άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Το καλοκαίρι ήταν στην κορύφωσή του και ο συνδυασμός ζέστης και άπνοιας έκανε εντονότερη την επιθυμία για μια βουτιά στα δροσερά νερά της ακίνητης θάλασσας. Η αρμύρα της ανακατευόταν με τη μυρωδιά της καβαλίνας και δημιουργούσε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα που έκανε ακόμα και τους γλάρους να απομακρύνονται κρώζοντας με ανοιχτά φτερά. Παρόλα αυτά, το εκτυφλωτικό φως και η καθαρότητα των χρωμάτων συνέθεταν έναν εκπληκτικής ομορφιάς ζωγραφικό πίνακα.

Ο Μάρκος Σανούδος έβγαλε τη φτερωτή περικεφαλαία του, έξυσε το άπλυτο, κάθιδρο, γεμάτο κασίδα κεφάλι του και χάιδεψε το μούσι του. Αυτό που έβλεπε ήταν ένα χάρμα οφθαλμών, μια ειδυλλιακή εικόνα που ερχόταν να ξεκουράσει το μυαλό του και να γαληνέψει το κεφάλι του, μετά τις αιματοβαμμένες μάχες της Τέταρτης Σταυροφορίας που πρόσφατα είχε τελειώσει. Οι φήμες ήταν σωστές. Πολλά χειμωνιάτικα βράδια γύρω απ’ τις φωτιές του φράγκικου στρατοπέδου στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, είχε ακούσει τις διηγήσεις στρατιωτών που πολεμούσαν τους Βυζαντινούς στο πλευρό του, να περιγράφουν ένα πανέμορφο νησί του Αιγαίου, πλούσιο σε βλάστηση και κυνήγι, με σμαραγδένια νερά και όμορφες γυναίκες. Του σφηνώθηκε η ιδέα σχεδόν αμέσως. Ήξερε ότι λόγω καταγωγής δε θα ήταν από τους ευνοημένους ευγενείς στο πλιάτσικο της Βασιλεύουσας και έπρεπε με κάποιον τρόπο να διασφαλίσει το μέλλον του, μια και αυτή η Σταυροφορία ήταν -έτσι κι αλλιώς- ένα τεράστιο φιάσκο. Έπρεπε να ψάξει την τύχη του αλλού, κάπου που δε θα προκαλούσε το ενδιαφέρον και το φθόνο άλλων επίδοξων Φράγκων γαλαζοαίματων.

Το σχέδιο του ήταν απλό: θα έπειθε τους Δόγηδες της Βενετίας να του δανείσουν οκτώ γαλέρες και με τη βοήθεια του πρωτοξαδέρφου του, Μαρίνου Δάνδολου, θα ξεκινούσαν να κατακτήσουν αυτόν τον επίγειο παράδεισο. Οι Δόγηδες ζύγισαν την πρότασή του και αποφάσισαν ότι τα πλεονεκτήματά της ήταν περισσότερα από τα μειονεκτήματα: σε περίπτωση ήττας του θα γλύτωναν από ένα ξεπεσμένο αλλά φιλόδοξο μπελά, ενώ σε περίπτωση νίκης θα επέκτειναν την κυριαρχία τους στο στρατηγικής σημασίας Αρχιπέλαγος. Εξάλλου, το ενδιαφέρον τους εκείνο τον καιρό μονοπωλούσε η κατάκτηση της Κρήτης και το άνοιγμα ενός δεύτερου αμφίβολου μετώπου ήταν το τελευταίο που ήθελαν να τους προκύψει. Έτσι, τον ξεφορτώθηκαν δανείζοντάς του τις οκτώ γαλέρες, οι οποίες τώρα βρίσκονταν αγκυροβολημένες στα ανοιχτά του λιμανιού Ποταμίδες, στα νοτιο-δυτικά του νησιού.

Ο Μάρκος Σανούδος χάιδεψε τη χαίτη του σιδερόφρακτου αλόγου του, έφερε την παλάμη του στο μέτωπο για να κόψει την αντηλιά και κοίταξε με το γκρίζο του βλέμμα στο βάθος του πανέμορφου καταπράσινου κάμπου που απλωνόταν μπροστά του. Η ειδυλλιακή εικόνα που τόση ώρα θαύμαζε διακοπτόταν απότομα. - Ήμουν σίγουρος ότι αυτοί οι μπάσταρδοι θα βοηθούσαν τους Ρωμιούς, είπε στον Δάνδολο που βρισκόταν δίπλα του. Εκείνος, ατένισε τις γενοβέζικες παντιέρες που υψώνονταν πάνω από τις σκηνές του αντίπαλου στρατοπέδου και μέτρησε σιωπηλά τους θυρεούς τους. - Είναι περισσότεροι αλλά δε θ’ αντέξουν την πολιορκία, οι Γενοβέζοι δεν πρόκειται να στείλουν άλλες ενισχύσεις, είπε τελικά και, τραβώντας με μια κοφτή κίνηση τα γκέμια του αλόγου του, ακολούθησε τον Σανούδο στο προσωρινό τους στρατόπεδο, στους πρόποδες του λόφου που τόση ώρα στέκονταν.

