άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Η συντριπτική πλειοψηφία των επαγγελματιών μουσικών ξεκίνησαν την ενασχόλησή τους για ψυχαγωγικούς λόγους ως ερασιτέχνες. Τι γίνεται λοιπόν όταν το μεράκι γίνεται επάγγελμα, όταν δηλαδή γίνεται βασικό μέσο επιβίωσης; Θέσαμε το ερώτημα σε δύο καταξιωμένους μπουζουξήδες κι αυτοί μας απάντησαν:

Άρης Κούκος

Όταν άρχισα να μαθαίνω μπουζούκι, ούτε στιγμή δε μου πέρασε απ' το μυαλό ότι θα κατέληγα επαγγελματίας. Και τώρα που βλέπω ότι γράφω τη λέξη επαγγελματίας μου φαίνεται λίγο άσχημο. Μάλλον όλα ξεκινάν μέσα μου πρώτα από αγάπη για τη μουσική και μετά ακολουθούν τα υπόλοιπα, το μεροκάματο εννοώ. Ίσως σ' αυτό το σημείο ο μουσικός να διαφέρει από πολλές άλλες δουλειές.

Όταν μετά από καιρό κατάλαβα πως το πράγμα έχει πάρει το δρόμο του και ότι αυτό θα κάνω στη ζωή μου (το ήθελα και συνεχίζω να το θέλω), κατάλαβα πως αγνοούσα ένα σωρό πράγματα, που μαθαίνω χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα. Δύσκολη η δουλειά του μουσικού λοιπόν; Πολλοί λένε: «Σιγά μωρέ τι κάνεις; Γρατζουνάς για 3-4 ώρες και πας σπίτι σου». Έτσι είναι. Μόνο που το κάνεις μες στην κάπνα, σε ώρες που κανονικά θα 'πρεπε να κοιμάσαι. Θα μου πεις, πολλές άλλες δουλειές προϋποθέτουν ξενύχτι. Κι αυτό έτσι είναι. Και όπως σε κάθε δουλειά όπου υπάρχει κάποια εξειδίκευση, έχω σπαταλήσει αρκετές ώρες για να κάνω αυτό που κάνω καλύτερα (πράγμα που δεν ισχύει για τον ανειδίκευτο εργάτη, ας πούμε). Και φυσικά αρκετό χρόνο και χρήμα σε μηχανήματα, όργανα, δίσκους, cd κλπ. Είναι και πολλά άλλα. Γι' αυτό κι εγώ λέω όλες οι δουλειές έχουν τις δυσκολίες τους. Ποιό είναι όμως το μεροκάματο του μουσικού; Εξαρτάται. Με τυχαία σειρά λοιπόν:

  • Απ' το ποιός είναι (αν είναι κάποιο όνομα στο χώρο ή όχι) και βέβαια αν είναι καλός ή όχι.
  • Σε ποιό είδος μουσικής κατατάσσεται (μουσικός ορχήστρας, μουσικός σε σκυλάδικο ή σε μουσική σκηνή, μουσικός στούντιο κλπ.).
  • Απ' τα αφεντικά στα μαγαζιά, τους τραγουδιστές, τους μάνατζερ, απ' αυτόν τέλος πάντων με τον οποίο θα κάνει τη συμφωνία ο μουσικός για να πληρωθεί.
  • Απ' τις μέρες για τις οποίες καλείται να δουλέψει.
  • Απ' τον όγκο δουλειάς.
  • Απ' το πόσο έξυπνος είναι στο να κλείσει ένα καλό μεροκάματο ή το αντίθετο.

Και γίνομαι πιο συγκεκριμένος:
Σαφέστατα όταν πρόκειται για κάποιο όνομα, τότε σίγουρα μιλάμε για κάποια χρήματα παραπάνω, σπάνια όμως μεγάλες διαφορές. Και λίγα είναι αυτά τα ονόματα. Τώρα αν είσαι ένας μέτριος ή και κακός μουσικός δύσκολα διεκδικείς μεγάλο μεροκάματο. Αν και έχω δει και τέτοιες περιπτώσεις μερικές φορές, που με θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο κάποιος καταφέρνει να πάρει καλό μεροκάματο που ίσως και να μην άξιζε.

