άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Στοιχεία βιογραφίας

Ο Στέφανος Βέζος ήταν ένας από τους πολλούς Μικρασιάτες μουσικούς που με την έλευσή τους στον ελλαδικό χώρο εμπλούτισαν και εν τέλει συνδιαμόρφωσαν το αστικό λαϊκό τραγούδι των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Η προσωπική του συμμετοχή στη δισκογραφία των 78 στροφών περιορίστηκε σε μόλις 16 ηχογραφήσεις, όλες μεταξύ 1931 και 1932, αν και δύο από αυτές δεν εκδόθηκαν ποτέ. Εντούτοις, τα λιγοστά αυτά δείγματα παρουσιάζουν έναν ικανότατο τραγουδιστή οι ερμηνείες του οποίου στέκονται ισότιμα απέναντι σε αυτές των ομοίων του. Όπως πολλοί άλλοι συνάδελφοί του που έκαναν ένα μικρό πέρασμα από τη δισκογραφία των 78 στροφών και σύντομα ξεχάστηκαν, έτσι και ο Βέζος φαίνεται να έπεσε ανάμεσα στις χαραμάδες της μουσικής ιστορίας. Κάτι τέτοιο βέβαια είναι έως ένα σημείο λογικό και αναμενόμενο για έναν μουσικό με μικρή επίδραση στα πράγματα. Σε αντίθεση όμως με συναδέλφους του που απεβίωσαν πρόωρα και άρα η όποια έλλειψη στοιχείων είναι εν μέρει κατανοητή, ο Βέζος έζησε αρκετά και μάλιστα ασχολούμενος για πολλά χρόνια με το ραδιόφωνο. Αποτελεί συνεπώς μυστήριο όχι μόνο το γεγονός ότι δεν έχει ήδη καταγραφεί επαρκώς η ζωή του αλλά και το ότι δεν υπάρχουν πολλές διαθέσιμες πηγές που να τον μνημονεύουν. Στο άρθρο αυτό επιχειρείται η συγκρότηση της βιογραφίας του καλλιτέχνη συνδυάζοντας τις λιγοστές διαθέσιμες πληροφορίες με νέα στοιχεία που προέκυψαν ύστερα από πολύμηνη έρευνα.


Εικ. 1: Στέφανος Βέζος.

Ο Στέφανος Βέζος γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1905.1 Αν και οι λεπτομέρειες της ζωής του εκεί δεν είναι γνωστές, το σίγουρο είναι ότι από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με τη μουσική. Η κόρη του, Βάσω Παρασκευά-Βέζου, αναφέρει συγκεκριμένα ότι ο πατέρας της ήταν ήδη μουσικά καταρτισμένος όταν πια ήρθε στην Ελλάδα έχοντας κάνει σχετικές σπουδές από τον καιρό που ήταν στη Σμύρνη. Συμπληρώνει δε ότι ο παππούς της, δηλαδή ο πατέρας του Στέφανου, ήταν επίσης μουσικός που έπαιζε βιολοντσέλο.2

Από αφήγηση της Αγγέλας Παπάζογλου, κατά τη διάρκεια της οποίας γίνεται λόγος για τραγουδιστές της Σμύρνης, μαθαίνουμε περαιτέρω ότι στα πρώτα του βήματα ο Βέζος τραγουδούσε και έπαιζε σαντούρι στο πλευρό του πατέρα του (ο τελευταίος είχε το παρατσούκλι «Ντάουλας»). Είναι σημαντικό να τονιστεί εδώ ότι η Α. Παπάζογλου αναγνωρίζει τον πατέρα του Βέζου ως βιολιστή, όχι ως τσελίστα, κάτι που μάλλον είναι και το σωστό αφού αποτελεί στοιχείο άμεσης μαρτυρίας:

Ήτανε και ο Στέφος. Ήτανε πολύ μικράκι. Τό 'βγαλε στη δουλειά ο μπαμπάς του ο σιχαμένος... Και το παίρνανε πια στσι ταβέρνες κι εδώ κι εκεί, κι ήπαιζε και σαντουράκι. Τάσιαζε τα σαντούρια ο μπαμπάς του μοναχός του. Το παρατσούκλι του μπαμπά του τόνε λέγανε «Ντάουλα». Βιολί ήπαιζε, όχι καλό. Δηλαδή, έβγαζε γάμο, αλλά δε μπορούσε να φτάσει ούτε το Μεμετάκι, ούτε το μπαμπά μου. [...] Εδώ για νά 'τανε ο «Ντάουλας» θάτανε απ’ τσι καλύτεροι. Το πραγματικό του όνομα ήτανε Βέζος, το επίθετό του.3

Στην Ελλάδα ο Βέζος ήρθε μετά την καταστροφή της Σμύρνης, ακολουθώντας όπως τόσοι άλλοι το δρόμο της αναγκαστικής φυγής. Στα αμέσως επόμενα χρόνια τα ίχνη του χάνονται αφού έως τώρα δεν έχει βρεθεί καμία πηγή που να τον αναφέρει στο διάστημα αυτό. Τον συναντάμε ξανά το 1931, χρονιά κατά την οποία ηχογραφεί πέντε τραγούδια και έξι μανέδες. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι η είσοδος του Βέζου στη δισκογραφία οφείλεται πιθανότατα στον Παναγιώτη Τούντα αφού και τα πέντε τραγούδια που ηχογραφεί είναι συνθέσεις που βρίσκονται στο όνομα του τελευταίου. Τον επόμενο χρόνο ηχογραφεί δύο ακόμη τραγούδια του Τούντα, δύο του Μανώλη Χρυσαφάκη και ένα που βρίσκεται στο δικό του όνομα. Μένει έτσι στην ιστορία του γραμμοφώνου όχι μόνο ως ερμηνευτής αλλά και ως συνθέτης (βλ. αναλυτικότερα «Δισκογραφία 78 στροφών», τέλος του άρθρου).


Εικ. 2: Σελίδα από κατάλογο δίσκων της His Master’s Voice (Αρχείο Μάνθου Μανιού).

