άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Τα όργανα της οικογένειας του λαούτου (τα λαουτοειδή θα έλεγα εν συντομία) διαδραμάτισαν από την αρχαιότητα ένα πολύ σημαντικό και βαρύνοντα ρόλο στην πορεία και την εξέλιξη της Μουσικής και των μουσικών παραδόσεων στη λεκάνη της Μεσογείου, που περιλαμβάνει μια εκτεταμένη ενδοχώρα στη Β. Αφρική, τη Νότια Ευρώπη και τη Βαλκανική, την Τουρκία, την Εγγύς και Μέση Ανατολή.

Ούτι κατασκευασμένο στην Κωνσταντινούπολη από τον εξαιρετικής φήμης κατασκευαστή Μανώλη Βενιό (Manol) στις αρχές του 20ού αιώνα. Πηγή: Μike’s oud forums, Hank Levin: www.mikeouds.com
Το ούτι, αναζητώντας το μακρύ παρελθόν και την εξέλιξη της μουσικής αυτής της περιοχής, αποτελεί με ένα τρόπο τον προπάτορα και τον πρόγονο όλων των λαουτοειδών οργάνων που σήμερα βρίσκονται σε χρήση. Έχει διαρκή και πολυπρόσωπη παρουσία σε όλον αυτό τον τεραστίων διαστάσεων γεωγραφικό χώρο. Και είναι πολυπρόσωπη η παρουσία του γιατί πρωτοστάτησε, μαζί με κατά περίπτωση άλλα όργανα, στην ανάδειξη πολύ σπουδαίων μουσικών παραδόσεων, όπως της Περσικής, της Αραβικής και της Οθωμανικής (βλ.W. FELDMAN: «Music of the Ottoman Court» pp.114-119) κατά τη διάρκεια των μακρών περιόδων ακμής τους. Το όργανο, αν και υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες για την παρουσία και το ρόλο του κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο στα πράγματα της λαϊκής μουσικής του Βυζαντίου, κατά την περίοδο της Οθωμανικής επικυριαρχίας συνδέθηκε στενά και οργανικά και είχε ζωτικό ρόλο στο μουσικό γίγνεσθαι του χώρου που συχνά αποκαλούμε καθ’ ημάς Ανατολή και ιδιαίτερα με τη μουσική ζωή και δημιουργία του Ελληνισμού που ζούσε σε αυτή, κυρίως των μεγάλων αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης (βλ. Κ. Καλαϊτζίδης: «ΤΟ ΟΥΤΙ» Μέθοδος εκμάθησης, Τόμος Α΄, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 1996.).

Η παρούσα προσπάθεια δεν αποτελεί παρά μία από τις πολλές προσεγγίσεις στην ιστορική διαδρομή και παρουσία του οργάνου. Είναι χαρά μου που έχω την ευκαιρία να φέρω από τη δική μου πλευρά κοντά σας και να κάνω γνωστό σε εσάς το πολύ σπουδαίο και πολυπρόσωπο αυτό όργανο, που από τη μία πλευρά η βιολογική φθορά και η αποχώρηση της πρώτης Μικρασιατικής γενιάς και από την άλλη η λαίλαπα της Δυτικοποίησης της πλουσιότατης μουσικής μας παράδοσης, το έθεσαν για πολλές δεκαετίες κυριολεκτικά στο περιθώριο. Και αυτή η προσπάθεια επιχειρείται να έρθει σε πέρας με δύο τρόπους. Ο ένας είναι ο κλασσικός της εισήγησης με αναφορά στις βιβλιογραφικές πηγές, την προσωπική γνώση, τα βιώματα και τις εμπειρίες του γράφοντα. Ο άλλος είναι ο πρωτότυπος τρόπος, ο δυναμικός, σύμφωνα με τον οποίο θα προσεγγίζεται το όργανο μέσα από εσάς, μέσα από ένα ειδικά αφιερωμένο από το «Ρεμπέτικο Φόρουμ» και την «Κλίκα» θεματικό πεδίο το οποίο θα ανοίγει και θα δίνει διαρκώς ένα βήμα διαλόγου, τον οποίο θα τροφοδοτείτε εσείς με τη δικιά σας συμμετοχή και παρουσία. Η «επιστροφή» του οργάνου αλλά και πολλών άλλων, μαζί με την «επιστροφή» της παραδοσιακής μας μουσικής είναι -εδώ και μία περίπου εικοσαετία- γεγονός που κάνει αισθητή την παρουσία του σε οποιαδήποτε πλευρά του μουσικού γίγνεσθαι στη χώρα μας. Θέλω να πιστεύω πως δεν είναι συγκυριακή αλλά μόνιμη. Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμαστε όλοι, ο καθένας από την πλευρά του, να επενδύσουμε και να συνεισφέρουμε. Επίσης με την παρούσα προσπάθεια επιχειρείται και κάτι άλλο εξίσου -αν όχι περισσότερο- σημαντικό. Να συμβάλουμε, με τις μικρές μας δυνάμεις, από το «Ρεμπέτικο Φόρουμ» και την «Κλίκα» στην ανάδειξη της πολλαπλάσιας αξίας του οργάνου, που εκτός των άλλων την έχει, συμβολίζοντας το ίδιο την κοινότητα των λαών της περιοχής και τις κοινές και συγγενικές μουσικές τους παραδόσεις και πολιτιστική κληρονομιά.

