άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Θα αρχίσω από το σπίτι μας στη Νέα Υόρκη το 1936. Τότε γεννήθηκα. Μέναμε σε μια γειτονιά με πολλούς Έλληνες και άλλους Ευρωπαίους. Κάθε οικογένεια είχε τους Ελληνικούς της δίσκους και ένα φωνόγραφο. Ανάλογα με το μέρος της Ελλάδας από όπου είχαν έρθει, είχανε και την τοπική μουσική τους. Η Μικρασιάτες ακούγανε και Τούρκικους δίσκους σε μικρές συγκεντρώσεις με στενούς φίλους που τα γνωρίζανε και τους άρεσαν. Τα ζεϊμπέκικα ήταν σε ανατολίτικο στυλ με ούτια, κανονάκια και βιολιά. Αυτά που τα λέγαμε μόρτικα, αλανιάρικα και μετά ρεμπέτικα τα ακούσαμε λίγο πριν τον πόλεμο με τη Γερμανία. Τα μπουζούκια ακούγονταν σαν μαντολίνα τότε και κανένας από μας δεν ήξερε τη διαφορά.

Στα σπίτια τραγουδάγανε διάφορες καντάδες. Θυμάμαι το «Κερνώ τον πόνο μου κρασί». Μεγάλο σουξέ της εποχής! Το τραγουδούσε η μάνα μου και έπαιζε μαντολίνο! Από μικρός άκουγα τα παλιά τραγούδια του Περιστέρη, Ρούκουνα, Σαμιωτάκη, Τούντα, Παπασιδέρη, Καλλέργη, Στράτου, Στελλάκη, Γεωργακόπουλου, Κερομύτη και πολλών άλλων ίσως άγνωστων σήμερα. Τα πρώτα χρόνια ακούγαμε δημοτικά γιατί ήτανε χορευτικά (συρτά, καλαματιανά και τσάμικα), καλά για τα γλέντια. Τα μπουζούκια δεν τα είχε γνωρίσει ο κόσμος της εποχής. Τα σπίτια είχανε πολλά μαντολίνα, βιολιά, κιθάρες και κλαρίνα για της παρέες τα Σαββατοκύριακα. Όλοι γλεντάγανε στα σπίτια τους, γιατί μαγαζιά Ελληνικά με μουσική δε θυμάμαι να υπήρχανε. Μετά από το 1929 μέχρι το 1933 που κλείσανε οι τράπεζες και οι λεφτάδες τα χάσανε όλα υπήρχε μεγάλη φτώχια στην Αμερική και τους επαγγελματίες μουσικούς τους βλέπαμε μόνο σε γάμους, βαφτίσια και χοροεσπερίδες. Αυτοί ήτανε μεγάλοι στην ηλικία και παίζανε κλαρίνα, λαούτα, ούτια, σαντούρια και βιολιά. Ωραία χρόνια!

Στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είχε έρθει η Σοφία Βέμπο με μουσικούς για τα τραγούδια του πολέμου. Είχε μαζευτεί όλος ο Ελληνισμός της Νέας Υόρκης να ακούσει τα ελληνικά τραγούδια. Όμως για πολλά χρονιά δεν είχαμε ακούσει μπουζούκι. Ένας ήταν, ο μοναδικός, ο Τζακ Χαλκιάς που έπαιζε το φημισμένο του ταξίμι και άλλα κομμάτια που γίνανε δίσκοι. Το 1951 ήρθε ένας μπουζουξής ο Κώστας Καλύβας. Νομίζω πως ήτανε ένας από τους πρώτους επαγγελματίες.

Το Μάρτη το 1951 με πήγε η μάνα μου στην Ελλάδα για πρώτη φορά, με το πλοίο «Νέα Ελλάς». Θα γράψω λίγα για αυτή την εποχή αν και νομίζω πως τη γνωρίζετε καλυτέρα από μένα. Είχαν γίνει σουξέ τότε «Η Ταμπακέρα», «Σε τούτο το παλιόσπιτο», «Άσ' τα τα μαλλάκια σου», «Ο Ναύτης», «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» και «Τα Πεταλάκια». Εγώ τρελάθηκα με τα μπουζούκια και μου κόλλησε η «ασθένεια» τόσο, που κρατάει μέχρι σήμερα, 54 ολόκληρα χρόνια μετά.

