συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους
για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...
 

Ο Μανώλης Δημητριανάκης είναι πια ένας απ’ τους παλιότερους εν ενεργεία μουσικούς και τραγουδιστές του ρεμπέτικου. Ξεκίνησε απ’ τη δεκαετία του ’60 στα λαϊκά πάλκα, ενώ στη δισκογραφία μπήκε το 1974 με τον πρώτο δίσκο της «Ρεμπέτικης Κομπανίας», της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος. Σήμερα συνεχίζει να δουλεύει ακόμη στα λαϊκά πάλκα και θεωρείται σαν ένας απ’ τους λίγους γνήσιους εκφραστές του κλασσικού και ιδιαίτερα του πειραιώτικου ρεμπέτικου. Η συζήτηση μαζί του είχε μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο Μανώλης Δημητριανάκης είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά το Μάρκο, αλλά και πολλούς άλλους θρύλους της λαϊκής μας μουσικής.

Κύριε Δημητριανάκη, συνηθίζουν να σας παρουσιάζουν ως μαθητή του Μάρκου. Από πού ξεκινάει αυτή η ιστορία;
Καταρχήν να σου πω ότι όταν ήρθα στην Αθήνα να σπουδάσω, το 1963, έπαιζα μαντολίνο, γιατί πολλοί στο σπίτι μου έπαιζαν, αλλά από μπουζούκια είχα μεσάνυχτα. Δεν ήξερα καν τι ήταν τα μπουζούκια, αφού στην Κρήτη δεν υπήρχαν. Μια φορά θυμάμαι είχαν έρθει κάποιοι μπουζουξήδες, αλλά μας απαγόρεψαν τότε από το Γυμνάσιο να πάμε να τους ακούσουμε γιατί ήταν, λέει, αλήτες... οι αντιλήψεις τότε της επαρχίας. Όταν ήρθα λοιπόν στην Αθήνα, πήγα μια φορά στην Πλάκα, το ’64 θα ήταν, στο «Τετράδιο», όπου έπαιζε πιάνο ο Λίνος Κόκκοτος και τραγούδαγε ο Αλέκος Σταματέλης που ήταν ξυλογλύπτης. Μια μπάσα φωνή, καταπληκτική για τα τραγούδια του Μάρκου. Εκεί πρωτάκουσα Μάρκο και με εξέπληξε γιατί δεν ήταν ο ήχος που ήξερα, απ’ τα λαϊκά του Καζαντζίδη, του Αγγελόπουλου που είχα ακούσει απ’ τα ψαράδικα στην Ιεράπετρα, όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο. Επαθα πλάκα! Στέλνω του πατέρα μου ένα γράμμα και του λέω «στείλε μου λεφτά να πάρω ένα μπουζούκι». Μου απαντάει «δε σου στέλνω γιατί δεν πρόκειται να σπουδάσεις» και του ξαναγράφω «αν δε μου στείλεις θα τα παρατήσω και θά ’ρθω κάτω». Επειδή λοιπόν ήμουν μοναχοπαίδι, αλλά και ο τελευταίος απ’ την οικογένεια, καθώς όλα τα αδέρφια του πατέρα μου τους είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί στην Κατοχή, μου έστειλε λεφτά κι αγόρασα μπουζούκι.

