άρθρα

τα άρθρα της κλίκας

Λεωνίδας Γάιλας: ο κατασκευαστής του ταμπουρά του Μακρυγιάννη και το εργαστήρι του στην Αθήνα του 1835

Το Μάιο του 1994 έφτασε στο εργαστήρι μου το πιο διάσημο μουσικό όργανο της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, ο περίφημος ταμπουράς του Στρατηγού Μακρυγιάννη. Το όργανο είχε πολλά χρόνια να χρησιμοποιηθεί και παρουσίαζε ανοίγματα στις ντούγιες του σκάφους του, ενώ κάποια μέρη του έπρεπε να αντικατασταθούν γιατί είχαν χαθεί στη διαδρομή του χρόνου.

Αρχίζοντας την αποκατάσταση του οργάνου, ξεκίνησε για μένα ένας ερευνητικός κύκλος, χωρίς τότε να γνωρίζω πως επρόκειτο να ολοκληρωθεί. Εντύπωση μου προξένησε η ασυνήθιστη και προσωπική τεχνική κατασκευής και διακόσμησης του παλιού εκείνου μάστορα, που το όνομα του έμοιαζε για πάντα χαμένο στο χρόνο. Τελειώνοντας την αποκατάσταση του οργάνου, στο σημείωμα της επισκευής έκανα και μια πρώτη περιγραφή του πρωτότυπου τρόπου κατασκευής του. Τον ίδιο χρόνο ακούστηκε ξανά ο ήχος του στην αίθουσα της Παλιάς Βουλής, πριν τοποθετηθεί οριστικά στις προθήκες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο,1998
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο λεύκωμα «Αθήνα 1813-1853, Έργα Δανών Καλλιτεχνών», έκδοσης του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, βρέθηκα εμπρός σε δύο σχέδια του ζωγράφου Μαρτίνου Ρέερμπυ, του 1835. Πρόκειται για την παλιότερη απεικόνιση Έλληνα οργανοποιού, του Λεωνίδα Γάιλα και του εργαστηρίου του, στην Αθήνα του Όθωνα, ένα μόλις χρόνο μετά την ανακήρυξή της σε νέα πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους.

Ο Δανός ζωγράφος Μαρτίνος Ρέερμπυ ήρθε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου του 1835 και έμεινε για έξι περίπου μήνες στο σπίτι του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, το μετέπειτα «Παλιό Πανεπιστήμιο» στην οδό Θόλου στην Πλάκα. Η καθημερινή ζωή της Αθήνας του πρόσφερε ποικιλία θεμάτων, τα οποία έχει αποδώσει με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Βρίσκουμε έτσι, ανάμεσα στα σχέδια του τις δύο αυτές απεικονίσεις ενός εργαστηρίου μουσικών οργάνων που, όπως ο ίδιος σημειώνει, ανήκει στο Λεωνίδα Γάιλα από την Αθήνα, «κατασκευαστή μπουζουκιών ». Το ένα είναι μικρότερο, διαστάσεων 9,5 Χ 12 εκ. με μελάνι και μολύβι και το άλλο μεγαλύτερο, 27 Χ 42 εκ., σχεδιασμένο μόνο με μολύβι, το οποίο στο κάτω μέρος του δίνει την περιγραφή που αναφέραμε. Με την πρώτη ματιά μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι το πρώτο είναι το προσχέδιο, με γρήγορη χοντρή μολυβιά, όπως είδε το θέμα του ο ζωγράφος καθισμένος κάπου στο εσωτερικό του εργαστηρίου και το δεύτερο το τελικό σχέδιο, με περισσότερη λεπτομέρεια και διαφορές κυρίως στο « σκηνικό » του μαγαζιού.

