άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Πολλές φορές συναντούσα στο δρόμο διάφορους παράξενους τύπους και στεκόμουνα και τους χάζευα. Μου άρεσαν αυτές οι γραφικότητες. Μια μέρα, δίπλα στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, σ' ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι, καθόταν ένας τυφλός γέρος. Έπαιζε φάλτσα ένα ακορντεόν και είχε μπροστά του ένα πιατάκι για να του ρίχνουνε κέρματα οι περαστικοί.

Τραγουδούσε σε μελωδία διαφορετική από εκείνην του Βαμβακάρη και σ' ένα ρυθμό που πρέπει να ήταν συρτός, τους παρακάτω στίχους:

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν,
σαν τα λούλουδα του κάμπου.

Τα ματόκλαδά σου κλείνουν,
να περάσω δε μ' αφήνουν.

Τα ματάκια σου, αδερφούλα,
Το 'να τ' άστρι, τ' άλλο η πούλια.

Μια ματιά σου με πεθαίνει
και μια άλλη μ' ανασταίνει.

Θα ήταν καλοκαίρι ή αρχές φθινοπώρου του 1966, όταν περίπου στο ίδιο σημείο είδα έναν ηλικιωμένο, αξύριστο και κακοντυμένο άνθρωπο να παραπατάει και κάτι να μουρμουρίζει μόνος του. Υπολόγισα ότι θα ήταν ή μεθυσμένος ή μαστουρωμένος. Και πλησιάζοντάς τον, τον ρώτησα:
- Τι γίνεται; Τι συμβαίνει;
- Σσσς!... Ζούλα! μου ψιθύρισε, βάζοντας το χέρι πάνω στα χείλη του.
- «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα...», του είπα, τον γνωστό στίχο του Γιώργου Μπάτη.
- Ναι, μου λέει, είναι του Μπάτη.
- Τον ξέρεις τον Γιώργο Μπάτη; Ρώτησα γεμάτος απορία.
- Ναι, μου απάντησε, τον ξέρω.
- Ζει αυτός ο άνθρωπος; Πού βρίσκεται;
- Ζει και το σπίτι του βρίσκεται στον Πειραιά, κοντά στο τέρμα του Ηλεκτρικού.

Έτσι από έναν μεθυσμένο άνθρωπο πήρα τη σπουδαία πληροφορία ότι ο Γιώργος Μπάτης βρίσκεται στη ζωή. Μου είπε και τη διεύθυνσή του κι έτσι την άλλη μέρα, πήρα δυο φίλους μου, το Γιάννη Καούνη της Νομικής και το Γιάννη Καζάκο της Παντείου, μπήκαμε στον Ηλεκτρικό από την Ομόνοια και ξεκινήσαμε για την αναζήτηση του Μπάτη. Τον βρήκαμε σε κάποια ιδιόκτητα σπιτάκια, που έμενε μαζί με την κόρη του, μπήκαμε στην καμαρούλα του και τον είδαμε ξαπλωμένο σε ένα ντιβάνι να ξεκουράζεται. Μου φάνηκε μικρόσωμος, το στόμα του ήταν φαφούτικο και το κεφάλι του σαν να είχε μαζέψει...

Σ' έναν τοίχο απέναντί μας υπήρχε κρεμασμένη μια πάντα από τον καιρό των Βαλκανικών Πολέμων, που παρίστανε τον διάδοχο Κωνσταντίνο τον Α΄, καβάλα στ' άλογό του, να μπαίνει στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη, μαζί με τη συνοδεία του. Πιο ψηλά ήταν κρεμασμένοι μπαγλαμάδες διαφόρων μεγεθών, που ο καθένας είχε γραμμένο στο μάνικό του το όνομά του. Ήταν δηλαδή, βαφτισμένοι μπαγλαμάδες και νονός τους ήταν ο ίδιος ο Μπάτης. Ο ένας λεγότανε Μάρκος, ο άλλος Ρόζα, ο άλλος Μάγκας, ο άλλος Νταής και ούτω καθεξής. Ανάμεσα στους μπαγλαμάδες που ήταν ψηλά και στην πάντα, που ήταν χαμηλά, υπήρχε ένα κάδρο, με αγκαλιασμένα φίδια και με την επιγραφή: «Ο Θεός να με φιλάει από τους φίλους, κι εγώ φυλάγομαι από τους εχθρούς».