Πέντε εβδομάδες κράτησε η αντίσταση των υπερασπιστών του νησιού. Ο Σανούδος κατέλαβε τη Νάξο και, χρησιμοποιώντας τη ως βάση, επέκτεινε την κυριαρχία του στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, ιδρύοντας αυτό που έμεινε στην ιστορία ως Δουκάτο του Αιγαίου. Η Νάξος αποτέλεσε την πρωτεύουσά του κι εκεί έχτισε το απόρθητο κάστρο του, μέχρι που το κατέλαβε ο Μπαρμπαρόσα τρεις αιώνες μετά. Διαίρεσε το νησί σε 56 επαρχίες και όρισε ως κυβερνήτες συγγενείς του και άλλους Ενετούς ευγενείς. Κατάφερε να κερδίσει τόσο την ανοχή των ντόπιων σεβόμενος το διαφορετικό χριστιανικό τους δόγμα, όσο και την ανεξαρτησία του από τη Βενετία πληρώνοντας πλουσιοπάροχα φόρους και συμμαχίες.

Πέθανε το Σωτήριο Έτος 1227 μ.Χ., αφού κυβέρνησε το Δουκάτο του για 20 συναπτά χρόνια, έχοντας προσδώσει στο νησί μιαν αίγλη που στο ρου της ιστορίας ελάχιστα ξεθώριασε. Άφησε πίσω του όμορφα κτίρια, φρούρια και κάστρα, γαρνιρισμένα με βενετσιάνικα ονόματα τα οποία μέχρι σήμερα στολίζουν τις επιγραφές στα στενοσόκακα των απομειναριών τους: Γκίζοι και Κρίσποι, Σομαρίπες και Κιρίνοι, Μπαρότσοι, Γκοτζαντίνοι και Δελλαρόκες. Περισσότερο απ’ όλα όμως, κατάφερε να συντηρήσει την κυριαρχία των Φράγκων κάτω απ’ τη μύτη των Βυζαντινών μέχρι την τελική τους πτώση, το 1453, διατηρώντας παράλληλα εξαίρετες σχέσεις με τους Οθωμανούς και απολαμβάνοντας σεβασμό και πίστη από τους κατακτημένους γηγενείς. Ο Μάρκος Σανούδος ήταν σκέτη λέρα.

Πρώτες εντυπώσεις

Η Χώρα της Νάξου
Η Νάξος ως καλοκαιρινός προορισμός είναι γνωστή σε όλους. Ένα πανέμορφο νησί, με γραφικότατη Χώρα που κρατά ακόμα έντονο το ύφος των περασμένων μεγαλείων της, με τα φαντάσματα των Ενετών ιπποτών να περιφέρονται ακόμα στα δαιδαλώδη σοκάκια της, με παραλίες φημισμένες για την ποικιλομορφία τους και την καθαρότητα των νερών τους. Έχει καταφέρει να μείνει αξιοπρεπής ως προς το είδος του τουρισμού που προσελκύει χωρίς τη «ρετσινιά» άλλων Κυκλαδίτικων νησιών. Αυτό φαίνεται στην πράξη από την απουσία των ηλικιών 18 με 23 που οργώνουν τα άλλα «μοδάτα» νησιά σε μπουλούκια των 10 και άνω, κοιμούνται ανά πεντάδες σε άθλια μονόκλινα, τρέφονται αποκλειστικά με σουβλάκια το περιεχόμενο των οποίων ήταν ζωντανό πολλά χρόνια πριν, γίνονται φέσι με ουίσκι raised in the highlands of Egaleo (δεν έχω τίποτε με το Αιγάλεω, μόνο με το ουίσκι του) και αποτελούν τους καλύτερους πελάτες των τοπικών Κέντρων Υγείας μόλις συνειδητοποιήσουν στην πράξη ότι το νοικιασμένο παπί δεν ενδείκνυται για σούζες στην άμμο. Δεν είναι σίγουρο αν αυτή η διαφοροποίηση είναι αποτέλεσμα μεθοδευμένου πλάνου στρατηγικής τουριστικής ανάπτυξης ή αν απλά προέκυψε, πάντως το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούν σε όλο το Αρχιπέλαγος κατά τη διάρκεια του Αυγούστου.

Η παραλία του Αγίου Γεωργίου με τις γραφικές της ψαρότρατες
Αύγουστο, λοιπόν, βρισκόμαστε στη Νάξο με την εκλεκτή παρέα ετέρου «κλικαδόρου», συν γυναιξί και τέκνοις, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις μας, διότι τα τέκνα δεν μπορείς να τα κοιμήσεις σε στάβλο, ούτε να τα ταΐσεις ό,τι σου πετάξουν στο τραπέζι. Κακά τα ψέματα: ως Έλληνες, κάτι «κατοχικά σύνδρομα» μας έχουν κληροδοτηθεί μέσω DNA από τις προηγούμενες γενιές. Αποτελούμε Ομάδα Υψηλού Κινδύνου και η Νάξος μας δικαιώνει απόλυτα.

