άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

(Το μεγαλοπρεπές, το χαριτωμένο, το τραγικό, το θριαμβευτικό και το γελοίο)

Στην κωμωδία του «Βάτραχοι» ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, τους δυο μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας, να ανταγωνίζονται για το ποιος είναι ο σπουδαιότερος, με κριτή το Διόνυσο, το θεό-προστάτη της τραγωδίας. Σε κάποια φάση τίθεται ως κριτήριο της αξίας τους το βάρος, η βαρύτητα του στίχου τους, η οποία υποτίθεται ότι θα ζυγιστεί σε μια ζυγαριά για το σκοπό αυτό.

Ο Αισχύλος φαίνεται να επικρατεί με στίχους που περιέχουν μεγαλύτερο υλικό βάρος σε σχέση με εκείνους του Ευριπίδη, που κρίνονται ελαφρότεροι. Αποκορύφωμα αυτών των αισχυλίων στίχων είναι εκείνος που στοιβάζει «άρματα πάνω σε άρματα και σκοτωμένους πάνω σε σκοτωμένους», στίχος που εκτιμάται από το Διόνυσο ότι έχει τόσο πολύ βάρος, ώστε να μην μπορούν να τον σηκώσουν ούτε εκατόν Αιγύπτιοι σκλάβοι, συνηθισμένοι να σηκώνουν πολύ μεγάλα βάρη. Βέβαια, το υλικό ή νοηματικό βάρος δεν είναι και το μόνο κριτήριο αξίας του στίχου ή της τέχνης γενικά, είναι όμως ένα από τα κριτήρια. Το βάρος του αναφερόμενου αντικειμένου προσδίδει στο λογοτεχνικό ή άλλο καλλιτεχνικό έργο μεγαλοπρέπεια, το κάνει σεβαστό από άποψη θέματος και ύφους και εντυπωσιακό από την άποψη του αποτελέσματος, που έχει πάνω στο πνεύμα και στο συναίσθημα του δέκτη.

Σύμφωνα με την αξιόλογη μελέτη του αρχαίου συγγραφέα Δημητρίου «Περί ύφους», αν το αντικείμενο του λογοτεχνήματος είναι μεγάλο, προσδίδει στο έργο μεγαλοπρέπεια. Το μεγάλο αντικείμενο δίδει μεγαλείο στον λόγο. Κι αναφέρει σαν παραδείγματα μεγάλες πεζομαχίες ή ναυμαχίες ή περιπτώσεις που γίνεται λόγος για τον ουρανό ή τη γη και τα παρόμοια. Αναφέρει ότι το συγγραφέα Θεόπομπο πολλοί τον χαρακτήριζαν «δεινό» μόνο και μόνο επειδή μιλούσε για μεγάλα και σπουδαία πράγματα. Επίσης αναφέρει το ζωγράφο Νικία, που έλεγε ότι το να πραγματεύεται κανείς θέματα με ευρύτητα και μέγεθος δείχνει τεχνική ικανότητα στη ζωγραφική. Το μεγαλοπρεπές ύφος είναι αντίθετο προς το χαριτωμένο, που κι αυτό το επιδιώκουνε πολλοί συγγραφείς και καλλιτέχνες. Είναι φανερό ότι άλλη εντύπωση δημιουργεί το μεγαλόπρεπο και άλλη το χαριτωμένο. Ένα βουνό, ένα κάστρο, ένας πλανήτης, ένας γίγαντας είναι κάτι το μεγαλόπρεπο, δεν μπορεί όμως να χαρακτηριστεί χαριτωμένο. Αντίθετα, ένα λουλούδι, ένα πουλί, ένα δακτυλίδι, ένα παιδί μπορεί να είναι χαριτωμένο, δεν μπορεί όμως να χαρακτηριστεί μεγαλόπρεπο. Η μεγαλοπρέπεια προσιδιάζει στο έπος και στην τραγωδία. Το χαριτωμένο προσιδιάζει στο ρομαντικό, το κωμικό, το ερωτικό στοιχείο. Όλα αυτά δείχνουν ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο αποτελεί το τελικό κριτήριο αξίας ενός έργου. Αποτελούν όμως αξίες που συνυπολογίζονται μαζί με άλλα κριτήρια.

