άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Αγαπητοί φίλοι, είδα με πολύ ενδιαφέρον το άρθρο του Νίκου Πολίτη για τη λογοκρισία και θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε, να συμβάλω στο γόνιμο αυτό διάλογο. Θα προσθέσω εδώ μερικά στοιχεία από το, παράλληλα με το ρεμπέτικο ακμάζον τουλάχιστον ως το 1940, ελαφρό τραγούδι και το αντίστοιχο θέατρό του (οπερέτα επιθεώρηση) και φιλοδοξώ ότι κάποιες από τις τοποθετήσεις του προηγούμενου άρθρου θα επανεξεταστούν.

Ας ξεκινήσουμε με τον ισχυρισμό για την πρωτιά της «Βαρβάρας» στις λογοκριτικές απαγορεύσεις, που είναι φανερό ότι είναι επισφαλής. Στα 1930 (κυβέρνηση Βενιζέλου) έχουμε μήνυση από αστυνομικό για το τραγούδι της εταιρείας δίσκων «Πατέ «Πάτερ ημών» από την επιθεώρηση Καμπάνα. Η μήνυση στρεφόταν κατά του καταστηματάρχη που πουλούσε τους δίσκους και, παρά την προσέλευση πλήθους μαρτύρων υπεράσπισης από τον θεατρικό και μουσικό κόσμο, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε τελικά «εις τριάκοντα ημερών φυλάκισιν και πρόστιμον» για διακωμώδηση των θείων και προσβολή των δημοσίων ηθών (Ελεύθερον Βήμα 21.9.1930).

Θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό που δεν έχει σχέση με την κυβερνητική κρατική εξουσία, ειδικά σε περιόδους άσκησής της από κυβέρνηση «Φιλελευθέρων». Θα θυμίσω όμως ότι ένα χρόνο μετά επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία στον τύπο και τα θεάματα με τον Νόμο περί Τύπου -πρόγονος του αναγκαστικού νόμου του Μεταξά- που είχε στόχο να προστατευτεί η κυβέρνηση Βενιζέλου από τη φθορά που προκαλούσαν όχι μόνο οι αμιγώς πολιτικές αλλά και οι σατιρικές αντιδράσεις κατά της οικονομικής κρίσης. Άλλωστε δέκα ακριβώς χρόνια πριν, η προηγούμενη κυβέρνηση Βενιζέλου λίγο πριν χάσει τις εκλογές και παραδώσει την πρωθυπουργία στον Δημήτριο Γούναρη, μέσα στη δίνη του Εθνικού Διχασμού που καλά κρατούσε είχε απαγορεύσει την εκτέλεση με οποιοδήποτε τρόπο του τραγουδιού «Του Αητού ο Γιος», ενός υμνητικού Θούριου για τον προσωρινά έκπτωτο Κωνσταντίνο.

Σε μικρή απόσταση από το παραπάνω γεγονός έχουμε δυο απαγορεύσεις που δεν αφορούν μεμονωμένα τραγούδια αλλά ολόκληρες οπερέτες που περιέχουν συνήθως περί τα είκοσι κομμάτια. Κάτι τέτοιο αντιστοιχεί σε σκληρότητα και απολυταρχικό χαρακτήρα με την αντιμετώπιση που είχε ο Βαγγέλης Παπάζογλου από τη λογοκρισία του Μεταξά με την αυτόματη διαγραφή 36 τραγουδιών του. Οι οπερέτες είναι κι οι δυο του Σακελλαρίδη, η μία η γνωστότατη «Θέλω να δω τον Πάπα» γραμμένη λίγο πριν το 1920 κι η δεύτερη η, άγνωστη πια αν και σωζόμενη, «Σάκρα Φαμίλια» (1926) που είχε την ατυχία να συμπέσει η συγγραφή της με τα έργα και τις ημέρες του Θεόδωρου Πάγκαλου ως δικτάτορα. Το εντυπωσιακό με την πρώτη από τις δυο οπερέτες είναι ότι σε όλα τα χρόνια του Μεσοπολέμου δεν φαίνεται να άρθηκε αυτή η απαγόρευση καθώς το έργο παίζεται σποραδικά μεταμφιεσμένο και βαπτισμένο με διάφορους τίτλους, ποτέ όμως για περισσότερο από μια βραδιά, παρά τη δεδομένη δημοτικότητά του.

