άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Δημοφιλέστερο ανάμεσα στα λαϊκά μας όργανα και σήμα κατατεθέν της Ελλάδας στο εξωτερικό, το μπουζούκι, κατάγεται από την οικογένεια των μακρυμάνικων λαουτοειδών νυκτών οργάνων, τα οποία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά 5.500 χρόνια πριν από την εποχή μας, στην αρχαία Μεσοποταμία. Τα όργανα αυτά αποτελούν έναν από τους πολιτιστικούς θησαυρούς που κληροδότησε στην ανθρωπότητα ο Σουμερικός λαός, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Ν. Μεσοποταμία, την ίδια εποχή, 5.500 χρόνια πριν από την εποχή μας. Ίσως μάλιστα τα πρώιμα αυτά λαουτοειδή να ήταν ήδη γνωστά κατ' αρχήν στους Σουμέριους (και έπειτα και στους άλλους νομαδικούς λαούς της ευρύτερης περιοχής) πριν αυτοί εγκατασταθούν στην περιοχή της Ν. Μεσοποταμίας. (1)

Εικόνα 1: BM 1996-10-2,1, Uruk (3500-3200), Βρετανικό Μουσείο (2)
Η αρχαιότερη απεικόνιση μακρυμάνικου λαουτοειδούς οργάνου, στην ιστορία, χρονολογείται γύρω στο 3.500 π.Χ., όπως διαπιστώνουμε από έναν σφραγιδοκύλινδρο (εικόνα 1) που απέκτησε το Βρετανικό Μουσείο κατά τη δεκαετία του '90 και ο οποίος προέρχεται από την αρχαία Σουμερία. Απεικονίζεται βάρκα καλαμένια, στ' αριστερά της οποίας κάθεται, σε στάση επίκλησης, γυναικεία μορφή. Κρατά μακρυμάνικο λαουτοειδές όργανο, με στρογγυλό σκάφος, το οποίο φέρει χορδές, χωρίς όμως να μπορούμε να προσδιορίσουμε τον αριθμό τους και την ύπαρξη ή όχι δεσμών στο βραχίονα. Αρκετές απεικονίσεις λαουτοειδών οργάνων αλλά και παικτών έχουν έρθει στο φως, τόσο από τη σχετική βιβλιογραφία όσο και από τους καταλόγους των μουσείων Ανατολής και Δύσης.

Πήλινο αγαλματίδιο από τα Σούσα, 2.700 π.Χ. Μουσείο Τεχεράνης (1)
Τα στοιχεία που μπορούμε να εξάγουμε είναι ότι ως υλικό κατασκευής για το μεν σκάφος χρησιμοποιείτο η κολοκύθα ή το κέλυφος χελώνας, για το δε αντηχείο δέρμα προβάτου ή ψαριού, ενώ οι χορδές - εντέρινες φυσικά - από κοτόπουλο [μερικές φορές, μάλιστα, διπλές ή τριπλές] και από πρόβατο, οι χοντρότερες. Το σκάφος των πρώιμων αυτών λαουτοειδών - με την πάροδο των χρόνων - θυμίζει όλο και περισσότερο, όσον αφορά στο σχήμα του, αυτό της κλασικής κιθάρας. Οι μουσικοί φέρουν ενδυμασία μάλλον ανάλογη με την περίσταση, επίσημη όταν απευθύνονται στην ανώτερη τάξη των ευγενών και πιο απλοϊκή όταν καλύπτουν λαϊκές ανάγκες, ενώ εμφανίζονται και γυμνοί, μερικές φορές, κάτι που ίσως συνδέεται με θρησκευτικές ή λατρευτικές ανάγκες. Μερικοί μιλούν για δυο τύπους λαουτοειδών, έναν "ποιμενικό" και έναν "αυλικό", παρατηρώντας τις εξωτερικές διαφορές στα όργανα. Η θέση στήριξης του οργάνου συνήθως είναι ψηλά, στο στέρνο του μουσικού, μια ανατολίτικη συνήθεια, όπως διαφαίνεται. Η δακτυλοθεσία φαίνεται να γίνεται - με την πάροδο των χρόνων - πιο "κιθαριστική", με το αριστερό χέρι ψηλά στο βραχίονα του οργάνου και το δεξί στις χορδές, ενώ εμφανίζεται και πλήκτρο, σε αρκετές απεικονίσεις. Βεβαιώνεται, επίσης, η παρουσία δεσμών στο βραχίονα του οργάνου.