Κατασκευάζοντας αντίγραφο με την τεχνική του Γάιλα
Λίγους μήνες αργότερα από την ανακάλυψη των δύο αυτών σχεδίων βρέθηκα στο Ιστορικό Μουσείο για συμπληρωματικές μετρήσεις και αποτυπώσεις του ταμπουρά του Μακρυγιάννη. Η ομοιότητα των διακοσμητικών μοτίβων, αλλά και του ίδιου του οργάνου, με τους ταμπουράδες που με τόση ακρίβεια είχε σχεδιάσει στο εσωτερικό του εργαστηρίου του Γάιλα ο ζωγράφος, μου είχε ήδη κινήσει κάποια υποψία. Με έκπληξη ανακάλυψα στο εσωτερικό ενός πυρόγραφου κυκλικού μοτίβου -κοινού σε όλους τους ταμπουράδες του Γάιλα πάνω από την ηχητική τρύπα- δύο μέχρι πρότινος ακατανόητα αρχικά: «Λ. Γ.». Στο σημείο αυτό λοιπόν υπέγραφε τα όργανά του ο πρώτος αυτός οργανοποιός της Αθήνας!

Ποιος ήταν όμως ο παλιός αυτός οργανοποιός, ο Λεωνίδας Γάϊλας, που μόνο πρόσφατα γνωρίσαμε την ύπαρξή του από αυτά τα δύο σχέδια; Φαίνεται ότι πρόκειται για μεσήλικα γύρω στα 50, που η ενδυμασία του μας παραπέμπει σε νησιώτη. Στην Αθήνα του 1835, που μόλις πριν ένα χρόνο έχει ανακηρυχτεί πρωτεύουσα και αριθμεί περί τα 800 σπίτια, έχουν ήδη αρχίσει να μαζεύονται άνθρωποι από όλη την Ελλάδα και τα νησιά, ακόμη και Έλληνες της διασποράς . Ξεκινώντας την έρευνα, προσπάθησα πρώτα να εντοπίσω τυχόν επιβιώσεις του ονόματος, τρίτης ή τέταρτης γενιάς, στην περιοχή της Αθήνας και των γύρω νησιών (Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Σαλαμίνα, κλπ.), που απέβη άκαρπη. Έτσι η έρευνα κατευθύνθηκε στον ευρύτερο νησιωτικό χώρο. Εδώ τα πράγματα υπήρξαν σαφή: Βρέθηκα μπροστά σε πληθώρα επιβιώσεων του ονόματος «Γάιλας» που προέρχονταν όλες από ένα νησί: Tη Χίο και ιδιαίτερα ένα μαστιχοχώρι στο νότιο μέρος του νησιού, τους Ολύμπους.

Μ. Ρέερμπυ, Άποψη της Αθήνας
Μπορούμε να συμπεράνουμε λοιπόν, ότι μετά τις φοβερές σφαγές και την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή της Χίου, ποιος ξέρει μέσα από ποιες διαδρομές, ο Λεωνίδας Γάιλας φτάνει στην Αθήνα το 1835 ή λίγο πιο πριν και στήνει το εργαστήρι του. Ένας από τους πρώτους πελάτες του, εκτός από τους λίγους μουσικούς της εποχής, ήταν και ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, που έχει εγκατασταθεί με την οικογένειά του στην πόλη από το 1833.

Παρατηρώντας τον ταμπουρά του Στρατηγού και τα σχέδια του Ρέερμπυ μπορούμε να βγάλουμε πολύτιμα συμπεράσματα για την οργανοποιία της εποχής. Όπως, για παράδειγμα, η ύπαρξη κάποιου γεωμετρικού σχεδιασμού πίσω από τα μοντέλα των ταμπουράδων του Γάιλα. Αφορμή για τη σχεδιαστική ανάλυση που με οδήγησε σε αυτό το συμπέρασμα υπήρξε ένας διαβήτης και ένας χάρακας σχεδιασμένοι πάνω στον πάγκο του μάστορα. Μπόρεσα επίσης να αποκρυπτογραφήσω και τον πρωτότυπο, ίσως προσωπικό τρόπο της κατασκευής αυτών των οργάνων από το Γάιλα.

Τα όργανα της μεγάλης οικογένειας του λαούτου στην πρωτογενή τους μορφή κατασκευάζονταν από τους ίδιους τους μουσικούς που τα χρησιμοποιούσαν. Προσπαθούσε ο καθένας να βελτιώσει το όργανο που έπαιζε, ανάλογα με τις ιδιαίτερες μουσικές, λειτουργικές και καλλιτεχνικές απαιτήσεις του. Προέκυψε έτσι μεγάλη ποικιλία στις διαστάσεις, τα διακοσμητικά στοιχεία, ακόμα και στη μορφή αυτών των οργάνων. Η εξέλιξη που ξεκίνησε από αυτή τη συνεχή προσπάθεια των μουσικών για βελτιώσεις επιταχύνθηκε με γρήγορους ρυθμούς με την εμφάνιση των πρώτων εργαστηρίων. Η μεγάλη ζήτηση αυτών των οργάνων και η κατασκευή τους, που σιγά-σιγά έγινε πιο εκλεπτυσμένη και περίπλοκη, δημιούργησε την ανάγκη αυτών των εργαστηρίων.