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ο Στέφανος Βέζος φεύγει από την Αθήνα και μετακομίζει στη Θεσσαλονίκη. Ο λόγος αυτής της μετακίνησης φαίνεται να είναι η αρνητική αντίληψη που είχε για το γενικότερο περιβάλλον της πρωτεύουσας. Όπως σχολιάζει η κόρη του, ο Βέζος προτίμησε να ζήσει στη Θεσσαλονίκη έχοντας ως προτεραιότητα την οικογένειά του.4 Είναι άγνωστο πάντως αν η μικρή του συμμετοχή στη δισκογραφία των 78 στροφών συνέβαλε σε αυτή του την απόφαση ή αν η πρώτη είναι απλώς αποτέλεσμα της απουσίας του από το φυσικό κέντρο των δισκογραφικών εξελίξεων που τότε ήταν η Αθήνα.

Ύστερα από την εγκατάστασή του στη Θεσσαλονίκη, ο Βέζος δημιουργεί μουσικό συγκρότημα και εξασφαλίζει συνεργασία με το νεοσύστατο Ραδιοφωνικό Σταθμό η οποία, όπως θα φανεί και παρακάτω, διήρκησε σχεδόν τρεις δεκαετίες. Από ρεπορτάζ του Αλέξανδρου Ωρολογά που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία στις 20 Δεκεμβρίου 1936, συνάγεται ότι ο Βέζος με την ορχήστρα του ερμήνευε μουσική για λογαριασμό του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θεσσαλονίκης, τότε επί ιδιοκτησίας Τσιγγιρίδη, ήδη από το 1936.5 Οι ζωντανές αυτές εμφανίσεις πραγματοποιούνταν πιθανότατα κάθε Κυριακή μεσημέρι.


Εικ. 3: Μακεδονία, 20 Δεκεμβρίου 1936.6

Κάποια στιγμή στις αρχές του 1941, λίγο καιρό πριν τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο Βέζος με το συγκρότημά του δίνει συναυλία στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης κατόπιν της οποίας του γίνεται πρόταση να μεταβεί στην Αμερική για ζωντανές εμφανίσεις από κάποιο άτομο που εκείνο τον καιρό επισκεπτόταν την Ελλάδα (ίσως κάποιον πλούσιο Ελληνοαμερικάνο). Παρόλο που ήταν έτοιμος να δεχτεί, παίρνοντας μαζί και την οικογένειά του, το ξέσπασμα του πολέμου ματαίωσε τα σχέδιά του.7

Ύστερα από τη γερμανική κατοχή ο Βέζος επιστρέφει στις ζωντανές ραδιοφωνικές εμφανίσεις συνεργαζόμενος πλέον με τον Αγάπιο Χατζηνάσιο,8 πατέρα του γνωστού μουσικοσυνθέτη Γιώργου Χατζηνάσιου. Η συνεργασία αυτή φαίνεται να διαρκεί επί μακρόν αφού τόσο ο Γιώργος Αναστασιάδης,9 ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ., όσο και ο Παναγιώτης Μαρινάκης,10 πρώην διευθυντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Μακεδονίας, μνημονεύουν πως τις δεκαετίες του ‘40 και του ‘50 από τον -κρατικό πλέον- Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης ακούγονταν μεταξύ άλλων σμυρνέικα από το συγκρότημα Βέζου και Αγάπιου.11

Ένα μέρος των ραδιοφωνικών εμφανίσεων του Βέζου αποτυπώθηκε με τη μορφή μαγνητοταινιών σε εγγραφές που έκανε ο σταθμός με σκοπό τη δημιουργία αρχείου για τη διάσωση μουσικών παραδόσεων. Εικοσιπέντε κομμάτια από αυτές τις εγγραφές εκδόθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αρχικά σε δύο LP 33 στροφών και αργότερα σε CD, από την ελληνική δισκογραφική εταιρεία Vasipap (βλ. αναλυτικότερα «Δισκογραφία 33 στροφών«, τέλος του άρθρου). Εκτός από τα παραπάνω, υπάρχουν ακόμη τουλάχιστον 20 ανέκδοτα κομμάτια της ίδιας περιόδου που βρίσκονται στην κατοχή της κόρης του ερμηνευτή. Αν και η χρονολογία ηχογράφησής τους δεν είναι εξακριβωμένη, μπορούμε να αποκλείσουμε τα έτη πριν το 1952. Και αυτό διότι από τη μία ο Π. Μαρινάκης, μιλώντας για την ιστορία του σταθμού και έχοντας ως χρονικό σημείο αναφοράς την 1η Μαρτίου του 1947, αναφέρει σχετικά με τις ζωντανές εκτελέσεις τραγουδιών που μεταδίδονταν από το ραδιόφωνο:

[Δ]εν είχαμε τη δυνατότητα ακόμη να τα συγκρατούμε σε αρχείο. Μόλις ήρθε το μαγνητόφωνο, για μας ήταν μεγάλη ευκαιρία να αρχίσουμε σε αρχείο τα δημοτικά τραγούδια της Μακεδονίας.12

Διευκρινίζει επίσης ότι η ύπαρξη του ραδιοφώνου σε συνδυασμό με την έλευση του μαγνητόφωνου αποτέλεσε μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία αρχείου που περιελάμβανε και άλλα είδη μουσικής:

Σε αρχείο κρατήθηκαν οι καντάδες με τη μαντολινάτα, το σμυρναϊκό επίσης, ο Βέζος και ο Αγάπιος.13

Από την άλλη, ο Στέλιος Χατζηγιαννάκης (ηλεκτρονικός μηχανικός Τ.Ε., συνταξιούχος της ΕΡΤ3) επισημαίνει ότι οι πρώτες μαγνητοταινίες έφτασαν στη Θεσσαλονίκη γύρω στα 1952-1953. Μέχρι τότε ήταν σε χρήση διαφορετικό σύστημα ηχογράφησης που δεν περιελάμβανε μαγνητοταινίες.14 Επομένως οι ηχογραφήσεις του Βέζου δεν μπορεί να συνέβησαν παρά μετά το 1952.