Η Τιτανομαχία, όπως μας την περιγράφει ο Ησίοδος, χρησιμοποιεί τόσο πολλά και μεγάλα μεγέθη, ώστε σίγουρα διεκδικεί το χαρακτηρισμό της μεγαλοπρέπειας. Ο Δίας από τον ουρανό έριχνε στη γη αλλεπάλληλους κεραυνούς μέσα σε βροντές, αστραπές και φλόγες. Τα δάση καίγονταν, η γη, τα ποτάμια και η θάλασσα έβραζαν, βγάζανε καπνούς κι εξατμίζονταν. Οι άνεμοι βουίζανε κουβαλώντας τεράστιους όγκους χώματος και σκόνης, όλο το σύμπαν τρανταζότανε. Οι Τιτάνες, όσο τεράστιοι και γενναίοι κι αν ήτανε, τυφλώθηκαν από τις φωτιές και τις λάμψεις και κάηκαν από τα αστροπελέκια. Ύστερα μπήκανε στη μάχη και οι Εκατόγχειρες, εκσφενδονίζοντας εκατοντάδες τεράστια βράχια, μέχρι που οι Τιτάνες τσακίστηκαν και υποτάχτηκαν εντελώς. Αυτού του είδους τη μεγαλοπρέπεια θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε μυθική μεγαλοπρέπεια, αφού προέρχεται από μια προϊστορική εποχή, οπότε πολλοί άνθρωποι πιστεύαν στην αλήθεια αυτών των αφηγήσεων και μάλιστα τους αποδίδανε θρησκευτική αξία και λατρεία. Στην «Ιλιάδα», όταν ένας ήρωας αντιπαλεύει με ένα θεό, σίγουρα η πράξη αυτή έχει μεγαλοπρέπεια. Η μεγαλοπρέπεια δεν στηρίζεται μόνο στο υλικό βάρος και μέγεθος, αλλά επίσης στο ψυχικό και πνευματικό μέγεθος. Όταν ο Έκτορας διακηρύσσει περήφανα «Εις οιωνός άριστος: αμύνεσθαι περί πάτρης», δηλαδή ο καλύτερος οιωνός είναι να μάχεται κανείς για να υπερασπίσει την πατρίδα, σίγουρα ο λόγος του έχει μιαν άφθαστη μεγαλοπρέπεια. Βέβαια, η επιδίωξη μεγαλοπρέπειας είναι πιο εύκολη στην ποίηση παρά στην πεζογραφία. Η ποίηση, χρησιμοποιώντας τη μεταφορά, την παρομοίωση, την αλληγορία, το μύθο και άλλα σχήματα λόγου, μπορεί να φέρει ακαριαία στο προσκήνιο το μεγάλο μέγεθος, μέσα σε μια φράση: «Δυνατός σαν λιοντάρι», «Απέραντη σαν τη θάλασσα», «Τεράστιος σαν ένα βουνό» κτλ. Αυτό το πράγμα είναι δυσκολότερο για την πεζογραφία, επειδή το χαρακτηριστικό της είναι η αφήγηση κι όχι τα πολλά σχήματα λόγου. Κι όταν χρησιμοποιεί σχήματα λόγου, αυτά χάνονται μέσα σε πολλές άλλες φράσεις που δεν έχουν μεγαλείο.