Φτάνοντας στο νησί ένα κλασικό καλοκαιρινό απομεσήμερο, η πρώτη ευχάριστη έκπληξη είναι τα δωμάτια που περιμένουν, τα οποία έχουν κρατηθεί τηλεφωνικά από Αθήνα. Χτισμένα σε χαρακτηριστικό κυκλαδίτικο στυλ, στον οικισμό του Αγίου Γεωργίου σε απόσταση περιπάτου από τη Χώρα, είναι πεντακάθαρα, ευάερα, δροσερά και με θέα στην παραλία. Μετά την άμεση κατάλυση, πραγματοποιείται αναγνωριστική περιπολία στην εν λόγω παραλία, η οποία είναι όμορφη, οργανωμένη, ρηχή και πλαισιωμένη από μια σειρά δελεαστικών καφετεριών στο τέλος της αμμουδιάς της που σερβίρουν παγωμένους fredo μαζί με διάφορα άλλα δροσερά αφεψήματα. Τι άλλο να ζητήσεις;

Μαγαζάκι χαμένο μέσα στο Κάστρο
Η πρώτη έξοδος, ως είθισται, αφιερώνεται στην εξερεύνηση της Χώρας, η οποία είναι αναμφισβήτητα εντυπωσιακή. Μια τεράστια περατζάδα δίπλα στο λιμάνι, ξεκινά από τον Άγιο Γεώργιο και καταλήγει στην Πορτάρα, τον ημιτελή αρχαίο ναό του Απόλλωνα που σώζεται από τον 6ο αιώνα π.Χ., στεφανωμένη από το Κάστρο του Σανούδου. Ενδίδοντας στον πειρασμό να αφήσεις τα συναθροισμένα φαγάδικα του λιμανιού και να προχωρήσεις στα ενδότερα, διαπιστώνεις ότι σου χρειάζεται παραπάνω από μια επίσκεψη για να εξερευνήσεις το δαιδαλώδες εσωτερικό της. Ταβέρνες και μαγαζάκια ξεφυτρώνουν σε κάθε πλακόστρωτο στενό, κάτω από μεσαιωνικές καμάρες, κληματαριές, γαζίες και διάσπαρτα μαρμάρινα οικόσημα, ενώ από τις ανοιχτές τους πόρτες οι μελωδίες της Loreena McKennitt γεμίζουν την ατμόσφαιρα ανακατωμένες με τις μυρωδιές από τις κουζίνες και τις ευωδιές των νυχτολούλουδων. Κρυμμένοι κήποι και μπαράκια των πέντε τετραγωνικών διακοσμημένα με άποψη, εναλλάσσονται με ολόφωτες βιτρίνες που εκθέτουν κιτς γύψινα αγαλματάκια αρχαίων Θεών, σπαθιά και κοσμήματα. Και από κάπου στο βάθος, ακούγεται υπόκωφα μια διακριτική πενιά. Τότε είναι που αρχίζει η διαδικασία της αποβολής των ρυθμών της καθημερινότητας και αρχίζεις να συνειδητοποιείς σιγά-σιγά ότι αυτό που περίμενες επί 11 μήνες συμβαίνει στ’ αλήθεια. Εκείνη, περίπου, τη στιγμή γεννάται για άλλη μια φορά το Αιώνιο Ερώτημα: «Τι τρώμε;».

Επιβάλλεται σε αυτό το σημείο μια παρένθεση για να γίνει μια απαραίτητη διευκρίνιση: Πουθενά στη Νάξο δε θα φας φόλα. Ή, για να διατυπωθεί καλύτερα, αν είσαι λίγο υποψιασμένος και δεν πας γυρεύοντας, είναι πολύ δύσκολο να την πατήσεις ακόμα και στα μέσα του Αυγούστου. Το μόνο μειονέκτημα της περιόδου αυτής είναι η πολυκοσμία και το αναμενόμενα αργό σέρβις, ενώ οι τιμές παραμένουν σε αξιοπρεπή επίπεδα. Εμείς πάντως, έχοντας σαν Οδηγό προς Ναυτιλλομένους τις γραπτές και λεπτομερείς υποδείξεις ιθαγενούς μέλους της Κλίκας είμαστε εφησυχασμένοι, άσχετα αν σε κάποιες περιπτώσεις οι οδηγίες του αποδεικνύονται παραπλανητικές. Κλείνει η παρένθεση.

Θα φας καλά…

Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να αναφερθούν εδώ οι αναρίθμητες επιλογές που έχεις να φάς στη Νάξο, παρά μόνο εκείνες που έχουν κάτι ξεχωριστό και μεταμορφώνουν το φαγητό σε απόλαυση.