Κατά κανόνα το «σκυλάδικο» πληρώνει πιο καλά απ' την «από 'δώ μεριά». Ο χώρος με λίγα λόγια παίζει ρόλο. Τα μεγάλα σχήματα έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν καλύτερα απ' τα μικρότερα μαγαζιά. Σε συνοικιακά μαγαζάκια των 50 ή 150 ατόμων, σε ρεμπετάδικα, σε μπουζουκοταβέρνες και σε επαρχία, μπορείς να ακούσεις ακόμη και για 70 η 80 ευρώ! Και μιλάμε για δυο, το πολύ τρεις μέρες δουλειάς. Τελευταία άκουσα για μεζεδοπωλεία στου Ψυρρή και στην Πλάκα με 30 και 40 ευρώ, αλλά δε θέλω να το πιστέψω. Στα μεγάλα σχήματα συναντάμε μεροκάματα από 150 έως και 500 ευρώ, με στάνταρ το 4ήμερο ή ακόμη και 5ήμερο.Τα 500 ευρώ, όπως και τα 150, όμως είναι λίγο σπάνιες περιπτώσεις. Δυστυχώς οι μέρες μειώνονται και σ' αυτά τα μαγαζιά το ίδιο δραματικά. Οι «ενέσεις» με χορούς και πούλμαν από επαρχία είναι πλέον απαραίτητες για να βγει μια σαιζόν. Με μαθηματική ακρίβεια οδηγούμαστε στο Παρασκευοσάββατο κι αυτό είναι το πιο βασικό.

Υπάρχουν τώρα περιπτώσεις που τα μεροκάματα κλείνει κάποιος ενδιάμεσος ή οι ίδιοι οι τραγουδιστές. Σε διαφορετική περίπτωση έχεις επαφή κατευθείαν με τον «επιχειρηματία» (κι αυτή ωραία λέξη). Αυτό μπορεί να είναι καλό, μπορεί και κακό. Αν ο μάνατζερ (νταλαβερτζής) ή ο τραγουδιστής μπορεί να έχει όφελος απ' το δικό σου μεροκάματο μπορεί και να πάρεις λιγότερα. Ή αν η σχέση μ' αυτόν είναι καλή μπορεί να το κανονίσει προς τα πάνω. Όταν πρόκειται για χειμερινή σεζόν, τότε σίγουρα τα χρήματα είναι λιγότερα απ' ό,τι για καλοκαιρινή. Γιατί υποτίθεται πως σ' έναν ολόκληρο χειμώνα θα γίνουν πολλά μεροκάματα που δεν μπορούν να γίνουν σ' ένα καλοκαίρι. Πράγμα που πλέον σχεδόν δεν ισχύει, γιατί η σεζόν έχει φτάσει να αρχίζει λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων και τελειώνει σύντομα. Το καλοκαίρι σαν πιο μικρή σεζόν τα πράγματα ίσως είναι λίγο καλύτερα, εφόσον όμως γίνουν τα συμφωνηθέντα μεροκάματα κι όχι λιγότερα. Στις καλοκαιρινές συναυλίες επίσης είναι αρκετά πάνω σε σχέση με χειμερινή σεζόν μαγαζιού.

Υπάρχουν και οι μεγάλες συναυλίες, σε «Μέγαρο» και «Ηρώδειο» για παράδειγμα, που απαιτούν περισσότερες πρόβες και σαφώς πληρώνονται καλύτερα. Υπάρχει η δουλειά στο στούντιο, όπου ισχύουν διάφορες συμφωνίες. Κυρίως όμως η πληρωμή γίνεται είτε ανάλογα με την ποσότητα των playback που ηχογράφησες είτε με τις ώρες που καταναλώθηκαν στο στούντιο. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι σχεδόν ποτέ δεν πληρώνονται οι πρόβες, τα ένσημα του ΙΚΑ πολλές φορές είναι λιγότερα από αυτά που δούλεψες (παλιότερα μπορεί να έχανες ένσημα ολόκληρης σεζόν) ή το ότι δεν υπάρχει Δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα.

Δυο πράγματα για μένα είναι βασικά σε ό,τι αφορά τη δουλειά του μουσικού και σίγουρα σηκώνουν μεγάλη συζήτηση: Το ένα είναι όχι το μικρό ή μεγάλο μεροκάματο του μουσικού, αλλά η μεγάλη διαφορά που υπάρχει με αυτό του τραγουδιστή. Σίγουρα ο τραγουδιστής είναι μπροστά. Αυτόν βλέπει ο κόσμος, αυτός είναι ο σολίστας. Η διαφορά όμως για την οποία μιλάμε είναι κατά μέσο όρο 1 προς 10 και σε τραβηγμένες περιπτώσεις και παραπάνω. Το δεύτερο σημαντικό είναι ότι η δουλειά φθίνει. Το τετραήμερο αυτή τη στιγμή είναι το στάνταρ για χειμώνα, αλλά όλα δείχνουν ότι δεν αντέχει. Πέμπτες και Κυριακές είναι μέρες δύσκολες και πιστεύω πως η δουλειά του μουσικού στα μαγαζιά βαδίζει προς το διήμερο, ως επακόλουθο του αμερικανικού και ευρωπαϊκού τρόπου ζωής, δηλαδή δουλειά όλη τη βδομάδα και μόνο το Σαββατοκύριακο ελεύθερο και μια ζωή γεμάτη από ανάγκες και χρέη. Κι όταν κάποιος πρέπει να κόψει από κάπου, το πρώτο πράγμα που κόβει είναι η διασκέδαση.