Ο Παύλος Κακούρης στα τέλη της δεκαετίας του '50 με το πρώτο του 'Ζοζέφ'
Πρώτη φορά είδα να παίζουνε μπουζούκι στο Μενίδι, στο πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής, σε μια μεγάλη ταβέρνα που την λέγανε «Η Αίγλη». Ήτανε ο Τσιτσάνης μαζί με τον Παπαϊωάννου. Το σπίτι μας ήτανε πολύ κοντά και τους άκουγα όλη νύχτα από κρεβάτι μου. Γύρισα στην Αμερική τον Ιούλιο και έκλεισα 15 χρονών. Στα 17 πήγα ναύτης στο πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ. Είχα πάντα μαζί μου στο πλοίο δίσκους Ελληνικούς και γραμμοφωνάκι, για να έχω ελληνική συντροφιά. Τα τραγούδια που είχα τότε (το 1953/54) ήτανε το «Φτωχοκάλυβο», «Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό», «Εσένα σε φοβάμαι». Πιθανόν στην Ελλάδα να είχαν βγει πολύ νωρίτερα, αλλά μέχρι να φτάσουνε στην Αμερική θα πέρασε καιρός. Όταν πήγα στην Ιαπωνία, μετά από τον πόλεμο με την Κορέα, βρήκα μαγαζιά ελληνικά που πηγαίνανε οι Έλληνες του εμπορικού ναυτικού. Η πόλη Κόμπι δίπλα στο λιμάνι είχε τρία τέτοια μαγαζιά, με Ελληνικούς δίσκους μόνο στη δισκοθήκη τους και οι Γιαπωνέζες που εργάζονταν εκεί χορεύανε όλους τους ελληνικούς χορούς και μιλάγανε ελληνικά. Μου κάνανε μεγάλη εντύπωση με την εξυπνάδα τους. Μετά από κει πήγαμε στη Σαϊγκόν στην Ινδοκίνα, το σημερινό Βιετνάμ. Είχε και εκεί ένα Ελληνικό μαγαζί με το ίδιο πρόγραμμα. Απολύθηκα το 1957 και εγκαταστάθηκα στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας. Εκεί μένανε πολλοί Έλληνες και είχαμε και μια πολύ ωραία και μεγάλη εκκλησία την Αγία Σοφία. Δίπλα ήταν ένα ελληνικό μπακάλικο με όλα τα είδη από Ελλάδα και σε λίγο άνοιξε και ένα ελληνικό εστιατόριο, το «Ρόδος Καφέ».

Κάτω στο κέντρο της πόλης υπήρχαν κάτι πολύ παλιά καφενεία από 1920 όπως έμαθα. Επήγα και τα βρήκα και όταν μπήκα μέσα νόμιζα πως είχα πάει πίσω στο 1920 με τα μαρμάρινα τραπέζια και τις «αρχαίες» καρέκλες. Ο καφετζής στο πάγκο του, με τους καφέδες στη χόβολη, δυο κατσαρόλες στην στόφα γκαζιού και δυο ράφια με πολλούς αργιλέδες. Γύρω στους τοίχους μεγάλοι καθρέφτες και κάδρα με Πολίτικες και Σμυρναίικες σκηνές από περασμένα χρόνια. Όλοι εκεί ήτανε 65 και άνω και τους φαινόταν περίεργο που εμείς -εικοσάρηδες τότε- καθόμασταν ώρες και μιλάγαμε μαζί τους. Είχανε παλιούς δίσκους αλλά δε δίνανε σημασία. Αυτοί περισσότερο παίζανε χαρτιά. Εγώ ήθελα να μάθω για τους μουσικούς και έβλεπα να περνάνε από εκεί μουσικοί με κλαρίνα, βιολιά, σαντούρια λαούτα και ούτια από Αρμένηδες. Όλοι αυτοί μεγάλοι στα χρόνια. Παίζανε μόνο για τα τυχερά, φαΐ και ποτό, «καλντερίμι» όπως λέγανε. Έμαθα εκεί στο καφενείο από ένα γεροντάκι πως πριν το πόλεμο γύρω στο 1925 με 1935 το μπάντζο, που έμοιαζε πολύ με το όργανο της Τουρκίας που το λένε Σιουμπούς, είχε μεγάλη πέραση την στην Αμερική και αρκετοί Έλληνες το κουρδίζανε ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ σαν το τρίχορδο μπουζούκι και παίζανε Πολίτικα και Σμυρναίικα.