Ιστορική διαδρομή

Στο Βυζαντινό κόσμο δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες που να τεκμηριώνουν -έστω στοιχειωδώς- την παρουσία του οργάνου με την ίδια ονομασία, παρόλο που στην πλουσιότατη βυζαντινή εικονογραφία απεικονίζονται πολύ συχνά λαουτοειδή, τα οποία μοιάζουν πάρα πολύ μαζί του. Αντίθετα στην Περσία από τις ιστορικές πηγές προκύπτει ότι το ούτι έχει μια διαρκή παρουσία και ρόλο στα πράγματα της περσικής κλασσικής μουσικής από παλαιότερα. Το ούτι στο χώρο της Περσίας και της Μεσοποταμίας υπήρξε με την ονομασία Barbat, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Υπάρχουν πολλές ιστορικές εκδοχές για το πώς βρέθηκε το όργανο αυτό στην Περσία. Καμία από αυτές δεν έχει επικρατήσει (βλ. www.sayda.net, Kishibe’s diffusionism theory on the Iranian barbat and chino-Japanese pipa). Από την πλευρά μου και κατά την προσωπική μου γνώμη πιστεύω στη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά και γενικότερα τη θεωρία ότι κανένα τόσο παλαιό όργανο δεν ανήκει αποκλειστικά σε ένα πολιτισμό ή σε μια περιοχή, καθόσον τα όργανα διαρκώς ταξιδεύουν και η εξέλιξή τους γίνεται μέσα από αμοιβαία δάνεια που κάνει ένας πολιτισμός στον άλλον. Μια από τις εκδοχές είναι ότι το όργανο πήρε την ονομασία αυτή από το όνομα ενός πολύ επιφανούς μουσικού της περσικής βασιλικής αυλής κατά τη δυναστεία των Σασανιδών, τον Baarbad. Κατά μία άλλη εκδοχή το όργανο πήρε το όνομαά του από την Αρχαία Ελληνική Βάρβιτο, η οποία ταξίδεψε και εγκαταστάθηκε στην Περσία και τη λεκάνη της Μεσοποταμίας από την εποχή του Μ. Αλέξανδρου, τους Ελληνιστικούς χρόνους και την περίοδο της κυριαρχίας του κράτους των Σελευκιδών.

