άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

«...στις ταβέρνες τό ’χω ρίξει
κι έτσι σβήνουν οι καημοί...»

Έτσι τραγουδούσε ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Βασίλης Τσιτσάνης στα 1947, σε ένα τραγούδι του δεύτερου, που γεννά χαρμολύπη, διαγράφοντας αφηρημένα αφενός την απαισιόδοξη πικρή γεύση της σκληρής πραγματικότητας που βίωναν οι ακροατές του δημιουργήματος τούτου, αλλά και διακηρύσσοντας από την άλλη το πείσμα του κατατρεγμένου - αποκλεισμένου, για ζωή, για συμμετοχή στη χαρά, στη χαλαρότητα του γίγνεσθαι της κρατούσας αστικής τάξης.

Μέσα από την ταπεινή, πλην πλούσια και χορταστική (κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά) διέξοδο της λαϊκής ταβέρνας, γενιές και γενιές μεγάλωσαν στη νεότερη Ελλάδα και έπνιξαν σε ποταμούς κρασιού τους καημούς και τα μεράκια τους. Μέσα στο οικείο αυτό λαϊκό περιβάλλον πολλοί φτωχοδιάβολοι, μεροκαματιάρηδες, εργάτες μέθυσαν, τραγούδησαν, γλέντησαν τις χαρές τους και «ξεγέλασαν» με ένα πικρό χαμόγελο και κάποια υποψία ίσως δακρύων τη δυστυχία που συχνά τους χτυπούσε την πόρτα. Στα δύσκολα χρόνια που κυλούσαν, ο λαός δεν σταμάτησε να τραγουδάει με κάθε αφορμή, είτε στη δουλειά είτε σε οικογενειακές συγκεντρώσεις και βέβαια στην ταβέρνα. Με την απουσία γραμμοφώνων από τα περισσότερα λαϊκά νοικοκυριά, ήταν αναμενόμενο ο λαός να τραγουδάει ο ίδιος για να υποκαταστήσει την πρόσβαση στην ακρόαση επαγγελματιών μουσικών και τραγουδιστών, που ήταν αδιαμφισβήτητη πολυτέλεια. Η λαϊκή διασκέδαση, η έξοδος σε μια ταβέρνα, συνοδευόταν από τραγούδισμα και οργανοπαίκτες, ερασιτέχνες καλλιτέχνες, δεδομένου ότι ούτε στα μαγαζιά ήταν καθιερωμένη ευρέως η παρουσία γραμμοφώνου. Πάνω στα μικρά αυτοσχέδια πάλκα που στήνονταν πρόχειρα γεννήθηκαν καλλιτεχνικά όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές και μπουζουξήδες του παρελθόντος. Στο «ανταγωνιστικό» αυτό περιβάλλον των πολλών εξ ανάγκης τραγουδιστών και καλλιτεχνών, όσοι αναδείχτηκαν ήταν «ψημένοι» και βαπτισμένοι μέσα σε ένα περιβάλλον που ξεχείλιζε από εμπειρίες ζωής και αναμνήσεις βαθιών πληγών, ήταν μυημένοι σε τραγικές ιστορίες και βυθισμένοι σ’ έναν κόσμο πλημμυρισμένο από ανείπωτες και παράλογες καταστάσεις που ενίοτε ισορροπούσαν οριακά μεταξύ της νομιμότητας και του περιθωρίου. Έτσι αφομοίωναν όλες τις ανησυχίες των λαϊκών μαζών και τις μετουσίωναν σε στίχους, τραγούδια, αριστουργήματα.

Στη σημερινή πραγματικότητα οι πρώτης γραμμής μπουζουξήδες που επιβιώνουν από τη μουσική παίζοντας στα στούντιο και τις πίστες, αν και επαρκέστατοι και διαπρεπέστατοι εκτελεστές, καταρτισμένοι πλήρως μουσικοί, δεν έχουν πάει ποτέ σε ταβέρνα... Αν προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι δεν έχουν παραστάσεις από την κοινωνική πραγματικότητα λόγω των απαιτήσεων της δουλειάς και την ταχύτητα της σύγχρονης ζωής, αντιλαμβάνεται εύκολα την αιτία του προβλήματος εκφραστικότητας... Οι περισσότεροι σύγχρονοι σολίστες δεν έχουν παίξει ποτέ για την παρέα τους, για την «πάρτη» τους, για το ακροατήριο μιας απλής ταβερνούλας, που βγαίνει έξω για να φάει και να πιει ένα ποτήρι κρασί. Από τα 17-18 τους χρόνια επαγγελματίες, δεν έζησαν μέσα στον κοινωνικό ιστό πριν το πάλκο, αλλά επικεντρωμένοι στην τεχνική τελειοποίησή τους και αφημένοι από νωρίς στις βουλές του μαέστρου, πορεύονται πλαισιωμένοι πάντα από μια μεγάλη φαντεζί ορχήστρα, υποστηρίζοντας μια φίρμα του τραγουδιού, με τους προβολείς στραμμένους πάνω τους. Ως εκ τούτου, αφενός ποτέ δε βρέθηκαν στην «ανάγκη-πρόκληση» να συγκινήσουν ένα ακροατήριο που δεν ήρθε για να τους ακούσει (κουρδισμένο να «ξεσαλώσει»), αλλά για να περάσει απλά μια συμπαθητική βραδιά, αφετέρου δεν μπήκαν ποτέ στον όμορφο κόπο να δομήσουν το απολύτως προσωπικό τους ρεπερτόριο, την «ταυτότητά» τους και να την εκθέσουν στον κόσμο...

