άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Άρχισ’ ο Χάρος να καλεί τώρα την κλάση μου» τραγουδούσε ήδη από τη δεκαετία του ’70 ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε στίχους Βίρβου και μουσική δική του. Από τότε πέρασαν περισσότερα από είκοσι χρόνια μέχρις ότου συμβεί το μοιραίο και χάσουμε από κοντά μας το μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή, φέτος τον Απρίλη.

Τα βιογραφικά του στοιχεία είναι λίγο-πολύ γνωστά. Υπήρξε ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης, αφού ήταν τραγουδιστής, συνθέτης και μπουζουξής, ο οποίος υπηρέτησε το ελληνικό τραγούδι για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Ξεκίνησε την δισκογραφική του παρουσία ως συνθέτης το 1949 με το τραγούδι «Το καντήλι τρεμοσβήνει» που είπαν σε δίσκο η Σούλα Καλφοπούλου και ο Μάρκος. Σιγά-σιγά έκανε κάποιες επιτυχίες, όπως το «Τύραννε τι θα κερδίσεις» με Ντάλλια-Καζαντζίδη αλλά και Νίνου-Τζουανάκο, το «Πήρα την στράτα την κακιά» με την πρωτοεμφανιζόμενη τότε Πόλυ Πάνου κ.ά. Ώσπου στα 1955 εμφανίστηκε και ως πρώτος τραγουδιστής με το «Τρελλοκόριτσο» που έκανε τεράστια επιτυχία και τον καθιέρωσε. Μετά άρχισε την συνεργασία του με τον Χατζιδάκι («Γαρούφαλλο στ’ αυτί», «Είμαι άντρας [και το κέφι μου θα κάνω]», «Είμ’ αητός χωρίς φτερά», «Το κλωτσοσκούφι»), η οποία τον έκανε γνωστό σε ένα ευρύτερο κοινό όπου και καθιερώθηκε.

Και μετά ήρθε ο Θεοδωράκης με τον «Επιτάφιο» και όλα τα υπόλοιπα και καθιερώθηκε ο Μπιθικώτσης ως «ο τραγουδιστής του Θεοδωράκη». Συναυλίες, εμφανίσεις σε θεατρικές παραστάσεις, ταξίδια σε όλη την Ελλάδα, σύνδεση με την Αριστερά και τις καλλιτεχνικές αξίες της. Άλλαξε τότε καλλιτεχνικώς ο Μπιθικώτσης, απέκτησε μιαν άλλη υπόσταση, ένα άλλο κοινό. Παρ’ όλα αυτά παρέμεινε ένας λαϊκός τραγουδιστής που παράλληλα με τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί» τραγουδούσε με επιτυχία τους λαϊκούς μας συνθέτες. Και, υπ’ αυτήν την έννοια, συνέβαλε σημαντικά στη διεύρυνση του κοινού που απέκτησε το λαϊκό τραγούδι προς την κατεύθυνση του πιο «αστικού» κοινού. Αυτό το κοινό εξακολούθησε σε μεγάλο βαθμό να τον παρακολουθεί και την περίοδο της χούντας, όπου ο Μπιθικώτσης επιβίωσε καλλιτεχνικά κυρίως από τις συνθέσεις του. Τότε κυκλοφόρησε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ως συνθέτης: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Εγνατίας 406», «Καράβι με σημαία ξένη», «Επίσημη αγαπημένη», «Είχε κι εκείνος μιαν αγάπη» και τόσα άλλα. Εμφανίζονταν συστηματικά στην παραλία με τον Κόκκοτα, τη Μοσχολιού κλπ. χτίζοντας έτσι, κι αυτός μαζί με άλλους, το «ελαφρολαϊκό» οικοδόμημα. Για πολλούς, αυτή η περίοδος του Μπιθικώτση (που τότε πια είχε αποκτήσει τον άτυπο τίτλο του «σερ» από τον Ψαθά) είναι υποδεέστερη των προηγούμενων. Κατ’ άλλους, η πιο επιτυχής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι ο Μπιθικώτσης έζησε ενεργά το λαϊκό τραγούδι για τουλάχιστον μια τριακονταετία στα πάλκα και τη δισκογραφία παράλληλα με την «έντεχνη» συνιστώσα του, οπότε ήταν μοιραίο να εμφανίζει στην καριέρα του όλες εκείνες τις εκφάνσεις του λαϊκού τραγουδιού που υπήρξαν στην εποχή του. Και στην δεκαετία 1965-1975 υπήρχαν και τα «ελαφρολαϊκά», πώς να το αγνοήσουμε;

