άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Το ρεμπέτικο τραγούδι συνεχίζει και σήμερα να συγκινεί και να ελκύει, τόσο αισθητικά όσο και συναισθηματικά, όχι μόνο ανθρώπους από τη γενιά που πρόφτασε το ζωντανό άκουσμά του, αλλά και ανθρώπους από τις νεότερες γενιές που δεν έχουν άμεση την επαφή μαζί του και μεγάλο κομμάτι της νεολαίας. Η τεχνολογία, με τη γραμμοφώνησή του και την παραγωγή δίσκων, φρόντισε να φτάσει αυθεντικό το ρεμπέτικο ως τις μέρες μας.

Σημαντική είναι επίσης και η συμβολή που έχουν οι συνεχιστές της προσπάθειας διάδοσής του, αλλά και τα διάφορα ερασιτεχνικά μουσικά σχήματα, που με μοναδικό εφόδιο το μεράκι της ερασιτεχνικής δημιουργίας ξαναζωντανεύουν αυτό το είδος μουσικής και τραγουδιού, όπως και η δουλειά γύρω απ' αυτό το τραγούδι, (έρευνες, μελέτες κλπ.), επίσης ανθρώπων που με μοναδικό εφόδιο το μεράκι δίνουν πλούσιο υλικό έντυπο και ηλεκτρονικό γι' αυτό το τραγούδι.

Διάφοροι μελετητές προσπάθησαν να ερευνήσουν τη ρίζα του όρου «ρεμπέτικο» προκειμένου να προσδώσουν συγκεκριμένο χαρακτήρα σ' αυτό το είδος του λαϊκού τραγουδιού, ανιχνεύοντας τη ρίζα από την οποία προέρχεται η ονομασία «ρεμπέτικο». Υπάρχουν επομένως πολλές διαφορετικές εκδοχές ως προς αυτό. Βεβαίως η λαϊκή παράδοση και γλώσσα μπορεί να πλάθει έννοιες, όρους και χαρακτηρισμούς, στους οποίους βεβαίως μπορεί να δίνεται κάθε φορά και διαφορετική ερμηνεία και περιεχόμενο σ’ αυτό που θέλουμε να προσδιορίσουμε ή να χαρακτηρίσουμε. Και βεβαίως σε διαφορετικές φάσεις της κοινωνικής εξέλιξης το περιεχόμενο και η ερμηνεία που δίνει καθένας με ένα προσδιορισμό, μπορεί να είναι διαφορετικό. Για παράδειγμα στη δική μας γλώσσα εμφανίζονται οι όροι «Ρέμπελος», «Ρεμπελιό». Προέρχεται από τη λατινική ρίζα «Rebel» που σημαίνει ανυπότακτος (το «Ρεμπελιό» στη δική μας παράδοση εμφανίζεται ιστορικά στη Ζάκυνθο στον 17ο αιώνα, το περίφημο «ρεμπελιό των ποπολάρων», η εξέγερση του λαού της Ζακύνθου ενάντια στους ευγενείς και τους γαιοκτήμονες, οι οποίοι με την ανοχή των Βενετών καταδυνάστευαν τη λαϊκή μάζα. Ακόμη το «ρεμπελιό» της Σμύρνης, το 19ο αιώνα, μια μαζική βίαιη εξέγερση ενάντια στον Τούρκο διοικητή της περιοχής). Κάποιοι εμφανίζουν ως ρίζα τον όρο «Ρεμπέτ» στην τουρκική γλώσσα. Επίσης υπάρχει και σε σερβική διάλεκτο των μουσουλμάνικων πληθυσμών του Κοσσυφοπεδίου, την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ισως απ’ αυτή τη ρίζα προέρχεται και το «ρεμπέτ-ασκέρ». Οι ερευνητές που προσεγγίζουν αυτή τη ρίζα της δίνουν επίσης την ερμηνεία του «ανυπότακτου». Αλλη ανάλογη η έρευνα βρίσκει τη ρίζα «ρου-μπέιτ» (=τετράστιχο) στην Περσική γλώσσα, από τη σύμπτυξη της οποίας προήλθε η ρίζα «ρεμπετ». Υπάρχει επίσης μία εκδοχή ότι προέρχεται από το ρήμα «ρέμβομαι» (=περιφέρομαι) ή από το ρήμα «ρεμβάζω», δίνοντας όμως διαφορετική ερμηνεία, αυτή της ανεμελιάς της «ρέμβης», όπως έχει καθιερωθεί στη δική μας γλώσσα.