Ο Μπάτης άνοιξε το στόμα του και η φωνή του βγήκε με προσπάθεια, ψιθυριστή, αλλά έντονη, σαν από τα βάθη σπηλαίου: - Πώς σε λένε; με ρώτησε.
- Νέαρχο, του απάντησα.
- Νέαρχε, εμένα που με βλέπεις, έχω φουμάρει στη ζωή μου δυο βαποριές χασίσι!
Τόνιζε τις λέξεις με περηφάνια και ήταν φανερό πως ήθελε να καυχηθεί. Κατάλαβα ότι στην εποχή του το φουμάρισμα του χασίς ήτανε μόδα, μαγκιά και παλικαριά. Δεν έδωσα σημασία σ' αυτή την κουβέντα, για να μην περιστραφεί η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα. Τον ρώτησα για τους παλιούς του συνεργάτες κι έτσι έμαθα ότι αυτός, ο Μάρκος, ο Στράτος κι ο Ανέστος Δελιάς αποτελούσαν την «Πειραϊκή Τετράδα». Εκεί είδαμε για πρώτη φορά και τη φωτογραφία που έγραφε από κάτω «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Μας τη χάρισε κι αργότερα κάναμε αντίγραφα και τη δημοσιέψαμε στις εφημερίδες. Μας είπε ότι ο Στράτος Παγιουμτζής ζει με τη γυναίκα και την κόρη του κάπου στο Αιγάλεω, αλλά ότι ο Ανέστος Δελιάς, που τον λέγανε και «Αρτέμη», είχε πεθάνει νέος από τα χρόνια της Κατοχής.

- Από τι πέθανε;
- Από την πρέζα...
- Α, ώστε γι' αυτό έγραψε: «Απ' τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω...»;
- Όχι, αυτό το έγραψε προτού να γίνει πρεζάκιας!
- Και πώς έγινε πρεζάκιας;
- Είχε μια γκόμενα πουτάνα, τη Σκολαρικού... Αυτή τον έκανε πρεζάκια. Ο Ανέστος ήταν ωραίο παιδί κι αυτή, για να τον κρατήσει κοντά της και να μην της φύγει, έκανε ένα κόλπο. Στον ύπνο που κοιμότανε ο Ανέστος, αυτή η κουφάλα έκανε ένα χωνί με χαρτί και του έριχνε στα ρουθούνια τη σκόνη... Έτσι σιγά-σιγά τον έκανε πρεζάκια. Και βλέπαμε τα χάλια του... Εμείς οι χασικλήδες, με την κουστουμιά μας, τη γραβάτα μας, στιβάλι γυαλισμένο, όλα στην τρίχα.... Οι πρεζάκηδες, κουρελήδες, αξύριστοι, βρώμικοι, πεινασμένοι, γιατί όλα τους τα λεφτά τα δίνανε στην πρέζα και δεν τρώγανε... Μια μέρα πήγαμε με το Στράτο στη μάνα του και της είπαμε: «Μάζεψε το γιο σου, γιατί έπεσε στα βουρκάρια... Θα τον πεθάνει αυτή η πουτάνα η Σκολαρικού!»... Δεν μας άκουσε και δεν τον μάζεψε κι έτσι ο Ανέστος πέθανε από την πρέζα...

