άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

«Στα Τρίκαλα στα δυο στενά σκοτώσανε το Σακαφλιά»

Ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» καταγράφει ένα τραγούδι, το οποίο -σύμφωνα με το συγγραφέα- του το υπαγόρευσε ένας γεροντόμαγκας Μανιάτης κατάδικος, ο Κώστας Αντωνάκος. Παλιό μουρμούρικο της φυλακής, το έλεγαν γύρω στο 1930. Οι στίχοι του όμως δεν διασώζονται ολόκληροι:

«Σκοτώσανε το Σακαφλιά
..............................
..............................

Το Σακαφλιά σκοτώσανε
κι οι μάγκες μαραζώσανε.

Βρε Αντωνίτση, κερατά
συ σκότωσες το Σακαφλιά

..............................
..............................»

Το τελευταίο δίστιχο το αναφέρει και ο Μάρκος Βαμβακάρης στα απομνημονεύματά του. Ο Πετρόπουλος πάλι καταγράφει ένα ακόμα τραγούδι , το οποίο αναφέρεται επίσης στο Σακαφλιά. Είναι ένα παλιό μουρμούρικο, μάλλον μικρασιάτικο, το οποίο προσαρμόστηκε στην περίπτωση του Σακαφλιά και το οποίο ο συγγραφέας κατέγραψε στη φυλακή, το 1973. Οι στίχοι του:

«Στα Τρίκαλα μες στη στενή,
βαρέσαν έναν μπελαλή.
Βαρέσανε το Σακαφλιά
που 'χε ντερβίσικη καρδιά.

Στην Προύσα ήταν ξακουστός
στη Μενεμένη διαλεχτός,
ήταν στο τάγμα Τουμπεκί,
στη μεραρχία Μελανθή».

«Στα Τρίκαλα στα δυο στενά
σκοτώσανε το Σακαφλιά…»

«Στα Τρίκαλα στα δυο στενά
σκοτώσανε το Σακαφλιά.

Τέτοιο ντερβίσικο παιδί
το κλαίμε όλοι μας μαζί.

Δεν τον ξεχνούμε, βρε παιδιά
το φίλο μας το Σακαφλιά»

Η φωτογραφία αυτή από «Τα ρεμπέτικα» του Ηλία Πετρόπουλου φέρεται να είναι του Σακαφλιά
Με το τραγούδι αυτό -τεράστια επιτυχία- του Βασίλη Τσιτσάνη, το οποίο ηχογραφήθηκε το 1939 από την His Master Voice Ελλάδος με τον ίδιο τον Τσιτσάνη και το Στράτο Παγιουμτζή στην εκτέλεση, ο Σακαφλιάς έμελλε να γίνει πασίγνωστος σε όλη την Ελλάδα, ταυτόχρονα όμως να γεννηθεί και ο θρύλος γύρω από αυτόν και τις περιπέτειές του. Η γοητεία και το μυστήριο που κάλυπτε τη μορφή αυτή τροφοδότησε τη λαϊκή φαντασία και έγινε η αιτία διασποράς αρκετών αμφισβητούμενων και αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών σχετικά με το πραγματικό πρόσωπο του Σακαφλιά. Με αναμενόμενο αποτέλεσμα να διαπλάθεται και να επιβιώνει διαφορετικά ο μύθος γύρω από το πρόσωπό του, ενώ η σύγχυση να μεγαλώνει με κάθε επιπλέον μαρτυρία.Η αξιολόγηση των μαρτυριών, η διασταύρωση των στοιχείων που παρέχουν αυτές και κυρίως η αξιοποίηση ντοκουμέντων από πηγές αναμφισβήτητες (όπως τα έντυπα της εποχής), προσφέρουν και στην περίπτωσή μας την πιο αλάθητη μέθοδο προσέγγισης της αλήθειας.