Η προσπάθεια των ερευνητών να συνδέσουν το χαρακτήρα αυτού του είδους του λαϊκού τραγουδιού με την ερμηνεία και το περιεχόμενο του όρου «Ρεμπέτικο» λίγη σημασία έχει. Αλλωστε κανείς δεν γνωρίζει ποιος, γιατί και πώς ονόμασε έτσι αυτό το τραγούδι. Πολύ δε περισσότερο οι δημιουργοί του, όσοι χρησιμοποίησαν αυτό τον όρο στα τραγούδια τους, π.χ. ο Μ. Βαμβακάρης ή ο Απ. Χατζηχρήστος, δε νοιάστηκαν από πού προέρχεται η λέξη, μιας και η παράδοση στην οποία ακουμπούσαν σε ό,τι έχει σχέση με τη γλώσσα τούς ήταν οικεία και χωρίς ερμηνείες εννοιών. Απ' αυτή την άποψη μικρή ή και καθόλου σημασία έχει η ερμηνεία του όρου «Ρεμπέτικο».

Αλλωστε αν και ο όρος «ρεμπέτικο τραγούδι» χρησιμοποιείται μ’ έναν τρόπο για να προσδιορίζει το λαϊκό τραγούδι των προλεταρίων, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων των αστικών κέντρων, των πόλεων δηλαδή, εντούτοις κανείς απ’ τους δημιουργούς του δεν το παρουσίασε ποτέ μ’ αυτό τον όρο. Ολοι μιλούσαν και έγραψαν για «λαϊκό τραγούδι». Αυτός ο όρος απηχεί πιο ολοκληρωμένα το είδος, το χαρακτήρα, τη μορφή, το ύφος, τη δημιουργία και την αποδοχή αυτού του είδους της λαϊκής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Εδώ σ’ αυτό το κείμενο για αυτό το τραγούδι -και παρόλο που ο γράφων συμφωνεί με τον όρο «λαϊκό τραγούδι»- ας επιτραπεί να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ρεμπέτικο». Είναι ίσως πιο διακριτός σ’ όσους -και είναι πολλοί- ακούνε, συζητάνε, ενδιαφέρονται γι’ αυτό, για να γίνεται κατανοητό σήμερα το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού.

Η εμφάνισή του

Το ρεμπέτικο λοιπόν αποτελεί λαϊκή μορφή καλλιτεχνικής μουσικο-στιχουργικής δημιουργίας που εμφανίζεται σ’ ένα μεταίχμιο κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών αλλαγών. Εμφανίζεται στα αστικά κέντρα με συγκεντρωμένη εργατική τάξη, βιοτεχνίες και αργότερα μικρές βιομηχανίες, κατά το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στα εμπορικά-διαμετακομιστικά (λιμάνια κυρίως) κέντρα. Ερχεται ως συνέχεια της λαϊκής παράδοσης αγροτικών πληθυσμών που προλεταριοποιούνται με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας αρχικά και στη συνέχεια της βιομηχανίας και «σπρώχνονται βίαια και αναγκαστικά» στα αστικά κέντρα, δουλεύοντας και ζώντας σε άθλιες συνθήκες. Ως τραγούδι λοιπόν το ρεμπέτικο εμφανίζεται στα αστικά κέντρα ενός πολυεθνικού κράτους, όπως ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επομένως δέχεται και ενσωματώνει, χωνεύει θα λέγαμε, τη λαϊκή μουσική και ρυθμική-χορευτική παράδοση πολλών διαφορετικών λαών, ενώ δέχεται και επιδράσεις απ’ τη μουσική παράδοση άλλων λαών έξω απ’ τους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το εμπόριο, τα λιμάνια, αποτελούν εστίες τέτοιων «ανταλλαγών», ζυμώσεων και οσμώσεων. Αλλωστε η παράδοση στηρίζεται στην προφορική γλώσσα. Και η προφορική γλώσσα της μουσικής (καθένας μπορεί να τραγουδήσει, κάποιοι παίζουν μουσικά όργανα) μεταδίδεται εύκολα. Η μουσική μπορεί να μεταφέρεται επομένως από στόμα σε στόμα ή να παίζεται από τα μουσικά όργανα και έτσι να διαδίδονται μουσικές από την παράδοση πολλών διαφορετικών λαών και να επιδέχεται επεξεργασία ή διασκευή από το δημιουργό της. Επίδραση δέχεται το ρεμπέτικο τραγούδι και από τη Βυζαντινή μουσική. Αρχικά εμφανίζεται ως δημιουργία ανώνυμων δημιουργών, αφού αποτελεί λαϊκή δημιουργία, στους γεωγραφικούς χώρους που κατοικούνται από Ελληνες, όπως στον πληθυσμό των παραλίων της Μικράς Ασίας, στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στον Ελλαδικό χώρο που πριν τη Μικρασιατική καταστροφή αποτελεί γεωγραφικά το Ελληνικό κράτος, (Σύρα, Ναύπλιο, Θεσσαλονίκη και αλλού). Στα μικρασιατικά παράλια αναπτύσσεται συστηματικά σαν είδος μουσικής και τραγουδιού που εκφράζει περισσότερο την αισθητική μουσική παράδοση της συγκεκριμένης περιοχής. Το ύφος του δεν είναι ακριβώς το ίδιο μ' αυτό της κλασικής περιόδου, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, που κυριαρχεί το «Πειραιώτικο», όπως το γνωρίζουμε στην Ελλάδα και όπου κυριαρχεί σαν σόλο μουσικό όργανο το μπουζούκι. Τα λαϊκά μουσικά όργανα που χρησιμοποιούν οι δημιουργοί του είναι αυτά της δημοτικής και νησιώτικης παράδοσης, όπως βιολί, ούτι, κανονάκι, κιθάρα, λύρα, σαντούρι κλπ. Και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, αφού αυτά τα μουσικά όργανα κυριαρχούν σ' αυτές τις περιοχές. Με αυτή τη μορφή και ύφος κυριαρχεί, όπως φαίνεται από τη δισκογραφία εκείνης της περιόδου, από το 1890 ως το 1930 περίπου.

Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες

Σε αυτή την ιστορική περίοδο, προς το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού, συντελούνται μια σειρά κοινωνικές μεταβολές και εμφανίζονται συγκεκριμένα κοινωνικά φαινόμενα. Αρχίζει η αργή και βασανιστική πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα. Εμφανίζεται πιο συγκεντρωμένη η εργατική τάξη στα αστικά κέντρα, ενώ αναπτύσσεται η βιομηχανία, η ναυτιλία, το εμπόριο, με πιο γοργούς ρυθμούς. Βεβαίως αυτές τις κοινωνικοοικονομικές αλλαγές και τους ρυθμούς τους πρέπει να τις καταλαβαίνουμε στις συνθήκες της τότε εποχής, γιατί συγκρίνοντάς τες με το παρελθόν τους είναι ποιοτικά σημαντικές, αλλά αν συγκριθούν με το σήμερα ήταν βασανιστικά αργές. Δε θα εξηγήσουμε εδώ τους λόγους και τις αιτίες. Αυτές οι εξελίξεις έχουν επίσης ποιοτικές αλλαγές και επιδράσεις στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Προλεταριοποιούνται αγροτικές μάζες, ενώ δημιουργείται κύμα εσωτερικής μετανάστευσης στα αστικά κέντρα και εξωτερικής μετανάστευσης, κυρίως προς τις ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτών των κοινωνικοταξικών διαδικασιών και φαινομένων συμβαδίζει με την εμφάνιση οξυμένων προβλημάτων που έχουν σχέση με τη ζωή των λαϊκών μαζών, χωρίς ορατή διέξοδο για τη λύση τους. Η συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική και οικονομική πραγματικότητα, με την εμφάνιση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, φέρνει αντικειμενικά αντιμέτωπη την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα με την ανερχόμενη αστική τότε τάξη. Οι καταπιεζόμενες μάζες βιώνουν τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, δεν μπορούν όμως να συνειδητοποιήσουν και τις αιτίες που τη γεννούν. Μετρούν τα βάσανά τους, αλλά δε γνωρίζουν τη ρίζα των βασάνων τους.

Οι καταπιεζόμενες μάζες αρνούνται να συμβιβαστούν με τη ζωή σ’ αυτή την πραγματικότητα. Ποιος άλλωστε θέλει να ζει στη φτώχια την ανεργία και την καταπίεση. Ζώντας όμως σ’ αυτή την πραγματικότητα με το δικό τους βεβαίως τρόπο ζωής, ενσωματώνονται στις απαιτήσεις της ανάπτυξης του κεφαλαίου και των άθλιων συνθηκών δουλειάς και ζωής που αυτό δημιουργεί για τους εργάτες και τις οικογένειές τους, τα βάσανά τους και την αθλιότητα που τους καταδικάζει το σύστημα, αποδεχόμενοι τη «μοίρα» τους. Σ' αυτές τις συνθήκες αρχίζει να αναπτύσσεται και το εργατικό κίνημα, ανώριμο από την άποψη της πολιτικής συνείδησης, που γίνεται προπομπός της πολιτικής ωρίμανσης ενός μικρού αριθμητικά αλλά πρωτοπόρου τμήματος της εργατικής τάξης που οργανώνεται για να εκφράσει και την ταξική-πολιτική συνείδησή της για την οργάνωση του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση, με την ίδρυση του ΣΕΚΕ, μετέπειτα του ΚΚΕ. Ετσι μπαίνουν οι βάσεις για τη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης και την ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Αλλά για τη συγκεκριμένη περίοδο μόνο οι βάσεις, το θεμέλιο. Η ανάπτυξη ώριμου μαζικού εργατικού κινήματος βρήκε τη βασική του προϋπόθεση, αλλά ή πορεία του ήταν επίσης -αν και ανοδική- βασανιστική και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Αντικειμενικά, δε γίνεται αυτόματη η απόκτηση ώριμης πολιτικής συνείδησης από την εργατική τάξη μόνο και μόνο επειδή ιδρύθηκε το δικό της πολιτικό επαναστατικό κόμμα.

