθητική ορμούν σαν κριάρια στην πίστα για χορό. Ένας χορός άθλιος, αγχωμένος, αγωνιώδης, όλοι πρέπει να φανούν. Η επίδειξη πάνω και πριν απ’ όλα... Μέσα από όλη αυτή τη σύνθετη διεργασία προέκυψε ο κοινωνικός «σωματότυπος» του σύγχρονου Φρανκεστάιν, του πτυχιούχου-αγράμματου είλωτα που επιδίδεται στο μέχρις εσχάτων αγώνα της επίδειξης με ακριβά κινητά και ένα μπροστινό τραπέζι δίπλα στη «φίρμα» της ασημαντότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος-ελέφαντας δεν κρύβεται, αλλά -ω του θαύματος!- πουλάει «μούρη». Έτσι αναδεικνύεται μια αποκρουστική πανδαισία πρωτογονισμού με έντονη εσάνς επίδειξης αυτιστικού εγωισμού. Έλλειψη σεβασμού και αδιαφορία, προκλητικός τσαμπουκάς και κώδικες επικοινωνίας της ζούγκλας δίνουν τον τόνο σε μια δίχως προηγούμενο παρακμή. Μοιραία η θέση της λαϊκής ταβέρνας και κάθε άλλης πηγαίας, αυθεντικής πρότασης διασκέδασης-ψυχαγωγίας, όπως είναι και το ρεμπέτικο τραγούδι, περνάει οδυνηρά στο περιθώριο. Μόνη ελπίδα αναγέννησης μένει η νέα άνθηση του ερωτισμού του ρεμπέτικου και του λαϊκού πολιτισμού ως σπέρμα υπερέχουσας γοητείας που θα διαμορφώσει ένα πιο συναισθηματικό περιβάλλον για να εκφραστούν τα συγκλονιστικά, βαθιά κι αληθινά μυστικά του λαϊκού μας τραγουδιού.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.