άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Παρίσι, Ιούλιος, Κυριακή απόγευμα. Ο καιρός είναι καλός και έτσι κατευθύνομαι στο νεκροταφείο του Père Lachaise. Χρωστάει το όνομα του στον Père La Chaise, τον εξομολογητή ενός από τους πολλούς Λουδοβίκους. Ο παπα-καρέκλας δηλαδή.

Το 1871, στις τελευταίες μάχες της ματωμένης εβδομάδας, στους τοίχους αυτού του νεκροταφείου είχανε εκτελέσει 147 μαχητές της κομμούνας, αν και οι θρύλοι μιλάνε για πολύ περισσότερους. Οι μάχες μέσα στο νεκροταφείο ήταν ο τραγικός επίλογος μιας ανελέητης εμφύλιας πολιτικής σύγκρουσης που συντάραξε το Παρίσι. Το προλεταριάτο του Παρισιού κόντρα στα κρατικά στρατεύματα των Βερσαλλιών. Βομβαρδισμοί, η πόλη στις φλόγες. Αυτή η απόπειρα για διαφορετική κατανομή του πλούτου και της εξουσίας προκάλεσε τη μήνι της άρχουσας τάξης και οδήγησε σε σκληρές μάχες και χιλιάδες εκτελέσεις. Ανθρωποι εκτελούνταν χωρίς δίκη, μερικές φορές μόνο με την υποψία ότι είχαν μπαρούτι στα χέρια, σημάδι ότι είχαν πολεμήσει. Το Père Lachaise είναι ένα συμβολικό νεκροταφείο και η κομμούνα, που πνίγηκε στο αίμα, σημάδεψε όλα τα αριστερά πολιτικά ρεύματα του μέλλοντος. Ισως γι’ αυτό και να έχουνε κάνει κενοτάφιο και για τον Ζορζ Μαρσέ, τον ηγέτη σύμβολο της γαλλικής κομμουνιστικής αριστεράς, ακριβώς απέναντι από τον τοίχο της εκτέλεσης των κομμουνάρων. Ο ίδιος θέλησε να θαφτεί αλλού. Τελικά, ο τόπος είναι πιο ισχυρός από την ιδεολογία.

Μπαίνω από την είσοδο του βουλεβάρτου Μενιλμοντάν και εντυπωσιάζομαι με τη μία. Αυτό δεν είναι νεκροταφείο, είναι ολόκληρη πόλη. Ο κύριος χάρτης δείχνει τις οδούς (μάλιστα, έχουμε και οδούς) και κάποιους από τους διάσημους κατοίκους του: Σοπέν, Μολιέρος, Νταβίντ, Τζιμ Μόρισον, Μπαλζάκ, Λεόν Μπλουμ, Οσκαρ Ουάιλντ, Μαρσέλ Προυστ, Ντελακρουά και πολλοί άλλοι. Γιατί όμως τόσες διασημότητες; Το Père Lachaise έγινε για να καλύψει τις ανάγκες του Παρισιού, όταν αποφασίστηκε να φύγουν τα νεκροταφεία από την πόλη. Βρισκόμενο εκείνη την εποχή εκτός πόλης, οι παριζιάνοι τα πρώτα χρόνια δεν το ήθελαν και άφηναν αλλού τα κοκκαλάκια τους. Αλλά οι αρχές ξέθαψαν τον Μολιέρο και τον Λα Φονταίν από εκεί που ήτανε θαμένοι και τους μετέφεραν στο Père Lachaise για να δώσουν αίγλη στο νεκροταφείο. Αλλες διασημότητες ακολούθησαν και το νεκροταφείο από τότε έγινε της μόδας.