Στο νεοελληνικό τραγούδι νομίζω πως δε θα βρεθεί τίποτε μεγαλοπρεπέστερο από το ψυχομάχημα και το θάνατο του Διγενή Ακρίτα. Η συσσώρευση τόσων πολλών μεγαλοπρεπών πραγμάτων και καταστάσεων είναι άκρως εντυπωσιακή: Ουρανός, γη, πάνω και κάτω κόσμος (Άδης), βουνά, λόφοι και βουνοκορφές, βράχια, σπηλιές, τεράστια ριζιμιά δέντρα, αξιοθαύμαστα κατορθώματα κυνηγιού, άλματος, τρεξίματος, δύναμης… Το ψυχομάχημά του αναταράζει τη φύση, προκαλεί σεισμούς, βροντές, αστραπές και κοσμοχαλασιά… Ο τρόπος που ο άγνωστος και ανώνυμος ποιητής τα παρουσίασε όλα αυτά είναι αξιόπιστος, αποδεκτός και συνάμα συγκλονιστικός, πράγμα που δείχνει ότι ήταν ένας μεγάλος μάστορας.

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τόνε τρομάσσει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο απάνω κόσμος
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει,
πώς θα σκεπάσει τον αητό, τση γης τον ανδρειωμένο.
Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα,
χαράκια αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
Στο βίτσιμά ‘πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,
στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια.
Ζηλεύγει ο Χάρος, με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει
κι ελάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.

Αυτού του είδους τη μεγαλοπρέπεια μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε θρυλική μεγαλοπρέπεια, αφού και ο ποιητής και οι ακροατές του γνωρίζουν ότι πρόκειται για υπερβολές, οι οποίες αποσκοπούν στο να δώσουν μια λογοτεχνική εντύπωση μεγαλείου. Με κριτήριο το βάρος και τη μεγαλοπρέπεια οι παραπάνω στίχοι δείχνουν να ξεπερνούν εκείνους του Αισχύλου. Κι αυτό σημαίνει ότι η τέχνη της ελληνικής ποίησης δεν έμεινε στάσιμη, αλλά εξελίχθηκε από τον καιρό του Αισχύλου μέχρι σήμερα. Ο Νίκος Εγγονόπουλος ενθουσιασμένος με την επαναστατική προσωπικότητα του ελευθερωτή της Νοτίου Αμερικής Μπολιβάρ, που τον συγκρίνει με το Ροβεσπιέρο, το Ρήγα Φεραίο και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον παριστά να έχει μακροκοσμικές διαστάσεις, να ταυτίζεται με τη γεωγραφία της Αμερικανικής Ηπείρου:

Μπολιβάρ (...) Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμένος, που φωτίζει την Αμερική και τη Βόρεια και τη Νότια και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια
ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.
Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Το βουνό είναι σίγουρα ένα μεγαλόπρεπο αντικείμενο κι η μεγαλοπρέπειά του αυτή αντανακλάται στο ομώνυμο αστικο-λαϊκό τραγούδι των Λουκά Νταράλα και Βαγγέλη Πρέκα. Ο όγκος του βουνού, το μέγεθος των ερήμων εκτάσεων, τα δάση με τα πεύκα τους και με τα αγρίμια τους ανταποκρίνονται στην απέραντη οδύνη και την απογοήτευση των ατόμων που δεν βρήκαν ανθρωπιά, συμπόνια, κατανόηση και φιλία μέσα στην κοινωνία:

Θ’ ανέβω και θα τραγουδήσω
στο πιο ψηλότερο βουνό
ν’ ακούγεται στην ερημιά
ο πόνος μου με την πενιά.

Με το βουνό θα γίνω φίλος
και με τα πεύκα συντροφιά
κι όταν θα κλαίω, θα πονώ
θ’ αναστενάζει το βουνό.

Απάνω στο βουνό θα μείνω
και με τ’ αγρίμια συντροφιά
θα κλαίω ο δόλιος, θα πονώ
και θα μ’ ακούει το βουνό.