Από ιστορικά στοιχεία και μουσικολογικές μελέτες προκύπτει με πιο σαφή τρόπο ότι το ούτι, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, είναι ένα όργανο που αναδείχτηκε από κάθε άποψη στον Αραβικό κόσμο. Κατά την περίοδο από τον 9ο μέχρι τον 12ο μ.Χ. αιώνα, την περίοδο ακμής των Αράβων στα γράμματα τις τέχνες και τις επιστήμες, αποτέλεσε ένα από τα βασικά όργανα, μαζί με το κανονάκι, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και συστηματοποίηση του μουσικού θεωρητικού συστήματος των Αράβων, της θεωρίας δηλαδή και του συστήματος των μακάμ (makamat) και γενικότερα του τροπικού μουσικού συστήματος (βλ. τρόποι). Σε αυτή τη μακρόχρονη προσπάθεια εργάστηκαν πολλοί σπουδαίοι θεωρητικοί, όπως ο Ibrahim, ο Ziryah και κυρίως ο Al Farabi, οι οποίοι χρησιμοποίησαν σε πολύ μεγάλη έκταση τα συγγράμματα, τις συστηματοποιήσεις και τις θεωρίες των Αρχαίων Ελλήνων θεωρητικών, εκπροσώπων τόσο της Πυθαγόρειας σχολής όσο και της σχολής του Αριστόξενου) Ο Farabi λέγεται ότι εκτός των άλλων πρόσθεσε για πρώτη φορά το πέμπτο ζευγάρι στα υπόλοιπα τέσσερα που πρότερα είχε παραδοσιακά το όργανο (βλ. Κ. Καλαϊτζίδης: «ΤΟ ΟΥΤΙ» Μέθοδος εκμάθησης, Τόμος Α΄, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 1996).

Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές το ούτι θεωρείται ο προπάτορας του λαούτου, όπως αναπτύχθηκε στην Ευρώπη από την περίοδο της Αναγέννησης μέχρι σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί πως το λαούτο κατά το 14ο - 15ο αιώνα αποτέλεσε το πιο διαδεδομένο όργανο σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου και γνώρισε μία μοναδική περίοδο ακμής. Η εξάπλωση του λαούτου στην Ευρώπη οφείλεται πρωτογενώς -και αυτό είναι επαρκώς τεκμηριωμένο ιστορικά- στις Αραβικές κτήσεις της Ισπανίας από τον 8ο έως το 15ο μ.Χ. αιώνα. Το ευρύτατα γνωστό αναγεννησιακό λαούτο -με πέντε ζευγάρια χορδές- που παίζονταν με πλήκτρο (φτερό) και κατόπιν με δάχτυλα διαδέχτηκε στην επόμενη μετά την Αναγέννηση περίοδο το μπαρόκ λαούτο με 13 χορδές που παίζεται με δάχτυλα, αλλά και πολλοί άλλοι τύποι λαούτου (theobro κλπ.) (βλ. R. LUNDBERG: “The Historical Lute Construction”, Guild of American Luthiers, 1st edition, March 2002 και The LUTE SOCIETY, “A brief introduction to the Lute”, pp 1-3, www.lutesoc.co.uk).

Ούτι Αράβικο - Συριακό σκαρί. Πηγή: Δικτυακός τόπος του ZIAD RAJAB: www.ziad.gr
Σε αυτή την ιστορική διαδρομή θα πρέπει να αποδοθεί και η βαθιά και πολύπλευρη επιρροή της Ανδαλουσιανής μουσικής παράδοσης που πάρα πολύ προσομοιάζει σε μελωδικά αλλά και ρυθμικά στοιχεία με την αραβική μουσική παράδοση. Ιδιαίτερα σημαντική και πολυπρόσωπη ήταν η παρουσία του ουτιού στα μουσικά πράγματα της Οθωμανικής αυλής κατά το 15ο και 16ο αιώνα -από τη Χεράτ στην Κωνσταντινούπολη- στην οποία κυριαρχούσαν, κατά την πρώτη περίοδο, Πέρσες μουσικοί. Σταδιακά όμως από τη μία πλευρά πολλές κοινωνικές και πολιτιστικές ανακατατάξεις και από την άλλη η ισχυρή παρουσία αυλικών μουσικών από άλλες εθνότητες συνέβαλαν ώστε η παρουσία του οργάνου να περιοριστεί δραματικά για διάστημα που κάλυψε δύο αιώνες περίπου (βλ.W. FELDMAN: «Music of the Ottoman Court» pp.114-119). Η επιστροφή του οργάνου στα πράγματα της κλασσικής Οθωμανικής μουσικής, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έγινε κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Λέγεται ότι στη επαναφορά του συνέβαλε ουσιαστικά ο σπουδαίος μουσικός Udi Afet (βλ. Κ. Καλαϊτζίδης: «ΤΟ ΟΥΤΙ» Μέθοδος εκμάθησης, Τόμος Α΄, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 1996). Γρήγορα καθιερώθηκε σαν αστικό όργανο και σαν βασικό όργανο της κλασσικής ορχήστρας (ince saz) και η χρήση του εξαπλώθηκε ταχύτατα, όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη και τα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά κατέκτησε τα μουσικά πράγματα σε ένα ευρύτατο γεωγραφικό χώρο. Γνώρισε εντυπωσιακή εξάπλωση τόσο ανάμεσα στο μουσικό κόσμο και τους συντελεστές του όσο και στο γεωγραφικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της εποχής και στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο. Το ούτι καθιερώθηκε στους κόλπους των μουσικών σχημάτων των ελληνικών πληθυσμών, παράδοση που μεταφέρθηκε με τις μετακινήσεις πληθυσμών και τη Μικρασιατική καταστροφή από τη Μ. Ασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Θράκη σε ολόκληρο το σημερινό Ελλαδικό χώρο. Σήμερα το ούτι, πέρα από το χώρο που παραδοσιακά αναπτύχθηκε, και ως όργανο και ως ρόλος, λόγω των συνθηκών της σύγχρονης εποχής το συναντάμε σχεδόν σε όλο τον κόσμο, στα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα που είναι και μεγάλες εστίες μετανάστευσης πληθυσμών από το μητρικό του χώρο.