Μουσικοί - χορευτές από τα Σούσα. Μουσείο Λούβρου (1)
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο λαουτιέρης του Alaca Hüyük, λεπτομέρεια από ανάγλυφο που ανήκει στο χιττιτικό πολιτισμό και χρονολογείται το 1.300 π.Χ. Κρατά όργανο που μοιάζει πολύ με κιθάρα, με μακρύ βραχίονα και με δεσμούς, όχι όμως τοποθετημένους κατά κανονικά διαστήματα, ώστε να παραπέμπει σε συγκερασμένο τονικό σύστημα. Αν δεν πρόκειται για προχειρότητα του γλύπτη, ίσως έχει σχεδιαστεί για να αποδίδει την ανατολική, ασυγκέραστη, κλίμακα. Το πόσο καθοριστική είναι η προσφορά των Σουμερίων στον πολιτισμό της ανθρωπότητας φαίνεται και από ένα δισκίο από άργιλο καθώς και πήλινες πινακίδες, χρονολογημένες γύρω στο 2.600 π.Χ., που περιέχουν την πρώτη - στην ιστορία της ανθρωπότητας - μουσική σημειογραφία: μουσικές κλίμακες σε 4χορδο λαουτοειδές, με τάστα, χορδισμένο ανά πέμπτες, έναν ολοκληρωμένο θρησκευτικό ύμνο, οδηγίες σχετικά με την υμνωδία, πληροφορίες για το κούρδισμα των οργάνων, ενώ διασώζεται και ο όρος "pan - tur" [όπου "pan" = "τόξο" και "tur" = "μικρό"], όρος που χρησιμοποιήθηκε για τα πρώτα μουσικά όργανα στην ιστορία της ανθρωπότητας. (1) Η ονομασία αυτή φανερώνει προέλευση από το κυνηγετικό / πολεμικό τόξο του τροφοσυλλέκτη ανθρώπου και είναι δηλωτική της διττής χρήσης του τόξου, όπου άλλοτε τεντώνεται η χορδή με επιδιωκόμενο σκοπό να ρίξει το βέλος και να πετύχει το θήραμα ή τον εχθρό και άλλοτε για να παραχθεί ήχος.

Πήλινο ανάγλυφο από την Eshnunna. Μουσείο Λούβρου. (Πηγή: “Mesopotamien” Subhi Anwar Rashid) (1)
Στην Αίγυπτο, η μουσική κάλυπτε μόνο κοινωνικές ανάγκες, όπως διαφαίνεται, όχι και τελετουργικές, όπως στη Μεσοποταμία. Η άρχουσα τάξη απαξιούσε ανέκαθεν να ασχοληθεί με τη μουσική. Όταν όμως κατακτήθηκε η Μ. Ασία από τους Φαραώ, τα λαουτοειδή - που ήταν ήδη γνωστά μέσω της Μεσοποταμίας στη Μ. Ασία, πέρασαν και στην Αίγυπτο, γύρω στο 1.680 π.Χ., με τους Υκσώς. Οι Αιγύπτιοι δεν ανέπτυξαν την τέχνη της μουσικής, και, παρά την οικονομική τους δύναμη, δεν ανέπτυξαν καθόλου μουσική σημειολογία, όπως οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας, έγιναν όμως φορείς αυτού του μουσικού πολιτισμού στους γύρω λαούς, ανάμεσα στους άλλους και σε εμάς τους Έλληνες.(4) Ο θεωρητικός της μουσικής Πυθαγόρας μέσω των Αιγυπτίων, στη χώρα των οποίων έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα, μελέτησε και έμαθε τους αριθμητικούς νόμους που διέπουν την αρμονία. Aπό το "pan-tur" των Σουμερίων έμελλε να ξεκινήσει η διαχρονική περιπέτεια του σε σχήματος τόξου μακρυμάνικου νυκτού λαουτοειδούς οργάνου και στην Ελλάδα, κατά τα χρόνια της κλασικής εποχής (500 - 323 π.Χ.), με την ονομασία "πανδουρίς", "πανδούρα", "τρίχορδον", "θαμπούρι", "ταμπουράς" κ.λπ., μετεξέλιξη του οποίου αποτελεί και το μπουζούκι.

