άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

«Σούρουπο με συννεφιά και άρχισε ψιλή βροχή,
κι εγώ που ήρθα να σ’ ανταμώσω, βρήκα την πόρτα σου κλειστή.

Σφύριξα, δεν μ’ άκουσες, που ήρθα όπως έρχομαι
κλειστά τα τζάμια, κλειστή κι η πόρτα κι εγώ απ’ έξω βρέχομαι.

Έφυγα μες την βροχή, γιατί παρεξηγήθηκα
κι απ’ τον θυμό μου, όλη την νύχτα για σένα δεν κοιμήθηκα.»
Γιώργος Μητσάκης

Είναι φανερό ακόμη και στους αμύητους ακροατές αυτού του μουσικού είδους που καλούμε ρεμπέτικο τραγούδι, ότι σχεδόν κάθε τέτοιο δημιούργημα κουβαλά ένα ισχυρό συναισθηματικό φορτίο. Με τα πρώτα δείγματα αντιλαμβάνεται και ο πιο απαίδευτος δέκτης ότι βρίσκεται μπροστά σε μια δεξαμενή συμπυκνωμένων αναμνήσεων, εμπειριών και συναισθημάτων. Τα τραγούδια που σκάρωναν οι ρεμπέτες, όπως και όλα τα γνήσια λαϊκά δημιουργήματα, καταπιάνονταν με θέματα που απασχολούσαν την κοινωνία της εποχής (και διαχρονικά κάθε εποχής κατά την ταπεινή μου άποψη), όπως η φτώχια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, τα ναρκωτικά, η ξενιτιά, η αρρώστια, ο χωρισμός, ο θάνατος, αλλά και πιο ευχάριστα ζητήματα, όπως ο έρωτας, ο γάμος, η διασκέδαση και ως εκ τούτου είναι βαθιά εμποτισμένα με τα πάθη και τις εμπειρίες των δημιουργών τους και μπορούν να συγκινούν, λειτουργώντας τόσο στο γλέντι όσο και στον πόνο.

Δε θέλω να σταθώ στα κοινωνικά ρεμπέτικα τραγούδια, γιατί θεωρώ ότι είναι εύκολο πεδίο «αντιπαράθεσης» με άλλα μουσικά είδη, που πόρρω απέχουν από την αυθεντική ματιά και προσέγγιση του ρεμπέτικου. Είναι πασιφανές, ότι τέτοια κοινωνικά λαϊκά τραγούδια συγκίνησαν διαχρονικά τις ψυχές των Ελλήνων και γι’ αυτό επιβιώνουν στα σημερινά λαϊκά πάλκα. Τα τραγούδια των Λαύκα, Χατζηχρήστου, Μητσάκη, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Καπλάνη, Παπαϊωάννου, Κλουβάτου (ενδεικτική αναφορά δημιουργών που μεγαλούργησαν μεταξύ ‘49 και ‘54) διαγράφουν με πληρότητα το κλίμα και τη σκοτεινή ατμόσφαιρα της εποχής τους, εκφράζοντας με τραγικότητα μια κραυγή απόγνωσης, απέναντι στις δυσκολίες και τις μαύρες ημέρες που βίωνε ο λαός. Τίτλοι και σκόρπιοι στίχοι όπως «Ένας αλήτης πέθανε», «Φτώχια που με κουρέλιασες», «Σαν απόκληρος γυρίζω», «Κάποια μάνα αναστενάζει», «Καρδιά παραπονιάρα», «Ψεύτη ντουνιά», «Φτώχια κατηραμένη», «Το αρζάν», «Το πορτοφόλι», «Περιπλανώμενη ζωή», «Είμαι πρεζάκιας», «Πάλιωσε το σακάκι μου», αποτελούν μαζί με πολλά άλλα προγενέστερα ή μεταγενέστερα τραγούδια, που αδυνατώ να θυμηθώ και να εντάξω σε ένα ευσύνοπτο άρθρο, την κορωνίδα των λαϊκών κοινωνικών τραγουδιών των δεκαετιών ’20, ’30, ’40 και ’50. Χωρίς υπερβολή, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τεκμήρια που καταδεικνύουν την «υπεροχή» του ρεμπέτικου και στο πεδίο της «στιχοπλοκίας». Ειδικά ξεχωρίζουν τα τραγούδια του ’50 που είναι συνδεδεμένα με τη δύσκολη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή περίοδο και περιγράφουν με καθαρό και συγκλονιστικό τρόπο τον αγώνα για επιβίωση, τις αγωνίες και τα προβλήματα του λαού, στα πρώτα βήματα της -μετά τη δίνη του πολέμου και του εμφυλίου σπαραγμού- προσπάθειας ανασυγκρότησης.