Κάπου έπρεπε να υπήρχανε μπουζούκια γιατί εγώ βρήκα το πρώτο μου μπουζούκι σε ένα παλιατζίδικο το 1960. Το όργανο αυτό είχε κατασκευαστεί το 1922 στην Νέα Υόρκη από το Σταθόπουλο. Έχει μέσα στο σκάφος κολλημένο το όνομα και την ημερομηνία. Ήτανε πολύ σκονισμένο, ψηλά σε ένα ράφι μαζί με παλιά μαντολίνα, αλλά το έκοψε το μάτι μου γιατί ήταν μακρυμάνικο. Το πήρα και μ' αυτό ξεκίνησε η καριέρα μου στο μπουζούκι. Το έχω ακόμα, παροπλισμένο, κρεμασμένο πια στον τοίχο για να μου φέρνει αναμνήσεις.

Στο φημισμένο Χόλυγουντ, το προάστιο του Λος Άντζελες όπου γυρίζουνε της κινηματογραφικές ταινίες, ήρθε ένας Γιώργος Ντε Μίλο από το Σικάγο. Απάνω στο φημισμένο «HOLLYWOOD BOULEVARD» (Λεωφόρος του Χόλυγουντ) άνοιξε το «GREEK VILLAGE» που έγινε το στέκι του μπουζουκιού για πάρα πολλά χρόνια από το 1958. Ο πρώτος μπουζουξής ήτανε ένας Αξιώτης Κεχαγιάς μαζί με την Ελένη Μπαρτσέρη. (Στη Νέα Υόρκη είχανε αρχίσει τα μπουζούκια πολύ νωρίτερα στην 8η λεωφόρο με όλες της φίρμες της εποχής. Πρώτα περνάγανε από εκεί, μετά πηγαίνανε στο Σικάγο και μετά στην Καλιφόρνια για να απολαύσουνε καλοκαίρι και ομορφιά).

Μετά από τον Κεχαγιά ήρθε ο Παπαϊωάννου μαζί με τον Καλλέργη που τον συνόδευε στην κιθάρα. Έγινε χαμός στο μαγαζί! Πού να βρεις κάθισμα! Από εκεί και μετά αρχίσανε τα χρυσά χρόνια του «ελληνικού Χόλυγουντ». Εκεί κοντά ήρθε ο Λάμπης ο ακορντεονίστας με το Γιώργο Καψοκίλη κλαρίνο από τον Πύργο Ηλείας. Μετά ήρθε ο Γεράσιμος Κλουβάτος που έγραψε το «Άναψε το Τσιγάρο». Σ' αυτόν πήγα και μου έδειξε πώς να κουρδίσω αυτό το παλιομπούζουκο και έκανα τα πρώτα βήματα στο μπουζούκι. (Έπαιζα λίγο μαντολίνο και βιολί από 8 χρονών αλλά πού να ανοίξουνε τα δάχτυλα με αυτές της αποστάσεις. Παιδεύτηκα αλλά τα κατάφερα).

Άνοιξε πιο κάτω το «TORCH» (η Δάδα). Ο Κλουβάτος πήγε εκεί πια και το πρώτο μαγαζί (το «GREEK VILLAGE») έφερε τον Μπαλή. Όλοι πολύ καλά μπουζούκια, αλλά ακόμα τα μεγάλα «πολυβόλα» δεν είχανε φτάσει σε μας. Ένα βράδυ πηγαίνω στο «GREEK VILLAGE» στο Χόλυγουντ. Στο πάλκο ήτανε ένα πολύ ψηλό παιδί μέχρι 27 χρονών (εγώ 24 τότε). Μελαχρινός, με μουστάκι, ντυμένος στη τρίχα. Μα τι να σας πω! Το μαγαζί ήτανε φίσκα από κόσμο και όλοι με τα ματιά καρφωμένα στο πάλκο. Απάνω με το μπουζούκι του ήτανε ο Ιορδάνης Τσομίδης! Δεν είχαμε ακούσει τέτοιο μπουζούκι άλλη φορά. Εγώ ανατρίχιασα μόλις τον άκουσα. Αργότερα απάνω στα κέφια του άρχισε να τραγουδάει ρεμπέτικα τραγούδια και έπαιξε ταξίμια. Εκεί να δεις φαντασίες και χοροί να τρελαθείς! Πολύ γερή και ωραία φωνή. Σε λίγες μέρες όλος ο κόσμος έλεγε «ΙΟΡΔΑΝΗ, ΙΟΡΔΑΝΗ». Ο Ιορδάνης ήτανε πολύ αγαπητός γιατί ήτανε ομορφόπαιδο, μποέμης, γελαστός, της παρέας, γλεντζές και ήξερε να διασκεδάζει τους πελάτες. Όλοι τον αγαπούσαν. Έμεινε έτσι, μέχρι που επέστρεψε στην Ελλάδα αρκετά χρόνια αργότερα. Ακόμα μιλάμε γι' αυτόν τον φανταστικό μπουζουξή.

Μετά ήρθε ο κορυφαίος μπουζουξής ο Γιάννης «Σπόρος» Σταματίου. Εκεί δώσαμε ρέστα! Έπαιζε τραγούδια του Χιώτη που μέχρι τότε δεν τα είχε παίξει κανένας άλλος από αυτούς που είχαμε ακούσει. Ο Σταματίου έπαιζε με το Γιάννη Τατασόπουλο πρίμο-σεκόντο πριν ακόμα έρθει στην Καλιφόρνια και είχαν βγάλει τον δίσκο «Μπουζούκι Πάρτι» όπου τραγουδάει και η Πόλυ Πάνου. Ήταν το πρώτο και καλύτερο πρίμο-σεκόντο ντουέτο που υπήρξε στον κόσμο και κατά τη γνώμη μου δε θα ξαναγεννηθούνε σαν αυτούς. Μόνο το ντουέτο «Strunz & Farah» είναι δεμένοι έτσι όπως ήταν αυτοί οι δύο. Ο Σταματίου κράτησε πολλά χρόνια στην Καλιφόρνια.

Γύρω στο 1963 γνωρίστηκε ο Σταματίου με τον βιρτουόζο Αρμένη βιολιστή ΧΑΡΑΤΣ ΓΙΑΚΟΥΜΠΙΑΝ και μαζί με το «δαίμονα» του πιάνου και ακορντεόν κάνανε το συγκρότημα «GLORIOUS GREEKS» (δοξασμένοι Έλληνες)! Φτάσανε να παίζουνε στο Λας Βέγκας και να γράψουνε το φανταστικό δίσκο με τον ίδιο τίτλο. Πάρα πολύ προχωρημένο ακόμα και για σήμερα 42 χρόνια μετά! Μεγάλη δουλειά! Γίναμε φιλαράκια με το Γιάννη και πήρα το πρώτο τετράχορδο που του το είχε κάνει ο Άκης Πάνου. Ήταν από τα πρώτα όργανα του Άκη και δε λαλούσε και πολύ, αλλά από δουλειά και εμφάνιση άπιαστο. Το πούλησα μετά από βλακεία και ακόμα ψάχνω να το βρω να το πάρω πίσω. Μετά ήρθε και ο μεγάλος Ηλίας Ποτοσίδης, στυλ Τσιτσάνη. Πολύ καλός και της παρέας κι αυτός με λίγες αλλά πενιές «κανονιές». Πέρασε και ο Γιάννης Αγγέλου, αλλά δεν έκατσε παρά μόνο λίγες μέρες. Ο μεγάλος ακορντεονίστας ο Καραθανάσης από τη Θεσσαλονίκη επίσης που όμως δεν του άρεσε καθόλου και έφυγε σε μια εβδομάδα. Είχαμε και τον Ανέστο «Γύφτο» Αθανασίου, ο οποίος μετά από τα ελληνικά μαγαζιά δούλεψε σε Αραβικό μαγαζί και πήγαινε ο Ραβί Σανκά, ο μεγάλος μουσικός του σιτάρ από την Ινδία να τον ακούσει. Την ίδια εποχή πέρασε ο Γιάννης Καλατζής με το τρίο από την Αυστραλία. Τότε μάθαινε μπουζούκι μετά από την κιθάρα και γνωριστήκαμε. Τον ξαναείδα στην Πλάκα μετά από μερικά χρόνια λίγο πριν τραγουδήσει το «Δελφίνι Δελφινάκι».

Ο Παύλος Κακούρης σπίτι του, στο ...bouzouki room
Το 1968 ο Γιώργος Τσιμπίδης και ο Σταύρος Τζουανάκος παίζανε στο εστιατόριο «Ζορμπάς» στο Σαν Χοσέ στην Καλιφόρνια, όπως και ο Κώστας Καπλάνης. Εκεί (στο Σαν Χοσέ) δούλεψα κι εγώ 6 χρόνια. Αυτό το μαγαζί λειτούργησε 35 χρόνια με το ίδιο αφεντικό τον Παναγιώτη Κουρέτα, μέχρι που πέθανε. Είχε έρθει από την Τρίπολη. Ήταν σπουδαίος, πολύ καλός άνθρωπος και βοήθησε πολύ κόσμο. Αυτό το μαγαζί έχει μεγάλη ιστορία.