Ο Γατής

Ο Γατής
Βρίσκεται στο τέλος της περατζάδας της Χώρας προς τη μεριά της Πορτάρας, εκεί που είναι μαζεμένα όλα τα ουζερί. Συνορεύει με το επίσης γνωστό «Στέκι του Βαλέττα», μαζί με το οποίο συγκεντρώνουν τις προτιμήσεις των Ελλήνων και ειδικά των ντόπιων, γεγονός που σε προϊδεάζει θετικά πριν ακόμα ψάξεις για τραπέζι. Ως καλοκαιρινό μαγαζί, έχει για μουσική υπόκρουση μόνο τις δυνατές φωνές των γύρω θαμώνων, χωρίς αυτό να σε ενοχλεί ιδιαίτερα. Τα στρογγυλά σιδερένια τραπεζάκια καφενείου και οι ψάθινες καρέκλες συμπληρώνουν την απόλυτη στερεοτυπική εικόνα που έχεις στο μυαλό σου για τα ουζερί. Αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τις ακροβασίες των σερβιτόρων που κινούνται χωρίς δίσκο με τα πιάτα μέχρι τον αγκώνα, ανάμεσα από τα στριμωγμένα τραπέζια, τα πόδια των θαμώνων που εξέχουν από τις καρέκλες και τα πιτσιρίκια που σέρνονται στο έδαφος προσπαθώντας να μαζέψουν όσα περισσότερα καπάκια μπουκαλιών βρουν. Πολύ συχνά σερβίρει και ο ίδιος ο Γατής, γεγονός ιδιαίτερα ενδιαφέρον μιας και αποτελεί την ιστορική απόδειξη ότι κάποτε ο Μπαρμπαρόσα και οι Σαρακηνοί είχαν καταλάβει το νησί. Παραγγέλνεις ουζάκι.

Στη Νάξο, όπου κάτσεις να φας οι βασικές επιλογές είναι οι εξής δύο: Προμπονάς και Βαλλινδράς, τα ντόπια εμφιαλωτήρια που εκτός από το ούζο, φημίζονται και για το λικέρ κίτρο τους, το οποίο βρίσκει κανείς σε πολλές παραλλαγές. Ο ανταγωνισμός μεταξύ τους είναι μια περίεργη υπόθεση, διότι έχοντας διαχωρισμένες σφαίρες επιρροής, είναι δύσκολο στο μαγαζί που θα κάτσεις να βρεις και τα δυο. Η προφορική απαρίθμηση των μεζέδων από το σερβιτόρο απαιτεί την πλήρη σου προσοχή, διότι υπάρχει κίνδυνος να έχεις άγνωστες λέξεις οι οποίες κατά κανόνα περιγράφουν ένα πεντανόστιμο πιάτο.

Απομεινάρια από σαλατούρι
Έτσι, «αρσενικό» και «σαλατούρι» είναι δυο πιάτα που θα παραγγείλεις οπωσδήποτε, μαζί με το γαύρο στα κάρβουνα, το ξυδάτο χταπόδι, το γεμιστό με λιαστή ντομάτα καλαμάρι, τα διάφορα σαγανάκια, τη βραστή πατατοσαλάτα με πιπεριά και τη γραβιέρα Νάξου. Το αρσενικό είναι ένα πικάντικο γιδοτύρι, που ακόμα και ο ιθαγενής «συν-κλικαδόρος» δεν μπόρεσε να εξηγήσει την ετυμολογία του. Μόλις όμως το δοκιμάσεις παύεις να έχεις γλωσσολογικές απορίες. Το σαλατούρι, το οποίο παρεμπιπτόντως η Ειρήνη η σερβιτόρα μας «πούλησε» με άψογο τρόπο, είναι ένα είδος ψητού σαλαχιού σερβιρισμένο με φρέσκο κρεμμύδι, σκόρδο, μαϊντανό, άνηθο και λεμόνι. Σκέτη μαγεία. Μετά από πέντε καραφάκια Προμπονά (ή Βαλλινδρά, δεν έχει σημασία) συν ένα κερασμένο από το κατάστημα, σηκώνεσαι όπως-όπως, πληρώνεις τον αστείο λογαριασμό, προχωράς με γλαρό μάτι και ανεβασμένη διάθεση στην προβλήτα, γυρνάς πίσω να μαζέψεις το πιτσιρίκι σου που κάνει μακροβούτια στο παρακείμενο ψυγείο της ΔΕΛΤΑ και προσπαθείς να συντάξεις λογική απάντηση στις απορίες της γυναίκας σου, που περιφραστικά περιγράφονται με το ρήμα «μεθάω» και τα παράγωγά του.