Τα πολλά βουνά που αντιλαλούν μέσα στη νύχτα από το κλάμα του πονεμένου ανθρώπου στο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη, πολλαπλασιάζουν το μέγεθος της οδύνης και δίνουν την εντύπωση ότι η φύση ανταποκρίνεται, συμμετέχει και συμπαραστέκεται. Ο ήχος από το σπαραγμό του ανθρώπου διανύει μεγάλες αποστάσεις, φτάνει στους ορεινούς όγκους που είναι τριγύρω, χτυπά πάνω τους και μετά διανύει άλλες τόσες αποστάσεις, για να επιστρέψει πίσω με την ηχώ, τον αντίλαλο. Αυτό επαυξάνει το μέγεθος του σκηνικού και πολλαπλασιάζει τη βαρύτητα και τη μεγαλοπρέπεια του τοπίου, αλλά και του ανθρώπινου πόνου.

Αντιλαλούνε τα βουνά
σαν κλαίω εγώ τα δειλινά.

Τα κάστρα που γκρεμίζονται και ξαναχτίζονται από επιτιθέμενους και αμυνόμενους, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, τα βουνά, οι γκρεμοί και οι ποταμοί, που πρέπει να τους διαβούνε οι εμπόλεμοι, οι τεράστιες καταστροφές, αλλά και το μεγάλο πάθος του Εμφυλίου, ο πολυάνθρωπος και πολυαίμακτος αγώνας για την επίτευξη του τελικού στόχου, δίνουν τεράστιο υλικό, αλλά και ψυχικό βάρος σε ένα άλλο τραγούδι του Τσιτσάνη.

Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα σ’ ένα γλέντι φοβερό
για μια κόρη ξελογιάστρα κι αν χαθεί, πού θα τη βρω.

Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω σε βουνά και σε γκρεμό
κι όμως ζω να τυραννιέμαι στο δικό της τον καημό.

Μου την άρπαξε η μοίρα μια βραδιά στο χαλασμό
θα τη βρω και θα την πάρω, το ‘χω βάλει πια σκοπό.

Ο Κώστας Βίρβος διδάχτηκε πολλά από τη στιχουργική τέχνη του Τσιτσάνη, αν και σε κάποια φάση τον αμφισβήτησε από φθόνο. Ωστόσο έγραψε κι ο Βίρβος στίχους γεμάτους μεγαλοπρέπεια. Η Μέση Ανατολή (Αραπιά), όπου η Ζαΐρα λάμπει σαν αστέρι τ’ ουρανού, δημιουργεί στον ερωτευμένο πολεμιστή την επιθυμία και τη διάθεση να γκρεμίσει τα κάστρα που την κρατούν αιχμάλωτη, να τα βάλει με τις δυνάμεις του άρχοντα (που παραδόξως χαρακτηρίζεται ως μαχαραγιάς) και να την απελευθερώσει.

Κάστρα θα γκρεμίσω
μα δε θα σ’ αφήσω
σκλάβα του μαχαραγιά.

Οι φυλακισμένοι του Λαϊκού Τραγουδιού βρίσκονται έγκλειστοι σε μεγάλα κάστρα, όπως αυτά του Αναπλιού και του Γεντί Κουλέ. Αυτό και μόνο δίνει μεγαλοπρέπεια στο σκηνικό, που αντανακλάται και στο πρόσωπο του επικίνδυνου για την εξουσία δεσμώτη. Ο φυλακισμένος του Μητσάκη πηδάει πάνω απ’ τα πανύψηλα τείχη του Γεντί Κουλέ, πράγμα που δίνει μια επική διάσταση στο εγχείρημά του:

Τα κάστρα του Γεντί Κουλέ τα πήδηξα μια νύχτα
και τότε με περάσανε από μεγάλη δίκη
στη Θεσσαλονίκη...

Ο Βίρβος είναι ο πρώτος που τοποθέτησε μέσα σε τραγούδι τους τεράστιους όγκους των ουρανοξυστών, μια πεντασύλλαβη λέξη που δύσκολα θα μπορούσε να βολευτεί μέσα στους έμμετρους ολιγοσύλλαβους στίχους ενός λαϊκού τραγουδιού. Κι όμως αυτό έγινε κατορθωτό:

Δε με θαμπώνουν οι ουρανοξύστες,
δε με πλανεύουν πλούτη και λεφτά...

