άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Όταν σκύβει κανείς πάνω στο παραδοσιακό τραγούδι, ανακαλύπτει έκπληκτος ένα τεράστιο θησαυρό από στίχους και μελωδίες, μια ολόκληρη κυριολεκτικά «χώρα», κάτοικοι της οποίας ήταν όλες οι πτυχές της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων εκφρασμένες μελωδικά. Όλα αυτά τα τραγούδια μεταδίδονταν με τον πιο «φυσικό τρόπο», από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά. Άλλα άντεχαν στο χρόνο κι άλλα χάθηκαν, όπως συνέβαινε τότε. Μέχρι που ορισμένες ιστορικές και κοινωνικές αναγκαιότητες «υποχρέωσαν στην καταγραφή αυτού του θησαυρού, στη «χαρτογράφηση» δηλαδή μιας άγνωστης (;) χώρας, της οποίας κάτοικοι είμαστε κι εμείς.

Θα χρειαστεί να γυρίσουμε πολύ πίσω στον χρόνο και συγκεκριμένα στην περίοδο 1770-1830. Είναι μια κρίσιμη περίοδος διότι στη διάρκειά της συνέβησαν τεράστιες αλλαγές στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλαγές καθοριστικές για τις μετέπειτα εξελίξεις. Ένα πρώτο στοιχείο είναι ότι στα χρόνια αυτά αμφισβητείται η παντοδυναμία του Διαφωτισμού και αναδεικνύονται ρεύματα που τον αντιστρατεύονται όπως ο Ρομαντισμός. Τα χρόνια αυτά θα έχουμε παλινόρθωση της αντίδρασης στην Ευρώπη σε πολιτικό επίπεδο, όμως η ορμή και το νόημα του «ορθού λόγου» θα περάσει στις σφαίρες της οικονομίας, της τεχνολογίας, της εκπαίδευσης. Είναι η εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, είναι η εποχή που η αστική τάξη βίαια καταλύει όλο το παλιό οικοδόμημα και όλο το παλιό σύστημα της ιεραρχίας. Ο καθένας πλέον, το κάθε άτομο, δοκιμάζει την προσωπική του τύχη. Ανοίγει έτσι ο δρόμος του υποκειμενισμού και της ατομικότητας. Την εποχή αυτή θα γεννηθεί και ένα άλλο σπουδαιότατο φαινόμενο και αυτό δεν είναι παρά η γέννηση της εθνικής συνείδησης. Σχηματικά: Ενώ παλαιότερα ο συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων ήταν ότι αυτοί ήταν υπήκοοι ενός ηγεμόνα, τώρα, κάτω από τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις έχει δημιουργηθεί ένα διαφορετικό σύνολο ανθρώπων, ομοιογενές και ισότιμο: οι πολίτες. Μιλάμε πάντα για τους αστούς, διότι οι αγροτικοί πληθυσμοί είναι αμφίβολο αν είχαν ξεπεράσει τα στενά τοπικά όρια. Οι αστοί λοιπόν έπρεπε να βρουν τους δεσμούς που τους ενώνουν και να τους συγκροτήσουν σε ιδεολογικό σύστημα. Αυτό το σχηματικό πλαίσιο δεν ήταν καθόλου εύκολο στην πράξη, καθώς από κοινωνία σε κοινωνία διέφερε. Για παράδειγμα στη Γαλλία ήταν θέμα συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων. Έτσι οι οπαδοί του έθνους ήταν και οπαδοί της Δημοκρατίας.