Μορφολογικά - μουσικολογικά και οργανολογικά χαρακτηριστικά

Ετυμολογικά η ονομασία του έχει κοινή ρίζα με αυτή του λαούτου, προέρχεται δε από το Αραβικό al oud που σημαίνει «το ξύλο» ή «το εύκαμπτο ραβδί». Το ούτι ανήκει στην οικογένεια των έγχορδων - χορδόφωνων νυκτών οργάνων και ειδικότερα σε αυτή των λαουτοειδών, όπως ήδη τονίστηκε. Τη σημερινή μορφή του οργάνου -μεγάλο αχλαδόσχημο σχήμα και κοντό άταστο μπράτσο- τη συναντάμε από πολύ παλιά. Τα κλειδιά του -στριφτάρια- είναι ξύλινα και τοποθετούνται πλάγια -δεξιά και αριστερά- στην κεφαλή (καράβολα) που ενώνεται με το μπράτσο-μανίκι υπό γωνία 40ο-45ο. Σε όλη την ιστορική του διαδρομή το ούτι χρησιμοποιήθηκε:

  • τόσο ως όργανο συνοδείας της ανθρώπινης φωνής,
  • όσο και σαν κατ' εξοχήν όργανο που μετέχει σε ορχήστρα και
  • όργανο για ρεσιτάλ (κατά την πιο πρόσφατη περίοδο)

Είναι ταυτόχρονα όργανο μελωδίας, όργανο ρυθμικό -αποδίδει καλύτερα και πιο καθαρά ρυθμικούς τονισμούς της μελωδίας σε σχέση με άλλα "σολιστικά" όργανα- και όργανο αυτοσχεδιασμού στους μουσικούς δρόμους. Δεν χρησιμοποιεί καθόλου συγχορδίες αλλά αντιφωνίες και ισοκρατήματα και μετέχει παραδοσιακά σε πολλούς συνδυασμούς οργάνων όπως απαντώνται στο χώρο μας και στον κόσμο της Ανατολής (βλ. Κ. Καλαϊτζίδης: «ΤΟ ΟΥΤΙ» Μέθοδος εκμάθησης, Τόμος Α΄, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 1996), όπως:

  • Η "κομπανία": πολίτικη λύρα (ή βιολί), κανονάκι (ή σαντούρι), ντέφι (ή τουμπερλέκι) και πιο σπάνια κλαρίνο.
  • Το "λόγιο σχήμα": νέι, ταμπούρ, πολίτικη λύρα (ή βιολί), κανονάκι, μπεντίρ.
  • Η "Αραβική ορχήστρα": νέι, κανονάκι, ρεμπάμπ (ή βιολί), αραβικό ντέφι και τουμπερλέκι.
  • Η "Περσική ορχήστρα": ταρ, νέι, σαντούρ, ζαρμπ και νταϊρές.