Ανηφορίζω. Χαζεύω δεξιά κι αριστερά. Είμαι στο παλιό τμήμα του νεκροταφείου και οι τάφοι δεν είναι ακριβώς όπως τους ξέρουμε σήμερα, είναι σαν ψηλά στενόμακρα σπιτάκια. Ομορφα, πολλά από αυτά έχουνε και αγάλματα, από πέτρα, μάρμαρο ή μπρούτζο. Προσπαθώ να σκεφτώ κάτι ανάλογο στην Ελλάδα μας, δεν υπάρχει. Ενα τέτοιο νεκροταφείο προϋποθέτει αυτοκρατορικό παρελθόν, παιδεία, αριστοκρατία, μπουρζουαζία, πρωτοποριακούς ταξικούς αγώνες και πολλά άλλα. Η Γαλλία τα έχει αυτά, έτσι φύτρωσε και το Père Lachaise. Αλλά ας μη γελαστεί κανείς. Είναι ιντερνάσιοναλ ραχάτ μπαχτσές. Ολες οι φυλές είναι μαζεμένες: Γάλλοι, Ιταλοί, Έλληνες, Τούρκοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Αγγλοι, Αμερικάνοι, Κινέζοι και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Υπομονή να έχει κανείς να χαζεύει τους τάφους. Όλες οι φυλές σημαίνει και όλες οι θρησκείες. Οι Γάλλοι δεν έχουν τέτοια κολλήματα. Αλλά ούτε και οι νεκροί, απ’ ό,τι φαίνεται. Το Père Lachaise είναι άλλη φάση, ήταν και είναι το πιο trendy κυπαρισσόχωμα. Αυτό το διάσημο νεκροταφείο είναι και η τελευταία πράξη ματαιοδοξίας, πριν η φωτιά ή τα σκουληκάκια πιάσουν δουλειά...

Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς και ψεύτικη η ζωή μας,
αφού στη μαύρη γη θα μπει μια μέρα το κορμί μας

Μετά από λίγο πέφτω πάνω στον τάφο του Τούρκου σκηνοθέτη, του Γιλμάζ Γκιουνέι. Εδώ βρίσκεται και ο μεγάλος Κούρδος τραγουδιστής, ο Αχμέτ Καγιά. Λες και όσοι την μπαίνουν στο τούρκικο κατεστημένο θάβονται στο Père Lachaise.

Ψάχνω να βρω τον Σοπέν. Πάντα με γοήτευε ο Σοπέν. Η μουσική του έχει κάτι το αέρινο, έρχεται στ’ αυτιά μου σαν μελαγχολικό φθινοπωριάτικο αεράκι. Ύστερα από αρκετό περπάτημα φτάνω μπροστά στον τάφο του. Ο τάφος έχει πολλά λουλούδια, έχει και λίγο κόσμο μαζεμένο. Πάνω από το ανάγλυφο πορτραίτο του ένα άγαλμα μιας νέας γυναίκας. Τα μαλλιά λυτά, κοιτάζει μελαγχολικά προς τα κάτω. Η μορφή αυτή είναι σαν τη μουσική του. Με μαγεύει. Ντάλα ήλιος, αλλά εμένα μου έρχεται στο μυαλό ένα νυχτερινό του.

Συνεχίζω. Κατευθύνομαι προς τον Ροσσίνι. Περνάω από τάφους με πανέμορφα αγάλματα. Ένας στρατιώτης του πρώτου παγκοσμίου πολέμου αγναντεύει περήφανα, από κάτω είναι ένα κοριτσάκι που τον κοιτάζει. Πώς να σκοτώθηκε άραγε; Ποιος να ήταν; Το όνομά του δε μου λέει κάτι. Η Γαλλία πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος σε αυτόν τον πόλεμο. Σκέφτομαι τους πουρκουάδες που ακολούθησαν.

Προχωρώντας βλέπω τον τάφο του Ζερικό, του ζωγράφου του περίφημου πίνακα της Μέδουσας. Μερικές φορές η αθανασία μπορεί να είναι ένας μόνο πίνακας. Ήρεμος και περήφανος, έχει αράξει ακριβώς πάνω από ένα ανάγλυφο αντίγραφο του πίνακα, πάνω από τον πόνο και την αγωνία των άτυχων ναυτικών που ναυάγησαν και αναγκάστηκαν ύστερα από μέρες νηστικοί στη θάλασσα να φαγωθούν μεταξύ τους. Το μαρτύριο τους έγινε τραγουδάκι: «Il était un petit navire», το πήραμε κι εμείς: «Ηταν ένα μικρό καράβι»...

Νάμαστε. Εδώ λοιπόν ο Ροσσίνι έχει τάφο αντάξιο της προσωπικότητάς του. Εύθυμος, καλοφαγάς, δεν αξιοποίησε το τεράστιο ταλέντο του. Αυτοσυνταξιοδοτήθηκε νωρίς. Ο κόσμος δεν ξανάβγαλε τέτοιο μπαρμπέρη: Φίγκαρο εδώ! Φίγκαρο εκεί! Η πόρτα είναι γεμάτη λουλούδια. Θες ο τάφος του που είναι σωστό μνημείο, θες το έργο του, δε μελαγχολώ καθόλου. Σαν να ακούγεται μέσα από την πόρτα: Φίγκαρο! Φίγκαρο! Ετσι κι αλλιώς δεν είναι μέσα. Οι Ιταλοί ζήτησαν και τελικά πήραν τα οστά του.