Αιγαίον Πέλαγος

Η είσοδος του Αιγαίου
Στο αντίθετο ακριβώς σημείο του λιμανιού, σε ένα κάθετο στενό που στο τέλος του δημιουργεί ένα πλάτωμα, βρίσκεται το Αιγαίον Πέλαγος. Είναι το ρεμπετάδικο του νησιού, με ζωντανή μουσική κάθε βράδυ. Έχει πολύ ωραία κουζίνα, με παραδοσιακούς μεζέδες και καλομαγειρεμένα πιάτα, σε προσιτές τιμές, τελεία. Είναι το ρεμπετάδικο του νησιού. Με τραπεζάκια έξω το καλοκαίρι, αλλά και ευρύχωρο εσωτερικό, αφού παραμένει ανοιχτό καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα, το Αιγαίον σε βάζει στο κλίμα κατευθείαν. Κρεμαστοί γλόμποι μπλεγμένοι σε κληματαριές, ανάμεσα σε μια παροπλισμένη προπέλα καραβιού και ένα ξύλινο πηδάλιο, συνθέτουν το σκηνικό της εισόδου το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον προτζέκτορα που προβάλλει σε ένα τεράστιο πανί, στο βάθος του καταστήματος, τα έξωθεν τεκταινόμενα. Μια μαρμάρινη βρύση σε μια γωνιά της μικρής πλατείας που παίζει το ρόλο της «αυλής» προσθέτει την τελική πινελιά της διακόσμησης. Τα όργανα, συνήθως ένα μπουζούκι και μια κιθάρα, παίζουν χωρίς ρεύμα για όσο τραβήξει, με υποψιασμένο ρεπερτόριο, δεξιοτεχνία που ευχαριστεί ακόμα και τα πιο «απαίδευτα» αυτιά και αυθεντικές εκτελέσεις των κομματιών.
Τα όργανα. Ακούστε και χειροκροτήστε!
Οι ιδιοκτήτες, νέα παιδιά και λάτρεις του ρεμπέτικου, μας πληροφορούν ότι πολλά «ονόματα» παρελαύνουν από το μαγαζί, ειδικά το χειμώνα, έχοντάς το καθιερώσει ως το ρεμπέτικο στέκι του νησιού. Το καλοκαίρι, εκτός απροόπτου, οι ουκ ολίγοι θαμώνες θαυμάζουν το ξημέρωμα στο λιμάνι συνοδεία Μάρκου και Τσιτσάνη, πριν φύγουν τρεκλίζοντας για το γειτονικό παγωτατζίδικο. Το απρόοπτο έχει άμεση σχέση με τη δυσφορία ενός απόστρατου συνταγματάρχη που διατηρεί εξοχική κατοικία πέριξ του μαγαζιού, του οποίου προσφιλές σπορ αποτελεί η διατήρηση της εννόμου τάξεως στη μικρή πλατεία που, κατά την άποψή του, διαταράσσει ο δρόμος χιτζάζ. Όποτε δεν παρακολουθεί Fame Story ή δεν τις αρπάζει από την κυρά του (η πλειοψηφία των εν ενεργεία και απόστρατων συνταγματαρχών τις αρπάζουν από τις κυρές τους, είναι αποδεδειγμένο), καλεί τα αστυνομικά όργανα να επαναφέρουν την κοινή ησυχία, διακόπτοντας τους περιθωριακούς ήχους του ρεμπέτικου. Παρόλα αυτά, η επίσκεψη στο Αιγαίο Πέλαγος είναι επιβεβλημένη και αν δεν πέσεις στη "Νύχτα του Συνταγματάρχη" θα περάσεις υπέροχα.

Ο κήπος στην Άνω Ποταμιά

Φεύγοντας από τη Χώρα οδικώς, με κατεύθυνση προς Φιλότι και πριν φτάσεις στο Χαλκί, συναντάς τα δυο χωριουδάκια της Ποταμιάς, την Άνω και την Κάτω (Πέρα και Δώθε δεν έχει). Ο τελικός προορισμός είναι η Άνω Ποταμιά και συγκεκριμένα η μοναδική ταβέρνα που υπάρχει στην πλατεία του χωριού, μέσα σε έναν κήπο με τρεχούμενα νερά, πλατάνια και λεύκες. Μπαίνοντας στην ταβέρνα συνειδητοποιείς για άλλη μια φορά ότι η καλή φήμη διαδίδεται με έναν περίεργο τρόπο, καθώς συναντάς γνώριμες φυσιογνωμίες που τις έχεις πετύχει το πρωί στην παραλία ή το απόγευμα στη Χώρα και αναρωτιέσαι πως την ξετρύπωσαν κι εκείνοι. Μια άλλη εξήγηση είναι ότι ο ιδιοκτήτης έχει καλά οργανωμένο δίκτυο πληροφοριών. Ο λόγος που την επισκέπτεσαι, πέρα από την απόλαυση μιας δροσερής καλοκαιρινής βραδιάς, είναι ένας: σερβίρει κόκορα αλανιάρη ψητό στα κάρβουνα ή μαγειρεμένο στην κατσαρόλα με μακαρόνι χοντρό. Παραμερίζεις με καλή διάθεση την εύλογη απορία «που βρέθηκαν τόσοι κόκοροι» και παραγγέλνεις αποδεχόμενος την αυτουργία σου στη γενοκτονία τους. Ένα επιπλέον θετικό σημείο του μαγαζιού είναι ο άπλετος χώρος του κήπου των δύο επιπέδων, σε σημείο που νομίζεις ότι τα τραπέζια του είναι λίγα. Πρόκειται περί ψευδαίσθησης, αυτοί που είναι πραγματικά λίγοι είναι οι σερβιτόροι, οι οποίοι τρέχουν μεν, δεν προλαβαίνουν να σερβίρουν κόκορους δε. Μπορεί να συντελεί η «καλοκαιρινή» διάθεση, η δροσερή μπύρα, η καλή παρέα ή όλα αυτά μαζί, ο κόκορας πάντως είναι θεσπέσιος και ακόμα πιο θεσπέσια είναι η πορτοκαλλόπιτα που ακολουθεί ως επιδόρπιο. Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο, δεν παραλείπεις να ρίξεις μια ματιά στο βραδινό ουρανό ο οποίος, ελλείψει έντονης φωταύγειας από άλλα τριγύρω χωριά, εμφανίζεται σε όλο του το λαμπρό μεγαλείο.