Στον Αραβικό κόσμο έχουν από παλιά καθιερωθεί δύο διακριτές ονομασίες για το όργανο (βλ. αναφορές στο ένθετο του ψηφιακού δίσκου «Αχμέτ Ελ Καλάι» από τη σειρά «Μεγάλοι δεξιοτέχνες της Μεσογείου» του Έργου Medimuses που χρηματοδοτήθηκε από το Κοινοτικό Πρόγραμμα Euromed Herritage II, κατά την περίοδο 2002-2005). Η ονομασία oud arbi, που αντιστοιχεί στο ούτι που έχει μικρό σκάφος, διαθέτει τέσσερα ζευγάρια χορδών και αντιπροσωπεύει μια από τις πιο παλιές εκδοχές του ουτιού και που είναι ένα όργανο πολύ διαδεδομένο που πολύ συχνά συναντάμε ακόμη και σήμερα στις χώρες του Mαχρέμπ, την Λιβύη, την Τυνησία, την Αλγερία και το Μαρόκο (που δύει ο ήλιος) και άλλη ονομασία είναι oud sarki που αντιπροσωπεύει ένα όργανο με μεγαλύτερο σκάφος, με περισσότερες χορδές (πέντε ζευγάρια παλαιότερα και πέντε ζευγάρια και μια μπάσα μονή χορδή αργότερα) που είναι περισσότερο αστικό και κλασσικό όργανο και το συναντούμε περισσότερο στις χώρες του Μασρέκ (που ανατέλλει ο ήλιος). Με την επιστροφή του οργάνου στο χώρο της Οθωμανικής μουσικής άρχισε να διαφοροποιείται σημαντικά από την κλασσική Αραβική εκδοχή του (βλ. Κ. Καλαϊτζίδης: «ΤΟ ΟΥΤΙ» Μέθοδος εκμάθησης, Τόμος Α΄, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 1996). Το όργανο γίνεται μικρότερο, αλλάζουν σιγά-σιγά οι τεχνοτροπίες κατασκευής του, τα κουρντίσματα του κλπ. Παρ’ όλη την ομοιότητά του με το ελληνικό λαούτο έχει πολύ μεγάλες διαφορές, τόσο μορφολογικές και οργανολογικές όσο και κατασκευαστικές διαφορές. Μία πολύ σημαντική διαφορά του από το λαούτο είναι ότι ενώ το σκάφος του δεύτερου είναι ελλειπτικό, το σκάφος του ουτιού ανήκει στην κατηγορία των ηχείων που είναι "συμμετρικά εκ περιστροφής". Μία άλλη διαφορά των δύο οργάνων είναι ότι το ένα διαθέτει κινητά διαστήματα (τάστα ή μπερντέδες) ενώ το ούτι είναι όργανο "τυφλό" χωρίς διαστήματα.

Μία επίσης σημαντική, από άποψη μουσικολογική και οργανολογική, διαφορά είναι ότι το λαούτο στον Ελλαδικό χώρο, στις διάφορες εκδοχές του, είναι ένα όργανο που κουρντίζεται σε διαστήματα πέμπτης (5ης) - LA - RE - SOL - ΝΤΟ. Το ούτι, όπως και μία σειρά άλλα τροπικά όργανα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οργάνου με «Πυθαγόρεια» οργανολογία και είναι ένα πολύ καλά «μετρημένο» όργανο βασισμένο απόλυτα στη βάση του Ανατολικού φυσικού διατονικού συστήματος που βασίζεται στη χρήση των τετράχορδων - διαστημάτων 4ης όπου το τετράχορδο είναι ένα σύστημα τεσσάρων διαδοχικών φθόγγων (χορδών) που σχηματίζουν τρία διαστήματα και των πεντάχορδων διαστημάτων 5ης όπου το πεντάχορδο είναι ένα σύστημα πέντε διαδοχικών φθόγγων (χορδών) που σχηματίζουν τέσσερα διαστήματα αντίστοιχα. Η εξέλιξη και η πορεία του οργάνου στο πρόσφατο παρελθόν ανέδειξε μία σειρά διαφορετικές Σχολές. Παρόλο που δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία γύρω από το θέμα αυτό, αλλά ούτε και κάποια στεγανά, πολλοί έχουν ασχοληθεί και επιχείρησαν να τις απαριθμήσουν και να τις κατονομάσουν Κατά την άποψή μας οι κυριότερες και πιο διακριτές είναι:

  • Η Οθωμανική σχολή
  • Η Λεβαντίνικη και η Αιγυπτιακή σχολή (Συρία, Λίβανος, Ιορδανία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος)
  • Η Ιρακινή σχολή και
  • Η σχολή του Μαχρέμπ (Αλγερία, Τυνησία, Μαρόκο).
Η συζήτηση που γίνεται και που αφορά τις επίσημες σχολές του οργάνου, για την παρούσα προσέγγιση έχει ενδεικτικό χαρακτήρα. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη σημερινή αξία του αλλά και για το μέλλον του είναι το γεγονός και η αλήθεια ότι έχει συνδεθεί με ποικίλες ζωντανές λαϊκές μουσικές παραδόσεις και μουσικά ιδιώματα που υπάρχουν και είναι διάσπαρτα εδώ και πολλές γενιές μέσα στον ευρύτατο ζωτικό - ιστορικό του χώρο. Το κούρδισμα του ουτιού διαφοροποιείται ανάλογα με τις διαφορετικές σχολές, τις από περιοχή σε περιοχή μουσικές παραδόσεις και το ρεπερτόριο. Σχεδόν πάντα, όποιο και να είναι το κούρδισμα, η βάση για τη διαφορά τονικότητας από χορδή σε χορδή είναι το διάστημα 4ης. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές, δύο όμως είναι τα βασικά μοτίβα/πρότυπα που χρησιμοποιούνται:
  • Είτε όλες οι χορδές του οργάνου κουρδίζονται σε διαστήματα τετάρτης (4ης)
  • Είτε τα τέσσερα πρώτα (από τα καντίνια) ζευγάρια κουρδίζονται σε διαστήματα 4ης, ενώ το 5ο ζεύγος και η 6η μονή χορδή κουρδίζονται για να αντιφωνούν με κάποιες από τις πρώτες τέσσερις χορδές και όπως είναι λογικό χρησιμεύουν για αντιφωνίες και ισοκρατήματα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, χαρακτηριστικά παραδείγματα κουρδισμάτων αποτελούν τα παρακάτω (από την πρίμα προς την μπάσα περιοχή):
  • Τούρκικα της λόγιας Οθωμανικής μουσικής ρε λα μι σι φα# ντο#, ή ρε λα μι σι φα# σι
  • Τουρκικό βασισμένο σε παλιό Αράβικο: ρε λα μι σι λα μι
  • Παλιό Αραβικό: ντο σολ ρε λα σολ ρε
  • Σύγχρονο Αραβικό: ντο σολ ρε λα μι ντο
  • Σύγχρονο Ιρακινό φα ντο σολ ρε λα φα, ή (κατά M. Bashir) φα ντο σολ ρε λα φα ντο (7η).

Ανατομία του οργάνου - Τμήματα - Κατασκευή

Τα διάφορα τμήματα του οργάνου περιγράφονται στις εικόνες που ακολουθούν (βλ. Κ. Καλαϊτζίδης: «ΤΟ ΟΥΤΙ» Μέθοδος εκμάθησης, Τόμος Α΄, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 1996, σελ. 12 και 13). Το βάρος του οργάνου είναι συνήθως από 800 - 1.000 γραμμάρια. Το μικρό βάρος και η μικρή του μάζα λέγεται κατά παράδοση πως συμβάλλουν πολύ στην ηχητική απόδοση του οργάνου, τόσο από την πλευρά της έντασης και του όγκου όσο και από αυτή της χροιάς του παραγόμενου ήχου. Το μικρό βάρος και η μικρή μάζα είναι βεβαίως δύο θεμελιώδους σημασίας παράγοντες για όλα τα έγχορδα, η σημασία τους όμως πιστεύεται ότι είναι οπωσδήποτε μεγαλύτερη για όργανα όπως το ούτι, με μικρό μήκος χορδής και χορδές από υλικό (πλαστική ύλη ) που η ταλάντωσή τους αποδίδει περιορισμένη κυμαντική-ακουστική ενέργεια. Το μήκος χορδής κυμαίνεται από 58,5 - 63 εκατοστά. Το καθιερωμένο μήκος χορδής του οργάνου στη σημερινή Τουρκία είναι σήμερα 58,5 εκατοστά, ενώ στον αραβικό κόσμο είναι συνήθως 61,5 αλλά και μεγαλύτερο, ανάλογα με τη σχολή, τον κατασκευαστή, το κούρδισμα του οργάνου κλπ. Τα ξύλα που συνήθως χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του οργάνου είναι πολλά. Συχνά συναντούμε μαόνια, αχλαδιά, μουριά, καρυδιά, σφένδαμο, τριανταφυλλιά, κερασιά κλπ. για το σκάφος και το μπράτσο. Σκληρά και πυκνά τροπικά ξύλα (έβενος, τριανταφυλλιά) για την ταστιέρα και τα στριφτάρια και έλατο ή κέδρο για το καπάκι. Για τη διακοσμητική του οργάνου χρησιμοποιούνται κατά κανόνα φυσικά ημιπολύτιμα υλικά όπως ταρταρούγα, κοχύλι, ελεφαντόδοντο, κεχριμπάρι, κόκαλο, κέρατο κ.λπ.