Κατ’ αρχήν ποιος ακριβώς ήταν ο «Σακαφλιάς» ή «Σακαβλιάς» ή «Σακαβιάς», ο οποίος έμελλε να γίνει πηγή έμπνευσης σε τόσο διαφορετικά πεδία, από την ποίηση και τη μουσική, μέχρι τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική, τη λαογραφία, αλλά και την ίδια την έρευνα; Πολύτιμο -ακριβώς γιατί είναι αναμφισβήτητο ντοκουμέντο- αποδείχτηκε δημοσίευμα της «Καθημερινής», το οποίο αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι» (τεύχος 6, του 2004). Σύμφωνα με αυτό, το πραγματικό του όνομα ήταν Χαρίλαος Χαραλάμπους. Καπνεργάτης αρχικά και για ένα διάστημα, συνεργαζόμενος στη συνέχεια με τον αδελφό του στο Θησείο σε ένα οινοπωλείο (το οποίο έκλεισε γρήγορα μετά την καταδίκη σε εξαετή φυλάκιση του αδελφού και συνεταίρου του ) μετά επιστάτης του Δήμου στην οδοποιία, πωλητής φρούτων στην αγορά έπειτα και άνεργος ή περιστασιακά εργαζόμενος τελευταία, μετά από ένα ατύχημα που είχε. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες ήταν ψηλός, μελαχρινός, περήφανος και καλός μάγκας, και ωραίος άντρας.

Το περιστατικό που τον οδήγησε στην κατηγορία για φόνο

Η φωτογραφία αυτή -ντοκουμέντο- προέρχεται από το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Καθημερινή» σε αναδημοσίευση στο περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι» (τεύχος 6, 2004)
Το 1931 ο Σακαφλιάς, άνεργος, παντρεμένος, πατέρας 6 μικρών παιδιών και χήρος ήδη (η γυναίκα του έχει πεθάνει από φυματίωση), έχοντας παράλληλα και τη φροντίδα της ηλικιωμένης μητέρας του, κατοικεί με νοίκι σε ένα σπίτι στο Θησείο, του οποίου ιδιοκτήτης είναι ο Βασιλάκης. Αδυνατεί όμως να πληρώσει το νοίκι και ο ιδιοκτήτης του κάνει για δεύτερη φορά έξωση από το σπίτι. Στην απολογία του στο δικαστήριο ο Σακαφλιάς θα πει πως μετά το θάνατο της γυναίκας του παρασύρθηκε από ένα αυτοκίνητο και χτυπήθηκε σε πολλά μέρη του σώματός του, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη μπορεί να πληρώσει τα νοίκια που χρωστούσε, αλλά ούτε καλά-καλά να συντηρήσει την πολυμελή φαμίλια του. Και πως ανάλγητος ο ιδιοκτήτης μπροστά στη δυστυχία του, του έκανε έξωση για πρώτη φορά, η οποία όμως απορρίφτηκε, μια και κατάφερε στο μεταξύ να συγκεντρώσει το ποσό που χρωστούσε και να το δώσει στον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Επειδή όμως και πάλι στη συνέχεια καθυστέρησε μερικά νοίκια, μαζί και «τους φόρους Ούλεν και οδοστρωμάτων», ο ιδιοκτήτης του έκανε για δεύτερη φορά έξωση.Ο Σακαφλιάς δεν πήγε στο δικαστήριο, δικάστηκε ερήμην του και έτσι γυρίζοντας ένα μεσημέρι σπίτι του, βρήκε τα λιγοστά τους πράγματα, τα παιδιά και την ηλικιωμένη μάνα του στο δρόμο.Υποστήριξε πως δεν αντέδρασε εκείνη τη στιγμή κατά του ιδιοκτήτη, παρά το θυμό του, αλλά κοίταξε να μεταφέρει τη φαμίλια και τα λιγοστά τους πράγματα σε μια ξύλινη παράγκα που είχε στην Αγία Παρασκευή, εκεί που είχε πεθάνει η γυναίκα του. Και πως παρατηρώντας ότι ο ιδιοκτήτης του είχε κρατήσει το χωνί του φωνογράφου, μια εταζέρα και ένα χράμι, πήγε στο μαγαζί που διατηρούσε για να τα ζητήσει. Εκεί υποστήριξε πως προκλήθηκε από τον ιδιοκτήτη, πως ακολούθησαν διαπληκτισμοί μεταξύ τους, πως το φονικό όργανο, το μαχαίρι, ήταν του θύματος, πως βρισκόταν σε άμυνα και πως το φονικό έγινε όταν - στην προσπάθειά του να αμυνθεί - το μαχαίρι γύρισε και κτύπησε το θύμα, τον ιδιοκτήτη του σπιτιού. Επέμεινε μάλιστα πως δεν μετανιώνει για την πράξη του αυτή. Η απολογία του αυτή δεν έπεισε το δικαστήριο. Ο φόνος θεωρήθηκε εκ προμελέτης. Έπαιξε ρόλο και ο πρότερος βίος του Σακαφλιά, η εμπλοκή του σε παραβάσεις του ποινικού κώδικα, σε διαρρήξεις, μικροκλοπές και παράνομη οπλοφορία και η χρήση από αυτόν και άλλων ονομάτων πέραν του κανονικού επωνύμου του Χαραλάμπους, όπως: Σακαβιάς ή Σακαφιάς ή ή Σακαφλιάς ή Καραμιχάλης. Έτσι, μετά την καταδίκη του από το δικαστήριο, οδηγήθηκε στις φυλακές Τρικάλων, το 1931.