Στη Γερμανία, όπου το παλιό καθεστώς δεν είχε αφήσει ενιαίο κράτος, το ερώτημα «ποιοι είναι το γερμανικό έθνος;» είχε μεγάλη σημασία. Σε αυτή την περίπτωση έπρεπε να βρεθούν οι όροι που αποτελούν τα στοιχεία του έθνους. Στη Γερμανία θα γεννηθούν οι αντιλήψεις που θα αντιταχθούν στην παγκόσμια τάση του Διαφωτισμού και θα επισημάνουν τις εθνικές ιδιομορφίες. Είναι η εποχή που γεννιέται ο Ρομαντισμός, ο οποίος δεν είναι σύστημα, αλλά στάση και νοοτροπία. Είναι η εποχή που έχουν μπει σε εφαρμογή τα οράματα του Διαφωτισμού και τα αποτελέσματα δεν είναι ευνοϊκά για όλους. Η γενική παραγωγικότητα αυξάνεται, όμως αυξάνεται παράλληλα και ο αριθμός των δυστυχισμένων. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός των αστών είναι βίαιος, ο άνθρωπος είναι αποκομμένος και μόνος σε έναν άγριο κόσμο. Παράλληλα έχει ατονήσει και η παλιά παρηγοριά του Θεού, αυτή είναι η έννοια του «όπιου του λαού», η θρησκεία που «απάλυνε» τη δυστυχία με την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής σε ένα διαφορετικό από το μάταιο τούτο κόσμο. Το μόνο υποκατάστατο ήταν η λογοτεχνία και αυτή στάθηκε το καταφύγιο του μοναχικού ανθρώπου. Πόσες αλήθειες κρύβει πραγματικά η γλώσσα; Ακόμα και σήμερα, χρόνια αφότου έχει κοπάσει το φιλολογικό ρεύμα του Ρομαντισμού, ο ρομαντικός δεν είναι ο οραματιστής, που δεν προσαρμόζεται εύκολα στους άγριους καιρούς μας;

Η γέννηση του λαογραφικού ενδιαφέροντος πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του γερμανικού ρομαντισμού. Για ιστορικούς λόγους η γερμανική σκέψη στράφηκε εναντίον του Διαφωτισμού και του ορθού λόγου γενικότερα. Όλα αυτά που ξεκίνησαν με την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση, βρήκαν τη Γερμανία σπαραγμένη. Δίπλα σε αυτά προστέθηκε αργότερα και η Γαλλική Επανάσταση, που ενώ αρχικά είχε γίνει αποδεκτή, οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα. Από την άλλη ο Διαφωτισμός ήταν το κύριο όπλο της Αγγλίας και της Γαλλίας, των θανάσιμων δηλαδή εχθρών της. Όμως όλη αυτή η αντίθεση κάπου έπρεπε να στηριχθεί. Οι αναζητήσεις στράφηκαν σε οτιδήποτε ήταν αντίθετο στον ορθό λόγο. Μελέτες επί μελετών πραγματοποιήθηκαν για την αρχαϊκή αλήθεια, για την αρχαϊκή γλώσσα και τελικά επινοήθηκε η μελέτη των λαών για να αποδειχθεί -αρχικά- η ενότητα και η υπεροχή του γερμανικού λαού. Κάτω από την επίδραση λοιπόν του Ρομαντισμού, η συνδεόμενη με αυτόν στο διάστημα 1770-1830, η ευρωπαϊκή παιδεία κατακερματίζεται σε εθνικά σύνολα και ο κάθε συγγραφέας νιώθει, χωρίς να υψώνονται βεβαίως διαχωριστικά τείχη, ότι απευθύνεται πρωτίστως στους συμπατριώτες του. Παράλληλα, είναι η εποχή της δημιουργίας κρατικών μηχανισμών με εθνική υπόσταση και αυτό έγινε με εξεγέρσεις, επαναστάσεις και πολέμους, όχι τόσο γιατί δεν ήταν ξεκάθαρα τα εθνικά όρια, όσο γιατί μέσα από αυτό πέρασαν όλες οι αντιφάσεις της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.