Κι ένα κατόρθωμα ακόμα πιο μεγάλο: ο Βίρβος μέσα σε δυο δίστιχά του επισωρεύει τρεις ηπείρους και πολλές χώρες υποδοχής Ελλήνων μεταναστών, πράγμα που δημιουργεί ένα καινούργιο ρεκόρ τεραστίου βάρους.

Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές
πόσα παιδιά σκληρά δουλεύουν και κλαιν οι μάνες μοναχές.

Στη μακρινή την Αυστραλία και πέρα στην Αμερική,
στον Καναδά, στη Βραζιλία πόσα παιδιά πονούν κι εκεί.

Λέγεται ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε, όταν πρωτάκουσε αυτούς τους στίχους από πρόχειρες σημειώσεις, ώστε άρπαξε απότομα και βίαια το χειρόγραφο κι έτρεξε μακριά σε αναζήτηση μουσικής.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης βάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα μέσα σε ένα και μόνο δίστιχο (που όμως το δανείστηκε από την παράδοση), προκειμένου να μιλήσει για τη ματαιότητα του ανθρώπου πάνω στη γη και γενικά μέσα στο σύμπαν:

Όλα στον κόσμο μάταια, τα πάντα ματαιότης
κι ένα λουλούδι ψεύτικο είναι η ανθρωπότης.

Σ’ ένα άλλο του τραγούδι, εμπνευσμένο από το ταξίδι των πρώτων ανθρώπων στο διάστημα, πιάνει διάλογο με το φεγγάρι, για να το συμβουλέψει να προσέχει και να μην παραπλανηθεί από τους διεφθαρμένους, συμφεροντολόγους και κακούς ανθρώπους. Σίγουρα, η προστατευτική στάση ενός φιλοσοφημένου ανθρώπου απέναντι στο δορυφόρο της γης δεν είναι άμοιρη μεγαλοπρέπειας. Όμως ένα δίστιχο κυπριακής προέλευσης συσσωρεύει με τρόπο καλλιτεχνικό πολύ περισσότερα ουράνια σώματα:

Έχει έναν άστρο που είν’ μικρό μες στους εφτά πλανήτες
με βλάψανε μες στην καρδιά τα λόγια που μου είπες.

Εδώ ο ανώνυμος ποιητής θέλει μάλλον να παρομοιάσει την αγαπημένη του με άστρο, μικρότερου βέβαια μεγέθους από τους πλανήτες του ηλιακού συστήματος. Η παρομοίωση της κοπέλας με λαμπερό ουράνιο σώμα δημιουργεί χαριτωμένη εικόνα κι έτσι βλέπουμε να συνδυάζεται το χαριτωμένο της κοπέλας με το μεγαλόπρεπο του ηλιακού συστήματος.
Συνδυασμός αυτών των δυο αντίθετων υφών παρατηρείται και στο τραγούδι του Βαμβακάρη τα ματόκλαδά σου λάμπουν που οι στίχοι του είναι κι αυτοί επηρεασμένοι από την ανώνυμη παράδοση:

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν
σαν τα λούλουδα του κάμπου.

Ο κάμπος είναι απέραντος, άρα μεγαλόπρεπος, τα λούλουδα, τα μάτια και τα ματόκλαδα είναι συγκριτικά μικρά, αλλά ωραία και μυρωμένα, άρα χαριτωμένα. Το θέμα του ανθρώπου που παλεύει με το Χάρο έχει ήδη πάρει το χαρακτήρα μυθικής τιτανομαχίας, από την πάλη του Διγενή και του Χάροντα. Ο θνητός Διγενής είναι ισόπαλος με τον αθάνατο Χάροντα, που τελικά όμως νικά, εξαιτίας της αθάνατης φύσης του και της υπουλότητάς του. Αυτή τη μεγαλοπρέπεια θα τη βρούμε στα λαϊκά τραγούδια, όπου ο λεβέντης παλεύει με τον Χάρο και κάποτε βγαίνει νικητής:

Χάρε, αν είσαι παλληκάρι, στείλε σύσταση να’ ρθώ
δε φοβάμαι το σπαθί σου, με σουγιά θα ξηγηθώ.