Τον παρακάλεσα να πάρει τον μπαγλαμά του, να παίξει και να μας τραγουδήσει κανένα δυο τραγούδια. - Άκου να σου πω, Νέαρχέ μου, είπε. Θα σου δώσω το τηλέφωνο της κόρης μου κι άλλη φορά, άμα θέλετε να έρθετε, να μου τηλεφωνείτε από πριν, να κόβω μερικές βόλτες μέσα στην αυλή, για να ζεσταίνεται το αίμα μου. Κι έτσι να μπορώ να σας παίζω και να τραγουδάω καλύτερα. Παρ' όλα αυτά πήρε έναν μπαγλαμά στα χέρια του, άρχισε να παίζει και να τραγουδά με τη σπηλαιώδη φωνή του τους παρακάτω στίχους:

Εβρήκα μια δουλειά
να μη δουλεύω πια.

- Για πες μας, τι δουλειά
να μη δουλεύεις πια;

- Εγώ θα πάρω δυο
ένα γέρο κι ένα νιο.

Ο γέρος στη δουλειά
ο νιος στην αγκαλιά.

Ο γέρος θα τα φέρνει
και ο νέος θα τα παίρνει.

Τις λίγες νότες του τραγουδιού μου φαίνεται ότι τις έπαιζε πάνω στη μια χορδή, το καντίνι, που ήταν κουρδισμένο ρε μινόρε. Ταυτόχρονα όμως χτύπαγε και τις τρεις διπλές χορδές του μπαγλαμά. Έτσι, η μια έδινε τη μελωδία κι οι άλλες δυο κρατούσαν το ίσο. Μας είπε ότι αυτό λέγεται «κούρδισμα πειραιώτικο». Πρόσεξα ότι σε κάποια μεριά του δωματίου είχανε ξεμείνει τέσσερις δίσκοι γραμμοφώνου: «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα» και «Ο θερμαστής» του Μπάτη, «Ο Ισοβίτης» του Βαμβακάρη και «Μες στης Πόλης το χαμάμ» του Δελιά. Του ζήτησα να μας τους παραχωρήσει, πράγμα που το έκανε με ευχαρίστηση. Έτσι, αποδείχτηκε πως ο Γιώργος Μπάτης δεν ήταν και τόσο πονηρός όσο λέγανε, δεν ήταν φιλοχρήματος, αλλά γενναιόδωρος. Τον αποχαιρετήσαμε, αφού πρώτα φωτογραφηθήκαμε μαζί του. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που βλέπαμε τον «μεγάλο δεξιοτέχνη του μπαγλαμά», όπως τον χαρακτήρισε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ο Γιώργος Μπάτης πέθανε λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτη του 1967.

Αυτοί οι τέσσερις δίσκοι, που μου παραχώρησε ο Μπάτης, ήταν το δόλωμα για να ψαρέψω εκατόν είκοσι σπάνια τραγούδια από τη συλλογή του Βαγγέλη του Καλαματιανού. Όσο κι αν ισχυριζόταν ότι μόνο πάνω από το πτώμα του θα βγαίναν οι δίσκοι από το σπίτι του, σκέφτηκα ότι θα τον έκανα να παραβιάσει αυτή τη δογματική διατύπωσή του... Την Κυριακή το πρωί βρέθηκα στο Γιουσουρούμ, για να εφαρμόσω το σχέδιό μου. Και πραγματικά, με την πρώτη βόλτα που έκανα, συνάντησα το Βαγγέλη τον Καλαματιανό, που έψαχνε να βρει κανένα σπάνιο κελεπούρι, με το ύφος που η αλεπού ψάχνει να βρει κανένα κοτόπουλο.