Το 1774 εκδόθηκε στη Γερμανία μια δίτομη ανθολογία με τίτλο «Παλαιά Λαϊκά Τραγούδια». Και μόνο ο τίτλος ήταν πράγμα πρωτόγνωρο. Το περιεχόμενο της ανθολογίας ήταν διαφορετικό από αυτό που εννοούμε σήμερα με τον όρο αυτό. Περιείχε αρχαία ελληνική ποίηση, Σαίξπηρ, Γκαίτε, μαζί με τραγούδια από την προφορική παράδοση, παλιά χειρόγραφα κλπ. Το καινούργιο που έφερνε η αντίληψη του Χέρντερ, που ήταν ο εκδότης, ήταν ότι αυτά δεν εξέφραζαν μόνο το δημιουργό τους αλλά όλο το λαό, γιατί τραγουδήθηκαν ή τραγουδιόνταν. Παραπέρα: η αρετή της ποίησης έγκειται στο τραγούδισμά της. Άρα το απλό τραγουδάκι που ακούγεται με το αυτί της ψυχής, εγκλείει περισσότερη αξία από το περίτεχνο δημιούργημα, καθώς δε βρίσκεται στα ράφια και τις παλιοφυλλάδες αλλά στο αυτί και την καρδιά τραγουδιστών και ακροατών που ζούσαν. Ο Χέρντερ προσπάθησε να δωρίσει στη γερμανική διανόηση την πηγαία, λαϊκή έκφραση. Φυσικά ο έμμεσος σκοπός ήταν η ανάδειξη των αξιών του γερμανικού έθνους, προσπάθησε να ενώσει τον πολιτισμό με τις πολιτικές ανάγκες. Αυτή η ένωση γέννησε τη λαογραφία, αρχικά ως ενδιαφέρον που αργότερα εξελίχθηκε σε επιστήμη. Ταυτόχρονα γεννιέται και η αρκετά ασαφής έννοια «λαός», η οποία και πάλι θα αποκτήσει περιεχόμενο ανάλογα με τις ιδιομορφίες, σε χώρες χωρίς εθνικά προβλήματα θα αποκτήσει ταξικό περιεχόμενο, σε άλλες χώρες θα συνδεθεί με τη λύση του εθνικού προβλήματος. Βεβαίως η αστική τάξη δεν αποδεχόταν ολόκληρο το σύστημα των αξιών που είχαν τα αγροτικά στρώματα, αλλά μονάχα ό,τι έκρινε σκόπιμο να ενσωματώσει στον πολιτισμό της. Ό,τι απέρριπτε ήταν ξεπεσμένο και διεφθαρμένο. Η γέννηση λοιπόν του λαογραφικού ενδιαφέροντος ενσωμάτωσε τα λαϊκά τραγούδια στη λόγια συνείδηση. Για να συμπεριληφθούν και τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια θα έπρεπε οι Νεοέλληνες να βρίσκονται στο οπτικό πεδίο της Ευρώπης.

Η ύπαρξή μας ως λαού δεν έπαψε να είναι γνωστή ποτέ. Οι Ευρωπαίοι είχαν σχέση με την Ανατολή, περνούσαν ως περιηγητές, ενώ και οι Έλληνες πήγαιναν στην Ευρώπη, ως λόγιοι ή έμποροι. Το 18ο αιώνα οι σχέσεις άλλαξαν ποιοτικά, πρώτα-πρώτα με την μετατόπιση του εμπορικού άξονα Ευρώπης-Ανατολής βόρεια και με αποτέλεσμα τα ελληνικά λιμάνια να βρεθούν στους δρόμους του εμπορίου αυτού. Παράλληλα η δημιουργία εθνικών συνειδήσεων έχει ως αποτέλεσμα να πάψει ο χωρισμός του κόσμου σε «πιστούς» και «άπιστους». Για την καθολική Ευρώπη παύουμε να είμαστε οι «σχισματικοί» της Εκκλησίας και γινόμαστε απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων. Οι ελληνικές παροικίες πληθαίνουν στην Ευρώπη και οι Έλληνες έχουν πλέον ταυτότητα. Έχουν δική τους γλώσσα, δικό τους όνομα και δική τους πατρίδα. Έχουν και κάτι σημαντικότερο: προγόνους. Από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά οι περιηγητές και οι μελετητές συνδέουν τους αρχαίους με τους νεότερους Έλληνες. Ένα ορόσημο όλης αυτής της πορείας είναι η 6η Δεκεμβρίου 1800: Τη μέρα αυτή άρχισε να διδάσκεται το μάθημα της νέας ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι, στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών, γεγονός που συνέβαινε πρώτη φορά στην Ευρώπη από δημόσιο ίδρυμα. Η κύρια πηγή γνώσης γύρω από τον Ελληνισμό ήταν τα ταξίδια των περιηγητών που περνούσαν από την Ελλάδα στο δρόμο προς το Νότο, την Ανατολή ή τους Αγίους Τόπους. Στα κείμενα που άφησαν έκαναν αναφορές και στα δημοτικά τραγούδια. Όμως αυτές οι αναφορές ήταν αποσπασματικές. Η πρώτη συστηματική αναφορά για την ελληνική λαϊκή ποίηση προέρχεται από τον Γκύ, Γάλλο έμπορο, λόγιο και περιηγητή, με το δίτομο έργο του του 1771 «Λογοτεχνικό ταξίδι της Ελλάδας», έργο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Στα 1807 η γαλλική διοίκηση ενδιαφέρθηκε για τις διαλέκτους και τα γλωσσικά ιδιώματα που μιλιούνται στο σύνολο της αυτοκρατορίας, όχι βέβαια από ενδιαφέρον για το ιδίωμα αλλά για να τα ισοπεδώσει ή να τα παραγκωνίσει. Σε τέτοιες ή αντίστοιχες καταγραφές υπάρχουν και δείγματα δημοτικών τραγουδιών. Σπουδαίο ήταν το έργο του Γουΐλιαμ Μάρτιν Λικ, ο οποίος πραγματοποίησε έρευνες στην Ελλάδα του 1814. Ο Λικ ήταν συνταγματάρχης, τοπογράφος και εκπρόσωπος της Βρετανίας, του πιο ισχυρού κρατικού μηχανισμού της εποχής δηλαδή. Έμεινε στην Ελλάδα για παραπάνω από πέντε χρόνια, τον περισσότερο καιρό στην Ήπειρο και στο έργο του γίνεται λόγος για την ελληνική γλώσσα, αλλά και για τα αρβανίτικα και βλάχικα ιδιώματα που μιλιόντουσαν στην Ελλάδα.

Ο Λικ είναι ο πρώτος που θα υποστηρίξει ότι από τη λαϊκή λογοτεχνία και τη λογοτεχνική παραγωγή γενικότερα μπορεί κανείς να καταλάβει τα ήθη και τη ζωή των Ελλήνων καλύτερα από τις αφηγήσεις των περιηγητών. Η πρώτη ξεκάθαρη διάκριση για τα δημοτικά τραγούδια έγινε από τον Κλώντ Φοριέλ. Ο Φοριέλ γεννήθηκε στο Σαιντ Ετιέν το 1772 και φρόντισε για τη μόρφωσή του ένας θείος του που ήταν παπάς στο Βιβαρές, με σκοπό να τον διαδεχθεί ο μικρός στην ενορία. Ο Φοριέλ πρέπει να είχε κλίση στη γλωσσομάθεια, καθώς έμαθε ιταλικά, αγγλικά, αρχαία ελληνικά και λατινικά. Τα χρόνια της πρώτης πνευματικής ανάπτυξης του Φοριέλ η Γαλλία παρουσιάζει μια σταθερότητα στις αξίες του 18ου αιώνα. Την εποχή επίσης καθορίζει περισσότερο ο στοχασμός και η διανόηση παρά η λογοτεχνία. Στο χώρο αυτό κυριαρχούσαν οι Ιδεολόγοι που ήταν και φίλοι του Φοριέλ. Παρά την αντίθεσή τους στο Ναπολέοντα, όταν έγινε αυτοκράτορας σφράγισαν την εποχή τους σε αντίθεση με τους αντιπάλους τους που ήθελαν να απομακρύνουν τη γαλλική διανόηση από τη σκέψη του 18ου αιώνα και να ανατρέψουν τη φιλοσοφία που οδήγησε στην Επανάσταση. Η πρώτη συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών καταρτίστηκε στη Βιέννη από το βαρώνο Χαξτχάουζεν, το χειμώνα του 1814-1815. Δάσκαλος στα ελληνικά του Χαξτχάουζεν ήταν ο Θεόδωρος Μανούσης. Ο Χαξτχάουζεν βρέθηκε στη Βιέννη για το περιβόητο Συνέδριο με το οποίο ιδρύθηκε η αντιδραστική Ιερά Συμμαχία, ο εχθρός κάθε επαναστατικού κινήματος. Μαζί με τους ηγεμόνες στο Συνέδριο παρευρέθησαν και διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, λόγιοι κλπ., γύρω από το Συνέδριο λοιπόν, υπήρχαν συζητήσεις και ζυμώσεις. Είναι η εποχή που ο έφορος της αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης της Βιέννης, Κοπιτάρ, Σλοβένος στην καταγωγή, εξέδωσε μια συλλογή με σέρβικα τραγούδια. Ο Χαξτχάουζεν παρατήρησε ότι θα πρέπει να υπάρχουν και ελληνικά αντίστοιχα. Ο Κοπιτάρ μετέφερε την παρατήρηση στους Φαρμακίδη και ειδικά στο Μανούση που βοήθησε τον Χαξχάουζεν. Στα 1816 έχουμε την πρώτη προτροπή σε ελληνική γλώσσα για συλλογή δημοτικών τραγουδιών. Στα 1818 στη Βιέννη ο Ζήσης Δαούτης δημοσίευσε την πρώτη νεοελληνική ανθολογία που περιλαμβάνει και αρκετά δημοτικά δίστιχα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς αντιδρούσαν οι Ελληνες σε όλα αυτά, με την έννοια αν έκαναν κάποιες αντίστοιχες προσπάθειες. Μιλήσαμε για ελληνικές παροικίες στην Ευρώπη. Ως το 18ο αιώνα η πίστη ήταν το σημείο που διοχετευόταν η διαφορά, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Με το γύρισμα του αιώνα αυτή η διαφορά μετατοπίζεται προς την εθνική βάση και διαφαίνεται η ανάγκη αποκρυστάλλωσης εθνικής συνείδησης. Το ζήτημα είναι τεράστιο και το πώς θα αντιμετωπιστεί έχει να κάνει με την κοινωνική συνείδηση, μέσα στην οποία υπάρχουν και ζουν οι παροικίες. Από τη μια στη Γαλλία με την τεράστια επιρροή του Αδαμάντιου Κοραή, που λέει ότι το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται επειδή ακριβώς θέλει να απαλλαγεί από τα σκοτάδια, να φωτιστεί και να απελευθερωθεί, συλλαμβάνει την έννοια του έθνους στη δυναμική της. Το έθνος δημιουργείται από ένα λαό που προϋπάρχει. Από την άλλη όσοι ζουν στο γερμανικό περιβάλλον και επηρεάζονται από τις εκεί αντιλήψεις: η εθνική συνείδηση προϋπάρχει στο λαό καθαρή και χρέος της ηγετικής τάξης είναι να την προβάλλει. Πριν το 19ο αιώνα δεν εκδηλώνεται ενδιαφέρον για τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια από Ελληνες. Υπήρχαν βέβαια καταγραφές, όμως ήταν σκόρπιες, ενώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το σημαντικό είναι η ενσωμάτωση της προφορικής παράδοσης στην γραπτή. Υπάρχουν λοιπόν διάφορες αναφορές, όμως οι Έλληνες λόγιοι δεν ασχολήθηκαν με το δημοτικό τραγούδι, ενώ όταν ξέσπασε η Επανάσταση του ’21 το ενδιαφέρον εξανεμίστηκε. Ο εθνισμός των Ελλήνων επισημαινόταν τώρα με την κλαγγή των όπλων, δε χρειαζόταν φιλολογικά κείμενα, ενώ μετά την Ανεξαρτησία οι Έλληνες χρειάζονταν σχολεία και πολιτική παιδεία. Το ενδιαφέρον για την εθνική τους ιδιομορφία -και περιλαμβάνουμε και τα τραγούδια- απέμεινε στους ξένους και επηρέασε μονάχα τους Επτανήσιους. Στην κυρίως Ελλάδα το λόγο είχαν οι θούριοι της Επανάστασης. Ο Αθανάσιος Ψαλλίδας, γράφοντας στο Μαυροκορδάτο για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, έλεγε ότι κάθε μέρα το δειλινό μια ώρα να χορεύουν τα παιδιά με πατριωτικά τραγούδια και τον χορό να σέρη ένας νέος πατριώτης αρματωμένος και ο χορός να είναι κοπιαστικός.