Βασικό στοιχείο λαϊκού πολιτισμού των αστικών κέντρων

Το ρεμπέτικο τραγούδι αποτελεί ήδη βασικό στοιχείο της ζωής των εργατικών μαζών, καταγράφοντας αυτή τη ζωή σ’ όλες της τις εκφάνσεις. Αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού των εργατών, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων των αστικών κέντρων και τραβά τη «μοίρα» των καταπιεσμένων, καταπιεζόμενο το ίδιο και διωκόμενο απ’ την κυρίαρχη τάξη. Η μαζική του διάδοση εμποδίζεται από την αστική τάξη και τη στάση της απέναντι στους εργάτες και τη ζωή τους, αφού αυτό αποτελεί συστατικό στοιχείο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Εχει τη σημασία του γιατί και στη συνέχεια, παρά τη μαζική, μαζικότατη διάδοσή του, θα υποστεί διώξεις και λογοκρισία.

Βασικά εκείνη την περίοδο ο μόνος τρόπος διάδοσής του ήταν η ίδια η διασκέδαση των ανθρώπων του μόχθου, που το κράτησε ζωντανό από την επιδίωξη -αν ήταν δυνατό- αφανισμού του απ’ τους αστούς και τους αριστοκράτες που το έσπρωχναν στην παρανομία, μαζί με αυτό και τους δημιουργούς του και το μπουζούκι. Αλλά κανένα κοινωνικό φαινόμενο και μάλιστα λαϊκοδημιουργημένο δεν μπορεί να ξεριζωθεί, ν’ αφανιστεί. Η μικρασιατική καταστροφή, την ευθύνη της οποίας έχει η αστική τάξη της Ελλάδας [που έστειλε στρατό, δηλαδή τα παιδιά του λαού, για να επιβάλει τις συμφωνίες ανάμεσα στα τότε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που έπνεε τα λοίσθια, των Αγγλογάλλων ιμπεριαλιστών συμμάχων της (εδώ συνέβαλαν και οι Αμερικάνοι), προκειμένου να ανοίξουν οι δρόμοι για κατάκτηση των πετρελαίων της Μοσούλης, κόντρα τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές] έχει σαν αποτέλεσμα τη μεταφορά απ’ τα παράλια στην απέναντι όχθη του Αιγαίου 1.500.000 Ελλήνων προσφύγων που ήρθαν για να «σωθούν», κουβαλώντας τον εαυτό τους, δηλαδή χωρίς τίποτα, χωρίς καμιά υλική προϋπόθεση για να ζήσουν.