Μ. Ρέερμπυ, Λ.Γάιλας,προσχέδιο του εργαστηρίου
Ο κατασκευαστής και ο μουσικός δεν είναι πια το ίδιο πρόσωπο. Ο μάστορας, που διαθέτει τα δικά του χαρίσματα και δεξιότητες για τη λεπτή αυτή τέχνη, σε συνεργασία με πολλούς πια μουσικούς, δίνει λύσεις και βελτιώνει πολύ γρήγορα τα όργανα που κατασκευάζει. Δημιουργεί τα δικά του, επώνυμα πλέον μοντέλα, κάνει τις δικές του προτάσεις που δικαιώνονται ή όχι από το χρόνο και τέλος δίνει τη δική του καλλιτεχνική σφραγίδα στα έργα του. Η νέα τέχνη της οργανοποιίας δανείζεται από όλες τις κοντινές της τέχνες υλικά, εργαλεία, τεχνολογία και τεχνογνωσία. Δημιουργεί τη δική της παράδοση που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και από δάσκαλο σε μαθητή. Αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι και η απαραίτητη τυποποίηση που αρχίζει να εμφανίζεται όσο αυξάνει η παραγωγή. Τυποποίηση που αφορά όχι μόνο τη μορφή και τις διαστάσεις, αλλά και τα διακοσμητικά στοιχεία των οργάνων που κατασκευάζονται. Πότε όμως δημιουργούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα αυτά τα εργαστήρια; Ο Φοίβος Ανωγειαννάκης στο σημαντικό βιβλίο του «Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα» τοποθετεί την εμφάνιση τους «...στη δεύτερη πεντηκονταετία του 19ου αιώνα, πρώτα στην Αθήνα και μετά στον Πειραιά (ιδιαίτερα μετά το 1922, από τους μουσικούς και κατασκευαστές οργάνων που έρχονται από τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη ), στη Θεσσαλονίκη κ.α.». Ακόμα αναφέρει τον Εμμανουήλ Ζ. Βελούδιο (1810 - 1875 ), από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, σαν τον παλιότερο γνωστό κατασκευαστή λαγούτων και το παλιότερο χρονολογημένο λαγούτο του να είναι φτιαγμένο το 1862.

Τα δυο σχέδια του Ρέερμπυ και ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη όμως φαίνεται να αλλάζουν τα δεδομένα. Στα 1835 ο Λεωνίδας Γάιλας, όπως μας τον παρουσιάζει ο Ρέερμπυ, είναι ήδη γύρω στα 50 του, ενώ ο Ε. Βελούδιος τότε θα ήταν μόλις 25 χρονών και το παλιότερο γνωστό όργανό του είναι φτιαγμένο 27 χρόνια αργότερα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το εργαστήρι του Γάιλα ήταν το πρώτο εργαστήρι κατασκευής μουσικών οργάνων που δημιουργήθηκε στη νεότερη Ελλάδα. Επίσης, ότι ο ταμπουράς του Στρατηγού Μακρυγιάννη, κατασκευασμένος αυτήν περίπου την εποχή, είναι το παλιότερο χρονολογημένο μουσικό όργανο της νεότερης Ελληνικής ιστορίας.