Θέλω να σε ανταμώσω
και μαζί σου να μαλώσω.

Θα σου βγάλω την καρδιά σου και το σάπιο σου μυαλό,
νέους να μην ξαναπάρεις, να μην κάνεις πια κακό.

Όταν θα σε αντικρίσω,
απ’ το χάρτη θα σε σβήσω.

Η πτώση της μεγαλοπρέπειας διατηρεί κι αυτή την εικόνα του μεγαλείου. Επειδή, όπως λέει κι ο παραδοσιακός στίχος: «Τον ανδρειωμένο μην τον κλαις όσο κι αν αστοχήσει... Κι αν αστοχήσει δυο και τρεις, πάλι ανδρειωμένος είναι!» Η πτώση του μεγαλοπρεπούς δημιουργεί την αίσθηση της τραγωδίας. Σωστά ο Αριστοτέλης λέει ότι η τραγωδία στηρίζεται πάνω σε γεγονότα σπουδαία και μεγάλα κι έχει για κεντρικό της ήρωα κάποιο μεγάλο και ξεχωριστό πρόσωπο (ανδρικό ή γυναικείο), που η πτώση του, εξαιτίας κάποιου σφάλματος, προκαλεί το έλεος και το φόβο. Βέβαια, για να ελεηθούμε τον πεπτωκότα ήρωα, πρέπει αυτός να είναι άξιος της συμπάθειάς μας, να έχει κάποιες αρετές, να έχει κάνει κάποιες πράξεις θαυμαστές. Ο Οιδίποδας είχε λυτρώσει τους Θηβαίους από τον τρόμο της Σφίγγας, γι’ αυτό και θλιβόμαστε στο τέλος για το κατάντημά του. Ο Ηρακλής είχε δείξει μεγάλη παλικαριά, πραγματοποιώντας τους δώδεκα άθλους του και είχε βοηθήσει πολύ τους συνανθρώπους του, γι’ αυτό και λυπούμαστε, όταν βλέπουμε το θλιβερό τέλος του. Ο Αίας ήταν ένας πολύ δυνατός και γενναίος ήρωας των Αχαιών, γι’ αυτό βρίσκουμε τραγικό και άδικο το γεγονός ότι τρελάθηκε και αυτοκτόνησε. Αντίθετα, όταν το μεγαλόπρεπο άτομο δεν έχει τη συμπάθειά μας, χαιρόμαστε για την πτώση του και τη συντριβή του. Για παράδειγμα, η πτώση και ο θάνατος του γίγαντα Γολιάθ, που ηττήθηκε από το μικρόσωμο Δαβίδ. Ο ανθρωποφάγος και αλαζόνας Κύκλωπας, που τυφλώθηκε από τον πολυμήχανο Οδυσσέα... Για να ακριβολογούμε, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις αυτό που επικρατεί στη συνείδησή μας δεν είναι η πτώση του μεγαλόπρεπου προσώπου, αλλά ο θρίαμβος του συμπαθητικού σχετικά μικρόσωμου ανθρώπου. Κάτι ανάλογο έχουμε σε όλα τα παραμύθια, όπου ο σχετικά μικρός στο σώμα ήρωας νικά τον τεράστιο δράκο ή τον κακό γίγαντα.