Άλλο ένα σημείο τριβής είναι ο τόπος όπου έγινε η δολοφονία του Σακαφλιά, ο οποίος -σύμφωνα με το τραγούδι του Τσιτσάνη- είναι τα «Δυο Στενά». Είναι εξακριβωμένο πως ο Σακαφλιάς δολοφονήθηκε μέσα στη φυλακή των Τρικάλων. Με την άποψη αυτή συμφωνούν όλες οι υπάρχουσες αξιόπιστες μαρτυρίες:

  • Του Μπαγιαντέρα, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του Κώστα Χατζηδουλή: «Βασίλης Τσιτσάνης - η ζωή μου, το έργο μου» από τις εκδόσεις «Νεφέλη»
  • Του Ηλία Πετρόπουλου στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα»
  • Περιοδικό «Τρικαλινή Έκφραση» (Αύγουστος - Ιούλιος 1994), Βασίλης Πάνου.
«Δυο Στενά» ονόμαζαν δυο στενούς διαδρόμους ανάμεσα στο κυρίως κτήριο και τον ψηλό, εξωτερικό, τοίχο. Λέγεται πως στα «Δυο Στενά» γίνονταν συχνά οι εκβιασμοί και τα καθαρίσματα, οι τραυματισμοί και οι φόνοι.

Η αιτία της δολοφονίας του Σακαφλιά

Ο Σακαφλιάς καταδικάστηκε σε ισόβια για το θάνατο του Βασιλάκη και την ίδια χρονιά, το 1931, οδηγήθηκε στις φυλακές Τρικάλων. Εκεί θα έπεφτε δολοφονημένος από έναν συγκρατούμενό του και αιτία αυτού του φονικού ήταν το βιδάνιο της φυλακής. Όπως γινόταν σχεδόν σε κάθε φυλακή του Μεσοπολέμου, οι κρατούμενοι έπαιζαν παράνομα παιχνίδια. Βιδάνιο ή γκανιότα έλεγαν το κατακράτημα ποσοστών που έκανε ο τσιρίμπασης, ο πιο νταής στην ομάδα των φυλακισμένων, ο «αρχηγός», σε αυτούς που έπαιζαν χαρτιά ή μπαρμπούτι. Κάθε φυλακή είχε έναν τσιρίμπαση και η γκανιότα ή βιδάνιο που αποκόμιζε από τα παιχνίδια αυτά ο τσιρίμπασης ήταν ένα αρκετά σεβαστό ποσό. Ο Σακαφλιάς έγκλειστος πια στη φυλακή των Τρικάλων παρατηρούσε τους κατάδικους που έπαιζαν πολύ μπαρμπούτι και το βιδάνιο που τράβαγε από αυτούς ο τσιρίμπασης και είχε τη φαεινή ιδέα να το διεκδικήσει ο ίδιος για λογαριασμό του, να πάρει αυτός τη θέση του τσιρίμπαση. Δεν ήξερε όμως καλά τους νόμους του υπόκοσμου, τους κανόνες της μαγκιάς, που έλεγαν πως για να κάνεις στη φυλακή τον τσιρίμπαση, τον μπαρμπουτιέρη, έπρεπε να σε έχουν ακουστά τουλάχιστον οι μισοί κατάδικοι και μάλιστα το όνομά σου να τους προκαλεί και φόβο και θαυμασμό...