Με τον ίδιο το Μάρκο πώς γνωριστήκατε;
Γνώρισα στο Πανεπιστήμιο το Νέαρχο Γεωργιάδη, ο οποίος γνώριζε το Μάρκο Βαμβακάρη και μάλιστα είχε γράψει τότε ένα άρθρο γι’ αυτόν στην «Πανσπουδαστική». Με πήγε λοιπόν μια μέρα στο Μάρκο. Τον βρήκαμε να κάθεται σ’ ένα καφενείο απέναντι απ’ το σπίτι του στα Άσπρα Χώματα. Είχαν τότε ξεκινήσει να καταγράφουν αφηγήσεις του Μάρκου, ο Νέαρχος και η Κική Καλαμαρά. Είπε λοιπόν ο Νέαρχος στο Μάρκο ότι εγώ παίζω μπουζούκι. «Για παίξε ρε» μου λέει ο Μάρκος… Τι να παίξω εγώ; Τρέμανε τα πόδια, τα χέρια μου, είχα …κατουρηθεί που λένε! Έπαιξα λίγο και μου λέει ο Μάρκος: «Δεν είσαι καλός, δεν ξέρεις να παίζεις αλλά έχεις «προοδευτικά» δάχτυλα». Εγώ από τότε, χωρίς να ξέρω, έβαζα σωστά τα δάχτυλά μου στο μπουζούκι. Αρχίσαμε λοιπόν να πηγαίνουμε συχνά και στο σπίτι του. Του πηγαίναμε πάντα γαρίφαλα που του άρεσαν, καθώς και σπόρια για τα πουλιά. Είχε γεμάτο το σπίτι με ένα σωρό πουλιά. Μια φορά, ένα καλοκαίρι, ήρθα απ’ την Κρήτη απ’ τις διακοπές με πολλά μαλλιά και φαβορίτες -ήταν της μόδας τότε- και πάω στο σπίτι του μόνος μου - ο Νέαρχος δεν είχε γυρίσει ακόμη απ’ την Κύπρο. Μπαίνω μέσα, «γεια σου μπάρμπα-Μάρκο» λέω… Με το που με βλέπει μου λέει: «Χίπης είσαι ρε; Μαλλιά είναι αυτά; Να κουρευτείς και να ξανάρθεις»! Πήγα κουρεύτηκα και ξαναγύρισα… Μια άλλη φορά ξέχασα να του φέρω γαρίφαλα και όλο το βράδυ δε μου μίλησε!

Ο Μάρκος, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 που τον γνωρίσατε, έπαιζε μπουζούκι;
Βέβαια, έπαιζε. Τον είχα μάλιστα μαγνητοφωνήσει σε μια μπομπίνα να παίζει σόλα, ταξίμια και δυστυχώς την έχασα όταν πήγα φαντάρος, κάποιος την πήρε! Έπαιζε πάρα πολύ καλά ταξίμια ο Μάρκος. Να σου πω και κάτι που δεν το ξέρουν πολλοί: Οι περισσότεροι μπουζουξήδες όταν τραγουδούν δεν παίζουν. Αντίθετα, ο Μάρκος δεν μπορούσε να τραγουδήσει αν δεν έπαιζε. Γι’ αυτό, αν ακούσετε τις τελευταίες του εκτελέσεις, π.χ. στην «Άτακτη», ανάμεσα στα ηλεκτρικά μπουζούκια υπάρχει ένα μπουζούκι σκέτο, που παίζει διακριτικά. Του Μάρκου το μπουζούκι. Δεν παίζει για να δείξει ότι παίζει στο δίσκο, αλλά γιατί δεν μπορούσε να τραγουδήσει αλλιώς!

Άλλους παλιούς λαϊκούς ακούγατε τότε;
Τότε ήμασταν πολύ «ορθόδοξοι». Τότε δε μ’ άρεσε ο Τσιτσάνης, ένα φεγγάρι δε μ’ άρεσε κι ο Καζαντζίδης… Ακούγαμε μόνο Μάρκο, Δελιά, δεν αναγνωρίζαμε τίποτ’ άλλο. Σκληροπυρηνικοί! Ήταν το ’65 που είχε βγει η «Άτακτη» κι εγώ προσπαθούσα να μιμηθώ το Μάρκο στο τραγούδι, να τραγουδάω όπως ο Μάρκος, τέτοια πράγματα.

Ακόμα τον μιμούνται στη φωνή...
Ναι, το κάνουν ακόμα και είναι ανοησία, όπως ήταν και δική μου τότε...