Ποιμένας λαουτιστής, Μουσείο Βαγδάτης (1)
Στη χώρα μας, πέρα από τον ταμπουρά, τις πρώτες αναφορές στο μπουζούκι τις έχουμε από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, και ειδικά από την έναρξη του εθνικο-απελευθερωτικού πολέμου κατά των Τούρκων. Στα ενθυμήματα του αγώνα (π.χ. του Κασομούλη) φέρονται οι αγωνιστές του '21 να διασκεδάζουν παίζοντας μπουζούκι. Ο Δανός ζωγράφος Martinus Rørbye, σε επίσκεψή του στην Αθήνα, το 1835, αναφέρεται στον πιο γνωστό οργανοποιό της εποχής, το Λεωνίδα Γάιλα (που κατασκεύασε τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη) ως "κατασκευαστή μπουζουκιών". Όσες πληροφορίες όμως και να συλλέξουμε από τις αναφορές που γίνονται σε μπουζούκια, είναι σχεδόν σίγουρο - προς το παρόν, τουλάχιστον - ότι μέχρι και τα μισά του 19ου αιώνα η ονοματολογία που δίνεται στα μακρυμάνικα νυκτά λαουτοειδή όργανα είναι συγκεχυμένη. Ο όρος "μπουζούκι" συνυπάρχει με τον όρο "ταμπουρά", "τζιβούρι" κ.λπ. και δεν παραπέμπει με σαφήνεια ούτε σε συγκεκριμένο τύπο οργάνου ούτε σε διαστάσεις σκάφους, βραχίονα κ.λπ.

Το σύγχρονο μπουζούκι, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, είναι ένα υβρίδιο που έλαβε την ολοκληρωμένη μορφή του γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα, οικειοποιούμενο μια παλιότερη ονομασία. Όσον αφορά στην ετυμολογία της λέξης "μπουζούκι". Οι Έλληνες λεξικογράφοι συμφωνούν ότι είναι τουρκικής προέλευσης η λέξη "μπουζούκι" και παραπέμπουν - σχεδόν όλοι τους - σε λέξεις όπως "buzuk" ή "vuzuk" και άλλες παρεμφερείς, οι οποίες όμως δεν σχετίζονται στην τουρκική γλώσσα με κάποιο όργανο - ή έστω και γενικότερα με τη μουσική, είτε άμεσα είτε έμμεσα, με αποτέλεσμα να παραμένει η απορία σύνδεσης της λέξης με την τουρκική γλώσσα. Μια άποψη που δείχνει να κερδίζει έδαφος διατυπώθηκε για πρώτη φορά από το Γάλλο Guillaume André Villoteau(5) ο οποίος το 1820, στη μελέτη του για το αιγυπτιακό "buzurk tanbur" του 19ου αιώνα, αναφέρει ότι η ονομασία αυτή προέρχεται από τους Πέρσες και σημαίνει "μεγάλος ταμπουράς", στα περσικά. Την άποψη αυτή ακολουθεί και ο Henry George Farmer(6), το 1925, ο οποίος θεωρεί ότι ο όρος "buzurk tanbur" αποδίδει ένα από τα μεγαλύτερα μακρυμάνικα λαουτοειδή των Περσών, αλλά (προσθέτει αυτός) και των Αράβων. Άποψη που θα υιοθετήσει και ο L. Picken(7) το 1975, ο οποίος μάλιστα θα προχωρήσει περισσότερο, αναφερόμενος στην ύπαρξη οργάνου με την ονομασία "tanbur - i - bozurg", στη διάλεκτο της Τεχεράνης. Επίσης, ο Kurt Reinhard(8) δέχεται αυτή την ετυμολογία, στηριζόμενος στον Picken.