Ο Αντωνίτσης

«…βρε Αντωνίτση κερατά
συ σκότωσες το Σακαφλιά…»

Όλες οι μαρτυρίες συγκλίνουν στον Αντωνίτση ως φονιά του Σακαφλιά. Ο Μπαγιαντέρας ανέφερε πως ο ίδιος ο Αντωνίτσης ήταν ο τσιρίμπασης της φυλακής των Τρικάλων, αυτός έπαιρνε το βιδάνιο, άρα απ’ αυτόν τον ίδιο διεκδίκησε ο Σακαφλιάς την «αρχηγία» και ό,τι αυτή συνεπαγόταν, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του από τον Αντωνίτση. Ο Πετρόπουλος πάλι μεταφέρει τη μαρτυρία ενός κατάδικου, δις ισοβίτη, του Σωτήρη Γκόγκου, ο οποίος -σύμφωνα με τα λεγόμενά του- ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του Σακαφλιά. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, άλλος (ο οποίος δεν κατονομάζεται) ήταν ο τσιρίμπασης της φυλακής και όταν είδε στο πρόσωπο του Σακαφλιά την επερχόμενη απειλή να χάσει το βιδάνιο, έβαλε τον Αντωνίτση να τον σκοτώσει. Επομένως, σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, ο Αντωνίτσης ήταν το εκτελεστικό όργανο της προσχεδιασμένης αυτής δολοφονίας. Ο Αντωνίτσης περιγράφεται ως ένας γεροντόμαγκας, με καλό όνομα στον κόσμο του κουρμπετιού, τον οποίο και υπολόγιζαν και σέβονταν οι άλλοι γιατί οι εξηγήσεις του ήταν πολύ μπεσαλήδικες.

Το όργανο του εγκλήματος

Ο Αντωνίτσης σκότωσε το Σακαφλιά με το χερούλι, την ουρά, ενός τηγανιού. Η ουρά του τηγανιού υπήρξε ένα τρομερό παραδοσιακό όπλο της φυλακής. Έπαιρναν το τηγάνι, έκοβαν τα τρία πριτσίνια που στερέωναν την ουρά και στη συνέχεια την ακόνιζαν στις πλάκες της φυλακής, μέχρι να γίνει τόσο κοφτερή όπως το ξυράφι. Το έγκλημα, απ’ ό,τι φαίνεται, προσχεδιάστηκε καλά. Κάποιος πλησίασε από την αυλή και φώναξε το Σακαφλιά δήθεν για να του πει κάτι. Ο Σακαφλιάς πήγε στο παράθυρο κι έσκυψε για να δει, γιατί ο τοίχος ήταν πολύ χοντρός και το παράθυρο βρισκόταν σε βαθούλωμα. Καθώς ήταν σκυμμένος, ο Αντωνίτσης χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον ίδιο το Σακαφλιά τον πλησίασε από πίσω και του κάρφωσε την ουρά στην πλάτη. Η ουρά διαπέρασε το σώμα του Σακαφλιά και βγήκε από το στήθος του. Ο Αντωνίτσης, όταν γέρος πια γύρισε στον Πειραιά -σύμφωνα με τον Πετρόπουλο- ήταν απομονωμένος και περιφρονημένος από όλους. Λέγεται πως αυτοκτόνησε πηδώντας μπροστά σ’ ένα τρένο των ΣΠΑΠ.