Αλήθεια και τι δεν έχει τραγουδήσει αυτός ο άνθρωπος! Αν δει κανείς το βιογραφικό του μένει έκπληκτος: οι μεγαλύτεροι λαϊκοί συνθέτες (Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Μητσάκης, Καλδάρας, Χατζηχρήστος, Πάνου κλπ.) συνυπάρχουν με τους μεγαλύτερους έντεχνους (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μούτσης, Κουγιουμτζής, Κηλαηδόνης κλπ.). Κι αν μιλήσουμε για τους στίχους: οι μεγαλύτεροι ποιητές (Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Γκάτσος, Βάρναλης, Λειβαδίτης κλπ.) συναντούν μέσα από το ρεπερτόριο του Μπιθικώτση τους μεγαλύτερους λαϊκούς στιχουργούς (Παπαδόπουλος, Παπαγιαννοπούλου, Βίρβος, Βασιλειάδης κλπ.). Πραγματικά, αυτός ο μεγάλος τραγουδιστής είπε σχεδόν τα πάντα. Και με επιτυχία! Είναι εντυπωσιακό, αλλά με όλους τους συνθέτες που τραγούδησε έκανε και κάποια(ες) διαχρονική επιτυχία. Ενδεικτικά: «Απελπίστηκα», «Ο Κάβουρας» (Μάρκος), «Εγώ είμαι το μπεγλέρι σου», «Ο τσολιάς» (Τσιτσάνης), «Στον Πειραιά συννέφιασε» (Μητσάκης), «Θα κλείσω τα μάτια», «Ρολόι κομπολόι» (Α. Πάνου), «Μου σπάσανε το μπαγλαμά» (Καλδάρας), «Άπονη ζωή», «Φτωχολογιά», «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» (Ξαρχάκος-Παπαδόπουλος), «Νάτανε το εικοσιένα» (Κουγιουμτζής) και ας μην μιλήσουμε για τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι ή τις δικές του συνθέσεις.

Πέραν του καλλιτεχνικού του μεγέθους, ο Μπιθικώτσης ανέδειξε κάποιους σημαντικούς καλλιτέχνες όπως η Πόλυ Πάνου, αλλά και βοήθησε πολλούς άλλους όποτε χρειάστηκε. Χαρακτηριστικό είναι πως όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 τα πράγματα για το Μάρκο ήταν δύσκολα και το μεροκάματο σπάνιο, ο Μπιθικώτσης ξαναείπε σε δίσκους κάποια παλιά και λίγα νέα τραγούδια του και τον ξαναέβαλε ουσιαστικά στο προσκήνιο. Άλλωστε, με το Μάρκο ξεκίνησε δισκογραφικά...

Σε όλα τα χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας υπέβοσκε η σύγκριση με το άλλο «ιερό τέρας», τον Καζαντζίδη. Πολλοί επώνυμοι και ανώνυμοι μπήκαν σ’ αυτόν τον πειρασμό όσο ήταν κι οι δυο εν ζωή και ακόμη περισσότεροι μετά το θάνατό τους. Είναι ανούσιο να αναπαραχθεί και από δω η ανόητη αυτή σύγκριση. Δεν έχει νόημα. Και οι δυο ήταν πολύ μεγάλοι, ο καθένας με τον τρόπο του και το κοινό του. Και, ευτυχώς, συνυπήρξαν για μεγάλο διάστημα στο λαϊκό τραγούδι, χωρίς αντιδικίες και κόντρες για την όποια «πρωτιά».

Εν πάση περιπτώσει, με την απώλεια του Γρηγόρη χάσαμε έναν σημαντικό τραγουδιστή, συνθέτη, άνθρωπο. Όμως, το λαϊκό τραγούδι δεν έγινε φτωχότερο, όπως κοινότυπα συνηθίζεται να λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Γιατί ο Μπιθικώτσης είχε πάψει να τραγουδάει ζωντανά και σε δίσκους από το 1982. Όμως η δισκογραφία του υπάρχει και θα παραμείνει στο διηνεκές. Κι έτσι το δέντρο του λαϊκού τραγουδιού δε θα χάσει ποτέ αυτόν του τον κλώνο.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

172 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!