Περαιτέρω, είναι σίγουρο ότι το κοινό αλλιώς συμπεριφέρεται όταν βλέπει τον Α μπουζουξή δίπλα στους Νταλάρα, Πάριο, Πλούταρχο, οπλισμένο με εκκωφαντικά ντεσιμπέλ, περιστοιχισμένο από τον πλούσιο ήχο μιας δεμένης ορχήστρας και αλλιώς όταν βλέπει τον Α μπουζουξή σε μια ταβέρνα με μια κιθάρα. Παραπάνω από σίγουρο είναι ότι πολλοί επώνυμοι εκτελεστές ή τραγουδιστές αποφεύγουν να εκτεθούν στις ταβέρνες γιατί ο μύθος εύκολα καταρρέει, όταν δεν έχεις ενίσχυση από κάποια μικροφωνική εγκατάσταση για να τιθασεύσεις ή τουλάχιστον να εντυπωσιάσεις το ακροατήριο με μια φαντασμαγορική παράσταση. Εξάλλου το κοινό δεν είναι δεκτικό ουσιαστικών ερεθισμάτων-εμπειριών από μια κιθάρα κι ένα μπουζουκάκι... Ωστόσο, σε πείσμα των χαλεπών καιρών, υπάρχουν ακόμη λαϊκοί καλλιτέχνες που δε φοβούνται την ταβέρνα, αλλά αντιθέτως την επιζητούν επίμονα. Υπάρχουν λαϊκοί τραγουδιστές και μπουζουξήδες που έχουν δεξαμενές συγκινησιακού φορτίου, δυνάμενου να «εξαναγκάσει» τα πιρούνια, τα γέλια και το βόμβο να σιγήσουν. Υπάρχουν προσωπικότητες που κουβαλούν όλη την προεκτεθείσα συναισθηματική παρακαταθήκη της λαϊκής κουλτούρας και τη δυναμική αυτή που τους επιτρέπει αβίαστα, με άγνωστα τραγούδια (αναφέρομαι στα ρεμπέτικα μυστήρια, ας μην κρυβόμαστε) να συγκινήσουν, να σηκώσουν για χορό από τις καρέκλες έναν κόσμο ναρκωμένο από την τηλεόραση, τη δισκογραφική-ραδιοφωνική σαβούρα και την ισοπεδωτική καθημερινότητα. Δυστυχώς για κάποιους χοντρόπετσους Νεοέλληνες, που δε θα μπορούσαν ούτε καν να διανοηθούν τι τους «χτύπησε» αν εξέθεταν τον εαυτό τους ποτέ σε τέτοια ακραία συγκινησιακά φαινόμενα, υπάρχουν ακόμη οι μουσικοί που σε οδηγούν στο να χάσεις τον έλεγχο των συναισθημάτων (αντικειμενικά δεν σε οδηγούν σε καμία διαδρομή με την κοινώς αποδεκτή έννοια του όρου, καθ’ ότι ήδη την έχουν χάσει και οι ίδιοι προ πολλού), χαϊδεύοντας με μαεστρία τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής ακόμη και του πιο απαίδευτου ακροατηρίου και εκλύοντας σε κάθε ευκαιρία τεράστια φορτία ευαισθησίας...

Ανακαλώντας στην μνήμη μου μια συγκλονιστική εμπειρία, σε κάποιο κουτούκι όπου ιερουργούσε ένα βράδυ μια μορφή αυτής της ψυχοσύνθεσης, προικισμένη από την φύση πλουσιοπάροχα, αλλά και φορτισμένη μέσα από ένα συμπαγές, στιβαρό, λαϊκό, δυναμικό υπόβαθρο, σκέφτομαι πόσο ορθολογιστές και σκληροί πραγματιστές έχουμε γίνει συγκριτικά με τους καλλιτέχνες... Και πόσο συνταρακτικά επικίνδυνη μπορεί να γίνει η αποκάλυψη ενός ωκεανού πρωτόγνωρων ερεθισμάτων, που δεν μπορούμε πλέον να διαχειριστούμε με ασφάλεια και εσωτερική ισορροπία. Πόσο βαθιά ευλαβική και συνάμα ασταθής και απρόβλεπτη διαμορφώνεται η επικοινωνία με τους γνήσιους και αυθεντικούς ανθρώπους-καλλιτέχνες. Μιλώ βέβαια για αυτούς που αποκαλούμε δίκαια αληθινούς, αυτούς με το άλλο ένστικτο, το άγριο, το ακατέργαστο, που σε τρομάζει και οι οποίοι τελούν σε μια μεταφυσική σχέση με το υπερπέραν, που αδυνατούν να παρακολουθήσουν την πραγματικότητα, εξαιτίας της πρόδηλης ευαισθησίας τους, αυτούς που σε καθιστούν τελικά ευάλωτο, σε περιάγουν σε μια γλυκιά ανασφάλεια και ξεχειλίζεις από συγκίνηση ακόμη κι όταν γράφεις γι’ αυτούς πέντε αράδες στην ψυχρή οθόνη του υπολογιστή...

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!