- Γεια σου, Βαγγέλη, βρήκες κανένα καλό πράμα;
- Μπα, μικροπράματα... Βρήκα αυτό το δίσκο του Μάρκου, που τον έχω, αλλά τώρα τον βρήκα πιο καινούργιο.
- Για πες μου, Βαγγέλη, μήπως έχεις τον «Ισοβίτη» του Μάρκου;
- Όχι, πρώτη φορά το ακούω, είπε ο Βαγγέλης χλομιάζοντας από την ταραχή του.
- Μήπως έχεις τον «Θερμαστή» του Μπάτη;
- Όχι, τι είναι αυτό; μου λέει.
- Μήπως έχεις το «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα»;
- Όχι, ξαναλέει.
- Το «Μες στης Πόλης το χαμάμ» του Δελιά;
- Γιατί, τα έχεις εσύ; με ρώτησε τρέμοντας από τη λαχτάρα.
- Τα έχω, του απάντησα, τονίζοντας έντονα αυτές τις δυο λέξεις.
- Να κάνουμε ανταλλαγή, μου λέει. Να σου δώσω κάποιους δίσκους που θέλεις και να μου δώσεις αυτά.
- Άκου να σου πω, Βαγγέλη. Εσύ θα μου φέρεις να ηχογραφήσω τα εκατόν είκοσι τραγούδια του Μάρκου και του Μπάτη, που είπες ότι έχεις, κι εγώ θα σου χαρίσω αυτούς τους τέσσερις δίσκους.

Όποιος δεν γνώρισε την τρέλα, τη μανία, την ανίατη αρρώστια, θα έλεγα, των συλλεκτών, δε θα μπορούσε να καταλάβει την ταραχή και την τρεμούλα του Βαγγέλη του Καλαματιανού, όλη την ώρα που ανταλλάζαμε αυτά τα λόγια. Ο συλλέκτης, για τη μανία του, μπορεί να κάνει έγκλημα, για να αποκτήσει τα σπάνια κομμάτια που του λείπουνε. Μπορεί να κάνει απάτη, μπορεί να κάνει διάρρηξη, μπορεί να κάνει κλεψιά και φόνο. Γνώρισα τέτοιους τρελούς συλλέκτες. Γνώρισα συλλέκτες, που για το πάθος τους εξευτελιστήκανε, μαυροπινακιστήκανε, μπήκανε φυλακή. Ο Βαγγέλης ο Καλαματιανός δε χρειαζότανε να εγκληματήσει για να πάρει τα τέσσερα σπάνια κομμάτια. Έτσι, την ημέρα και την ώρα που συμφωνήσαμε, ανηφόριζε τη Θεμιστοκλέους για να φτάσει στο νούμερο 71, όπου ήτανε το φοιτητικό μου δωμάτιο, φορτωμένος με δυο μεγάλες τσάντες, που ήταν γεμάτες με το θησαυρό του, περίπου εξήντα δίσκους γραμμοφώνου. Οι φίλοι μου είχαν δανειστεί ένα τεράστιο μαγνητόφωνο Γκρούντιχ, που έπαιρνε μιαν επίσης τεράστια μαγνητοταινία τεσσάρων εγγραφών. Είχαμε συνδέσει ένα πικ-απ Φίλιπς με το μαγνητόφωνο και κάναμε την ηχογράφηση. Τέσσερις ώρες τη μια μέρα και τέσσερις ώρες την άλλη. Ήταν η πρώτη φορά που εκατόν δέκα τραγούδια του Μάρκου και δέκα του Μπάτη και του Δελιά, σε πρώτη εκτέλεση, βρίσκονταν μαζεμένα στα χέρια μελετητών του Λαϊκού Τραγουδιού.

Πρόσφατα έμαθα ότι ο Βαγγέλης Καλαματιανός στα γεράματά του ερωτεύτηκε μια μικρούλα, εγκατέλειψε την οικογένειά του και πήγε να ζήσει μαζί της σ' ένα άλλο σπίτι. Η γυναίκα και η κόρη του τού διαμηνύσανε ότι αν δεν γυρίσει πίσω, θα πουλήσουνε όλους τους δίσκους του Βαμβακάρη σε άλλο συλλέκτη. Τότε ο Βαγγέλης παράτησε τη μικρούλα και γύρισε σπίτι του. Έτσι, η ερωτική του περιπέτεια έληξε άδοξα προς μεγάλη δόξα του Μάρκου Βαμβακάρη.

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

9 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.