Τι διαφορετικό βλέπατε στα τραγούδια του Μάρκου;
Αυτό το «αυστηρό» ύφος τους και το πάρα πολύ εκφραστικό παίξιμο. Ήταν απλές, ας πούμε, οι νότες του Μάρκου ή του Δελιά και είναι πάρα πολύ εύκολο να τις παίξεις. Να παίξεις καλά είναι δύσκολο. Όλοι η πειραιώτικη σχολή έχουν έναν τρόπο που παίζουν. Αν δεν το αγαπήσεις αυτό το πράγμα, αν δεν μπεις στο πετσί του, αν δεν το νιώσεις πολύ βαθιά δεν μπορείς να παίξεις πειραιώτικα. Να σου πω ένα παράδειγμα: Το 1959-60, όταν ο Τσιτσάνης ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στην Κολούμπια, έκανε αυτές τις επανεκτελέσεις των ρεμπέτικων τραγουδιών στα οποία παίζουν μεγάλοι μπουζουξήδες, ο Καρανικόλας, ο Μακρυδάκης, ο Ανέστος Αθανασίου, ο Παπαδόπουλος κ.ά. Εξαιρετικές εκτελέσεις, πάρα πολύ ωραίες. Δεν είναι σαν αυτές του Μάρκου. Είναι εκτελέσεις που τις θαυμάζεις, αλλά όχι από αυτές που γουστάρεις, που «στη δίνουν».

Υπήρχε τότε η κόντρα «Βαμβακαρικών - Τσιτσανικών»;
Εμείς είχαμε κάνει αυτούς τους διαχωρισμούς. Στο χώρο των παλιών μπορεί να υπήρχαν ζήλιες ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο, αλλά τέτοιος διαχωρισμός δεν υπήρχε. Αυτόν τον κάναμε εμείς οι νεότεροι. Και οι λεγόμενοι ρεμπετολόγοι έχουνε προωθήσει αυτές τις απόψεις, οι οποίες δεν έκαναν κανένα καλό, στο λαϊκό τραγούδι. Δεν είναι τόσο πολύπλοκα τα πράγματα. Καταρχήν πρέπει να σου πω ότι ο μεγαλύτερος θαυμαστής του Μάρκου ήταν ο Τσιτσάνης! Εγώ και η παρέα μου είχαμε την τύχη να ακούσουμε πολλές φορές τον Τσιτσάνη με τον Παπαϊωάννου στο μαγαζί που δούλευαν και να τους γνωρίσουμε από κοντά. Το μισό πρόγραμμα ήταν Μάρκος! Εκεί άκουσα τραγούδια του Μάρκου που δεν είχαν ακόμη ανακαλυφθεί απ’ τους 78άρηδες. Εκεί άκουσα το «Για σένα ρούσα και ξανθή», το «Μάνα μου με σκοτώσανε», το «Αντιλαλούν οι φυλακές» με την παλιά εκτέλεση, παρά το ότι ο Τσιτσάνης είναι αυτός που έχει κάνει τη διασκευή του ’60. Και όταν κάποτε στο σπίτι του Τσιτσάνη στη Γλυφάδα ήρθε η κουβέντα για το Μάρκο, μου λέει ο Τσιτσάνης:
«Ποιος δεν ήξερε μπουζούκι; Ο Μάρκος; Δεν ξέρουν τι λένε. Μπορεί κανείς τα παίξει τα τραγούδια του Μάρκου όπως τα έπαιζε ο Μάρκος; Τέτοιο παίξιμο μπορεί να το κάνει κανείς; Όλους εμάς μπορεί κάποιος καλός μπουζουξής να μας μιμηθεί. Το Μάρκο κανείς!».

Έγραφε τραγούδια ο Μάρκος εκείνη την εποχή;
Έγραφε αλλά είχε και στο μπαούλο. Μια φορά με το Νέαρχο βρήκαμε κάτι στιχάκια που έγραφε πίσω απ’ τα πακέτα των τσιγάρων και σε διάφορα άλλα χαρτάκια. Είχε το «Τι μ’ ωφελούν οι άνοιξες». Ο Νέαρχος τον έψησε να του βάλει μουσική και να το ηχογραφήσει πίσω απ’ το «Μια μικροπαντρεμένη».