Αυτή η πραγματικότητα οξύνει τα προβλήματα των εργατών, των λαϊκών στρωμάτων. Η ανεργία η φτώχια, το πρόβλημα της στέγης αποκτούν ξαφνικά τεράστιες διαστάσεις. Και μέσα σ’ όλ’ αυτά οι διαφορετικές συνήθειες, ήθη και έθιμα, ο διαφορετικός τρόπος ζωής «Παλαιοελλαδιτών» και προσφύγων, αναγκαίο επακόλουθο μιας πιο προηγμένης ανάπτυξης των παραλίων της Μικράς Ασίας συγκριτικά με την «παλαιά» Ελλάδα σε συνδυασμό με την παντελή αδυναμία από το κράτος να προσφερθούν σ’ αυτούς τους ανθρώπους ελάχιστες στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης, οξύνει στο έπακρο τα προβλήματα των λαϊκών ανθρώπων συνολικά. Η ηττημένη από τον πόλεμο αστική τάξη της Ελλάδας μεταφέρει τις συνέπειες από την κρίση που δημιουργείται στις πλάτες ενός λαού που αδυνατεί να επιβιώσει και των ίδιων των προσφύγων που βρέθηκαν χωρίς τη θέλησή τους να ζουν στη φτώχεια και τη μιζέρια και μάλιστα να τους καλλιεργείται η ψυχολογία του «ξένου» στην Ελλάδα, αν και Ελληνες. Οι συνέπειες στη ζωή τους είναι οδυνηρές. Ισως γι’ αυτό και το λαϊκό τραγούδι «βγάζει πόνο» ακόμη και όταν εμφανίζεται χαρούμενο, ακόμη και όταν γράφεται σε «ματζόρε». Οι πρόσφυγες όμως φέρναν μαζί τους στην Ελλάδα το δικό τους πολιτισμό, τα δικά τους ήθη κι έθιμα, τη δική τους καλλιτεχνική δημιουργία και τα τραγούδια τους. Σ' αυτές τις συνθήκες όξυνσης της οικονομικής κρίσης που συνεχίζει σ' όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι καταπιεζόμενες μάζες των αστικών κέντρων αναπτύσσουν τους δικούς τους αγώνες. Το ρεμπέτικο τραγούδι αναπτύσσεται την ίδια περίοδο στα αστικά κέντρα. Παράλληλα, το μικρασιάτικο ύφος στο τραγούδι, μαζί με τις ορχήστρες του, ενώ αρχικά αναπτύσσεται γρήγορα, στη συνέχεια αφήνει το έδαφος στην ανάπτυξη του «Πειραιώτικου», που ιδιαίτερα με την Πειραιώτικη Κομπανία «Τετράς η ξακουστή» (Μάρκος, Στράτος, Δελιάς και Μπάτης), τη γραμμοφώνηση δίσκων και το ανέβασμά τους στο πάλκο, γίνεται πλέον μαζικότατο φαινόμενο και έκφραση αυτών των διεργασιών και της ζωής των λαϊκών μαζών. Το ρεμπέτικο είχε πλέον προ πολλού αρχίσει να γίνεται από τραγούδι των ανώνυμων δημιουργών, τραγούδι των επώνυμων.

Αντιπαράθεση δύο αντίθετων κόσμων

Η κυρίαρχη τάξη, τότε, συνδύαζε στο κυνήγι του ρεμπέτικου την προπαγανδιστική της επίθεση ως «τραγούδι των λούμπεν», του περιθωρίου, με το κυνήγι των δημιουργών του. Και βεβαίως όσο οι εργάτες -κυρίως πρόσφυγες που τους είχαν καταδικάσει μετά το 1922 να ζουν την πιο βάρβαρη ζωή σε παράγκες στην Κρεμμυδαρού- ήταν λούμπεν, άλλο τόσο και το ρεμπέτικο ήταν τραγούδι των λούμπεν. Το ρεμπέτικο τραγούδι ήταν τραγούδι των εργατών, όπως το δημοτικό των αγροτών. Και αυτό είχε τη σημασία του. Αλλά είχε τους λόγους της αυτή η προπαγάνδα και η επίθεση στους δημιουργούς. Η μαζική απήχηση του ρεμπέτικου στους εργάτες δεν άφηνε ανεπηρέαστη την κυρίαρχη αστική τάξη, όσο κι αν δε δημιουργούσε, σαν καλλιτεχνική δημιουργία, προϋποθέσεις να εκφραστεί συνειδητά πολιτικά η ταξική αντίθεση ανάμεσα στους εργάτες και το κεφάλαιο.

Το ρεμπέτικο τραγούδι καταγράφει τη συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα. Αλλωστε αυτό και μόνο μπορεί να κάνει: Να καταγράφει όλα τα φαινόμενα της κοινωνικής πραγματικότητα, της ζωής και τίποτα παραπάνω. Ας μην ξεχνάμε ότι οι δημιουργοί του είναι άνθρωποι του μόχθου και όχι «λόγιοι αστοί» που η κυρίαρχη κοινωνική συνείδηση, σε συνδυασμό με ένα αδύνατο ακόμη πολιτικά νεαρό εργατικό κίνημα, δεν τους αφήνει να κάνουν τίποτα παραπάνω απ’ το να καταγράφουν σε στίχους, να φτιάχνουν μουσικές, τραγουδώντας όλα αυτά τα φαινόμενα με παραστατικό και εκπληκτικό τρόπο, τόσο που ακούγοντάς τα σήμερα να σε μεταφέρουν πιστά σ' εκείνη την πραγματικότητα. Το μόνο που μπορούν να εκφράσουν και το κάνουν είναι η ψυχολογία της άρνησης της καταπίεσης, της μιζέριας και της ζωής στην εργατογειτονιά, της φάμπρικας, αλλά χωρίς συνειδητοποίηση διεξόδου.