Κλείνοντας θέλω να πω πως δεν ξύπνησα ένα ωραίο πρωί (ή μεσημέρι) και είπα να γράψω για το μεροκάματο του μουσικού. Αυτό μου ζητήθηκε απ' τη συντακτική ομάδα του περιοδικού, την οποία και συγχαίρω για την προσπάθεια και το πρώτο τεύχος της «Κλίκας». Και για το τέλος ένα ανέκδοτο που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια στις παρέες των μουσικών, αλλά ίσως κάποιοι να μην το ξέρουν:

Στο τέλος μιας μεγάλης σεζόν στην Ελλάδα και μιας μεγάλης περιοδείας σε Ευρώπη, Αυστραλία, Αμερική, Καναδά κλπ. το σχήμα Βίσση, Βανδή και Ρουβά επιστρέφει και πάλι στην Ελλάδα. Ρωτάνε λοιπόν τη Βίσση τι θα κάνει με τα χρήματα που κέρδισε.
- Θα κάνω ψώνια, θα πάρω ένα κότερο και μια Ferrari που λείπει απ' τη συλλογή μου.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ε, με τα υπόλοιπα θα πάρω ένα ανακτοράκι στο δυτικό Λονδίνο που είναι για μένα όνειρο ζωής.

Η ίδια ερώτηση στη Βανδή.
- Θα πάω μια μεγάλη κρουαζιέρα στον Ειρηνικό και θα πάρω κάποια συνολάκια που 'χω σταμπάρει σε Μιλάνο και Παρίσι.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ε, τα υπόλοιπα θα τα επενδύσω σε ομόλογα και repos.

Η ίδια ερώτηση και στο Ρουβά.
- Εγώ θα αγοράσω μια Lamborghini και μια Harley-Davidson που 'χω βάλει στο μάτι.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ε, με τα υπόλοιπα θα πάρω ένα νησάκι που βρήκα σε τιμή ευκαιρίας στο Σαρωνικό.

Η ίδια ερώτηση και σε έναν μουσικό του σχήματος που ερχόταν από πίσω.
- Εσείς τι θα κάνετε με τα χρήματα που κερδίσατε ;
- Α, εγώ θα πάρω επιτέλους ένα καλό cd player.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ε, τα υπόλοιπα θα τα βάλει η μάνα μου...

(Φυσικά εμένα μου το είπαν με άλλους τραγουδιστές).

Νίκος Στεφανάκης

Πολλά ακούγονται για το μεροκάματο της νύχτας, των τραγουδιστών και των μουσικών. Μερικά είναι αλήθεια, μερικά ψέματα, μερικά απλώς απίστευτα. Από τα τέλη της δεκαετίας του '50 άρχισε να περιορίζεται ο ρόλος του συνθέτη μπουζουξή (δηλαδή όλων των μεγάλων του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού) και να προβάλλεται ο ρόλος των τραγουδιστών.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 είχαμε μία σχεδόν ισομερή προβολή των μεγάλων συνθετών (Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου) του έντεχνου τραγουδιού και των ερμηνευτών του (Καζαντζίδη, Μπιθικώτση), αλλά στα τέλη της δεκαετίας και στις αρχές της επομένης του '70 είχαμε πλέον την καθιέρωση του τραγουδιστή-φίρμα και τα πρώτα δείγματα για το τι θα επακολουθήσει τα επόμενα χρόνια: ευκαιριακές φίρμες, ευκολοχώνευτα τραγούδια, σουξέ, σώου στην πίστα κλπ.

Αυτό είχε σαν φυσικό επακόλουθο την διαρκώς αυξανόμενη επιθυμία των τραγουδιστών για έλεγχο των πάντων, μεροκάματα μεγάλα, έλεγχος από ορχήστρα μέχρι το πρόγραμμα, τη σειρά των ονομάτων στη μαρκίζα, τα μικρόφωνα, την γκαρνταρόμπα των γκαρσονιών, μέχρι και τι σώβρακα φορούσαν οι μουσικοί που λέει ο λόγος. Αυτό βέβαια μόνο καλό δεν έκανε στη δουλειά των μουσικών και τα αποτελέσματά του φαίνονται εδώ και χρόνια. Σε αυτό που συμβαίνει σήμερα μεγάλο ρόλο έχουν παίξει οι αντιλαϊκές πολιτικές όλων των κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια που πλήττουν άμεσα τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα με αποτέλεσμα η νυχτερινή διασκέδαση να είναι είδος πολυτελείας.