Είχε πολλά τραγούδια έτοιμα;
Πολλά, αλλά συνέχιζε να παίζει και να γράφει. Στο καφενείο καθόταν σε μια γωνία κι έγραφε πάνω σε πακέτα από τσιγάρα. Ο ίδιος δεν κάπνιζε γιατί του το είχαν απαγορέψει για λόγους υγείας. Δεν άφηνε κι εμάς να καπνίζουμε. Τον ενοχλούσε.

Ήταν πολύ άρρωστος τότε;
Είχε διάφορα προβλήματα, αλλά δεν τηρούσε τις θεραπείες που του έδιναν οι γιατροί. Έπαιρνε ένα χάπι και είχε την απαίτηση να γίνει καλά! Αφού με το ένα χάπι δεν έβλεπε καλυτέρευση, σταμάταγε τη θεραπεία και δεν έπαιρνε άλλα! Έλεγε: «Μια χαρά είμαι εγώ. Ο Στράτος που έχει την καρδιά του είναι άσχημα». Ένα βράδυ εγώ, ο Γιώργος Κρεμμυδάς, ο συγχωρεμένος ο δημοσιογράφος κι ο Αντρέας Κρόκος, ο ξάδερφός μου, καθόμαστε στο «Χάραμα» με τον Παπαϊωάννου και κουβεντιάζουμε. Κάποια στιγμή έρχεται ο Μίλτος, ο μαιτρ και λέει του Παπαϊωάννου ότι έχει τηλέφωνο από Αμερική. Του είπανε: «πέθανε ο Στράτος». Ήπιε τόσο πολύ εκείνο το βράδυ ο Παπαϊωάννου που θυμάμαι το ουίσκι να τρέχει απ’ το στόμα του...

Τα έγχορδα του Μ. Δημητριανάκη σε ...παράταξη
Από τους άλλους ρεμπέτες ποιους γούσταρε ο Μάρκος;
Του Μάρκου άρεσαν πολύ ο Κάβουρας και ο Νταλγκάς. Μια φορά μας είπε: «Τον Κάβουρα δεν έτυχε να τον ακούσω ζωντανά. Αλλά είχε ρε παιδί μου μια φωνή ...τέτοια» και άνοιξε φαρδιά-πλατιά τα χέρια του. Πάντως ο Μάρκος γενικά δεν ήταν πολύ ομιλητικός άνθρωπος και ακόμη πιο φειδωλός ήταν στις κρίσεις του. Απέφευγε να μιλάει για άλλους. Έχω την αίσθηση ότι αγαπούσε πάρα πολύ τον Κερομύτη, τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, το Χατζηχρήστο και ιδιαίτερα τους Πειραιώτες. Αλλά όταν τον ρώταγες απέφευγε να απαντήσει, δεν ήθελε.

Μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης τι συμπεράσματα βγάζετε απ’ το έργο του Μάρκου;
Έχω την αίσθηση ότι ξέρω όλα τα τραγούδια του Μάρκου ή τουλάχιστον τα έχω ακούσει όλα. Ανάμεσά τους λοιπόν δεν υπάρχει ούτε ένα τσιφτετέλι. Όταν του το επισημαίναμε έλεγε: «Μα τσιφτετέλι με το μπουζούκι βρε παιδιά; Αυτά τα παίζουν τα βιολιά και τα σαντούρια. Να πάτε να βρείτε τους Σμυρνιούς… Ο Ανεστάκος είχε κάνει ένα τσιφτετέλι αλλά ήταν …βαρύ». Χωρίς να το παίξω μουσικολόγος -που άλλωστε δε θα ήθελα να είμαι- ο Μάρκος έπαιξε κατ’ εξοχήν ελληνικά τραγούδια. Δηλαδή σε ευρωπαϊκή κλίμακα, με ευρωπαϊκό τρόπο έπαιξε ελληνικά τραγούδια. Ο Μάρκος ήταν αυτό που λέω, ότι εμείς δεν είμαστε ούτε Ανατολίτες ούτε Ευρωπαίοι. Είμαστε Έλληνες. Το μπουζούκι βέβαια είναι ευρωπαϊκό όργανο, αφού η κλίμακά του είναι συγκερασμένη ευρωπαϊκά. Ο Μάρκος όμως έπαιξε με έναν δικό του τρόπο, όπως όλοι αυτοί οι μπουζουξήδες. Γι‘ αυτό και θα δεις για παράδειγμα ότι όταν παίζει τα Ουσάκ από Re, τη μια έχουν Mi φυσικό και την άλλη έχουν Mi ύφεση. Γιατί στο Ουσάκ το ανατολίτικο η νότα Mi είναι ανάμεσα στο δικό μας Mi ύφεση και στο Mi φυσικό. Κι επειδή δεν του «έβγαινε» καλά του Μάρκου στην ευρωπαϊκή κλίμακα, το ανέβασμα το έπαιζε Mi φυσικό και το κατέβασμα Mi ύφεση. Η μεγάλη προσφορά του Μάρκου κατά τη γνώμη μου είναι αυτή: Έπαιξε ελληνικά τραγούδια. Διαμόρφωσε το λαϊκό τραγούδι. Κι όλα αυτά βέβαια πέρα απ’ την προσφορά του ότι αυτός πρωτόπαιξε μπουζούκι στους δίσκους, εκτοπίζοντας τα σαντουροβιόλια, τα μαντολίνα κ.λπ.

Σήμερα κάποιοι επανέρχονται σ’ αυτά τα όργανα…
Σήμερα γίνεται ένα άλλο πράγμα. Αφού απέτυχαν να περάσουν στους Έλληνες τα δυτικά, αυτά τα ντίσκο κλπ., το γυρίσανε τώρα στα δήθεν παραδοσιακά, στα βυζαντινά… Αυτά που λένε περί βυζαντινής μουσικής είναι μπούρδες. Η βυζαντινή μουσική, που λένε ότι είναι η δημοτική μας κι ότι ο Μάρκος εκεί βασίστηκε... Δεν ξέρουμε πώς ήταν η ελληνική λαϊκή μουσική την εποχή του Βυζαντίου, δεδομένου ότι την εποχή που το Βυζάντιο ήκμαζε, ήταν υπό διωγμόν η μουσική και τα τραγούδια. Από τον Ιουστινιανό μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης υπήρχε το αδίκημα «επί ελληνισμού»! Δηλαδή αν έλεγες ότι είσαι Έλληνας σ’ εκτελούσαν! Η τελευταία θανατική ποινή που αναφέρεται στο Βυζάντιο είναι επί Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με το αδίκημα «επί ελληνισμού»... Η βυζαντινή μουσική είναι η «λόγια» μουσική της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η μόνη επιτρεπτή μουσική. Οι Έλληνες εκείνης της εποχής δεν ξέρουμε με τι μουσική γλεντούσαν. Η δημοτική μας μουσική δεν μπορεί να είναι συνέχεια της εκκλησιαστικής μουσικής. Δεν υπάρχει κανένα δημοτικό τραγούδι για την εκκλησία και τους παπάδες. Μόνο κάποια που τους βρίζουν υπάρχουν.