Προεκτείνοντας τη σκέψη μου και αφήνοντας το «ευνοϊκό» πεδίο των κοινωνικών τραγουδιών, θα ήθελα να έρθω στα ερωτικά τραγούδια. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι όλα τα ανθρώπινα πλάσματα ερωτεύονται και δημιουργούν στιχάκια. Συνεπώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι ο καθένας μπορεί εύκολα να γεννήσει ερωτικά μουσικά αριστουργήματα. Ωστόσο, μόνον οι ρεμπέτες προσέγγισαν πρωτότυπα και με το μοναδικό δικό τους τρόπο και αυτό το ζήτημα, επιδεικνύοντας αξιοζήλευτη και απαράμιλλη δεξιότητα. Έτσι γεννήθηκαν εκατοντάδες τραγούδια για μαυρομάτες, μελαχρινές, ξανθιές, γαλανομάτες, καστανομάτες, που ενίοτε γίνονταν σκληρές, άπονες, τρελές, μπαμπέσες, διπρόσωπες… Τραγούδια για τα λαϊκά κορίτσια της εργατικής τάξης, τις κλωστηρούδες, μοδιστρούλες, καπνουλούδες (εργάτριες σε καμνεργοστάσια), αυγουλούδες(!!!) που αντιπροσώπευαν στη συλλογική συνείδηση ένα ιδανικό και όχι μια κοινωνική ομάδα δεκτική περιφρόνησης και «σνομπαρίσματος», όπως για πολλούς σύγχρονους μικροαστούς. Τραγούδια για άκαρδες, για χήρες ή παντρεμένες, ζωντοχήρες, στρουμπουλές, αφράτες (οι ρεμπέτες είχαν πάντα τεράστια ποικιλία στις ερωτικές τους επιδιώξεις και δε χωρούσε για καμία αποκλεισμός), μέχρι για -φανταστικό ή αληθινό, δεν έχει σημασία, αφού πρόκειται για τέχνη- αραπίνες από το Μαρόκο, μέσα σε βαρκούλες ψαριανές και νύχτες με Σορόκο!!! Τραγούδια τέλος, που μνημόνευαν τον έρωτα μέσα στη φωτιά του πολέμου («Ο τραυματίας», «Αν φύγουμε στον πόλεμο») κ.ά.

Ωστόσο, τα συγκλονιστικότερα ερωτικά τραγούδια που γράφτηκαν από τους ρεμπέτες, όπου και πρέπει να σταθούμε περισσότερο, είναι τα τραγούδια της ερωτικής απόγνωσης. Ο λαϊκός στιχουργός με άνεση, απλότητα και ουσιαστική ευθυβολία φτάνει στο κέντρο του ζητήματος και χαρίζει ένα μαγευτικό συνδυασμό ήχων, φθόγγων και εικόνων στο ακροατήριό του. Σε ένα από αυτά, χαρακτηρίζεται ως πικρό βασανιστήριο ο ανεκπλήρωτος έρωτας, που δε βρίσκει ανταπόκριση, δεν εκτονώνεται ποτέ και το ερωτικό αντικείμενο του πάθους παραμένει ανέγγιχτο και απλησίαστο από τον ερωτοχτυπημένο ρεμπέτη. Με καταδίκη αληθινή συγκρίνει ο στιχουργός του, το να αγαπάς και να μην έχει μέλλον η αγάπη σου:

«...Μοίρα γιατί με δίκασες να πάω ν’ αγαπήσω,
κορμί που δεν μπορώ ποτέ, για να το αποχτήσω...»

αναφέρει ο στίχος του ως άνω τραγουδιού (με τον αφοπλιστικό τίτλο «Έρως») που ερμηνεύει ο Οδυσσέας Μοσχονάς στα 1949, υπό τους ήχους του μπουζουκιού του συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου. Σε ένα άλλο τραγούδι του ίδιου συνθέτη σε στίχους Γ. Γριμανέλλη(;) αναφέρεται:

Χωρισμός ή Παραπονιέμαι στον ντουνιά - 1948
«...είναι μεγάλος ο καημός του χωρισμού μας τώρα,
με πήρε πια ο ποταμός, με πήρε πια η μπόρα...».

Εδώ προτάσσεται ο πόνος της απώλειας του ερωτικού εταίρου, του χωρισμού και συγκρίνεται η ταραχή του κλυδωνιζόμενου από την εγκατάλειψη ερωτευμένου, με ένα φύλλο ή ένα κλαδάκι ενδεχομένως, που παρασύρεται από τη νεροποντή ή τη ροή ενός ποταμού!!! Ένα άλλο παράδειγμα αριστουργηματικής σύλληψης και μοναδικότητας είναι το ακόλουθο:

Όσο βαρειά ειν’ τα σίδερα - 1950
«Όσο βαρειά είν’ τα σίδερα, είν’ η καρδιά μου σήμερα
κι όσα άστρα έχει ο ουρανός και λάμπουν ένα-ένα,
τόσες φορές τα μάτια μου δακρύσανε για σένα...»

που τραγουδάει ο Μητσάκης (σε σύνθεση και στίχους του ιδίου) με τη Γεωργακοπούλου. Με μια απλή φράση ο χαρισματικός αυτός λαϊκός καλλιτέχνης (που υπήρξε προικισμένος συνθέτης, στιχουργός και δεξιοτέχνης μπουζουξής) δίνει την εικόνα της υπερβολής που βιώνει κι έτσι καταφέρνει να αποδώσει το μέγεθος του πάθους που τον στοιχειώνει, στόχο που αλυσιτελώς επιδίωξαν τόσοι και τόσοι λόγιοι στιχουργοί και καλλιτέχνες του «εντέχνου» μουσικού χώρου. Είναι γεγονός ότι σε πολλά σύγχρονα μουσικοποιητικά δημιουργήματα, στον αντίποδα της «ευθυβολίας» και της ευστοχίας του ρεμπέτικου στίχου, καταγράφονται ακατάληπτα νοήματα, δυσπρόσιτα υπονοούμενα, λογοτεχνικές «τρίπλες», που καταρρέουν και απογυμνώνονται, αποκαλύπτοντας με κρότο την ισχνότητα τους, όταν ο Μάρκος σπαρακτικά αλλά αντρίκια τραγουδά:

Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς - 1949
«…Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς και ψεύτικη η ζωή μας,
αφού στη μαύρη γη θα μπει μια μέρα το κορμί μας…»

Θεωρώ σκόπιμο να μην επεκταθώ σε συγκεκριμένα παραδείγματα συμπαθών σύγχρονων ή παλαιοτέρων στιχουργών ή τραγουδοποιών, για το νόημα των τραγουδιών των οποίων είναι δύσκολο να βρεις δύο όμοιες ερμηνείες-εκδοχές ανάμεσα σε εκατό τυχαίους ερωτώμενους. Εξάλλου, σκοπός του γράφοντος δεν είναι η έγερση αντιπαθειών και λοιπών ενδίκων αξιώσεων.
Από την άλλη πλευρά, οι στίχοι του ρεμπέτικου φτάνουν στην ψυχή του ακροατή άμεσα. Ένα υψηλού επιπέδου λάμψης και μοναδικότητας τραγούδι του Τσιτσάνη, σε στίχους του Α. Αγγελόπουλου, που ερμηνεύει η Μπέλλου με απαράμιλλο πάθος είναι το ακόλουθο:

Με πήρε το ξημέρωμα στους δρόμους - 1950
«...Με πήρε το ξημέρωμα στους δρόμους,
ανθρώπινο κουρέλι τριγυρνώ,
καρδούλα μου πως άντεξες τους πόνους
με τις φουρτούνες τούτες που περνώ...».

Ή το από το 1951 δημιούργημα του Μπακάλη, σε στίχους του Κώστα Βίρβου, που εξακολουθεί ακόμη σήμερα να ακτινοβολεί στα νυχτερινά κέντρα και τις παρέες, διώχνοντας την πατίνα του χρόνου από πάνω του:

Το κουρασμένο βήμα σου - 1951
«...Καρδιοχτυπάς, παραφυλάς, μπρος στο παράθυρό της
και με παράπονο πικρό της τραγουδάς το σκοπό της…
Σε παίρνουν τα χαράματα καθώς αυτή κοιμάται,
μη τυραννιέσαι άδικα, και μην πονάς, δεν λυπάται...».

Ωστόσο τα ρεμπέτικα, όσο απλά και κατανοητά και να είναι, διατηρούν ένα πέπλο μυστηρίου. Δεν μπορείς να εξηγήσεις τα πάντα! Κανείς σύγχρονος ακροατής δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει απολύτως το αίνιγμα της φύσης των ρεμπέτικων τραγουδιών και των συντελεστών τους. Για να γίνω πιο σαφής θα εκθέσω τη δική μου «αναπηρία», αδυναμία ή απορία που έγκειται στο εξής: Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος (ο Μάρκος εν προκειμένω) να ερμηνεύει και να εκφράζει πειστικά και να διατείνεται ότι είναι αλανιάρης, γυρίζει στους δρόμους, μαστουριάζει, εξωτερικεύοντας με παιδική αφέλεια, μια μποέμικη, μάγκικη και παιχνιδιάρικη διάθεση και από την άλλη να σπαράζει με ωριμότητα:

Αρρώστησα στα ξένα μακριά σου - 1951
«Αρρώστησα στα ξένα μακριά σου κι ο χάρος μ’ έχει έβρει μοναχό,
μανούλα μου αχ να ’μουνα κοντά σου, στο έρημό μας σπίτι το φτωχό...»

Τα φαινόμενα αυτά δεν εξηγούνται εύκολα. Οι καλλιτέχνες του ρεμπέτικου κατάφεραν να υποστηρίξουν με την ίδια άνεση και ευκολία το γλέντι, την ξενοιασιά και παράλληλα να σε οδηγήσουν σε έναν προβληματισμό και να σε συγκινήσουν. Μόνον οι μπουζουξήδες κατάφεραν να «κρατούν δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη». Την ίδια εποχή, στον ίδιο χώρο (δηλ. κάποιο νυχτερινό κέντρο) κατάφεραν παράλληλα να γλεντούν και να δηλώνουν με περισσή εξωστρέφεια μέσα σε ενθουσιώδη ατμόσφαιρα το θαυμασμό τους, επί παραδείγματι, για μια τσαχπίνα «Βαλεντίνα» που «σοφάρει» και σκανδαλίζει, ενώ ταυτοχρόνως ξεσπούσαν τραγουδώντας με παράπονο:

Γεντί Κουλέ - 1956
«Βράδιασε και στο Γεντί Κουλέ,
σιωπήσανε τα σήμαντρα, σκοτάδι είναι βαθύ,
όμως κάποιος που πονάει δεν μπορεί να κοιμηθεί

Ρεφρέν: Έλα μανούλα μου, πριν με δικάσουνε,
κλάψε να μ’ απαλλάξουνε»

Απάντηση ίσως μπορεί να δοθεί, αν εκτιμήσουμε ότι και το κοινό ήταν δεκτικό τραγουδιών που ήταν θλιμμένα και επιθυμούσαν να τα ακούν παράλληλα με αυτά του γλεντιού. Το συνδυασμό αυτό μόνον οι ρεμπέτες κατάφεραν με αξιοπιστία να προωθήσουν. Είναι γνωστό ότι πολλοί δεινοί χορευτές και θαμώνες της εποχής απαιτούσαν και χόρευαν «βαριά», «θλιμμένα» ζεϊμπέκικα (στη θεματολογία και στη μουσική-ρυθμική ανάπτυξη). Στον αντίποδα, τα «του ελαφρού» δεν καταπιάστηκαν με ζητήματα οδυνηρά και περιορίστηκαν σε θεματολογία για κορασίδες που ξυπνούν τους αγαπημένους τους το πρωί με φιλιά, για ωραία πουλάκια που κελαηδούν κλπ. Ομοίως και οι σύγχρονοι ακροατές παριστάνουν άπαντες τους επιτυχημένους. Συνεπώς δε χωρά στη διασκέδασή τους η υπόμνηση μιας προσωπικής τραγωδίας που μετουσιώνεται σε ένα «βαρύ» ζεϊμπέκικο, όπως τα «Ένας αλήτης πέθανε», «Σε καταραμένες στράτες», «Καρδιά παραπονιάρα» κλπ., ενώ πάντοτε στα σύγχρονα προγράμματα και στις μεγάλες «πίστες» έχουν θέση (πέρα από τα ευτελή καψουρο-ζεϊμπέκικα του σωρού) τα εύθυμα ζεϊμπέκικα του γλεντιού («Παίζουν τα μπαγλαμαδάκια», «Κανάρα» κλπ.) και τα ψευτομάγκικα, κουτσαβάκικα, που εύλογα απευθύνονται σε ένα κοινό, κοινωνό της «γιαλαντζί» κουλτούρας.