Περιήγηση στο νησί

Εκτός σπάνιων περιπτώσεων, δεν αξίζει να πας σε οποιοδήποτε τόπο χωρίς να εξερευνήσεις όλες του τις ομορφιές. Η Νάξος δεν αποτελεί εξαίρεση, μιας και διαθέτει αρκετά αξιοθέατα και γραφικότατα χωριά, ικανά να γεμίσουν με ανεξίτηλες εικόνες τις λίγες ημέρες διακοπών.

Το Κάστρο της Χώρας

Ο Πύργος του Γλέζου ή Πύργος του Κρίσπι
Περιδιαβαίνοντας την Παλιά Αγορά στο λαβύρινθο της Χώρας, όποιο ανηφορικό σοκάκι και να πάρεις θα σε οδηγήσει στο Κάστρο, το οποίο κατοικείται. Μετά από σύντομη ανάβαση μέσα από καμάρες και οικόσημα, συναντάς τον κυκλικό Πύργο του Γλέζου ή Πύργο του Κρίσπι. Αντικρίζοντας τη βορειοδυτική μεσαιωνική ξύλινη πύλη και βλέποντας το φθαρμένο από τις χιλιάδες οπλές αλόγων πλακόστρωτο ταξιδεύεις σε άλλες εποχές. Παρατήρησε στα αριστερά της τη μαρμάρινη εντοιχισμένη ασπίδα με το σταυρό: είναι ο θυρεός των Ιωαννιτών Ιπποτών (των γνωστών ιπποτών της Ρόδου και της Μάλτας), οι οποίοι κάποια στιγμή μέσα στην ιστορία επισκέφτηκαν το νησί και άφησαν το σημάδι τους, ανεξίτηλη σφραγίδα να υπενθυμίζει το πέρασμά τους. Μπες στο Κάστρο και ακολούθησε την ξενάγηση. Θα γίνεις μάρτυρας της καθημερινότητας των ευγενών του Μεσαίωνα, θα δεις καθημερινής τους χρήσης αντικείμενα, θα κατέβεις στο μπουντρούμι το οποίο κάποτε λειτούργησε και ως κρατητήριο, θα ανατριχιάσεις βλέποντας στα θεμέλια του Κάστρου τα ερείπια ρωμαϊκής οδού που οδηγούσε προς το λιμάνι, θα εντυπωσιαστείς με την είσοδο της υπόγειας μυστικής στοάς που λειτουργούσε ως διέξοδος πάλι προς το λιμάνι σε περίπτωση επίθεσης και πολιορκίας του Κάστρου και θα νοιώσεις σαν αδιάκριτος θεατής χαζεύοντας τη βιβλιοθήκη και τα προσωπικά αντικείμενα των τελευταίων ενοίκων, απογόνων των Ενετών ευγενών, ενός καθηγητή μουσικής και μιας καθηγήτριας γαλλικών που άφησαν το μάταιο κόσμο μας πριν από μια δεκαετία περίπου.
Το υπόγειο στο Κάστρο
Στο τέλος, αφού αγναντέψεις τη θέα από το μοναδικό μπαλκόνι (η Πάρος, η Ίος και η Σίκινος φαίνονται πεντακάθαρα), θα δροσιστείς με ένα τοπικό λικέρ κίτρου κερασμένο από τους κληρονόμους της κατοικίας, που οργανώνουν την ξενάγηση ως ένα τρόπο εξεύρεσης πόρων για τη συντήρησή της. Αξίζει τον κόπο. Βγαίνοντας, μην παραξενευτείς αν ακούσεις μουσική από κάπου γύρω. Η εσωτερική αυλή έχει διαμορφωθεί σε θεατράκι όπου διοργανώνονται παραστάσεις και συναυλίες καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Συνεχίζεις τον ανηφορικό δρόμο που σε οδηγεί στην πλατεία του Κάστρου όπου δεσπόζει o Καθολικός Καθεδρικός ναός του νησιού. Από εκεί και πέρα αρχίζει ξανά η κάθοδος προς το λιμάνι και είναι η στιγμή που ένα παγωμένο καραφάκι Προμπονά (ή Βαλλινδρά, είπαμε, δεν έχει σημασία) φαντάζει σαν την καλύτερη κατάληξη ενός περιπάτου πίσω στην ιστορία.