Μ. Ρέερμπυ, Leonida Gaila da Athina, Fabricatore di bossuchi
Παρατηρώντας τα όργανα του εργαστηρίου διαπιστώνουμε ότι υπερτερούν αριθμητικά οι ταμπουράδες, οι οποίοι θα πρέπει να αποτελούσαν και την κύρια παραγωγή του Γάιλα. Αυτή την εποχή όμως, εκτός από τα παραδοσιακά (ταμπουρά, λαγούτο, λύρα κ.λπ. ), οι μουσικοί χρησιμοποιούν ήδη και κάποια ξενόφερτα όργανα, όπως η κιθάρα, το βιολί και το μαντολίνο. Έτσι τα δύο βιολιά και τα δοξάρια τους, ίσως και οι κιθάρες, δεν πρέπει να αποτελούν μέρος της παραγωγής του εργαστηρίου, που δε φαίνεται να διαθέτει άλλωστε ούτε τον απαραίτητο εξοπλισμό για την κατασκευή τους (μοντέλα, καλούπια κλπ.). Αντίθετα το ανοιγμένο κιβώτιο στην κάτω αριστερή γωνία του μεγάλου σχεδίου δημιουργεί την υποψία ότι ο Γάιλας έφερνε από τη Δύση, ίσως την κοντινή Ιταλία, κάποια «ευρωπαϊκά» όργανα προς πώληση για τους μουσικούς της Αθήνας. Κάποια από αυτά τα όργανα, εξάλλου, πιθανόν να βρίσκονταν στο εργαστήρι για να δεχτούν τις επισκευαστικές φροντίδες του μάστορα. Όπως είναι φυσικό λοιπόν, αυτή η κατασκευαστική εξειδίκευση σε ένα κυρίως όργανο, τον ταμπουρά, έχει αρχίσει να δημιουργεί μία τυποποίηση τόσο στη μορφή και τα μεγέθη, όσο και στη μέθοδο κατασκευής και διακόσμησης. Πράγματι, οι ταμπουράδες του σχεδίου δε φαίνεται να διαφέρουν πολύ μεταξύ τους στο μέγεθος και στα διακοσμητικά στοιχεία. Βλέπουμε όμως διαφορές στον αριθμό των κλειδιών και κατά συνέπεια και των χορδών τους. Άλλοι είναι εξάχορδοι ή επτάχορδοι και άλλοι πολύχορδοι, όπως αυτός του Μακρυγιάννη. Δύο από αυτούς, που μόλις διακρίνονται, είναι πολύ μικρού μεγέθους, σαν τον σημερινό μπαγλαμά.

Οι ρίζες της οργανοποιίας του -Χιώτη στην καταγωγή- Λεωνίδα Γάιλα πιθανό να προέρχονται από τα απέναντι Μικρασιατικά παράλια, τον Τσεσμέ ή τη Σμύρνη, όπου σε νεαρή ηλικία μπορεί να μαθήτεψε, δουλεύοντας για κάποιο διάστημα σαν βοηθός κοντά σε κάποιο μάστορα της εποχής. Είναι επίσης πιθανό να βρισκόμαστε μπροστά στην εξέλιξη μιας εντελώς προσωπικής τεχνικής κατασκευής, τελειοποιημένης μέσα από την επανάληψη. Μιας τεχνικής γρήγορης και δίχως ιδιαίτερη ακρίβεια στα περισσότερα στάδια, που βασίζεται κυρίως στη δεξιότητα του μάστορα. Δεν υπάρχει φυσικά ακριβής επαναληψιμότητα από όργανο σε όργανο, αφού δε δίνεται πολλή προσοχή σε μικροατέλειες και ασυμμετρίες. Κρατώντας σταθερό τον βασικό γεωμετρικό του σχεδιασμό, ίσως ο μάστορας να είχε και τη δυνατότητα να αυξομειώνει το μοντέλο του, φτιάχνοντας έτσι μεγαλύτερα ή μικρότερα όργανα κατά περίπτωση.

Η οργανοποιία του Γάιλα διατηρεί όλη τη φρεσκάδα και την ελευθερία της λαϊκής τέχνης. Σε όλα της τα σημεία διακρίνεται το «χέρι» και αντανακλάται η προσωπικότητα του δημιουργού που δίνει τις δικές του λύσεις για κάθε λειτουργικό και αισθητικό στοιχείο του οργάνου. Είναι μια ολοκληρωμένη κατασκευαστική άποψη της τελευταίας εποχής του Ελληνικού ταμπουρά, που δε βρίσκει ιστορική συνέχεια στα κατοπινά εργαστήρια μουσικών οργάνων. Μερικά χρόνια αργότερα ο ταμπουράς, έπειτα από πολλές εκατονταετίες ζωής του στον Ελλαδικό χώρο, αρχίζει οριστικά να εκτοπίζεται από τον σύγχρονο απόγονό του, το μπουζούκι.