Αιγυπτιακό λαούτο, Curt Sachs (4)
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι, κατά πρώτον, ουδεμία - έστω ένδειξη - υπάρχει για την ύπαρξη οργάνου με αυτή την ονομασία στους Πέρσες και, κατά δεύτερον, ότι οι Πέρσες δεν ονομάτιζαν τα όργανα με βάση το μέγεθός τους, παρά μόνο με εθνολογικούς όρους, με όρους καταγωγής, όπως π.χ. τουρκομανικό, κουρδικό κ.λπ. Με αποτέλεσμα, μάλιστα, να κατηγορηθεί ο L. Picken ότι επινόησε ο ίδιος αυτό τον όρο, τον "tanbur - i - bozurg", για να δικαιολογήσει την ετυμολογία που υιοθέτησε άκριτα. Η Lois Ibsen al-Faruqi(9) που ασχολήθηκε με την τέχνη του Ισλάμ δίνει την πληροφορία ότι στην αραβική μουσική απαντάται η λέξη "buzurk" - με αρκετές παραλλαγές - με την έννοια "μεγάλος".
Αιγυπτιακό λαούτο, Curt Sachs (4)
Αναφέρει. επίσης, ότι το "buzurk" είναι λέξη που χρησιμοποιείται για μακάμ και για έγχορδο όργανο τουρκικής καταγωγής. Επίσης, ότι και στα οθωμανικά τουρκικά απαντάται η ίδια λέξη, "buzurk", ως ονομασία μακάμ αλλά και με την έννοια "μεγάλος". Επικρατέστερη, για την ετυμολογία της λέξης "μπουζούκι", φαίνεται να είναι η άποψη ότι προέρχεται από το επίθετο της τουρκικής "bozuk" που σημαίνει "χαλασμένος", "σπασμένος", "εκτός τόνου", "εκτός λειτουργίας", " σε άτακτη κατάσταση", "αφύσικος" κ.λπ. Και ενώ κανένας λεξικογράφος δεν συνδέει το "bozurg" ή "buzurk" των Αιγυπτίων (ή έστω, εσφαλμένα, των Περσών, με την έννοια "μεγάλος" που του προσδόθηκε) ετυμολογικά με το "μπουζούκι", σε λεξικά παλιότερα αλλά και μεταγενέστερα, η λέξη "μπουζούκι" συνδέεται ετυμολογικά με την τουρκική "bozuk", με την έννοια "χαλασμένος":

  • Στο "Λεξικόν Τουρκο - Ελληνικόν" του Θεοφυλακτίδου Β. Αντωνίου, Πειραιάς 1960, όπου η ετυμολογία που δίνεται είναι από το τουρκ. [bozuk = χαλασμένος]
  • Λαουτιέρης, λίθινο ανάγλυφο της Πύλης των Σφιγγών του Alaca Hüyük. Museum of Anatolian Civilizations, Άγκυρα (1)
    Στο "A Turkish and English Lexicon", 1974 του Redhouse. Ο συγγραφέας, βαθύς γνώστης της τουρκικής γλώσσας, έχει ασχοληθεί ακόμα και με τα αραβο-περσικά δάνεια σ' αυτήν και τα έχει καταγράψει ξεχωριστά. Θεωρείται, γενικά, πολύ έγκυρη πηγή το βιβλίο αυτό που πρωτοεκδόθηκε το 1880 [bozuk = χαλασμένος]
  • Στο Chagatay περσικό λεξικό του Talic Imani: [buzuq = χαλασμένος]
  • Chagatay οθωμανικό λεξικό Şeyh Süleyman Efendi Buhar.: [bozugh = σπασμένο]
  • Στο Meydan Larousse, "Μέγα Λεξικόν και Εγκυκλοπαίδεια", Κων/πολη, 1986: [από το "bozuk düzen" που σημαίνει "χαλασμένο χόρδισμα"]
  • Η Gail Holst (10) δέχεται επίσης την ίδια ετυμολογία, από το τουρκ. bozuk = σπασμένο, χαλασμένο.
  • Ο R.P. Pennanen,(11) αν και προβληματίζεται για αιγυπτιο - περσική ετυμολογία της λέξης "μπουζούκι", καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ετυμολογία της λέξης "bozuk" προκύπτει, αν εξετάσει κανείς τις ιδιαιτερότητες του οργάνου, όσον αφορά το κούρδισμά του, κυρίως στις περιοχές της Ανατολίας (bozuk düzen).
  • Ο Mahmut Ragıp Gazimihal,(12) από τους ιδρυτές της τουρκικής εθνομουσικολογίας, είναι ακόμα πιο σαφής και μάλλον δίνει μια λύση στον προβληματισμό για την ετυμολογία. Το ερώτημα, πώς ένα λαουτοειδές παίρνει την ονομασία "bozuk", τον απασχόλησε αρκετά απ' ό,τι φαίνεται. Το 1975 παίρνει συνεντεύξεις από παλιούς Ανατολίτες οργανοπαίκτες οι οποίοι και του μεταφέρουν ότι η ονομασία "bozuk" οφείλεται σε τύπους κουρδίσματος μακρυμάνικων λαουτοειδών, κοινών στην Ανατολία και γνωστών με την ονομασία "bozuk duzen".