Ανηφορίζω. Ενας μεγάλος γάλλος καλλιτέχνης ο Πιερ Ντεσπρόζ είναι εδώ. Να που βλέπω και έναν ζωντανό καλλιτέχνη! Αντικονφορμιστής, με μαύρο χιούμορ. Humoriste, είναι αυτό που λένε οι Αγγλοσάξωνες «one man show». Δεν ξέρω τι κάνει εδώ, κόσμος είναι μαζεμένος γύρω του και τον ακούει. Κλέβω μια φράση του: «Οι Εβραίοι ήτανε κατηγορηματικά αντίθετοι στη γερμανική κατοχή». Ο κόσμος γελάει. Αφήνω το περλασέζικο σόου και βρίσκομαι μπροστά από τον τάφο ενός ζωγράφου. Ενα σπασμένο τσέλο και μια επιγραφή, «Επιτέλους μόνος!». Τα βρόντηξε κανονικά, τάσπασε και την έκανε.

Βρίσκω τον Τζιμ Μόρισον. Στριμωγμένος τάφος από παντού, λες και του βρήκανε τραπέζι την τελευταία στιγμή. Αυτό το παιδί από τη Φλόριντα είναι και η πρώτη φίρμα σ’ αυτό το νεκροταφείο. Γουστάρω πολύ τους Doors, γουστάρω και τον Μόρισον. Στον τάφο του γινότανε ένα μπάχαλο πριν από λίγα χρόνια. Κόσμος καθότανε με κιθάρες, τραγουδούσε, τώρα όλα αυτά κοπήκανε. Εχει κόσμο μπροστά. Κάγκελα γύρω από τον τάφο και τρεις σεκιουριτάδες του νεκροταφείου πλαισιώνουν το ντεκόρ. Τζιμ, είσαι ροκ σταρ και μέσα στο Père Lachaise. Μια μίνι συναυλία. Μόνο τα νούμερα αλλάζουν: λιγότεροι θεατές, λιγότερη σεκιούριτι, λιγότερα κάγκελα, λιγότεροι μουσικοί, αλλά εσύ είσαι εδώ. Αργείς να βγεις στη σκηνή, σ’ αυτό το τραγούδι δε θα σε περιμένω. Ένα αναμμένο κερί πάνω από το χωματένιο τάφο του μαζί με λίγα πεταμένα άκαφτα τσιγάρα, όπως το συνηθίζουν οι θαυμαστές του. Θυμάμαι τον Σερζ Γκενσμπούργκ στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς, όπου ο κόσμος άφηνε τα εισιτήρια από το μετρό, καπάκια από ουίσκι και τσιγάρα Gauloises. Αυτά τα μικρά πράγματα είναι και αυτά που με αγγίζουν περισσότερο. Ανάβω το τσιγαράκι μου, όπως και κάποιοι άλλοι γύρω μου και χαζεύω τα ελληνικά κεφαλαία ανάγλυφα γράμματα κάτω από το όνομα του: «ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ». Θες τα ελληνικά, θες το νόημα της επιγραφής, μου σηκώνεται η τρίχα. Λέγεται ότι σημαίνει «κατά τη συνείδησή του», δηλαδή ότι έζησε σύμφωνα με τα πιστεύω του. Δεν ξέρω τι ήθελε να κάνει η οικογένειά του με την επιγραφή αυτή, εμένα μου κολλάει περισσότερο σαν να έζησε παρέα με τους δαίμονές του. Μου φαίνεται πιο ταιριαστό. Και στη ζωή του, και στα νεοελληνικά μου. «This is the end, my only friend, the end»… Νά 'σαι καλά, όπου κι αν είσαι. Εμείς εδώ είμαστε, για μας δεν είναι καθόλου το τέλος.

Προχωράω και πέφτω σε ένα παλιό τάφο, όπου ένας «Maître souverain», με μια σπάθα ανάμεσα στα πόδια του την έχει αράξει ανάσκελα. Θυμάμαι τον ηγεμόνα του Μακιαβέλι και όλο το ιπποταριό. Όλα τα ’χει ο μπαχτσές. Λίγο παρακάτω ένα τοτέμ. Ε ναι, το είδαμε κι αυτό. Ανήκει σε ένα συγγραφέα, τον Μιγκέλ Ανγκελ Αστούριας από τη Γουατεμάλα, που πήρε και Νόμπελ λογοτεχνίας. Πάνω στο τοτέμ φιγούρες από τον πολιτισμό των Μάγια. Λίγο παρακάτω ένα άγαλμα με έναν καλοντυμένο τυπά του 19ου αιώνα, που κρατάει κόκκινα τριαντάφυλλα. Ελα Χριστέ και Παναγία μου… Αιώνιος ζεν πρεμιέ.