Έτσι το ρεμπέτικο ως τραγούδι αδυνατεί να δώσει διέξοδο συνειδητή. Παραμένει μέχρι την άρνηση. Δεν μπορεί να πάει πιο μπροστά. Το γεγονός όμως ότι συσπειρώνει εργατικές μάζες ανησυχεί την αστική τάξη. Προσπαθεί να συκοφαντήσει με διάφορες υπαρκτές αφορμές, κυρίως με την προβολή του συγκεκριμένου ιστορικά κοινωνικού περιθωρίου των «λούμπεν» (υπαρκτό σε όλες τις αστικές κοινωνίες, αφού είναι παράγωγό τους) και με το κυνηγητό και την καταδίκη του ως μέσο μουσικοστιχουργικής έκφρασης. Προσδοκά να το καταδικάσει και στη συνείδηση των μαζών παίρνοντας ταυτόχρονα και κατασταλτικά μέτρα (π.χ. λογοκρισία, διώξεις κλπ.). Και ταυτόχρονα πασχίζει, χωρίς αποτέλεσμα όμως, αφού δεν απόκτησε λαϊκό έρεισμα, να εμφανίσει ως λαϊκό τραγούδι απομιμήσεις οπερέτας βάζοντας ορισμένους τέτοιους δημιουργούς να γράψουν τέτοιου ύφους τραγούδια, με μεγάλες ορχήστρες και τη χρήση όχι λαϊκών οργάνων αλλά αυτών που χρησιμοποιεί η μουσική της Δυτικής Ευρώπης και που ακούγεται στα σαλόνια των αστών και της αριστοκρατίας. Ξενόφερτα πράγματα δηλαδή.

Αλλά πού να ακουμπήσουν τις λαϊκές μάζες; Γι’ αυτές αποτελούν «άνοστο» πράγμα μακριά από τη ζωή τους. Το απεχθάνονται, με ελάχιστες μεμονωμένες εξαιρέσεις τέτοιων δημιουργών που προσέγγιζαν το ρεμπέτικο, όπως π.χ. ο Ν. Γούναρης. Γι' αυτό και δεν έγινε μαζικό φαινόμενο ούτε ακούμπησε τις εργατικές μάζες. Και εδώ εμφανίζεται ουσιαστικά το φαινόμενο της έκφρασης των δυο πολιτισμών στις ταξικές κοινωνίες. Πολύ δε περισσότερο που η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος διακρίνεται από την παντελή έλλειψη κοινωνικής επικοινωνίας ανάμεσα στην κυρίαρχη τάξη και τα λαϊκά στρώματα, στους δύο διαφορετικούς τρόπους ζωής, στις συνήθειες, στα ήθη και όλα αυτά έχουν σχέση τόσο με τις συνθήκες και το επίπεδο ζωής και την οικονομική τους βάση, όσο και με το γεγονός ότι η αστική τάξη αφενός φοβάται τη «μόλυνση των γόνων της» από την επίδραση της ζωής των καταπιεσμένων, αφετέρου φοβάται τους ενοποιητικούς παράγοντες της τότε εργατικής τάξης που είναι και τα ήθη, έθιμα και παραδόσεις, άρα πρέπει να ξεριζωθούν, αλλά και τους παράγοντες δημιουργίας μαζικής ψυχολογίας ανάτασης.

Η καταπίεση γεννά αντίδραση. Ο πλούτος είναι μισητός στις μάζες, μαζί και οι ιδιοκτήτες του. Και η κυρίαρχη τάξη πρέπει να διατηρήσει να στεριώνει τις δικές της σχέσεις παραγωγής, τις δικές της κοινωνικές σχέσεις. Οι εργάτες αποτελούν για τους αστούς τους παραγωγούς του πλούτου τους, αλλά ταυτόχρονα τη φτώχια, στην οποία τους έχουν καταδικάσει για να πλουτίζουν, την προβάλλουν στο επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης ως απόβλητο, «μόλυνση» της κοινωνίας τους και ανάλογα αντιμετωπίζουν και τον τρόπο ζωής των καταπιεσμένων. Κάνουν τα πάντα για την υποταγή τους. Ακόμη δεν έχουν περάσει στη μέθοδο εξαγοράς τμημάτων της εργατικής τάξης. Επομένως, μαζί με την έχθρα τους στον τρόπο ζωής των λαϊκών στρωμάτων, κυνηγούν και το ρεμπέτικο τραγούδι.