Εκτός από το ραδιόφωνο, ο Βέζος με τον Αγάπιο εμφανίζονταν και σε διάφορα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης (ο Λάμπρος Λιάβας αναφέρει ειδικότερα το καφενείο «Η Νέα Ιωνία» και γενικότερα την αγορά Μοδιάνο).15 Την ύπαρξη του συγκροτήματος θυμάται και ο Γ. Χατζηνάσιος (γενν. 1942) ο οποίος οριοθετεί περαιτέρω την παρουσία του σχήματος μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Ο ίδιος μάλιστα σε μικρή ηλικία (9-10 ετών) συμμετείχε περιστασιακά στο συγκρότημα, παίζοντας ακορντεόν, ύστερα από προτροπή του πατέρα του. Η ορχήστρα ήταν ολιγομελής με 3 ή 4 οργανοπαίχτες συνήθως και περιελάμβανε τυπικά «λαϊκά» όργανα (βιολί, λαούτο, ακορντεόν).16 Το ρεπερτόριο αποτελείτο κατά κύριο λόγο από σμυρνέικα τα οποία είχαν ιδιαίτερη απήχηση στις παλαιότερες γενιές των Σμυρνιών προσφύγων. Όπως όμως σημειώνει ο Γ. Χατζηνάσιος, το ρεπερτόριο αυτό ερμηνευόταν δυτικότροπα και κάπως πιο «εξευγενισμένα».17

Από προσφώνηση του Βέζου που ακούγεται προς το τέλος ενός εκ των ηχογραφημένων ραδιοφωνικών κομματιών (βλ. VAS 314, A6), συμπεραίνεται ότι ο παλιός ακορντεονίστας και μετέπειτα πληκτράς, Γιώργος Ανακίδης (1934-2015), υπήρξε συνεργάτης του Βέζου και του Αγάπιου, τουλάχιστον για ένα διάστημα, ως μέλος της ορχήστρας τους.

Όσον αφορά τις ερμηνείες, ο Γ. Χατζηνάσιος σχολιάζει πως ο Βέζος με τον Αγάπιο ήταν καθαρά τραγουδιστικό δίδυμο χωρίς οι ίδιοι να παίζουν κάποιο όργανο όταν τραγουδούσαν (ο Αγάπιος έκανε 2η φωνή στον Βέζο).18 Ωστόσο, ο Αργύρης Χαραλάμπους (παλιός κιθαρίστας της Θεσσαλονίκης, φίλος και συνεργάτης του Γ. Ανακίδη) θυμάται τον Βέζο και τον Αγάπιο να εμφανίζονται ως ντουέτο στο νυχτερινό κέντρο «Όαση», χωρίς δηλαδή να υπάρχει πρόσθετη ορχήστρα, με τους ίδιους να παίζουν κάποιο όργανο και παράλληλα να τραγουδούν.19 Πράγματι, αυτό είναι αρκετά εύλογο μιας και οι δύο ερμηνευτές μπορούσαν να παίξουν διάφορα όργανα. Συγκεκριμένα ο Βέζος, αν και στη συνείδηση του κόσμου έμεινε περισσότερο γνωστός ως ερμηνευτής σμυρνέικων τραγουδιών, ήταν στην πραγματικότητα και ένας ταλαντούχος πολυοργανίστας αφού εκτός από σαντούρι έπαιζε ακορντεόν, μπάντζο, κιθάρα και τύμπανα.20

Είναι σημαντικό να αναφερθεί επίσης ότι για ένα μικρό χρονικό διάστημα, από το Μάρτιο του 1950 έως τα τέλη Ιουλίου του 1952, ο Στέφανος Βέζος διετέλεσε πρόεδρος του μουσικού σωματείου «Σύλλογος Μουσικών Βορείου Ελλάδος» (πρώην Σύλλογος Μουσικών Θεσσαλονίκης).21


Εικ. 4: Δακτυλογραφημένη επιστολή του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος (πρώην Σύλλογος Μουσικών Θεσσαλονίκης) με χρονολογία την 9η Μαρτίου 1950. Κάτω αριστερά διακρίνεται η υπογραφή του Στέφανου Βέζου, τότε πρόεδρος του σωματείου (Μουσικό Αρχείο Γιώργου Κ. Αγγειοπλάστη).


Εικ. 5.1: Η πρώτη σελίδα από δακτυλογραφημένη δισέλιδη επιστολή του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος (πρώην Σύλλογος Μουσικών Θεσσαλονίκης) με χρονολογία την 9η Μαρτίου 1950 (Μουσικό Αρχείο Γιώργου Κ. Αγγειοπλάστη).


Εικ. 5.2: Η δεύτερη σελίδα από δακτυλογραφημένη δισέλιδη επιστολή του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος (πρώην Σύλλογος Μουσικών Θεσσαλονίκης) με χρονολογία την 9η Μαρτίου 1950. Διακρίνεται η υπογραφή του Βέζου (Μουσικό Αρχείο Γιώργου Κ. Αγγειοπλάστη).

Ο Στέφανος Βέζος πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1970. Κατά τραγική σύμπτωση η σύζυγός του πέθανε το ίδιο έτος, μόλις δύο μήνες μετά από αυτόν, σε ηλικία 56 ετών. Όπως θυμάται η κυρία Παρασκευά, ο πατέρας της σχεδόν σε όλη του τη ζωή ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική εκτός από ένα διάστημα κατά το οποίο άνοιξε μαγαζί που πουλούσε ρούχα με δόσεις (ως κατάστημα νεωτερισμών περιγράφεται από την κόρη του). Δεν παρέλειπε όμως να αντιμετωπίζει ευνοϊκά αυτούς που δυσκολεύονταν να ανταπεξέλθουν οικονομικά. Η κυρία Παρασκευά θυμάται χαρακτηριστικά τον πατέρα της να λέει «Μα, από τη χήρα να πάρω λεφτά; Δεν γίνεται». Πολλές φορές μάλιστα ο Βέζος με το συγκρότημά του έπαιξε αφιλοκερδώς σε νοσοκομεία αλλά και όπου αλλού τον καλούσαν για να συνδράμει κατ’ αυτόν τον τρόπο υπέρ ενός σκοπού.22