Φιλότι - Απείρανθος - Απόλλωνας

Τα σκαλοπάτια του Μαστρομανώλη στην Απείρανθο. Η ξύλινη επιγραφή πάνω από την πόρτα γράφει: ‘Σήμερα εμού... αύριο άλλου... και ουδέποτε κανενός’
Το κομβικό κεφαλοχώρι Φιλότι είναι δύσκολο να μην το επισκεφθείς, εκτός αν δεν το κουνήσεις από τη Χώρα και τις γύρω απ’ αυτήν παραλίες. Όποιο δρόμο και να πάρεις για τα βόρεια του νησιού, θα σε περάσει από το Φιλότι. Απαραίτητη στάση η όμορφη πλατεία του που τη σκιάζει ένας υπεραιωνόβιος θεόρατος πλάτανος. Χτισμένο στις πλαγιές του βουνού Ζας (Ζευς), του ψηλότερου σε όλες τις Κυκλάδες, αποτελεί τον κατ’ εξοχή γαστριμαργικό προορισμό με επιλογές για όλους τους ουρανίσκους. Αξίζει να θαυμάσεις τον ενετικό πύργο του Μπαρότσι, του οποίου το οικόσημο διατηρείται ακόμη και σήμερα πάνω από την είσοδο, καθώς και το ναό της Παναγιάς της Φιλοτίτισσας με το λευκό μαρμάρινο τέμπλο και το επιβλητικό καμπαναριό.

Στην κορυφή της λίστας «Οπωσδήποτε» βρίσκεται η Απείρανθος ή, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, «τ’ Απεράθου». Ένα ξεχωριστό ορεινό χωριό, λίγο ψηλότερα από το Φιλότι σε υψόμετρο 650 μέτρων στους πρόποδες του Φαναριού, έχει πλούσια παράδοση, έντονη βενετσιάνικη αρχιτεκτονική και μια ιδιαιτερότητα: οι κάτοικοί της έχουν Κρητική διάλεκτο και καταγωγή, καθώς όπως λέει η ιστορία, χτίστηκε από Κρήτες που έφτασαν στη Νάξο το 10ο αιώνα μ.Χ. Γνωστή και ως «μαρμάρινο χωριό», μιας και όλα της τα σοκάκια είναι στρωμένα με μαρμαρόπλακες, δεσπόζει πάνω από μια χαράδρα που προσφέρει αξεπέραστη θέα στα γύρω βουνά. Επίσης γνωστή για τους πύργους των Σομαρίπα και Σφόρτσα Κάστρι, τα παραδοσιακά της καφενεία, τα υφαντά και το γλυκό της κρασί. Διαθέτει τέσσερα (!) μουσεία, ένα από τα οποία είναι το Γεωλογικό του «Απειραθίτη» Μανόλη Γλέζου, ο οποίος χρημάτισε και Κοινοτάρχης του χωριού στο πρόσφατο παρελθόν.

Χαρακτηριστικός καφενές τ’ Απεράθου
Ειδική αναφορά στην ταβέρνα του Λευτέρη που είναι φημισμένη για την κουζίνα της. Μπαίνοντας από το στενοσόκακο στο μαγαζί, διαπιστώνεις ότι τη διακόσμησή του έχει επιμεληθεί επαγγελματίας, η οποία δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από το Λαογραφικό Μουσείο του χωριού. Στο βάθος της ευρύχωρης αίθουσας, υπάρχει μια μικρή σκάλα που οδηγεί σε κρυμμένη αυλή με μικρά τραπεζάκια, διακοσμημένα με καλόγουστα κεριά. Μπες, δες, κάνε μεταβολή και φύγε. Η αλαζονεία και το μπλαζέ ύφος των ομοιόμορφα ντυμένων σερβιτόρων, σε συνδυασμό με την έκδηλη αηδία τους στη θέα της πιτσιρικάδας της παρέας, σου δημιουργεί την αίσθηση ότι έχεις διακτινιστεί από την Απείρανθο στο Κολωνάκι. Δε χρειάζεται να πούμε περισσότερα. Μπροστά στην ομορφιά τ’ Απεράθου, η οποία βρίθει από ταβερνάκια στα μαρμαρένια της στενά, η παράταιρη και εκτός κλίματος ύπαρξη του μαγαζιού αυτού μοιάζει αστεία.

Ψάρεμα με καλάμι στον Απόλλωνα
Στο βορειο-ανατολικό τμήμα του νησιού βρίσκεται ο παραθαλάσσιος Απόλλωνας, ένα γραφικό ψαροχώρι με μεγάλη παραλία, έρμαιο των μελτεμιών του Αυγούστου. Δυο χιλιόμετρα πριν το χωριό, αξίζει να σταματήσεις στην τοποθεσία Κούρος - φυσικά δεν υπάρχει χώρος για παρκάρισμα. Ανεβαίνεις τα απότομα πέτρινα σκαλοπάτια που ξεκινούν από την άκρη του δρόμου, για να φτάσεις στο αρχαίο λατομείο, όπου σε περιμένει ένα πραγματικό έργο τέχνης: ο δέκα μέτρων μαρμάρινος Κούρος, ανολοκλήρωτος, παραμένει ακόμα ξαπλωμένος να κοιτά τον ουρανό από τον 6ο αιώνα π.Χ. Επισκέψου τον πριν το φαγητό. Αν το κάνεις μετά, θα μείνεις εκεί ξαπλωμένος μαζί του. Το χωριό έχει έντονο κυκλαδίτικο χρώμα, είναι αξιοποιημένο τουριστικά και παρουσιάζει μια «άγρια» ομορφιά, αφού την αμμουδερή του παραλία διαδέχεται ένας τεράστιος κάθετος βράχος που προσδίδει επιβλητικότητα στο τοπίο.