Από το «κάθε νύχτα δουλειά» τη δεκαετία του '80, χωρίς ρεπό, με γεμάτα τα μαγαζιά που δεν ξεχώριζε το Σάββατο από καθημερινή, έχουμε φτάσει (απ)αισίως στο τριήμερο-τετραήμερο και εσχάτως διήμερο. Στο τέλος θα δουλεύουμε και θα διασκεδάζετε μόνο Σάββατο (τελικά γίναμε Ευρώπη πλάκα-πλάκα). Βέβαια ρόλο έχει παίξει και το ότι οι μουσικοί έχουν γίνει πλέον πάρα πολλοί με αποτέλεσμα μεγάλη προσφορά εργασίας και συνεπώς χαμηλότερα μεροκάματα. Εδώ και τέσσερα-πέντε χρόνια τα μεροκάματα στην καλύτερη περίπτωση μένουν σταθερά ή μειώνονται λίγο. Κυμαίνονται από εξήντα έως διακόσια ευρώ, ανάλογα το μαγαζί, τον μουσικό, τις μέρες εργασίας κλπ. Σπανίως πάνω από διακόσια ευρώ και φυσικά μόνο για ελάχιστους μουσικούς φίρμες. Σε μερικούς μπορεί το μεροκάματο των εκατό ή εκατόν είκοσι ευρώ να φαίνεται αρκετό, αλλά μάλλον δεν είναι, αν σκεφτείτε ότι δουλεύουμε τρεις μέρες την εβδομάδα για πέντε έως έξι μήνες, δηλαδή σπανίως πάνω από ογδόντα μέρες κατά τη χειμερινή σεζόν. Όσοι καταφέρουν και κάνουν εκατό ή περισσότερα μεροκάματα αντιμετωπίζονται με ζήλια και απορία από τους συναδέλφους τους. Η αντίστοιχη χειμερινή περίοδος στη δεκαετία του '80 ήταν διακόσια τριάντα έως διακόσια πενήντα μεροκάματα.

Για το καλοκαίρι καλύτερα να μη μιλήσω. Μαγαζιά με πενήντα έως ογδόντα ευρώ μεροκάματο (ουσιαστικά σου επιδοτούν τις διακοπές) για τριάντα έως πενήντα μέρες δουλειά τους μήνες αιχμής ή δεκαπέντε έως είκοσι συναυλίες από το Πάσχα που κλείνουν τα μαγαζιά μέχρι τον Οκτώβρη που ανοίγουν, οι οποίες μερικές φορές πληρώνονται πολύ αργότερα με μεγάλη καθυστέρηση, μερικές φορές δεν πληρώνονται καθόλου. Ακόμα ο μουσικός δουλεύει πάντα βράδυ, Σαββατοκύριακα, αργίες, σε ανθυγιεινό περιβάλλον. Αν μιλήσουμε για την ασφάλεια και το ΙΚΑ ’στα τα να πάνε! Μερικές φορές δε συμπληρώνεται ούτε ο μαγικός αριθμός των πενήντα ενσήμων που είναι αναγκαία για την περίθαλψη. Τα εκατό ένσημα και το ταμείο ανεργίας ελάχιστοι είναι αυτοί που τα φτάνουν. Πολλές φορές πληρώνουν οι ίδιοι τα ένσημα για να φτάσουν εκατό. Για σύνταξη μόνο από αυτή τη δουλειά ούτε λόγος. Μόνο μερικοί μουσικοί που έτυχε να φύγουν στην Αμερική για δεκαπέντε έως είκοσι χρόνια έχουν συντάξεις, γιατί εκεί τα συνδικάτα δεν αστειεύονται. Οπωσδήποτε σε αυτό φταίνε και οι ίδιοι οι μουσικοί που λόγω της φύσης της δουλειάς σπανίως είναι ενωμένοι και ποτέ δε διεκδικούν.

Όλα τα παραπάνω μας έχουν οδηγήσει στην κατάσταση να μην μπορεί ένας μουσικός να συντηρήσει ένα σπίτι μόνο με αυτή τη δουλειά, ειδικά αν είναι μόνο αυτός που δουλεύει στην οικογένεια. Ίσως βέβαια έτσι να είναι καλύτερα από την άποψη ότι θα ξαναβρούμε το «ερασιτεχνικό» κέφι για τη μουσική και θα μπορούμε κάποια Παρασκευή ή Σαββατοκύριακο να βγούμε με φίλους ή να μας χαρεί λίγο και η οικογένειά μας.