Αντί επιλόγου

Κλείνοντας το άρθρο θα ήθελα να ευχαριστήσω τα παρακάτω άτομα που βοήθησαν κατά τη διάρκεια της έρευνας:

  • Τη Βάσω Παρασκευά-Βέζου για τις πληροφορίες σχετικά με τον πατέρα της και τον Βασίλη Παπαδόπουλο που μερίμνησε ώστε να πραγματοποιηθεί η επικοινωνία μαζί της.
  • Τον Hugo Strötbaum από τον οποίο πληροφορήθηκα την ύπαρξη της κυρίας Παρασκευά και τον Σάκη Μίτκα που με έφερε σε επαφή με τον πρώτο.
  • Τον Γιώργο Χατζηνάσιο για τις πληροφορίες που αφορούν το συγκρότημα Βέζου και Αγάπιου.
  • Τον Σταύρο Κουρούση για την ευγενική παραχώρηση υλικού από το αρχείο του (βλ. εικ. 6.1 & 6.2), για τον έλεγχο της δισκογραφίας 78 στροφών του Βέζου καθώς και για διάφορες πολύτιμες επισημάνσεις ειδικά όσον αφορά τα σχόλια που εμφανίζονται κάτω από τη δισκογραφία των 33 στροφών.
  • Τον Γιώργο Αγγειοπλάστη για την ευγενική παραχώρηση υλικού από το αρχείο του και τον Αθανάσιο Ταουσάνη για την ψηφιοποίησή του (βλ. εικ. 4 και εικ. 5.1 & 5.2).
  • Τον Μάνθο Μανιό για την ευγενική παραχώρηση υλικού από το αρχείο του (βλ. εικ. 2).
  • Τον Παναγιώτη Μπατζάκα για την ευγενική παραχώρηση κόπιας βινυλίου από την οποία προήλθε η φωτογραφία του Βέζου (βλ. εικ. 1).
  • Τον Στέλιο Χατζηγιαννάκη για την αποσαφήνιση λεπτομερειών που αφορούν τον παλιό τρόπο εγγραφής στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης.
  • Τον Τάσο Θεοδωράκη για το πολύτιμο σχόλιό του αναφορικά με την παλαιά σημασία του όρου «τζαζ» (τύμπανα).
  • Τους Σάκη Αυγέρο, Γρηγόρη Ιωαννίδη, Σταύρο Παλάβρατζη, Ιωάννη Κολοβό, Βασίλη Κολοβό, Περικλή Κολοβό και Αργύρη Χαραλάμπους που ανταποκρίθηκαν άμεσα στην προσπάθεια εντοπισμού πληροφοριών για τον Γιώργο Ανακίδη.


Εικ. 6.1 & 6.2. Αριστερά: Η ετικέτα της ηχογράφησης με τίτλο Μανές Τζιβαέρι από το δίσκο HMV AO 1025 (Αρχείο Σταύρου Κουρούση). Δεξιά: Η ετικέτα της ηχογράφησης με τίτλο Μανές Ταμπαχανιώτικος από το δίσκο HMV AO 1025 (Αρχείο Σταύρου Κουρούση).

Δισκογραφία 78 στροφών23

ΔΙΣΚΟΣ ΜΗΤΡΑ ΤΙΤΛΟΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗΣ
Columbia DG 120 WG 171 Ο χαρτοπαίχτης Π. Τούντας 1931
WG 173 Το μπαρμπούτι Π. Τούντας 1931
[ΑΝΕΚΔΟΤΟ] 0W 321-1 Μανές Σαμπάχ - 9 Ιουνίου 1931
[ΑΝΕΚΔΟΤΟ] 0W 322-1 Ματζόρε Σμυρνέικος - 9 Ιουνίου 1931
His Master’s Voice AO 1025 0W 323-1 Μανές Τζιβαέρι - 9 Ιουνίου 1931
0W 333-1 Μανές Ταμπαχανιώτικος - 12 Ιουνίου 1931
His Master’s Voice AO 1038 0W 320 Μανές Mινόρε - 9 Ιουνίου 1931
0W 332 Μανές Πειραιώτικος - 12 Ιουνίου 1931
His Master’s Voice AO 2043 0W 329 Κατινάκι φίλησέ με Π. Τούντας 12 Ιουνίου 1931
0W 330 Πειραιώτισσα γλυκιά Π. Τούντας 12 Ιουνίου 1931
His Master’s Voice AO 2044 0W 331 Η χασικλού Π. Τούντας 12 Ιουνίου 1931
Parlophone B 21620 101197 Σοφίτσα Μ. Χρυσαφάκης 1932
101198 Το μαναβάκι Μ. Χρυσαφάκης 1932
Odeon GA 1596 Go 1752 Οι νταήδες* Σ. Βέζος 1932
Odeon GA 1610 Go 1753 Αγαπησιάρης Π. Τούντας 1932
Odeon GA 1613 Go 1751 Σπάσ’ τα, ρήμαξ’ τα Π. Τούντας 1932
*Στην ερμηνεία συμμετέχει ο Ζαχαρίας Κασιμάτης και ο Ι. Γεωργίου.
Σημ.: Οι τίτλοι των παραπάνω τραγουδιών γράφονται με βάση την ορθογραφία της Νέας Ελληνικής. Στις ετικέτες των δίσκων είναι πιθανό να ορθογραφούνται διαφορετικά.