Στα 1816 ένα αντίγραφο της συλλογής Χαξτχάουζεν-Μανούση έφτασε στο Παρίσι στα χέρια του Αδαμάντιου Κοραή μέσω ενός Έλληνα, του Αλεξάνδρου Βασιλείου. Ο Βασιλείου πρέπει να ήταν και ο πρώτος Έλληνας με τον οποίο γνωρίστηκε στις αρχές του αιώνα ο Κλώντ Φοριέλ. Ο Φοριέλ την εποχή εκείνη είχε δημοσιεύσει μια συλλογή γαλλικών λαϊκών τραγουδιών, ενώ από το 1810 οραματιζόταν την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής με την Ιστορία της Ποίησης του Νότου, όπου και ελληνικά τραγούδια θα είχαν τη θέση τους. Αρχικά ο Φοριέλ αντιμετώπιζε τα ελληνικά τραγούδια ως μια «παρένθεση» της μεγάλης δουλειάς του. Τελικά για χάρη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών διέκοψε την εργασία για την Ποίηση του Νότου, την οποία μάλιστα δεν ολοκλήρωσε. Αντίθετα η μόνη αυτοτελής εργασία του και στην οποία στηρίχτηκε και η μεταγενέστερη φήμη του ήταν ακριβώς τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Ποιο είναι το σημαντικότερο όλων στη συλλογή του Φοριέλ που η πρώτη της έκδοση κυκλοφόρησε στις 5 Ιουνίου 1824; Το σημαντικότερο ήταν ότι κατέγραψε τραγούδια από την προφορική παράδοση με εξαίρεση τον Θούριο του Ρήγα. Επίσης ο Φοριέλ δεν προσπάθησε να διατυπώσει μια θεωρία, δε θέλησε να επέμβει στο υλικό που με πολύ συστηματικό τρόπο παρουσίασε. Αυτή ακριβώς η συστηματικότητα επέτρεψε πολλαπλές χρήσεις της συλλογής και βέβαια διατύπωση θεωριών με βάση το πολύτιμο υλικό.

Επίλογος

Η «επίσημη» Ελλάδα εδώ και χρόνια περί άλλα τυρβάζει, είτε πρόκειται για το δημοτικό είτε για το λαϊκό τραγούδι, γενικά για το λαϊκό πολιτισμό. Το δημοτικό τραγούδι παρόλα αυτά εξακολουθεί να τραγουδιέται. Η αναζήτηση και η ανάδειξη της γνήσιας λαϊκής έκφρασης είναι μια ασπίδα υπεράσπισης της ιστορικής μνήμης του λαού μας, όλων των λαών που δέχονται την πιο χυδαία και ξεδιάντροπη πλέον επίθεση του ιμπεριαλισμού σε όλα τα επίπεδα, ενώ ο πολιτισμός αποτελεί κομβικό σημείο μάχης. Μπροστά στην επίθεση με πλαστικό, χυδαία βία, ομογενοποίηση και ξέκομμα των λαών από τις ρίζες τους, μπροστά στην προσπάθεια να πεταχτούν οι μνήμες στα αζήτητα, η μελέτη της Ιστορίας σε όλες τις μορφές και εκφράσεις είναι αναγκαία. Αυτό δεν έχει να κάνει με καμιά οπισθοδρόμηση. Η διατήρηση των ζωντανών στοιχείων της Ιστορίας είναι απαραίτητη στην πορεία για το μέλλον. Εξάλλου όσοι μελετούν Ιστορία γνωρίζουν πως ρομαντικές «επιστροφές» δεν γίνονται, γνωρίζουν όμως πως και χωρίς τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν πας πουθενά.