Ο Σακαφλιάς υπήρξε πηγή έμπνευσης και υμνήθηκε και σε άλλα τραγούδια:

  • Το 1952, σε στίχους και μουσική πάλι του Τσιτσάνη, σε εκτέλεση από τον ίδιο το δημιουργό και την Ελένη Λαμπίρη κυκλοφόρησε το «Βόλτα μέσα στην Ελλάδα» από την ODEON Ελλάδος.
  • Το 1960, των Βίρβου - Μπακάλη , με τον Μπιθικώτση στην εκτέλεση το «Ξύπνα καϋμένε Σακαφλιά» από την HMV.
  • Το 1963, των Δ. Ευσταθίου - Κ. Ψυχογιού, με τους Πρ. Τσαουσάκη και Ρ. Ντάλμα «Ο γιος του Σακαβιά» από την RCA Victor.
  • Το 1995 στη μουσική παράσταση «Αμάν - Αμήν» ακουγόταν το τραγούδι «Ο Σακαφλιάς», σε διασκευή ανώνυμου. Το τραγουδούσε με θεατρικότατο τρόπο και με συνοδεία κουμπουριών που έπεφταν ο Κώστας Μαντζόπουλος.

Οι στίχοι

Στα Τρίκαλα, στα Τρίκαλα
στα Τρίκαλα, στα δυο στενά
στα Τρίκαλα, στα δυο στενά
σκοτώσανε το Σακαφλιά.

Δυο πιστολιές, δυο πιστολιές
δυο πιστολιές του δώσανε,
δυο πιστολιές του δώσανε
και χάμω τον ξαπλώσανε.

Βρε Αντωνί- βρε Αντωνί-
βρε Αντωνίτση κερατά
βρε Αντωνίτση κερατά
που σκότωσες το Σακαφλιά.

To 1966 γυρίστηκε κινηματογραφική ταινία σε σενάριο και σκηνοθεσία του Βασίλη Κονταξή με τίτλο «Ο Σακαφλιάς», με το Σωτήρη Φούντα στον ομώνυμο ρόλο. Στην ταινία αυτή παίζει μπουζούκι και τραγουδάει ένα ανέκδοτο τραγούδι για το Σακαφλιά ο Μήτσος Παπασίκας. Το τραγούδι είναι σε ρυθμό απτάλικο 9/8 και οι στίχοι του οι εξής:

Είναι μεγάλη αδικία
μεγάλη αμαρτία
να χάνουμε τους φίλους μας
σ ’αυτή την κοινωνία.

Απ’ τα καλύτερα παιδιά
τα παλικάρια όλα
το φίλο μας το Σακαφλιά
τον πιο καλό μας άντρα.

Τον κλαίνε τα αδέλφια του
οι συγγενείς του όλοι
τον κλαίνε τα καλά παιδιά
στα Τρίκαλα την πόλη.
Τον κλαίνε τα καλά παιδιά
στα Τρίκαλα την πόλη.

Κυρίως στα Τρίκαλα με την επωνυμία «Σακαφλιάς» λειτούργησαν ουζερί, καφενεία, ρεμπέτικα σχήματα, ενώ «Σακαφλιάδες» ονομάζονταν στο στρατό οι Τρικαλινοί φαντάροι, συνδέοντας έτσι στην αιωνιότητα το όνομα της πόλης αυτής με το θρύλο του Σακαφλιά.

Πηγές:

  • Ρεμπέτικο Φόρουμ
  • Περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι», τεύχος 6, Ιανουάριος 2004
  • Ηλία Πετρόπουλου, «Τα ρεμπέτικα τραγούδια» , Αθήνα 1968
  • Κώστας Χατζηδουλής, «Βασίλης Τσιτσάνης - η ζωή μου, το έργο μου»
  • Δημήτρης Τσιγάρας, «Ο θρυλικός Σακαφλιάς»

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

85 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.