Δισκογραφία 33 στροφών (μεταξύ 1952 και 1970)

Σμυρνέικα Τραγούδια No 1 με το γνήσιο Σμυρναίο Στέφανο Βέζο (έτος κυκλ. 1980)
Vasipap Ελλάδος VAS 284

Α1. Καμοματού (οπισθ.)/Καμωματού (ετικ.)
Ερμηνεία: Στέφανος Βέζος (εφεξής Σ.Β.). Γνωστό και ως «Μαύρη ζωή μικρούλα μου». Η παλαιότερη εντοπισθείσα ηχογράφηση του τραγουδιού έγινε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1920 -πιθανώς το 1921-24 σε ερμηνεία Αχιλλέα Πούλου (Καμωματού, M.G. Parsekian 539 και Pharos 539, αρ. μήτρας 274-A).25 Το 1925 ηχογραφείται επίσης από τον Αντώνη Νταλγκά, αν και σε κάποιους δίσκους αναγράφεται από λάθος ως ερμηνευτής ο Μισαηλίδης26 (Μαύρη ζωή μικρούλα μου, Odeon Α 154052/GA 1041/GA 1053, αρ. μήτρας Go 47). Οι δύο αυτές εκτελέσεις (Πούλου και Νταλγκά) δεν φαίνεται να συσχετίζονται με κάποιον συνθέτη. Ωστόσο, σε δύο κατοπινές ηχογραφήσεις το τραγούδι εμφανίζεται ως σύνθεση του Παναγιώτη Τούντα:

  1. Η καμωματού, Polydor V 45108, αρ. μήτρας 4582 ar, Ιούνιος 1926, ερμ. Βαγγέλης Σωφρονίου
  2. Μαύρη ζωή μικρούλα μου, His Master’s Voice AO 202, αρ. μήτρας BF 768, 20-25 Ιουνίου 1927, ερμ. Αντώνης Νταλγκάς
Η ηχογράφηση του Βέζου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μιας και είναι η μόνη επανεκτέλεση στην οποία εμφανίζονται οι δύο τελευταίες στροφές που είχε τραγουδήσει και ο Πούλος στην πρώτη γνωστή ηχογράφηση. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι ο Βέζος γνώριζε το τραγούδι πριν τις ηχογραφήσεις που αποδίδονται στο όνομα του Τούντα.

Α2. Παντού ταξίδεψα
Ερμηνεία: Σ.Β. και Αγάπιος Χατζηνάσιος (εφεξής Α.Χ.). Τραγούδι που ήταν πολύ φημισμένο στη Σμύρνη. Βέβαια, η μουσική προέρχεται από γαλλικό ελαφρύ τραγούδι του Eugène Poncin (1860-1940) στο οποίο προσαρμόστηκαν ελληνικοί στίχοι. Η παλαιότερη γνωστή ηχογράφηση έγινε στη Σμύρνη το 1911 από τον Γιώργο Σαβαρή, στο πρώτο μισό της οποίας το τραγούδι αποδίδεται στα Γαλλικά ενώ στο δεύτερο μισό αποδίδεται στα Ελληνικά (Σμυρνιά, Concert Record Gramophone GC 14-12032, αρ. μήτρας 2361y).27

Α3. Χασάπικο
Οργανικό. Δεν συναντάται άλλη καταγεγραμμένη εκτέλεση του κομματιού αυτού. Στην επανέκδοση σε CD καταχωρείται στο όνομα του Βέζου.

Α4. Καλέ συ Παναγιά μου
Ερμηνεία: Σ.Β. Διαδεδομένο τραγούδι που συναντάται σε πολλές παλαιότερες ηχογραφήσεις με διάφορους τίτλους («Μπάλος μαστίχα», «Μπάλος μπουρνοβαλιός», κ.ά.).

Α5. Δεν σε θέλω πια
Ερμηνεία: Σ.Β. και Α.Χ. Τραγούδι που φαίνεται να γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, αν κρίνει κανείς από τις πολλαπλές ηχογραφήσεις (1910 και έπειτα). Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για διασκευή ιταλικού τραγουδιού που συνέθεσε ο Vincenzo di Chiara το 1907 (οι ιταλικοί στίχοι γράφτηκαν από τον Antonio Barbieri).

Α6. Μια Σμυρνιά στο παραθύρι
Ερμηνεία: Σ.Β. και Α.Χ. Παραδοσιακό σμυρνέικο.

Α7. Έχει η Σμύρνη ζωγραφιές
Ερμηνεία: Σ.Β. και Α.Χ.

Β1. Μπουρνόβα με τα κρύα νερά
Ερμηνεία: Σ.Β. Στιχουργική παραλλαγή του τραγουδιού «Χελμέ μου», ηχογράφηση του οποίου απαντάται από το 1911 (Favorite Record 1-59061, αρ. μήτρας 4503-t).

Β2. Με τρέλλανες [Με τρέλανες]
Ερμηνεία: Σ.Β. και Α.Χ.

Β3. Μπαμπίνα [Μπομπίνα]
Ερμηνεία: Σ.Β. Σύνθεση του Παναγιώτη Τούντα. Πρωτοκυκλοφόρησε με τον τίτλο «Τσαχπίνα».

Β4. Κορδελιώτισσα
Ερμηνεία: Σ.Β. και Α.Χ. Η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού φαίνεται να έγινε στη Σμύρνη από τον Γιάννη Τσανάκα γύρω στα 1910 (Orfeon Record 11018).28 Την ίδια περίοδο ηχογραφείται στην Κωνσταντινούπολη και από τον Πέτρο Ζουναράκη (American Record 2988).29

Β5. Συρτός
Οργανικό.

Β6. Μπάλος (οπισθ.)/Μπάλλος (ετικ.)
Ερμηνεία: Σ.Β. (προς το τέλος και ο Α.Χ.). Πρωτοηχογραφήθηκε από τον Νταλγκά στα 1928 και ξανά άλλες δύο φορές από τον ίδιο το 1929.

Σμυρνέικα Τραγούδια No 2 με το γνήσιο Σμυρναίο Στέφανο Βέζο (έτος κυκλ. 1982)
Vasipap Ελλάδος VAS 314

Α1. Σαλβάρι
Ερμηνεία: Σ.Β. Διασκευή του πασίγνωστου σμυρνέικου «Τι σε μέλει εσένανε«.