Οι παραλίες

Ο teacher επί τω έργω...
Δε χρειάζεται να πλατιάσουμε. Παραλίες κυκλαδίτικες, καθαρές, αμμουδερές, οργανωμένες και μη, δροσερές, ευωδιαστές, γαλανές, τυρκουάζ και τόπλες. Ενδεικτικά και μόνο, επιβάλλονται βουτιές στον Άγιο Γεώργιο, στον Άγιο Προκόπη, στην Αγία Άννα, στην Πλάκα, στο Καστράκι, στον Απόλλωνα. Οπωσδήποτε θα υποκύψεις στον πειρασμό να αφεθείς στα έμπειρα χέρια των Κινέζων μασέρ που έναντι μικρής αμοιβής σου προσφέρουν σαράντα λεπτά νιρβάνας κάτω από την ομπρέλα σου.
Ο εκστασιασμένος Ποιητής έτοιμος να αδράξει τον Οίστρο που περνούσε τυχαία από 'κει
Δε χρειάζεται να τους ψάξεις. Θα σε βρουν εκείνοι. Προτίμησε αυτούς που το μπλουζάκι τους γράφει «teacher» μπροστά. Η βουτιά στη θάλασσα που θα ακολουθήσει μετά σε κάνει να νοιώθεις σαν το πυρωμένο μέταλλο που βυθίζεται στο νερό. Την τελειότητα της στιγμής συμπληρώνει η ασκητική φιγούρα του Ποιητή που απαγγέλει Βιργίλιο. Απόλυτη εμπειρία.

Αντί επιλόγου

Ο χειμώνας ήταν βαρύς και το κρύο διαπερνούσε τα χοντρά πανωφόρια και πέτρωνε τα άκρα. Μοναδική ανακούφιση ήταν οι δυνατές φωτιές που διατηρούνταν αναμμένες για όλη τη διάρκεια της νύχτας. Παρ’ όλη την κούραση της ημέρας, μαζεύονταν όλοι γύρω τους να ζεσταθούν, όσο περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να γεμίσουν το πιάτο τους με ζεστή σούπα από φακές και πράσα. Ήταν εκείνες τις στιγμές, όταν το στομάχι είχε γεμίσει και τα καταπονημένα πόδια απλώνονταν κοντά στη φωτιά για να κάνουν το αίμα να κυκλοφορήσει ξανά στις φλέβες, που το μυαλό τους ανακύκλωνε ιστορίες για θρύλους και πλούσιες πολιτείες, σαν αυτή που πολιορκούσαν. Ανάμεσά τους υπήρχαν κάμποσοι πιο ταξιδεμένοι που μιλούσαν για νησιά με σμαραγδένια νερά, πλούσια βλάστηση, άφθονο κυνήγι και γυναίκες όμορφες με σώμα σμιλεμένο από την αρμύρα. Οι υπόλοιποι τους άκουγαν με ανοιχτό το στόμα να διηγούνται τις ιστορίες τους, αναπαριστώντας με τη φαντασία τους τις ονειρικές εικόνες που ποτέ δεν είχαν δει.

Ο Μάρκος Σανούδος τους άκουγε κι αυτός σχεδόν κάθε βράδυ να μιλούν γι’ αυτούς τους τόπους. Κάτι μέσα του τον έκανε να πιστεύει ότι αυτές οι διηγήσεις ήταν αληθινές και όχι μυθεύματα κάποιων αγράμματων στρατιωτών γύρω από τη φωτιά του στρατοπέδου. Αυτή ήταν η αιτία που τον τελευταίο καιρό είχε χάσει τον ύπνο του. Μια ιδέα του είχε σφηνωθεί στο μυαλό. Ήξερε ότι λόγω καταγωγής δε θα ήταν από τους ευνοημένους ευγενείς στο πλιάτσικο της πρωτεύουσας των Βυζαντινών και έπρεπε με κάποιον τρόπο να διασφαλίσει το μέλλον του, μια και αυτή η Σταυροφορία ήταν -έτσι κι αλλιώς- ένα τεράστιο φιάσκο. Έπρεπε να ψάξει την τύχη του αλλού, κάπου που δε θα προκαλούσε το ενδιαφέρον και το φθόνο άλλων επίδοξων Φράγκων γαλαζοαίματων. Ή μάλλον, έπρεπε να δημιουργήσει την τύχη του. Θα έβρισκε τον τρόπο.
Ο Μάρκος Σανούδος ήταν σκέτη λέρα.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

70 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα