άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Ο Δημήτρης Στεργίου - «Μπέμπης», αναγνωρίζεται από τους σύγχρονούς του λαϊκούς μουσικούς, όπως επίσης από τους επιγόνους τους έως και σήμερα, σαν ένας από τους καλύτερους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού όλων των εποχών. Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς θεωρούν ότι είναι ο κορυφαίος. Όμως, οι αναφορές στον Μπέμπη για τους φίλους της λαϊκής μουσικής αφήνουν πάντα μια σκιά και ένα δυσάρεστο συναίσθημα, λόγω του άδοξου και πρόωρου τέλους της καλλιτεχνικής πορείας και της ζωής του. Ο Μπέμπης γεννήθηκε το 1927 και πέθανε το 1972 σε ηλικία μόλις 45 ετών, εξ αιτίας του «απόλυτου» πάθους του για το αλκοόλ.

Στο σημείωμα αυτό, δε θα σταθούμε στις καλλιτεχνικές δραστηριότητες του Μπέμπη, άλλωστε το έχει κάνει με τον πιο αξιόπιστο τρόπο ο Γιώργος Αλτής1, αλλά θα παρουσιάσουμε κάποια στοιχεία από τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν πλέον τον είχε κυριεύσει «ο τρελός έρωτας» για το αλκοόλ.

Αφορμή γι’ αυτή την παρουσίαση στάθηκε η ανεύρεση, πριν από λίγα χρόνια, των ιατρικών ιστορικών του Μπέμπη στο Δρομοκαΐτειο και στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, στο πλαίσιο έρευνάς μας για θέματα διάφορα του παρόντος.

Προβαίνουμε στην δημοσίευση ορισμένων στοιχείων αυτής της πτυχής της ζωής του, επειδή διακρίνουμε κάτι κοινό ως προς την ένταση του πάθους για το αλκοόλ, με εκείνη για το μπουζούκι μέσα απ’ το οποίο εκφραζόταν. Τεκμήρια αυτής της υπόθεσης είναι, αφενός οι μοναδικές (λίγες ως προς τον αριθμό) ηχογραφήσεις που έκανε, αφετέρου η ιδιοτροπία του να αποφεύγει να παίξει σε δίσκους. «Δεν θα με κάνετε εμένα γραμμόφωνο. Όποιος θέλει να με ακούσει ας έρθει στο μαγαζί»2. Αυτή η στάση - άποψη απέναντι στο γραμμόφωνο και το δίσκο δείχνει την ιδιαίτερη σχέση του με τη μουσική, το μπουζούκι και το κοινό. Είναι βέβαιο ότι τέτοιου είδους αντιλήψεις εκπλήσσουν και «διακινούν» τον σύγχρονο ερευνητή, μελετητή ή φίλο της λαϊκής μουσικής, ο οποίος προσπαθεί να τις ερμηνεύσει θέτοντας ερωτήματα όπως:

  • Ήταν η πεποίθησή του ότι το τραγούδι από τη στιγμή που γίνεται δίσκος - προϊόν κατανάλωσης χάνει κάτι από την ουσία του;
  • Ήταν η άρνηση του «ακρωτηριασμό» του, αν θεωρήσουμε ότι το γραμμόφωνο είναι επέκταση των αισθήσεων του ανθρώπου, αλλά ταυτόχρονα μέσο απόσπασης του τραγουδιού από τον δημιουργό του;
  • Ήταν η ανάγκη για άμεση και βαθύτερη επικοινωνία με το «άλλο» (το κοινό του);
  • Ήταν όλα αυτά μαζί, αλλά και κάτι επιπλέον στο οποίο θα μπορούσε να απαντήσει μόνον ο ίδιος; (Εκτός αν έχει απαντήσει με το μπουζούκι του και δεν το έχουμε «ακούσει» ακόμη).

Όπως και να έχει, τα παραπάνω και αυτά που ακολουθούν3 και αφορούν στη σχέση του με το αλκοόλ, αποτελούν συστατικά στοιχεία του προσώπου: Δημήτρης Στεργίου - Μπέμπης / «παθιασμένος» σολίστας του μπουζουκιού και τον καθιστούν μια ξεχωριστή προσωπικότητα στο χώρο της λαϊκής μουσικής. Σεβόμενοι τους κανόνες δεοντολογίας, παραθέτουμε στοιχεία που δεν θίγουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, εκτός από εκείνα που έχουν δημοσιευθεί εδώ και πολλά χρόνια και είναι γνωστά στο ευρύ κοινό.

Σχετικά με τα βιογραφικά στοιχεία του Μπέμπη, ο φάκελος του Δρομοκαΐτείου (Μάης 1967) ανεφέρει:
«Κληρονομικόν: Ο πατέρας του πνίγηκε προ 27ετίας συνεπεία ανατροπής λέμβου κατά την διάρκειαν θαλάσσιας ψυχαγωγίας και εις ηλικίαν 42 ετών. Ούτος ήτο εργολάβος αρτεσιανών φρεάτων καλής οικονομικής καταστάσεως, ήσυχος και εργατικός άνθρωπος. Δεν έκανε καταχρήσεις και ηρέσκετο εις την μουσικήν…
…Ζωηρό και έξυπνο παιδί αποτελούσε το επίκεντρον της οικογενείας και ήτο αντικείμενον στοργής και αδυναμίας. Εφοίτησε στο Σχολείο με πολύ καλήν επίδοσιν και απεφοίτησεν της Εμπορικής Σχολής, πλην όμως ετράπη προς την ελαφράν μουσικήν και το λαϊκό τραγούδι μυηθείς εις τούτο υπό του πατρός του όστις υπήρξεν ο πρώτος του μουσικοδιδάσκαλος, από ηλικίας 8 ετών παίζει μαντολίνο, κιθάρα και
μπουζούκι…
…Σε ηλικία 11 ετών τον έβαλε η μητέρα του να εργασθή σε κάποιο γραφείο όπου έμαθε και γραφομηχανήν. Εγκατέλειψε την εν λόγω εργασίαν μετά 2ετίαν και άρχισε να παίζει μαντολίνο σε κέντρα στην αρχή στην Κηφισιά…έκτοτε εξελίχθη σε γνωστό εκτελεστή λαϊκής μουσικής υπό το ψευδώνυμο “Μπέμπης” ως ούτος εκαλείτο παιδιόθεν παρά των οικείων του ως δείγμα της τρεφόμενης προς αυτόν αδυναμίας. “Έναν τον είχαμε…τον λέγαμε Μπέμπη…αυτός δεν το ήθελε”…
…Εδημιούργησε δικό του συγκρότημα. Έπαιζε σε καλά κέντρα και εταξίδευσε 4-5 φορές στην Αμερική. Επληρώνετο καλά και ευρίσκετο σε καλήν οικονομικήν κατάστασιν πριν ενταθεί η κατάχρησις αλκοόλ…
Χαρακτήρ: Καλό παιδί, άνθρωπος που δεν πείραζε ούτε πέτρα όταν δεν έπινε. Αγαπητός με όλο τον κόσμο»…

Ο φάκελος του Δημήτρη Στεργίου στο Κρατικό Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων (Δαφνί)
Ανάλογες πληροφορίες δίνονται και από τον φάκελό του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο (Δαφνί) τον Ιούλη του 1969:
«Πατήρ αυστηρός, καλός αποθανών εις ηλικία του ασθενούς 12 ετών εκ πνιγμού. Μήτηρ οικιακά στοργική αποθανούσα όταν ο ασθενής ήτο 37 ετών. είναι το δεύτερον κατά σειράν τέκνον τα δυο θήλεα. Έχει φοιτήσει εις μέσην εμπορικήν σχολήν 3η τάξις. Δεν υπηρέτησεν εις τον στρατόν ως προστάτης οικογενείας. Αρχικώς υπηρέτησεν ως υπάλληλος εις συμβολαιογραφείον και μετά έγινε μουσικός όπου και ήτο από τους καλύτερους»...

Σύμφωνα με τα «ιατρικά ιστορικά» από το 1958 και μετά άρχισαν να γίνονται εμφανείς οι επιπτώσεις από την κατάχρηση του αλκοόλ, ενώ από το 1965 η κατάστασή του επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα τους αλλεπάλληλους εγκλεισμούς του σε Κλινικές και Ψυχιατρικά Ιδρύματα για την αντιμετώπιση κρίσεων και της εξάρτησής του από το αλκοόλ.

Στον φάκελό ασθενούς του Δρομοκαΐτειου, τον Μάη του 1967 αναγράφεται:
«Αιτία εισόδου: Χρόνιος αλκοολισμός, τρομώδες παραλήρημα…
Παρούσα νόσος: Σχετίζεται άμεσα με υπερβολικήν κατανάλωσιν οινοπνευματωδών. Ο ασθενής έπινεν αρκετά συνεπεία της δουλειάς του από το έτος 1948. Τα πράγματα όμως χειροτέρεψαν πολύ από του 1958 και εντεύθεν ότε συνεπεία της καταχρήσεως αλκοόλ, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα εις την επαγγελματικήν και οικογενειακήν ζωήν του ασθενούς. Η κατάστασις κατέστη δραματική κατά την τελευταίαν τριετίαν και συγκεκριμένα αφ’ ότου ούτος πήγε την τελευταίαν φοράν εις Αμερικήν συνοδευόμενος υπό της συζύγου του. Διεκόπη το συμβόλαιον του επειδή ήτο διαρκώς μεθυσμένος. Επέστρεψε στην Ελλάδα και έκτοτε ουδόλως ηργάσθει. Πίνει οτιδήποτε και σε μεγάλες ποσότητες (κονιάκ, ουίσκι, ούζο, κρασί) και βρίσκεται καθημερινώς μεθυσμένος. Σε μισή ώρα μπορούσε να καταναλώση 3 κιλά κρασί ή ένα μπουκάλι κονιάκ»...

Αλλού επίσης σημειώνεται:
«Ο άρρωστος έχει εισαχθεί 3 φορές προηγουμένως εις Νοσοκομεία και Κλινικάς (Καψάλειον, Μαρκομιχελάκειον, Αιγινήτειον) σε κατάστασιν τρομώδους παραληρήματος».

Μετά από πολύμηνη παραμονή και σε μια σχετικά σταθεροποιημένη κατάστασή πήρε εξιτήριο από το Δρομοκαΐτειο.
«2/12/67: Ο ασθενής εξήλθεν σήμερον οριστικώς του Νοσοκομείου εν υφέσει παραληφθείς υπό του κηδεμώνος του. Εδόθησαν οδηγίαι δια την περαιτέρω μεταχείρισην του ασθενούς και δι’ εξωτερικήν παρακολούθηση…
…Μας επισκέφθηκε η μητέρα του και ο ασθενής στο γραφείο για εξιτήριον. Ο Διευθυντής είπε ότι, ότι είχε να κάνη το έκανε και ότι πέραν τούτου δεν είχε τίποτε να κάνη. Ο Διευθυντής επέστησε την προσοχή του ασθενούς πάνω στο θέμα του αλκοολισμού και ότι αν δεν σταματήσει θα ριψοκινδυνεύη την ζωή του».

Κρατικό Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων (Δαφνί), Φύλλο Νοσηλείας (17. 12. 1970): ...αμέσως σχεδόν από της τελευταίας του εξόδου ο ασθενής – ως ομολογεί ο ίδιος – ήρχισεν και πάλιν καταχρώμενος οινοπνευματωδών και μεθυσκόμενος...
Κατά τα επόμενα χρόνια η σχέση του Μπέμπη με το αλκοόλ γίνεται ανεξέλεγκτη, τον εξουθενώνει ψυχικά και σωματικά με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα έως τον θάνατό του να το περάσει νοσηλευόμενος στο Δημόσιο Ψυχιατρείο (Δαφνί). Εξυπακούεται βέβαια ότι η κατάσταση εξάρτησης, που βιώνει, καθορίζει αρνητικά την προσωπική, οικογενειακή και καλλιτεχνική του ζωή. Συνολικά εισήχθη έξι φορές και στις σύντομες περιόδους, που βρέθηκε εκτός Ιδρύματος, συνέχιζε να πίνει μεγάλες ποσότητες. Κατά την παραμονή του στο Νοσοκομείο αρκετές φορές παραβίασε τους κανόνες λειτουργίας του και πυρήνας αυτών των συμπεριφορών ήταν η «καταναγκαστική» σχέση του με το αλκοόλ. Καθ’ όλη τη διάρκεια μεταξύ των ετών (1967-1972) υπήρχαν διαστήματα αποχής από το αλκοόλ διακοπτόμενα από υποτροπές, που είχαν ως χαρακτηριστικό την «αυτοκαταστροφική» χρήση οινοπνευματωδών. Βρισκόταν ήδη σε ένα βασανιστικό, για τον ίδιο και τους οικείους του, αδιέξοδο.

Από το ιστορικό θεραπείας του στο Δημόσιο Ψυχιατρείο παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα που σχετίζονται με την καλλιτεχνική του ιδιότητα:
«13/8/70: Ενοχοποιεί τας πάσης φύσεως δυσκολίας της ζωής ως υπεύθυνας δια την προς το αλκοόλ ροπήν του, καθώς επίσης το επάγγελμα του “δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς δικέ μου όταν είσαι εκλεκτός καλλιτέχνης είναι προσβλητικόν να αρνηθής στις λεζάντες… την προσφορά ενός ουίσκι ή κονιάκ”. Διαφαίνεται ένας βαθμός υπερτιμήσεως του εγώ ως προς τας εκφράσεις του και τας κινήσεις του. “Εμένα που με βλέπετε γιατρέ με ζητούν στο Λονδίνο, στην Ν. Υόρκη, στο Σικάγο παντού στο κόσμο να παίξω! Βγάλτε με μη μου στερείτε αυτή την ικανοποίησιν”»…
«28/5/71: Διαβιοί ηρέμως. Έχει πλέον επαφήν, επίγνωσιν του νοσηρού της προτεραίας ψυχικής του καταστάσεως ως και των δυσμενών επ’ αυτής επιδράσεων του οινοπνεύματος δι’ ο και υπόσχεται, αιτούμενος την έξοδόν του προς ανεύρεσιν εργασίας εις μουσικόν συγκρότημα – γεγονός όπερ θεωρεί εύκολον λόγω της “φίρμας” του – την οριστικήν διακοπήν της χρήσεως αλκοόλ...μεταβαίνει εις εργασιοθεραπείαν εις το μουσικόν τμήμα όπου αποδίδει λίαν ικανοποιητικώς»...

Το τελευταίο εξιτήριο από το Δαφνί ήταν στις 11. 12. 1972, λίγες ημέρες αργότερα στις 24. 12. 1972 επανεισάγεται:
«Ούτος μετά παρέλευσιν 10 λεπτών από της εισόδου του ενταύθα (Κ.Θ.Ψ.Π.Αθηνών) σήμερον και ώραν 14.30 απεβίωσεν αιφνιδίως»...

Ο φαύλος κύκλος της εξάρτησης είχε κλείσει με θλιβερό τρόπο. Το πάθος του αλκοόλ είχε υπερισχύσει του πάθους της μουσικής.

Παραπομπές

  1. Βλέπε: Γιώργου Αλτή: Οκτώ λαϊκά πορτραίτα - Μεγάλοι σολίστες του μπουζουκιού στη δεκαετία του ’50. εκδ. Του περιοδικού Λαϊκό Τραγούδι, Αθήνα, 2007, σ.σ. 143-173. Διαβάστε εδώ τη βιβλιοπαρουσίαση από την Κλίκα.
  2. ο. π., σ. 152
  3. Με πλάγιους τύπους: πιστή απόδοση των χειρογράφων, που βρέθηκαν στους φακέλους ασθενών.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!