Μια άλλη εντύπωση, που μπορεί να παραχθεί, από την πτώση της μεγαλοπρέπειας είναι η αίσθηση του κωμικού. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι το μεγαλοπρεπές πρόσωπο να είναι αντιπαθές και η πτώση του να μην επιφέρει τον θάνατο ή κάποιαν άλλη ανεπανόρθωτη ζημιά. Έναν αντιπαθή πολιτικό, αν τον πυροβολήσουν και τον σκοτώσουν, αυτό δεν μας φαίνεται αστείο. Αν όμως του ρίξουν στο πρόσωπο γιαούρτι, αυγά ή ντομάτες, αυτό μπορεί να το βρούμε αστείο και να πούμε, καλά να πάθει! Η πτώση του κακού πλανητάρχη Τζορτζ Μπους, του νεότερου, προκάλεσε τον καγχασμό και τα χαμόγελα σε όλο τον κόσμο.
Η φανερή αντιστοιχία ανάμεσα στο μεγάλο ρόλο που θέλει κάποιος να παίξει και στο δικό του μικρό μέγεθος, μπορεί να προκαλέσει το γέλιο. Τα ρούχα ενός γίγαντα, άμα τα φορέσει κάποιος νάνος, δίνουν γελοίο αποτέλεσμα. Η στολή του Μεγάλου Ναπολέοντα, αν τη φορέσει κάποιος ασήμαντος που θέλει να παραστήσει τον σπουδαίο, προκαλεί ανάλογο αποτέλεσμα. Τα παπούτσια ή τα άρβυλα ενός ανθρώπου, όταν τα φορέσει ένας γάτος, προκαλούν φαιδρότητα - ο περιβόητος Παπουτσωμένος Γάτος!

Οι δικτάτορες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Στυλιανός Παττακός, που είχαν ανύπαρκτο πνευματικό και ηθικό μέγεθος, όταν ανέλαβαν τον ρόλο του εθνοσωτήρα, έγιναν καταγέλαστοι και ήρωες πολλών ξεκαρδιστικών ανεκδότων. Ο οκταήμερος δικτάτορας της Κύπρου Νικόλαος Σαμψών, πηγαίνοντας να ορκιστεί για το αξίωμα του προέδρου, πίστευε ότι όλα ήταν τέλεια, εκτός από το γεγονός ότι δε φορούσε γραβάτα και σακάκι. Έτσι λοιπόν, η ορκωμοσία του προέδρου και της δικτατορικής κυβέρνησης αναβλήθηκε για δυο ώρες, μέχρι να τρέξει στο σπίτι του και να προμηθευτεί τα απαραίτητα συμπληρώματα του μεγαλείου του. Ένας άλλος Πρόεδρος μικρής χώρας ήταν γνωστός για την ατολμία και την αβουλία του. Κι έτσι γέλασαν όλοι, όταν έμαθαν ότι ο πρόεδρός τους, μέχρι να αποφασίσει σε ποιαν από τις δυο τουαλέτες του προεδρικού μεγάρου έπρεπε να πάει, τα έκανε απάνω του! Θυμηδία επίσης προκαλεί κι ένας Αρχιεπίσκοπος ο οποίος, σύμφωνα με την έξυπνη παρατήρηση ενός δημοσιογράφου, δεν είναι ικανός ούτε για τα καθήκοντα του καντηλανάφτη.

Τελειώνοντας, το μεγαλοπρεπές, το χαριτωμένο, το τραγικό, το θριαμβευτικό, το γελοίο -οι έννοιες που διαπραγματευτήκαμε σε αυτό το δοκίμιο- είναι χρήσιμες όχι μόνο για τη δημιουργία, αλλά και για την κριτική των έργων τέχνης και λογοτεχνίας. Φυσικά δεν θέλησα να εξαντλήσω τις έννοιες αυτές, που προσφέρουν πεδία για απέραντη έρευνα, γι’ αυτό ο καθένας από σας έχει το δικαίωμα να συμπληρώσει τον προβληματισμό προσθέτοντας τα δικά του παραδείγματα.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

13 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!