Βεβαίως αυτή η επιδίωξη είχε και ένα ακόμη συγκεκριμένο σκοπό και συνεχίστηκε και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Να εδραιώσει στη συνείδηση των λαϊκών μαζών το «Ανήκομεν στη Δύση». Επρεπε να ξεκόψουν απ’ τις μάζες καθετί που παρέπεμπε στο δικό του πολιτισμό, τα δικά τους ήθη και έθιμα με ρίζες στην Ανατολή. Αυτό το φαινόμενο εντάθηκε επίσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα μετά τον Εμφύλιο και την λαϊκο-επαναστατική δράση του Δημοκρατικού Στρατού, γιατί σε σχέση με την ύπαρξή της και την εξουσία της η αστική τάξη «είδε το χάρο με τα μάτια της». Ο ξεριζωμός από την ψυχολογία των μαζών κάθε στοιχείου δικού τους πολιτισμού αποτελεί ένα καλό εργαλείο διαιώνισης της κυριαρχίας των εκμεταλλευτών. Σ' αυτή τη λογική εμπίπτει και η επίθεση το ρεμπέτικο. Οταν η αστική τάξη όμως κατανοεί ότι δεν έχει αποτελέσματα, δοκιμάζει τη μέθοδο της αφομοίωσης. Το βάζει αναγκαστικά αλλά και ωφελιμιστικά (συνδυάζει το γεγονός της μαζικής απήχησης με τη δυνατότητα να βγάζει κέρδος), στην εμπορευματική παραγωγή και τη δισκογραφία μαζικά.

Ως λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία

Το ρεμπέτικο, σαν συγκεκριμένο είδος τραγουδιού, αποτελεί σημαντικό μέρος της ιστορίας του λαϊκού μας τραγουδιού αλλά και της μουσικής μας παράδοσης. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε από τους λαούς με ξεχωριστή μουσική ιστορική παράδοση με συνέχεια. Με τον όρο «λαϊκό τραγούδι» δεν προσδιορίζουμε μόνο την απήχησή του στις λαϊκές μάζες, αλλά και το είδος που γεννιέται, δημιουργείται, έχει τις ρίζες και τις πηγές του στον ίδιο το λαό, που δεν οφείλεται μόνο στις μουσικές θεωρητικές γνώσεις του δημιουργού, αν και η γνώση των «μακάμ» ή «δρόμων» και του οργάνου αποτελούν θεωρία. Μόνο που εδώ είναι επίκτητη και όχι διδασκόμενη στα ωδεία. Τα μακάμια είναι που γνωρίζοντάς τα πάνω στο μουσικό όργανο βγάζουν τέλειες μουσικές. Και οι δημιουργοί του ρεμπέτικου πρωτίστως ενδιαφέρονταν να μάθουν τέλεια το μουσικό όργανο. Γι' αυτό άλλωστε αποκτούσαν φήμη. Για τη γνώση του μουσικού οργάνου που τους έδινε τη δυνατότητα αρχικά να εκφράζουν όσο γίνεται πιο τέλεια τις μουσικές των τραγουδιών. Τα υπόλοιπα, δηλαδή η δημιουργία των τραγουδιών, έπονταν.

Η μουσική σύνθεση είναι αρχιτεκτονική των ήχων. Υπάρχει θεωρητική και τεχνική εκπαίδευση για να κατακτηθεί σαν γνώση. Το λαϊκό τραγούδι δεν υπάγεται σ' αυτή τη δημιουργία. Οι δημιουργοί του κατέχουν εμπειρικά τη μουσική γνώση και όχι θεωρητικά. Σ' αυτή την κατηγορία υπάγεται και το δημοτικό τραγούδι και το ρεμπέτικο-λαϊκό τραγούδι των αστικών κέντρων. Ολα αυτά τα είδη είναι λαϊκή δημιουργία και υπάρχει αλληλεπίδραση και σύνδεση ανάμεσα σ' αυτά και άλλα είδη λαϊκού τραγουδιού. Το ρεμπέτικο όπως όλα τα είδη λαϊκής δημιουργίας, ιστορικά περνά από το στάδιο της ανώνυμης δημιουργίας στην επώνυμη. Μουσικολογικά περνά από τη λιτή έκφραση, ένα ως τρία όργανα και φωνή, στην πιο σύνθετη με ορχήστρα πολλών λαϊκών οργάνων. Το χαρακτηριστικό στο άκουσμά του είναι το κύριο όργανο, το «σόλο», όπου κατά κανόνα κυριαρχεί το μπουζούκι, χωρίς να αποκλείονται και άλλα όργανα και η ορχήστρα που συνοδεύει. Η δημιουργία του είναι εμπειρική. Βασίζεται στην όσο το δυνατό πιο πλήρη εμπειρική γνώση των δυνατοτήτων του μουσικού οργάνου και των «μουσικών δρόμων» που είναι μουσικές κλίμακες. Οσο καλύτερα γνωρίζει τους δρόμους ο οργανοπαίκτης στο όργανο, τόσο πιο εύκολα δημιουργεί μελωδίες. Η δημιουργία του τελικού μουσικού ακούσματος στηρίζεται στη συμβολή και ικανότητα όλων των συντελεστών, του συνθέτη, του στιχουργού, των οργανοπαιχτών της ορχήστρας. Ολοι συνεργάζονται και συμβάλλουν αρμονικά πάνω στη βασική μελωδία. Το αποτέλεσμα είναι συλλογικό και πολλές φορές συλλογική είναι η προσπάθεια και στη μελωδία, και στους στίχους. Οι δημιουργοί του περισσότερο αισθάνονται σαν οργανοπαίχτες και θέλουν να διακρίνονται πιο πολύ γι' αυτή τους την ικανότητα. Αλλωστε δεν έκρυψαν ποτέ όλοι οι επώνυμοι δημιουργοί ότι το άκουσμα του ήχου από μπουζούκι τούς ώθησε να ασχοληθούν μ' αυτό το όργανο, να γίνουν ικανοί σ' αυτό και μετά να δημιουργήσουν τα τραγούδια.