Αν ακόμη μετά από αυτά θεωρούμε ότι πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά που δεν αφορούν επίσημους κρατικούς λειτουργούς θα παραθέσω μια ακόμη περίπτωση, την πιο χαρακτηριστική, όπου ο πρωθυπουργός της χώρας αναλαμβάνει προσωπικά να λογοκρίνει ένα μουσικό θεατρικό έργο. Βρισκόμαστε λίγες βδομάδες πριν το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδί. Η πρώτη ελληνική οπερέτα είναι γεγονός: «Σία κι αράξαμε», μουσική Θεόφραστου Σακελλαρίδη, λιμπρέτο Στέφανου Γρανίτσα και Πολύβιου Δημητρακόπουλου. Το θέμα αγγίζει και τα προβλήματα του ελληνικού στόλου που παρελαύνουν την περίοδο εκείνη από τις στήλες των εφημερίδων, καθώς για την κακή κατάσταση τόσο του στόλου όσο και του στρατού η ευθύνη επιρρίπτεται στη βασιλική οικογένεια. Την επόμενη της πρεμιέρας (9 Μαΐου 1909) η αστυνομία απαγορεύει το έργο. Μετά τις διαμαρτυρίες των συγγραφέων και του αντιπολιτευόμενου τύπου ο πρωθυπουργός Θεοτόκης αναλαμβάνει να διαβάσει ο ίδιος το έργο και να αποφασίσει αν μπορεί να παρασταθεί ή όχι! Καταλήγει ότι πρέπει να αφαιρεθούν πολλές σκηνές, ολόκληρη η Γ΄ πράξη του έργου και ότι ο τίτλος πρέπει οπωσδήποτε ν’ αλλάξει.

Κοντολογίς ο ισχυρισμός του άρθρου του Νίκου Πολίτη ότι «ζούσαμε σε μια φιλελεύθερη κοινωνία» (σελ. 2, γρ. 2) νομίζω ότι είναι εξαιρετικά άτυχος. Ο αυταρχισμός των καθεστώτων των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα αντανακλούσε στο μέσο πολίτη ακριβώς με το γεγονός ότι το Αστυνομικό Τμήμα της γειτονιάς του είχε δικαιοδοσία να επέμβει ακόμη και στο περιεχόμενο των τραγουδιών στο θέατρο, το γραμμόφωνο ή την ταβέρνα. Και το ελαφρό τραγούδι κυνηγήθηκε σχεδόν όσο και το ρεμπέτικο, αν έχουμε την ψυχραιμία να δούμε τα στοιχεία με νηφαλιότητα. Εδώ λοιπόν ας επιστρέψω στον ισχυρισμό της κόρης του Μεταξά για το λεπτό μουσικό γούστο του πατέρα της και το όραμά του «οι Έλληνες να αγαπήσουν την ευρωπαϊκή κλασσική μουσική». Η χρονική απόσταση από τα γεγονότα και η συνειδητή προσπάθειά της να τον αποκαταστήσει στα μάτια μας, οδηγεί σε διαστρεβλώσεις. Ο Μεταξάς είχε εκδηλώσει με σαφήνεια τις αισθητικές του προτιμήσεις στις πρώτες του συνεντεύξεις μετά την ανάληψη της εξουσίας. Σε μια εποχή που η κλασική μουσική και κυρίως η Όπερα είχε μια πολύ σημαντικότερη θέση στην κοινωνία της εποχής από τη σημερινή, ο Μεταξάς δεν έκρυβε την πίστη του στην ανωτερότητα κάθε μορφής ελληνικής τέχνης έναντι της ευρωπαϊκής και είχε διατυπώσει τις ενστάσεις του για την απόσταση που κρατά η φόρμα της Όπερας από την απτή πραγματικότητα. Πώς μπορείς να τσακώνεσαι με κάποιον και να τον πετάς έξω από το σπίτι σου τραγουδώντας, είχε πει χαρακτηριστικά. Είχε ζητήσει λοιπόν να επικρατήσουν ξανά στη μουσική ζωή τα «αγνά» τραγούδια του κωμειδυλλίου και του δραματικού ειδυλλίου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κύμα των δημοτικοφανών τραγουδιών προς τα τέλη της δεκαετίας του 1930 με θυμάρι, βουνό, φουστανέλα και λεβέντες του χωριού είναι προϊόν δικής του παραγγελίας με στόχο να εξαφανιστεί από τη θεατρική και μουσική ζωή η ξενόφερτη ρομάντζα. Με βάση αυτές του τις επιθυμίες γράφτηκε η «Μάρω» του Σακελλαρίδη, η οποία ωστόσο, λίγο μετά απαγορεύτηκε ως ανήθικο τραγούδι.

Κλείνοντας, να επισημάνω ότι η αυτονόητη τάση μας να εξετάζουμε τα μουσικά είδη (ρεμπέτικο, ελαφρό, δημοτικό, κλασική μουσική) χωριστά, δεν μας επιτρέπει πολλές φορές να βλέπουμε κοινά χαρακτηριστικά και τάσεις μιας περιόδου. Ειδικά για την περίοδο εμφάνισης και άνθισης του ρεμπέτικου θεωρώ απολύτως αναγκαία τη συνεξέταση των «γειτονικών» του μουσικών ειδών, που πολλές φορές αποδεικνύονται και συγγενικά.

Ο Μανώλης Σειραγάκης είναι Λέκτωρ Θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.