Α2. Κούκλα μου εσύ
Ερμηνεία: Σ.Β. Σύμφωνα με πληροφόρηση από τον συλλέκτη και ερευνητή Σταύρο Κουρούση, η μουσική προέρχεται από τούρκικο τραγούδι το οποίο ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά με ελληνικούς στίχους από τη Ρόζα Εσκενάζυ υπό τον τίτλο «Δεν σε θέλω πια».30 Αργότερα, το 1949, θα ηχογραφηθεί και από τη Μαρίκα Νίνου με τίτλο «Κούκλα μου εσύ» εμφανιζόμενο δε ως σύνθεση του Κ. Σωτηριάδη σε στίχους του Δ. Χατζηθεολόγου.

Α3. Χορός σμυρνέικος
Οργανικό.

Α4. Τι σου λέει η μάνα σου για μένα
Ερμηνεία: Σ.Β. Σύνθεση του Κώστα Σκαρβέλη (αρχικός τίτλος «Η μάνα σου θα τα πληρώσει«).

Α5. Πάλι μεθυσμένος είσαι
Ερμηνεία: Σ.Β. Διασκευή παλιού παραδοσιακού σμυρνέικου. Υπάρχει σε ηχογράφηση του 1906 με ερμηνευτή τον Γιαγκούλη (Ψαμαθιανός;) και τίτλο «Κουτσαβάκι».

Α6. Χώρα [Χόρα] (Σόλο ακορντεόν)
Οργανικό. Στο ακορντεόν ο Γιώργος Ανακίδης (1934-2015). Πρωτοηχογραφήθηκε το 1933 από τον Σπύρο Περιστέρη, στο όνομα του οποίου και εμφανίζεται, με τίτλο «Ντερτιλίδικο» και αργότερα, το 1948, ως «Ρομβία».

Β1. Πάρ’ την καρδιά μου
Ερμηνεία: Σ.Β. και Α.Χ.

Β2. Παραπονιάρα
Ερμηνεία: Σ.Β. Σύνθεση του Παναγιώτη Τούντα. Ερμηνεύτηκε αρχικά από τον Βιδάλη το 1928 με τίτλο «Παραπονιάρα μου».

Β3. Συρτός
Οργανικό.

Β4. Περβολαριά μου
Ερμηνεία: Σ.Β. Παραδοσιακό. Οι πρώτες ηχογραφήσεις του τραγουδιού φαίνεται να έγιναν το 1911 στη Σμύρνη (Πρεβολαριά [sic], Concert Record Gramophone GC 3-14694, αρ. μήτρας 2308y, ερμ. Ελληνική Εστουδιαντίνα) και στην Κωνσταντινούπολη (Πρεβολαριά, Favorite Record 1-59064, αρ. μήτρας 5961-t, ερμ. Σταμάτης Μπόγιας).31 Υπάρχει επίσης μεταγενέστερη εκτέλεση, του 1940, από τον Δημήτρη Περδικόπουλο.

Β5. Μάτια σαν και τα δικά σου
Ερμηνεία: Σ.Β. και Α.Χ. Τραγούδι που έγινε γνωστό από ηχογράφηση του 1947 σε ερμηνεία Στελλάκη Περπινιάδη και Σούλας Πασσαλάρη. Ως συνθέτης του τραγουδιού αναφέρεται ο Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός) και ως στιχουργός ο Στελλάκης Περπινιάδης. Βέβαια, η μουσική έχει παραδοσιακή προέλευση (βλ. λ.χ. «Μπάλος» σε ερμηνεία Μενεμενλή, Columbia Αγγλίας 8012, 1927).

Β6. Απτάλικος (οπισθ.)/Απτάλικος Χορός (ετικ.)
Οργανικό. Πρόκειται για το «Απτάλ χαβασί», ηχογράφηση του οποίου υπάρχει από το 1912 (βλ. Απτάλ χαβασί – τετράχορδον, Favorite Record 1-55043, αρ. μήτρας 7054-t, ερμ. Λευτέρης Μενεμενλής).32

Τα σχόλια που συνοδεύουν τους τίτλους των τραγουδιών δεν εμφανίζονται στα LP ή στα κατοπινά CD. Είναι προσωπικές προσθήκες για τις ανάγκες του άρθρου. Σκοπό έχουν να βοηθήσουν τον αναγνώστη σε περίπτωση αναζήτησης των αρχικών τραγουδιών μιας και οι περισσότεροι τίτλοι δεν αντιστοιχούν σε αυτούς των πρώτων ηχογραφήσεων. Ορισμένες πληροφορίες αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα rebetiko.sealabs.net. Οι τίτλοι που εμφανίζονται σε αγκύλες είναι επίσης προσωπικές προσθήκες και αντανακλούν αναγκαίες διορθώσεις στα ορθογραφικά/τυπογραφικά λάθη των πρωτότυπων τίτλων.

Παραπομπές

1. Σμυρνέικα Τραγούδια Νο 1 με το γνήσιο Σμυρναίο Στέφανο Βέζο, Vasipap VAS 284, 1980, LP, σημειώσεις οπισθόφυλλου. Σμυρνέικα Τραγούδια Νο 2 με το γνήσιο Σμυρναίο Στέφανο Βέζο, Vasipap VAS 314, 1982, LP, σημειώσεις οπισθόφυλλου. Το έτος γεννήσεως (1905) αναφέρεται και από τον Τάκη Καλογερόπουλο στο Το Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής: Από τον Ορφέα έως Σήμερα, Τόμος 1: Α-Γ (Αθήνα: Γιαλλελή, 1998), προφανώς όμως πηγή του τελευταίου είναι οι σημειώσεις των δύο προαναφερθέντων βινυλίων. Παραδόξως η κόρη του ερμηνευτή, Βάσω Παρασκευά-Βέζου, σε τηλεφωνική συνομιλία στις 5 Νοεμβρίου 2016 ανέφερε ως έτος γεννήσεως του πατέρα της το 1903. Πιθανότατα ωστόσο πρόκειται για λάθος αφού όπως θυμάται ο Βασίλης Παπαδόπουλος, ιδιοκτήτης της Vasipap, πηγή των σημειώσεων για τα δύο προαναφερθέντα βινύλια ήταν η κυρία Παρασκευά η οποία μάλιστα συμβουλεύτηκε τότε έγγραφο (ή έγγραφα;) που περιελάμβανε το έτος γεννήσεως του Βέζου (Βασίλης Παπαδόπουλος, προσωπική επικοινωνία, 27 Ιουνίου 2017).