Σημαντικό ρόλο στη διάδοση του ρεμπέτικου έπαιξε το μουσικό όργανο που διαθέτει κάθε άνθρωπος, η φωνή. Τόσο στη μεταφορά μελωδιών από διάφορα μέρη της Ανατολής ή και το παρελθόν όσο και στη δημιουργία της συγκεκριμένης ιστορικής μουσικής παράδοσης. Διακρίνεται σαν είδος τραγουδιού που χωρίς θεωρητική τεχνογνωσία καταφέρνει να συνδέει αρμονικά μουσική και στίχο, να εκφράζει η μουσική νοηματικά και συναισθηματικά το στίχο. Το αποτέλεσμα, σχεδόν πάντα και ανεξάρτητα από το βαθμό συμφωνίας με το περιεχόμενο των στίχων, είναι ένα σύνολο αισθητικού ακούσματος λόγου και μουσικής που μπορεί να προσεγγίζει την τελειότητα. Ανεξάρτητα αν ο δημιουργός είναι ατομικός ή συλλογικός, δηλαδή ένας ή πολλοί μαζί. Αυτό είναι και το πιο σπουδαίο επίτευγμα και μαγεία στην αίσθηση, αλλά και στη λαϊκότητα της τέχνης του τραγουδιού σαν καλλιτεχνική δημιουργία και έκφραση.

Το ρεμπέτικο δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί τις πιο διαφορετικές έως και αντιφατικές γνώμες για την αισθητική του αξία αλλά και σαν καλλιτεχνική δημιουργία, ακόμη και στο προοδευτικό κίνημα. Αφορμή σ' αυτό δίνει ίσως το περιεχόμενο ενός μέρους της θεματολογίας του, που έκφρασε τον τρόπο ζωής των λούμπεν προλεταρίων, αλλά και το γεγονός ότι κάποιοι από τους επώνυμους δημιουργούς του πέρασαν ένα χρονικό διάστημα της ζωής τους απ' αυτές τις ομάδες ή τον τρόπο ζωής τους. Αν αφαιρεθεί η μελέτη και η προσέγγισή του από τη συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα που το δημιούργησε, καθώς και από το ότι σαν λαϊκή δημιουργία έφτανε ως την καταγραφή των φαινομένων και την άρνηση, ασυνείδητα, του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, μπορεί να οδηγηθεί και στην άποψη της απόρριψής του. Τότε όμως δε θα μπορεί να προσεγγίσει και να αποδεχτεί την ίδια τη λαϊκή δημιουργία και παράδοση. Το γεγονός ότι δεν άφησε κανένα κοινωνικό φαινόμενο που να μην το καταγράψει, ότι άντλησε πηγές από τη ζωή της εργατικής τάξης και του λαού και στην περίοδο του Μεσοπολέμου αλλά και την περίοδο της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης και έκφρασε λαϊκούς πόθους, δείχνει ότι ήταν γνήσια λαϊκή δημιουργία. Προσεγγίζοντας τη συνεισφορά του στη συνέχεια της λαϊκής μουσικής μας παράδοσης στα χρονικά πλαίσια της ανάπτυξής του, μπορούμε δίκαια να το κατατάξουμε στην ιστορία της λαϊκής μουσικής δημιουργίας.