Στο Σαν Φρανσίσκο ήταν άλλη πιάτσα πάλι. Το παλιό «EL GRECO» στην καρδιά του NORTH BEACH/CHINA TOWN. Το άλλο το «ΜΙΝΕRVΑ» το είχε ο Κρητικός ο Βασίλης Κλιμιδάκης. Ήταν η εποχή που βγήκε το «ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ» του Χατζιδάκι και χάλασε ο κόσμος σε όλη την Αμερική. Τα Ελληνικά μαγαζιά είχανε ουρές και περίμεναν ώρες για να μπουν μέσα. Μετά το «Ζορμπά» πάλι τα ίδια. Το 1981 ήρθε και ο Ζαμπέτας. Από εκεί και μετά πέρασε ο Καραντίνης, ο Μπιθικώτσης, η Γλυκερία, η Αλεξίου, ο Νταλάρας, η Μαίρη Λίντα, η Πόλυ Πάνου και τόσοι άλλοι που δε θυμάμαι. Πάρα πολλά χρόνια με πολλούς καλούς μουσικούς. Είμαι πάρα πολύ τυχερός που τους έζησα.

Είχαμε και τον φανταστικό βιρτουόζο, τον πολύ μεγάλο μουσικό Χάρη Λεμονόπουλο. Απίστευτο παίξιμο και τρομερή φαντασία. Ο Χάρης δούλεψε σχεδόν σε όλα τα καλά μαγαζιά της Αμερικής. Θα σας διηγηθώ και ένα κωμικό επεισόδιο, το οποίο πρέπει να θυμάται και ο Τσομίδης. Το 1970 άνοιξε ένα μαγαζί ένας φίλος μου στο San Pedro, στην Καλιφόρνια που είναι το λιμάνι του Λος Άντζελες. Πήρε εμένα επειδή ήμασταν φίλοι και για πρώτο μπουζούκι πήρε τον Ιορδάνη. Μαζί μας ήταν ο Νίκος Ρούσσος στην κιθάρα και είχαμε και έναν στα κρουστά. Η δουλειά πήγε καλά αμέσως γιατί ερχόντουσαν συνέχεια ελληνικά φορτηγά πλοία με αρκετούς ναύτες κάθε βράδυ. Ο Άρης Μυλωνάς -το αφεντικό- πήγαινε και τους μάζευε από το λιμάνι και τους έφερνε στο μαγαζί. Πιο κοντά στο λιμάνι ήταν και ένα άλλο μαγαζί πάλι ελληνικό, αλλά δεν είχε μουσική. Μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες ένα Σάββατο βράδυ είχαμε πάρα πολλή δουλειά και θυμάμαι κάναμε και πολλή χαρτούρα. Τελειώσαμε και πήγαμε στο ξενοδοχείο. Κατά τις τέσσερις το πρωί ακούω κάποιον να χτυπά την πόρτα. Ήταν το αφεντικό.
- Τι έγινε; του λέω.
- Σήκω και έλα στο μαγαζί! μου λέει.
Πάω και τι να δω; Είχε πέσει όλο το ταβάνι και ήτανε πεσμένα διάφορα ξύλινα καδρόνια. Τα μηχανήματα στο πάλκο ήταν τρυπημένα από ξύλα. Οι μάγκες από το άλλο μαγαζί μας είχανε βάλει βόμβα και το σηκώσανε στον αέρα! Αυτό ήταν και το τέλος της συνεργασίας μου με τον Ιορδάνη Τσομίδη. Ευτυχώς εγώ ποτέ δεν άφηνα το μπουζούκι μου στο μαγαζί!

Σήμερα έχουμε λίγα μπουζούκια από την Ελλάδα. Υπάρχουν πάρα πολύ καλοί οργανοπαίχτες σαν το Γιώργο Σοφό (μαθητής του Γιάννη Τατασόπουλου) και τον Αλέκο Γαλά που γεννήθηκε για να παίζει μπουζούκι (μαθητής του Δερβενιώτη, Λεμονόπουλου και Σταματίου). Φυσικά υπάρχουν πολλοί που έχουν συγκροτήματα για γάμους, πανηγύρια και άλλα που δουλεύουνε σε άλλες δουλειές για να ζήσουν και που όλοι έχουν γεννηθεί εδώ στην Αμερική.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.