Μαντίνεια, 4ος αι. π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Ο Gazimihal αναφέρει επίσης ότι ο όρος "bozuk duzen" χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει το πρωτόγονο, "εκτός τόνου", "κακό" παίξιμο των αγροτικών λαουτοειδών της Ανατολικής Ανατολίας. Πιστεύει πως από τον όρο "bozuk duzen" αργότερα αποσπάστηκε το "bozuk", για να υποδηλώσει το όργανο το οποίο ήταν ανεπαρκές για να παίξει τους διαφορετικούς ήχους / τρόπους της Ανατολής, καθώς ήταν κουρδισμένο διαφορετικά ή ότι όφειλε να αλλάξει το κούρδισμα (το ντουζένι), για να το καταφέρει. Εν κατακλείδι, ο όρος "bozuk" φαίνεται να ξεκίνησε για να περιγράψει και να χαρακτηρίσει τύπο κουρδίσματος (ντουζένι) για να παίξει ένα λαουτοειδές τις διαφορετικές μουσικές κλίμακες, "δρόμους" για τους Έλληνες, "μακάμ" για τους Άραβες. Μετέπειτα επεκτάθηκε ο όρος για να χαρακτηρίσει τώρα πλέον το λαουτοειδές έγχορδο όργανο, που ήταν κουρδισμένο με το συγκεκριμένο τρόπο.

Παραπομπές

  1. Richard.J. Dumbrill, “The Archaeomusicology of the Ancient Near East” Richard J. Dumbrill). [Το βιβλίο υπάρχει και στο διαδίκτυο:
  2. http://www.scribd.com/doc/98791373/Archaeomusicology-of-the-Ancient-Near-East-Richard-J-Dumbrill
  3. “Ancient Musical Instruments of Western Asia in the British Museum”, Joan Rimmer, London 1969
  4. “The Origin of the Long-Necked Lute” Harvey Turnbull
  5. "Η ιστορία των μουσικών οργάνων", Curt Sachs, (1940)
  6. "De l'état actuel de l'art musical en Égypte", Guillaume André Villoteau
  7. "The Arabian Influence on Musical Theory", Henry George Farmer
  8. Picken, Folk instruments of Turkey, London, 1975,
  9. Ρεμπέτικο Φόρουμ
  10. "The Cultural Atlas of Islam", L. L. Al-Faruqi, 1986
  11. "Δρόμος για το ρεμπέτικο", G. Holst, εκδ. Ντενίζ Χάρβεϋ
  12. Risto Pekka Pennanen, "Westernisation and Modernisation in Greek Popular Music", University of Tampere, Finland 1999
  13. Από αναφορά στη μελέτη του R. P. Pennanen, "Westernisation and Modernisation in Greek Popular Music"

Βιβλιογραφία - Πηγές

  1. Ρεμπέτικο Φόρουμ
  2. "The music of the Sumerians and their immediate succesors the Babylonians and Assyrians", Galpin
  3. The New Grove Dictionary of Music and Musicians, “Mesopotamia” Anne Draffkorn Kilmer
  4. Richard.J. Dumbrill, “The Archaeomusicology of the Ancient Near East” Richard J. Dumbrill). - - http://www.scribd.com/doc/98791373/Archaeomusicology-of-the-Ancient-Near-East-Richard-J-Dumbrill]
  5. “The Origin of the Long-Necked Lute” Harvey Turnbull
  6. Risto Pekka Pennanen, "Westernisation and Modernisation in Greek Popular Music", University of Tampere, Finland 1999
  7. "Δρόμος για το ρεμπέτικο", G. Holst, εκδ. Ντενίζ Χάρβεϋ
  8. “Ancient Musical Instruments of Western Asia in the British Museum”, Joan Rimmer, London 1969
  9. "Η ιστορία των μουσικών οργάνων", Curt Sachs, (1940)
  10. "The Cultural Atlas of Islam", L. L. Al-Faruqi, 1986
  11. Picken, Folk instruments of Turkey, London, 1975
  12. "Οι Ασίκηδες", Θ. Κοροβίνης, εκδ. Άγρα
  13. “Ancient Musical Instruments of Western Asia in the British Museum”, Joan Rimmer, London 1969
  14. "De l'état actuel de l'art musical en Égypte", Guillaume André Villoteau
  15. "The Arabian Influence on Musical Theory", Henry George Farmer

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!