Επίλογος

Τα ρεμπέτικα τραγούδια, αμφισβητήθηκαν έντονα, επειδή δήθεν είναι φτωχά σε νοήματα, υπολείπονται σε δυναμική, δε θίγουν σε βάθος θέματα κοινωνικά, δεν αντιστάθηκαν στην καθεστηκυία τάξη, είναι χαμηλού επιπέδου, αλήτικα… Τους αποδόθηκε η κατηγορία ότι απλά καταγράφουν μια κατάσταση και οδηγούν σε ηττοπάθεια των κατατρεγμένων και μοιρολατρική αποδοχή της ζωής τους, χωρίς διάθεση για ανατροπή. Ωστόσο, με μια άλλη ανάγνωση τα ρεμπέτικα όπως το ανωτέρω -Γεντί Κουλέ- καθώς και άλλα των δύσκολων μετεμφυλιακών ετών, που περιγράφει τις πικρές στιγμές ενός κρατουμένου των φυλακών του Επταπυργίου (όπου κατά κανόνα οι έγκλειστοι ήταν πολιτικοί κρατούμενοι), οδηγεί τελικά σε μια συνεκτική συνείδηση των αδυνάτων και σε ένα φρόνημα συνοχής των αποκλεισμένων, με έντονη παιδευτική αξία. Χρειάζεται χρόνος, μελέτη και χωρίς προκατάληψη ακρόαση των ρεμπέτικων αυτών «της θλίψεως» για να διαγνωστεί η κοινωνική σημασία τους.

Εξάλλου και τα τραγούδια της χαράς, της ευθυμίας, του έρωτα, του γλεντιού έχουν αναδείξει ξεχωριστές δημιουργικές στιγμές μοναδικής σύλληψης. Ασφαλώς και με ένα σύντομο άρθρο δεν είναι εφικτό να αποδοθεί το μεγαλείο και ο πλούτος των στίχων του ρεμπέτικου, αλλά φρονώ ότι αυτό το ελάχιστο δείγμα των ανωτέρω αναφερόμενων δημιουργιών αρκεί για να οδηγήσει σε κάποια συστολή την έπαρση και τη ματαιοδοξία αρκετών, παλαιών ή νέων, λαοπρόβλητων «πρωτοπόρων» λόγιων στιχουργών, ποιητών, καλλιτεχνών και των αυλικών τους. Επειδή λοιπόν κατά τη λαϊκή ρήση «τα πολλά λόγια είναι φτώχια», είναι σκόπιμο να αναδειχτούν τα μουσικά αυτά διαμάντια, να «μιλήσουν» μόνα τους, να αποκατασταθούν στην κοινή συνείδηση και να καταπολεμηθούν οι σκόπιμα υποβολιμαίες ή απλώς βλακώδεις και λόγω άγνοιας γεγενημένες αντιφατικές αντιλήψεις ότι τα ρεμπέτικα είναι τραγούδια μόνο του υποκόσμου, της υποκουλτούρας, «εύκολα», «επιφανειακά», ή αντίθετα «βαριά», καταθλιπτικά, παρωχημένα, ξεπερασμένα κ.λπ.

Ο ρεμπέτικος στίχος, είτε ανάγεται σε ζητήματα σοβαρά, οδυνηρά και ευαίσθητα είτε όταν περιγράφει απλά, ανώδυνα, καθημερινά γεγονότα, καταφέρνει μέσα από τη ματιά και τη φαντασία των ρεμπέτηδων να τα μετουσιώνει σε διαχρονικά καλλιτεχνικά μουσικά αριστουργήματα. Κάποια από αυτά έγιναν γνωστά στην εποχή τους, ενώ άλλα καλούμαστε σήμερα να τα διερευνήσουμε, να τα απολαύσουμε, φέρνοντας στο φως τη φρεσκάδα και τη ζωτικότητα τους, αποκαλύπτοντας μαγικές εικόνες, ιστορίες και στίχους, που αγγίζουν τις ψυχές αβίαστα, ομαλά, χωρίς προσπάθεια και επιτηδευμένη σαγήνη.