2. Βάσω Παρασκευά-Βέζου, τηλεφωνική συνομιλία, 5 Νοεμβρίου 2016.

3. Γιώργης Παπάζογλου, Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης: Αγγέλα Παπάζογλου: Τα Χαΐρια μας Εδώ (Ξάνθη: Επτάλοφος / Ταμιείον Θράκης, 2003), σ. 282-283.

4. Παρασκευά-Βέζου, τηλ. συνομ., 2016.

5. Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης υπήρξε πρωτοπόρος στο χώρο του ελληνικού ραδιοφώνου. Την περίοδο 1925-1926 ξεκινά τα πρώτα πειράματα για τη δημιουργία ραδιοφωνικού πομπού ενώ τις αμέσως επόμενες χρονιές φαίνεται να πραγματοποιεί σποραδικά εκπομπές μικρής εμβέλειας από τον περίβολο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Το 1929 ιδρύει επισήμως ραδιοφωνικό σταθμό με έδρα τη Θεσσαλονίκη, τον πρώτο στην Ελλάδα. Τα πρώτα χρόνια ο σταθμός λειτουργεί με προσωρινή άδεια, η οποία έχει ισχύ μόνο κατά την περίοδο πραγματοποίησης της (ετήσιας) ΔΕΘ, ενώ μόλις στα τέλη Δεκεμβρίου του 1935 καταφέρνει να εξασφαλίσει μόνιμη άδεια λειτουργίας [βλ. Νέστορας Τυροβούζης, «Ο Πρώτος Ραδιοφωνικός Σταθμός στην Ελλάδα, 1928-1947: Η Συνέργια του “Ράδιο-Τσιγγιρίδη” με την εφημερίδα “Μακεδονία”» (τελική εργασία, Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης: Τμήμα Ακολούθων Επικοινωνίας, 2004)]. Με βάση αυτό το ιστορικό συνάγεται ότι ο Βέζος ξεκινά να εμφανίζεται στο ραδιόφωνο από το 1936, όχι όμως νωρίτερα.

6. κ. Ω., «Προσοχή! Εδώ ο Ραδιοφωνικός Σταθμός...», Μακεδονία, 20 Δεκεμβρίου 1936, σ. 5.

7. Παρασκευά-Βέζου, τηλ. συνομ., 2016.

8. Αγάπιος Χατζηνάσιος (1905-1983): τραγουδιστής και οργανοπαίχτης (σαξόφωνο, πιάνο, κιθάρα, ντραμς). Διετέλεσε καθηγητής μουσικής σε ωδεία της Θεσσαλονίκης.

9. Γιώργος Αναστασιάδης, «Σταθμοί στο Ραδιόφωνο», στο Από το Χθες στο Σήμερα: Πρακτικά Διημερίδας 10-11 Ιανουαρίου 1997 (Θεσσαλονίκη: ΕΡΤ 3, 1997).

10. Παναγιώτης Μαρινάκης, «Χρόνια Ραδιοφώνου», στο Από το Χθες στο Σήμερα: Πρακτικά Διημερίδας 10-11 Ιανουαρίου 1997 (Θεσσαλονίκη: ΕΡΤ 3, 1997).

11. Η πληροφορία αυτή επισημαίνεται αρχικά στο: Ελπίδα Σίσκου, «Η Μουσική ως Μέσο, Η Περίπτωση της Ελληνικής Ραδιοφωνίας» (πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης, 2012).

12. Μαρινάκης, «Χρόνια Ραδιοφώνου», σ. 56.

13. ό.π., σ. 57.

14. Στέλιος Χατζηγιαννάκης, τηλεφωνική συνομιλία, 27 Δεκεμβρίου 2016.

15. Λάμπρος Λιάβας, «Το Μουσικό “Ψηφιδωτό” της Θεσσαλονίκης!», Με Μουσικές Εξαίσιες, με Φωνές!...: Μια Μουσική Ιστορία της Θεσσαλονίκης. Πρόγραμμα θεατρικής παράστασης. Σκηνοθεσία: Σοφία Σπυράτου. ΚΘΒΕ.

16. Γιώργος Χατζηνάσιος, τηλεφωνική συνομιλία, 13 Ιουνίου 2017.

17. ό.π.

18. ό.π.

19. Αργύρης Χαραλάμπους, προσωπική επικοινωνία, 28 Ιουνίου 2017.

20. Παρασκευά-Βέζου, τηλ. συνομ., 2016. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, η κυρία Παρασκευά χρησιμοποίησε τον όρο «τζαζ» αντί για τύμπανα ή ντραμς. Η ασυνήθιστη αυτή ορολογία, αν και στις μέρες μας έχει εκλείψει, ήταν ευρέως διαδεδομένη στα παλαιότερα χρόνια. Τη σημαντική αυτή λεπτομέρεια υπέδειξε ο οργανοποιός Τάσος Θεοδωράκης, τον οποίο και ευχαριστώ ιδιαιτέρως, καθιστώντας έτσι σαφές το πέμπτο όργανο που έπαιζε ο Βέζος.

21. Γιώργος Αγγειοπλάστης, «Το Παράρτημα του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος στην Περιφέρεια των Σερρών Κατά τα Έτη 1950-1955: Ο Κατάλογος των Εισερχομένων Εγγράφων», Η Μουσική στις Σέρρες. Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών. http://www.serrelib.gr/agioplastis/smbe.htm

22. Παρασκευά-Βέζου, τηλ. συνομ., 2016.

