άρθρα

τα άρθρα της κλίκας
 

Α. Γενικά

Συνήθως, όταν η κουβέντα δύο μουσικών πάει στην αρχαία Ελλάδα, το πρώτο όνομα που θα αναφερθεί είναι του Πυθαγόρα και μάλλον θα είναι και το μοναδικό, αφού η θεωρία του περί μουσικής είναι και η μόνη αρκετά διαδεδομένη στους μουσικούς που δεν αρκούνται μόνο στο να παίζουν. Είναι όμως μεγάλο κρίμα που εμείς οι Έλληνες τουλάχιστον δε γνωρίζουμε για τον Αριστόξενο και τη δική του θεωρία περί μουσικής, η οποία είναι άκρως αντίθετη με αυτή του Πυθαγόρα. Σε αυτό το άρθρο θα γίνει μια σύντομη περιγραφή της αρμονικής θεωρίας του Αριστόξενου του Ταραντίνου (καταγόταν από τον Τάραντα της Σικελίας, καμία σχέση με τον Κουεντίν), τον οποίον στην αρχαία Ελλάδα αποκαλούσαν «ο Μουσικός».

Ο Αριστόξενος ήταν σύγχρονος του Πυθαγόρα, αφού ο τελευταίος πέθανε το 490 π.Χ. και ο πρώτος γεννήθηκε κάπου ανάμεσα στο 375 με 360 π.Χ. Στον τομέα της μουσικής η έρευνα του ήταν επαναστατική. Παραμέρισε τις έρευνες των πυθαγορείων ως άσχετες προς το θέμα και επικέντρωσε την προσπάθειά του στο να καθιερώσει μια τελείως νέα επιστήμη, η οποία θα μελετούσε τη μουσική με βάση τις αρχές από την ίδια τη μουσική και όχι από τη φυσική ή τα μαθηματικά. Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά των δύο θεωριών.

Β. Η Αρμονική Θεωρία

Και ξεκινάμε:
Στην αρχαία Ελλάδα η ένωση δύο ή περισσοτέρων διαστημάτων ονομάζεται σύστημα. Το πρώτο καλά οργανωμένο σύστημα, που κατόπιν χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τα Τέλεια Συστήματα, ήταν το τετράχορδο. Με τη σύζευξη δύο συνεχών τετραχόρδων δημιουργήθηκε το επτάχορδο σύστημα, λ.χ.:

μι-φα-σολ-λα-σι-ντο-ρε

Το επτάχορδο σύστημα αποδόθηκε στον Τέρπανδρο (7ος αι. π.Χ.). Tο επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία του οκτάχορδου συστήματος (6ος αι. π.Χ.) με την παρεμβολή μιας διάζευξης ανάμεσα στα δύο συνεχή τετράχορδα:

μι-φα-σολ-λα-σι-ντο-ρε-μι

Η προσθήκη της όγδοης χορδής αποδόθηκε στον Πυθαγόρα. Η κατοπινή προσθήκη περισσοτέρων χορδών είχε ως συνέπεια τη χρήση και άλλων συστημάτων. Το επτάχορδο σύστημα ήταν το κύριο σύστημα της κλασσικής εποχής, ενώ το οκτάχορδο ήταν το πρώτο πλήρες σύστημα. Ο Αριστόξενος χρησιμοποιεί τον όρο ακίνητοι αντί εστώτες, για τους φθόγγους του τετραχόρδου που δεν άλλαζαν παρά οποιεσδήποτε αλλαγές στο γένος του. Με άλλα λόγια ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος φθόγγος του τετραχόρδου.

Ο όρος «εκτημόριο» μάλλον οφείλεται στον Αριστόξενο. Πάντως στα Αρμονικά στοιχεία το καθορίζει σαφώς. Πρόκειται για το 1/6 του τόνου. Είναι ένα υποθετικό και καθαρά θεωρητικό διάστημα. Το εκτημόριο είναι το διάστημα που δύο χρωματικές διέσεις (2/3 του τόνου) ξεπερνούν δύο εναρμόνιες διέσεις (1/2 του τόνου: 2/3-1/2=1/6). Αφού η χρωματική δίεση είναι μεγαλύτερη από την εναρμόνια κατά ένα δωδεκατημόριο είναι προφανές πως οι δύο χρωματικές διέσεις θα είναι μεγαλύτερες των δύο εναρμονίων κατά το διπλάσιο. Αυτό είναι το εκτημόριο, διάστημα που είναι μικρότερο από το ελάχιστο (των διαστημάτων) που μπορούν να εκτελεστούν μελωδικά. Επομένως το εκτημόριο είναι αμελώδητο διάστημα (δεν μπορεί να εκτελεστεί από τη φωνή).

Ο Αριστόξενος πάντως, πρωταρχικά ασχολήθηκε με το δωδεκάφθογγο σύστημα (350 π.Χ.) και με τους 12Χ6=72 μικροτόνους στην οκτάβα. Γενικά παραδέχεται την εξής πρόταση, όπως γράφει ο ίδιος: «με την ακοή κρίνουμε τα μεγέθη των διαστημάτων, ενώ με τη διάνοια μελετούμε τους μηχανισμούς (τις λειτουργίες) των φθόγγων. Εκτός από τους φθόγγους και τα συστήματα, ο Αριστόξενος καταπιάστηκε και με τα γένη. Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν 3 γένη:

  • διατονικό
  • χρωματικό
  • εναρμόνιο.
Το διατονικό γένος έχει 2 υποκατηγορίες: α) μαλακό και β) σύντονο. Το χρωματικό, από την άλλη, έχει 3 υποκατηγορίες: α) χρωματικό μαλακό, β) ημιόλιο και γ) τονιαίο. Το εναρμόνιο δεν έχει υποκατηγορίες, ήταν ούτως ή άλλως κατά πολλούς θεωρητικούς, όπως ο Αριστείδης, το ακριβέστερο. Ο ίδιος ο Αριστόξενος ισχυριζόταν πως οι θεωρητικοί πριν από αυτόν ασχολούνταν όλοι με το εναρμόνιο γένος.

Το διατονικό γένος ήταν το αρχαιότερο από τα 3 γένη, απλό και φυσικό αλλά πιο ανδροπρεπές και αυστηρότερο. Σε αυτό γινόταν χρήση μόνο τόνων και ημιτονίων. Πιο απλά θα μπορούσαμε να κάνουμε μια ταύτιση με τα άσπρα πλήκτρα του πιάνου. Υπάρχουν δύο υποδιαιρέσεις:

  1. το μαλακό: όγδοη, 1/2 τόνος έβδομη, 3/4 του τόνου έκτη, 5/4 του τόνου και Πέμπτη.
  2. το σύντονο: με διαστήματα ημιτόνιο - τόνος - τόνος.
Τα γένη προβλημάτισαν πολλούς μουσικούς του αρχαίου κόσμου και πολύ περισσότερο τον Αριστόξενο. Συχνά ο Αριστόξενος χρησιμοποιεί τους όρους εναρμόνιο γένος και αρμονία, ενώ από την εποχή του και μετά ο ένας όρος αντικαθιστά τον άλλον. Στο εναρμόνιο γένος γινόταν χρήση τετάρτων του τόνου. Ο Αριστείδης υποστηρίζει ότι το εναρμόνιο γένος ήταν ακριβέστερο και έγινε δεκτό από τους επιφανέστερους ανθρώπους στη μουσική. Ο παρακάτω πίνακας μας δίνει τις διαστηματικές αποστάσεις των 3 γενών και των υποκατηγοριών τους:
Απόσταση από την Α' στη Β' βαθμίδα τη Β' στη Γ' βαθμίδα τη Γ' στη Δ' βαθμίδα
Εναρμόνιο 1/4 1/4 2
Χρωματικό μαλακό 4/12 4/12 22/12
Ημιόλιο 6/12 3/12 21/12
Τονιαίο ή Σύντονο Ημιτόνιο Ημιτόνιο 3/2
Διατονικό μαλακό 15/12 9/12 1/12
Διατονικό σύντονο Τόνος Τόνος Ημιτόνιο

Χρωματικό γένος ή απλώς χρώμα ήταν το γένος στο οποίο ένα διάστημα ενός τόνου και μισού χρησιμοποιούνταν ως χαρακτηριστικό συστατικό στοιχείο. Υπήρχαν τρεις χρόες στο χρωματικό: α) το χρωματικό μαλακό, β) το ημιόλιο και γ) το τονιαίο ή σύντονο. Ο Αριστόξενος δίνει τους ακόλουθους ορισμούς:

  1. το μαλακό χρωματικό είναι το τετράχορδο, στο οποίο το πυκνό (δηλαδή το σύνολο δύο μικρών διαστημάτων) αποτελείται από δύο ελάχιστες χρωματικές διέσεις, δηλαδή 4/12+4/12=8/12 και το υπόλοιπο είναι ένα ημιτόνιο παρμένο τρεις φορές (δηλαδή 1/2Χ3=3/2 ή 18/12) συν μια χρωματική δίεση (4/12), δηλαδή 18/12+4/12=22/12.
  2. το ημιόλιο χρωματικό είναι εκείνο, στο οποίο το πυκνό είναι μιάμιση φορά το εναρμόνιο πυκνό (1/4+1/4=1/2=6/12 εναρμόνιο πυκνό, πλέον το μισό του 3/12), δηλαδή 6/12+3/12. Έτσι τα δύο πρώτα διαστήματα του χρωματικού τετραχόρδου, αν ληφθούν ως πυκνό, θα είναι, κατά τον Αριστόξενο, 9/12 του τόνου, ενώ το υπόλοιπο του τετραχόρδου θα είναι 21/12.
  3. Το τονιαίο ορίζεται ως το τετράχορδο, στο οποίο το πυκνό είναι δύο ημιτόνια και το υπόλοιπο ένας και μισός τόνος.
Ο Αριστόξενος ισχυριζόταν ότι οι θεωρητικοί πριν από αυτόν ασχολούνταν όλοι με το εναρμόνιο γένος, παραμελώντας τα υπόλοιπα. Πίστευε ότι το εναρμόνιο γένος προήλθε από ένα απλούστερο πεντατονικό τρίχορδο μι-φα-λα με τη διαίρεση του ημιτονίου μι-φα σε δύο τεταρτημόρια. Η μαρτυρία που επικαλούνταν ήταν ένας παραδοσιακός αυλητικός σκοπός που παιζόταν σε σπονδές και αποδιδόταν στον ημιθρυλικό αυλητή Όλυμπο.

Ο Αριστόξενος επίσης καθιέρωσε ένα σύστημα 13 τόνων διαταγμένων σε απόσταση ημιτονίου από τον ένα στον άλλο. Η Μέση (πέμπτη βαθμίδα) του χαμηλότερου τόνου ήταν σε απόσταση ογδόης από τη μέση του ψηλότερου τόνου. Πιο κάτω παρατίθενται οι 13 τόνοι του Αριστόξενου στο διατονικό γένος. Είναι εύκολο να προσέξει κανείς πως από άποψη εσωτερικής διάταξης των διαστημάτων τους οι τόνοι είναι όλοι οι ίδιοι, επομένως η διαφορετική ονομασία τους οφείλεται μόνο στο διαφορετικό ύψος των βασικών τους φθόγγων (αρχής και τέλους). Σε αυτούς τους 13 τόνους προστέθηκαν αργότερα δύο ακόμη, επάνω από τον πρώτο (τον υπερμιξολύδιο), με προσλαμβανόμενο και μέση το φα# και το σολ.

Ο Αριστόξενος ασχολήθηκε με όλες τις πτυχές της μουσικής, στα 12 βιβλία του που έχουν σωθεί. Σημειωτέον ότι τα βιβλία που έχει γράψει είναι συνολικά 453! Σε σύγκριση με τη θεωρία του Πυθαγόρα αυτή φαίνεται και είναι απλούστερη, αφού είναι μια θεωρία που πηγάζει από τη μουσική και όχι από κάποια άλλη επιστήμη και αφού είναι «ραντισμένη» με τον εμπειρισμό του Αριστοτέλη (ο Αριστόξενος ήταν μαθητής του στο Λύκειο). Εκεί που οι Πυθαγόρειοι αποφασίζουν για τη μουσική ποιότητα με γνώμονα τους μαθηματικούς λόγους, ο Αριστόξενος λέει ότι ο κριτής είναι το αυτί και η αντίληψη του ήχου μέσω των αισθήσεων. Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τους αλεξανδρινούς χρόνους είχαν δημιουργηθεί 2 στρατόπεδα: από τη μια οι κανονικοί ή μαθηματικοί και από την άλλη οι ακουστικοί ή ακουσματικοί ή αρμονικοί. Πάντως, τους «μεροκαματιάρηδες» μουσικούς τους κέρδισε η ρεαλιστικότητα και ο εμπειρισμός της θεωρίας του Αριστόξενου.

Πηγή: Στέλιος Ι. Κοψαχείλης: Μουσικοφιλοσοφία Αριστόξενος ο Μουσικός μαθητής του Αριστοτέλη & τα θεωρητικά της μουσικής των αρχαίων, Eκδόσεις Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη 1996.

Βιβλιογραφία:
  • Αριστόξενος, Αρμονικά στοιχεία, εκδόσεις Meibom.
  • Αριστόξενος, The harmonics of Aristoxenus, edited by Henry Stewart Macran.
  • Στέλιος Ι. Κοψαχείλης, Μουσικοφιλοσοφία Αριστόξενος ο Μουσικός μαθητής του Αριστοτέλη & τα θεωρητικά της μουσικής των αρχαίων, εκδόσεις Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη 1996.
  • M. L. West, Αρχαία Ελληνική Μουσική, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • L. Laloy, Aristoxenus de Tarent, 1904.
  • Andrew Barker, Greek Musical Writings II, Harmonic and acoustic theory, Cambridge University Press, 1989.

Άρθρα:
  • Βάσω Κ. Ηλιάδη, Πυθαγόρας.
  • Ανδρονίκη Μαστοράκη, Επιδράσεις της αρχαίας ελληνικής μουσικής στο Βυζάντιο και τους Άραβες.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!