Το ούτι παίζεται με πλήκτρο - πένα. Το σχήμα της είναι μακρόστενο, γιατί πρέπει να αγκαλιάζεται από όλη την παλάμη. Οι διαστάσεις της είναι συνήθως από 12 - 15 εκατοστά. Το φάρδος της 0,8 - 1 εκατοστό και το πάχος της 1-1,5 χιλιοστό. Παραδοσιακά το υλικό της πένας ήταν φτερό αετού, κέρατο, ταρταρούγα και σπανιότερα φλούδα κερασιάς. Σήμερα έχουν επικρατήσει πένες από διάφορα πλαστικά υλικά. Οι χορδές παλαιότερα προέρχονταν από έντερο ζώου ή από μετάξι. Σήμερα έχουν επικρατήσει οι πλαστικές από διάφορα είδη πλαστικού. Τα καντίνια είναι γυμνά, ενώ όσο η διάμετρος της χορδής μεγαλώνει οι χορδές περιβάλλονται συνήθως από ψιλό νήμα από κράματα μπρούντζου - νικελίου. Ανά ζευγάρι τα πέντε (5) πρώτα ζευγάρια, από κάτω προς τα πάνω, έχουν το ίδιο πάχος (διάμετρο) ανά δύο. Πιο χοντρή είναι η 11η μονή χορδή (bam teli). Ενδεικτικά, οι διάμετροι των χορδών για το κούρδισμα ρε, λα, μι, σι, Λα, Μι είναι:

: 0,50 mm - : 0,60 mm - : 1,008 mm
: 1,016 mm - : 1,019 mm - : 1,035mm

Ονοματολογία των τμημάτων του ουτιού. Πηγή: Κ. Καλαϊτζίδης, σελίδα 12.
Ονοματολογία των τμημάτων του ουτιού. Πηγή: Κ. Καλαϊτζίδης, σελίδα 13.