Επιταχύνω και πέφτω πάνω στον Φελίξ Φόρ, έναν πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας. Ετυχε να γνωρίσω τη δισέγγονή του, η οποία μου έλεγε ότι πέθανε στο κρεβάτι, στην αγκαλιά μιας πόρνης. Αραγε γι’ αυτό τον έχουν ξαπλωμένο με τα σεντόνια από κάτω; Καμιά φορά οι Γάλλοι υπερβάλλουν εαυτόν. Παρακάτω βλέπω ένα τάφο με δύο «Compositeurs de musique», μουσικοσυνθέτες δηλαδή. Γκουστάβ και Ανρί Γκουμπλιέ. Πατέρας και γιός. Ο μπαμπάς ήτανε και διευθυντής ορχήστρας και ο γιος συνέθετε οπερέτες. Δεν είναι από αυτούς που γνωρίζω.

Τραβάω γραμμή για την Εντίθ Πιαφ. Μου κάνουν εντύπωση τα αγάλματα με τις γυναικείες μορφές στους τάφους. Ο ήλιος παίζει περίεργα με τα χρώματα και τις σκιές που δημιουργούν μια αίσθηση απόκοσμη. Δεν κοιτάζω τα ονόματα στους τάφους. Κοιτάζω τις γυναίκες που πενθούν τους νεκρούς, καθεμιά τους σε διαφορετική στάση. Αιώνιο πένθος, αιώνιες απαράλλαχτες εκφράσεις.

Ανηφορίζω το λοφάκι και περνάω πλατείες και κτίσματα που δε με πολυενδιαφέρουν. Για την ακρίβεια, τα κρεματόρια και σαν λέξη και σαν κτίρια με απωθούν, όσο ωραία κι αν είναι. Θυμάμαι το ντοκιμαντέρ για τον Πετρόπουλο και το αντίο του Νίκου Σύρου με το μπουζούκι του, όταν τον καίγανε εδώ. Η αντήχηση του μπουζουκιού μέσα στο κρεματόριο χτυπάει ακόμα μέσα στ’ αυτιά μου... Δεν μπορώ επίσης να ξεχάσω και την αξιοπρεπή και λεβέντικη στάση της Μαίρης Κουκουλέ κατά τη διάρκεια της κηδείας.

Μπαίνω στο καινούργιο τμήμα του νεκροταφείου. Τα τελευταία χρόνια καινούργιες εθνότητες έχουν μπει στο Père Lachaise: Κινέζοι, Ταϊλανδοί και άλλοι Ασιάτες. Κάνουνε μεγάλους και επιβλητικούς τάφους. Κάποιες οικογένειες δεν μπορούν να πληρώσουν και οι νεκροί τρώνε έξωση. Οπότε χώρος υπάρχει, αν έχεις να πληρώσεις. Ακόμα και μετά θάνατον, ο παράς μετράει τελικά. «Σαν το κερί θα σβήσουν», που λέει και ο Μάρκος, αλλά όχι όπου κι όπου.


Τελικά, αν ψάχνεις κάποιο διάσημο σε ένα νεκροταφείο, δεν είναι και τόσο δύσκολο. Προσανατολίζεσαι στο περίπου και πας όπου έχει κόσμο μαζεμένο. Ετσι βρήκα και την Εντίθ Πιαφ, το αηδόνι της Γαλλίας. Δίπλα της ο Θεοφάνης Λαμπούκας ή Τεό Σαγαπό, όπως τον λέγανε οι Γάλλοι. Έλληνας τραγουδιστής, 20 χρόνια νεότερός της και τελευταίος της άντρας. Παντρεύτηκαν σε ορθόδοξη εκκλησία και τη φρόντισε μέχρι το θάνατό της. «Ο Θεός ενώνει αυτούς που αγαπιούνται», γράφει μια διακριτική επιγραφή μπροστά από τον τάφο της. Μόνο μια γυναίκα που αγαπά με πάθος μπορεί να τραγουδήσει έτσι το «Hymne à l’amour». Έναν έρωτα τρελό, που αρνείται τους φίλους και την πατρίδα, αρκεί να το ζητήσει ο αγαπημένος της. Έναν έρωτα ισοπεδωτικό, που σε κάνει να ξαναξεκινάς από το μηδέν, χωρίς να μετανιώνεις για τίποτα. «Je répare à zéro»… Ελαφρύ να ’ναι το χώμα που σε σκεπάζει. Καλό ξεκίνημα Εντίθ.

Ακριβώς δίπλα της ένας νεοαφιχθείς. Ο Henri Salvador. Τον θυμάμαι πολύ καλά να τραγουδάει μια μεγάλη του επιτυχία, το «Jardins d’ hiver». Γεννημένος στη γαλλική Γουϊνέα, ήτανε κιθαρίστας της γαλλικής τζάζ. Έφυγε σε μεγάλη ηλικία. Ήτανε αυτό που λέμε κουλ. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Και ο τάφος του είναι κουλ. Ένα καλαθάκι με μια ορχηστρούλα από μικρά ανθρωπάκια είναι πάνω από τον τάφο του. Υποψιάζομαι ότι όταν ο κόσμος φεύγει, το βράδυ αυτά ζωντανεύουνε και του παίζουν τραγουδάκια για να του κρατάνε συντροφιά. Είναι θαμμένος μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του, τη Jacqueline.

Κατηφορίζω. Πέφτω πάνω στα μνημεία για τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Auschwitz, Mauthausen, Buchenwald και άλλα τέτοια ωραία. Ο Ζορζ Μαρσέ θα ήταν κανονικά εκεί, στριμωγμένος ανάμεσά τους, δίπλα σε έναν άλλο Γάλλο ηγέτη κομμουνιστή, τον Μορίς Τορέζ. Άφησε το όνομα του στο μάρμαρο και την έκανε για τη Μάρνη.

Ειμαστε στον τοίχο των εκτελεσθέντων κομμουνάρων. Στον παρελθόν, το σοσιαλιστικό κόμμα του Ζαν Ζορές φρόντισε να αγοράσει χώρο ταφής όσο πιο κοντά γινότανε. Ολοι οι εκτελεστέντες μαζί, όλη η πίκρα του κόσμου μαζεμένη. Σε κάθε μνημείο των γερμανικών στρατοπέδων μορφές πένθιμες, σιωπηλές, σκελετωμένες. Φρίκη! Περπατάω και βρίσκομαι απέναντι από τα μνημεία για τα αεροπορικά δυστυχήματα. Για πρώτη φορά αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε νεκροταφείο. Το χορτάρι είναι φρέσκο και γυαλίζει κάτω από τον ήλιο. Κάπου-κάπου έχει κάποιες γκρίζες γραμμές. Διαβάζοντας τις πινακίδες καταλαβαίνω. Είναι η τέφρα των νεκρών που ρίχνουν στο χορτάρι. Λίπασμα. Η εικόνα του θανάτου με βρίσκει λίγο πριν από την έξοδο.

Μια τελευταία ματιά προς τα πίσω, προς τον τοίχο των εκτελεστέντων, «Le Mur des Fédérés», όπως τον λένε. Μου έρχεται η μελωδία από το «Le temps des cerises», το παλιό τραγουδάκι που συνδέθηκε με την κομμούνα. Το 2008 οι Noir Desir βγάλανε τη δική τους έκδοση, μοντέρνα και ροκάδικη. Οι Γάλλοι δεν ξεχνούν. Γι’ αυτό και κάθε φορά που βγαίνουν στους δρόμους, οι από πάνω έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Μυστήριος λαός. Η συγκατοίκηση της αριστοκρατίας, της μπουρζουαζίας, της διανόησης και της επανάστασης μέσα στην ψυχή τους είναι μοναδική, το Père Lachaise τόσην ώρα προσπαθεί να μου εξηγήσει. Μάταια. Πώς να χωρέσεις τις Βερσαλλίες, τη γαλλική επανάσταση, τον Ναπολέοντα, την κομμούνα και το Μάη του ’68 μέσα στο ίδιο πακέτο;

Αριστερά βλέπω κάποια αγάλματα. Πριν βγω, ανηφορίζω προς αυτά. Είναι τα μνημεία των ξένων στρατιωτών που πολέμησαν για τη Γαλλία. Ανάμεσα σε αυτά και οι Έλληνες. «Ελλάς, Γαλλία, Συμμαχία», λέει το σύνθημα. Κοιτάζω την επιγραφή: «ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ». Λίγες λέξεις αρκούν, όταν ξέρεις να τις χρησιμοποιείς.

Βγαίνω από την έξοδο της Γαμβετά. Κάνει ζέστη, κατευθύνομαι προς το Café du métro να πιω καμιά μπύρα.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

19 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!