23. Πρβλ. Διονύσης Δ. Μανιάτης, Η εκ Περάτων Δισκογραφία Γραμμοφώνου: Έργα Λαϊκών μας Καλλιτεχνών (Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού, 2006). Ας επισημανθεί ότι ο δίσκος Columbia DG 120 δεν καταγράφεται από τον Δ. Μανιάτη. Επίσης, για το δίσκο HMV ΑΟ 1025 δίνεται από λάθος ο Mανές Μινόρε (0W 320) αντί του Μανές Τζιβαέρι (0W 323) που είναι το σωστό. Η άλλη πλευρά του δίσκου στην οποία περιέχεται ο Μανές Ταμπαχανιώτικος (0W 333) καταγράφεται σωστά. Τα στοιχεία που αφορούν τις δύο ανέκδοτες ηχογραφήσεις του Βέζου παρείχε ο συλλέκτης και ερευνητής Σταύρος Κουρούσης.

24. Βλ. Ευθύμιος Ατζακάς, «“Οι Άνθρωποι του Ξύλου”: Το Ούτι από τις Παρυφές του Ανατολικού Μουσικού Πολιτισμού στη Σύγχρονη Αστική Κουλτούρα του Ελλαδικού Χώρου», σ. 97 (διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών: Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας & Επικοινωνίας, 2012).

25. Βλ. Richard K. Spottswood, Ethnic Music on Records: A Discography of Ethnic Recordings Produced in the United States, 1893 to 1942, vol. 3: Eastern Europe, σ. 1211 (Urbana and Chicago: University of Illinois Press, 1990).

26. Βλ. Ηλίας Δ. Μπαρούνης, «Οι Άγνωστες Πρώτες Ηχογραφήσεις του Αντώνη Νταλγκά», ανάτυπο, αριθ. 11, Συλλογές, τ. 276 (Απρίλιος 2008).

27. Για τα στοιχεία του δίσκου καθώς και για το ηχητικό της συγκεκριμένης ηχογράφησης βλ. Αριστομένης Καλυβιώτης, Σμύρνη: Η Μουσική Ζωή 1900-1922 (Αθήνα: Music Corner & Τήνελλα, 2002).

28. Αριστομένης Καλυβιώτης, «Πέντε Λαϊκά Τραγούδια για τις Κοπέλες της Σμύρνης», Συλλογές, τ. 52 (Ιανουάριος 1988).

29. Σταύρος Κουρούσης, γραπτή επικοινωνία, 27 Αυγούστου 2017.

30. ό.π.

31. Βλ. Καλυβιώτης, Σμύρνη, 2002.

32. ό.π.

Βιβλιογραφία

Αγγειοπλάστης, Γιώργος. «Το Παράρτημα του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος στην Περιφέρεια των Σερρών Κατά τα Έτη 1950-1955: Ο Κατάλογος των Εισερχομένων Εγγράφων». Η Μουσική στις Σέρρες. Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών. www.serrelib.gr/agioplastis/smbe.htm

Αναστασιάδης, Γιώργος. «Σταθμοί στο Ραδιόφωνο». Στο Από το Χθες στο Σήμερα: Πρακτικά Διημερίδας 10-11 Ιανουαρίου 1997, 40-43. Θεσσαλονίκη: ΕΡΤ 3, 1997.

Ατζακάς, Ευθύμιος. «“Οι Άνθρωποι του Ξύλου”: Το Ούτι από τις Παρυφές του Ανατολικού Μουσικού Πολιτισμού στη Σύγχρονη Αστική Κουλτούρα του Ελλαδικού Χώρου». Διδακτορική διατριβή. Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών: Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας & Επικοινωνίας, 2012.

Καλογερόπουλος, Τάκης. Το Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής: Από τον Ορφέα έως Σήμερα. Τόμος 1: Α-Γ. Αθήνα: Γιαλλελή, 1998.

Καλυβιώτης, Αριστομένης. «Πέντε Λαϊκά Τραγούδια για τις Κοπέλες της Σμύρνης». Συλλογές, τ. 52, Ιανουάριος 1988.

Καλυβιώτης, Αριστομένης. Σμύρνη: Η Μουσική Ζωή 1900-1922. Αθήνα: Music Corner & Τήνελλα, 2002.

Λιάβας, Λάμπρος. «Το Μουσικό “Ψηφιδωτό” της Θεσσαλονίκης!». Στο Με Μουσικές Εξαίσιες, με Φωνές!...: Μια Μουσική Ιστορία της Θεσσαλονίκης. 2013. Πρόγραμμα θεατρικής παράστασης. Σκηνοθεσία: Σοφία Σπυράτου. ΚΘΒΕ.

Μανιάτης, Διονύσης Δ. Η εκ Περάτων Δισκογραφία Γραμμοφώνου: Έργα Λαϊκών μας Καλλιτεχνών. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού, 2006.

Μαρινάκης, Παναγιώτης. «Χρόνια Ραδιοφώνου». Στο Από το Χθες στο Σήμερα: Πρακτικά Διημερίδας 10-11 Ιανουαρίου 1997, 55-57. Θεσσαλονίκη: ΕΡΤ 3, 1997.

Μπαρούνης, Ηλίας Δ. «Οι Άγνωστες Πρώτες Ηχογραφήσεις του Αντώνη Νταλγκά». Aνάτυπο, αριθ. 11, Συλλογές, τ. 276, Απρίλιος 2008.

Παπάζογλου, Γιώργης. Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης: Αγγέλα Παπάζογλου: Τα Χαΐρια μας Εδώ. Ξάνθη: Επτάλοφος / Ταμιείον Θράκης, 2003.

Σίσκου, Ελπίδα. «Η Μουσική ως Μέσο, Η Περίπτωση της Ελληνικής Ραδιοφωνίας». Πτυχιακή εργασία. Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης, 2012.

Spottswood, Richard K. Ethnic Music on Records: A Discography of Ethnic Recordings Produced in the United States, 1893 to 1942. Vol. 3: Eastern Europe. Urbana and Chicago: University of Illinois Press, 1990.

Τυροβούζης, Νέστορας. «Ο Πρώτος Ραδιοφωνικός Σταθμός στην Ελλάδα, 1928-1947: Η Συνέργια του “Ράδιο-Τσιγγιρίδη” με την εφημερίδα “Μακεδονία”». Τελική εργασία. Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης: Τμήμα Ακολούθων Επικοινωνίας, 2004.