Η σημερινή θέση και η μελλοντική πορεία

Στη διεθνή μουσική σκηνή η πορεία του οργάνου είναι απολύτως θετική καθώς, κυρίως ως σολιστικό και ρεσιταλικό όργανο, διαρκώς διαπρέπει στα χέρια μεγάλων δεξιοτεχνών που το κάνουν αγαπητό σε ολοένα και μεγαλύτερο διεθνές κοινό. Στο μητρικό του χώρο, με βάση πολλές πηγές (όπως το Πρόγραμμα Medimuses που υλοποίησε μεταξύ 2002-2005 το Εν Χορδαίς - Διεθνές Συμπόσιο για το ούτι στην Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 2002 και τα γραφόμενα και τη συμμετοχή στο Φόρουμ Mike’s oud forums) η ανάκαμψη και οι άνθιση είναι καθολικές. Στη χώρα μας εδώ και μία δεκαπενταετία περίπου, αλλά ιδιαίτερα τελευταία, υπάρχει μια άνευ προηγουμένου στροφή προς το όργανο που εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδα της μουσικής ζωής και του μουσικού γίγνεσθαι. Συντελεστές που τροφοδοτούν και ενισχύουν αυτή τη στροφή είναι τόσο οι μεμονωμένοι πολλοί καλοί μουσικοί και δεξιοτέχνες που το έχουν στα χέρια τους από τη δεκαετία του ’80 και οι πολύ αξιόλογοι κατασκευαστές που στο μεταξύ αναδείχτηκαν, αλλά όσο και συλλογικοί φορείς, όπως Μουσικά Γυμνάσια, Μουσικές Σχολές, τα νέα Τμήματα στα ΑΕΙ και ΤΕΙ που στο μεταξύ δημιουργήθηκαν, αλλά και επώνυμες προσπάθειες που είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πόλων και εξειδικευμένων κέντρων καλλιέργειας του οργάνου, όπως του Μουσείου Λαϊκών Οργάνων του Φ. Ανωγειανάκη στην Αθήνα, του Εν Χορδαίς στη Θεσσαλονίκη, του Χ. Τσιαμούλη και των συνεργατών του στην Αθήνα και στην Πάτρα, του Λαβύρινθου και του R. Daly στο Χουδέτσι, στην Κρήτη, του Μουσικού Χωριού του Αγ. Λαυρεντίου στο Πήλιο και του Κέντρου ανάδειξης της μουσικής της Θράκης - Προποντίδας και του Ευξείνου Πόντου στην Αλεξανδρούπολη, στο οποίο πρωτοστατεί ο ακούραστος Χρόνης Αϊδονίδης κ.λπ.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει άμεσα πως το μέλλον του οργάνου διαγράφεται λαμπρό. Είναι βέβαια τόσο μεγάλες οι δυνατότητες του οργάνου που η μελλοντική του πορεία και δυναμική δεν εξαντλείται από το παραδοσιακό ρεπερτόριο και τις μουσικές παραδόσεις που μέχρι σήμερα υπηρετεί, αλλά και από το κατά πόσο θα αξιοποιηθεί και σε άλλες κατευθύνσεις μουσικής έκφρασης και δημιουργίας, όπως η τζαζ για παράδειγμα. Οι πειραματισμοί και ο δρόμος που ακολουθεί ο αγαπητός και εξαιρετικός Χάικ Γιαζιτζιάν είναι φωτεινός.

Αναφορές

  • ΦΟΙΒΟΣ ΑΝΩΓΕΙΑΝΑΚΗΣ, «Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα», Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα»,1991, Δεύτερη Έκδοση.
  • Κ. ΚΑΛΑΙΤΖΙΔΗΣ, «ΤΟ ΟΥΤΙ» Μέθοδος εκμάθησης, Τόμος Α΄, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 1996.
  • R. LUNDBERG, «The Historical Lute Construction», Guild of American Luthiers, 1st edition, March 2002.
  • R. DALY, «ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ», (Ελλάδα, Μ. Ανατολή, Β. Αφρική, Κ. Ασία, Ινδία), Δήμος Πατρέων, 1994.
  • CITE DE LA MUSIQUE, «LES LUTHS ET LES LUTHISTES EN OCCIDENT», Actes du Colloque 13-15 Mai 1998, Musée de la Musique, Paris,1999.
  • RAUF YEKTA BEY «La Musique Turque» Encyclopédie de la Musique et Dictionnaire du Conservatoire, Librairie Delongrave, Paris 1921, pp.2945-3064.
  • W. FELDMAN : «MUSIC OF THE OTTOMAN COURT - Makam, Composition and the Early Ottoman Instrumental Repertoire», 1996, 560pp. ISBN 3-86135-641-4, Intercultural Music Studies, VWB Publications.
  • The LUTE SOCIETY, «A brief introduction to the Lute», pp 1-3, www.Lutesoc.co.uk
  • Χ. ΤΣΙΑΜΟΥΛΗΣ- Π. ΕΡΕΥΝΙΔΗΣ, «ΡΩΜΙΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», Εκδόσεις «Δόμος», Αθήνα, 1997.
  • Ψηφιακός δίσκος «Αχμέτ Ελ Καλάι» από τη σειρά «Μεγάλοι δεξιοτέχνες της Μεσογείου» του Έργου Medimuses που χρηματοδοτήθηκε από το Κοινοτικό Πρόγραμμα Euromed Herritage II, κατά την περίοδο 2002-2005, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία «ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ», Θεσσαλονίκη, 2005.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!