Τα τραγούδια του Μάρκου γιατί είναι διαχρονικά; Εκφράζουν σήμερα;
Πάρα πολλά τραγούδια του Μάρκου εκφράζουν και τη σημερινή εποχή. Π.χ. «Τα ματόκλαδά σου γέρνεις, νου και λογισμό μου παίρνεις». Εκατό χιλιάδες σύγχρονοι ποιητές δεν μπορούν να γράψουν τέτοιο ερωτικό στίχο! Δεν εκφράζει σήμερα αυτός ο στίχος; Μπορεί απ’ τα χασικλίδικα μερικοί στίχοι να μοιάζουν «ξένοι» σήμερα γιατί είναι άλλες οι κοινωνικές συνθήκες, αλλά κι αυτά μας αρέσουν γιατί η μουσική τους είναι οικεία. Μπορεί να είναι διαφορετικό το κοινωνικό περιβάλλον, π.χ. οι πόλεις να γέμισαν πολυκατοικίες και να μη μιλάμε στον απέναντι, αλλά η μουσική αυτών των τραγουδιών είναι μέσα μας.

Μπορεί να γραφτεί αντίστοιχο τραγούδι σήμερα;
Λαϊκό τραγούδι μπορεί να γραφτεί και γράφονται μερικά καλά λαϊκά τραγούδια, τα οποία όμως χάνονται μέσα σ’ αυτό το χάος και την αμερικανοκρατία. Σήμερα έχουμε πιάσει πάτο ή σχεδόν πάτο. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό το πράγμα λειτουργεί με πρόγραμμα. Δεν είναι τυχαίο, δεν είναι απλά η «εύκολη λύση». Στα μαγαζιά για παράδειγμα που δουλεύω, χορεύουν ζεϊμπέκικο -όσοι μπορούν να χορέψουν- κι από κάτω τους χτυπάνε παλαμάκια σε χασάπικο, σε δύο τέταρτα. Σιγά-σιγά θα πάψουμε να χορεύουμε ζεϊμπέκικο! Ο ελληνικός πολιτισμός, ο Διόνυσος, δηλαδή το γλέντι, είναι ο αρχαιότατος εννεάσιμος ρυθμός, τα εννέα όγδοα και πάνε να τον εξαφανίσουν. Έχουν ξεκινήσει από παλιά, από τους ηλίθιους χορούς που χόρευαν στα μιούζικαλ του ελληνικού κινηματογράφου, τα οποία πέρα απ’ τα χορευτικά τους τα βλέπω και μ’ αρέσουν. Σήμερα τα νέα παιδιά χορεύουν ένα ζεϊμπέκικο… Πώς να στο πω… Έχω δει να κάνουν μπλονζόν την ώρα που χορεύουν, σαν τερματοφύλακες, σαν το Χιώτη - μιας και είμαι ΑΕΚτζής! Μ’ αυτή την έννοια κινδυνεύουμε να χαθούμε και σαν λαός.

Χάθηκε το παλιό λαϊκό τραγούδι;
Το λαϊκό τραγούδι του Μάρκου και των άλλων δε χάθηκε. Δε βγήκαν κάποιοι νεότεροι να το εξαφανίσουν. Είναι ένα πράγμα που εξελίσσεται. Π.χ. ο Τσιτσάνης από το «Σ’ έναν τεκέ σκαρώσανε» μέχρι την «Αρχόντισσα», μέσα σε δυο-τρία χρόνια, είναι «άλλος» Τσιτσάνης, το εξέλιξε. Αλλά είναι η φυσική του εξέλιξη, η φυσική ροή. Δεν αποκόπηκε απ’ το ένα να πάει στο άλλο. Απόδειξη αυτό που είπαμε και πριν, ότι ο Τσιτσάνης στο μαγαζί έλεγε τραγούδια του Μάρκου, του Δελιά, χασικλίδικα και απ’ όλα, μέχρι που πέθανε. Ειδικά το δεύτερο μέρος του προγράμματος του Τσιτσάνη ήταν σχεδόν όλο Μάρκος. Δεν πέθανε λοιπόν αυτό το πράγμα. Εξελίχθηκε. Μέχρι που φτάσαμε σήμερα μ’ αυτούς τους τραγουδιστές… Σήμερα για να γίνεις τραγουδιστής δεν πρέπει να ’χεις καλή φωνή. Πρέπει να έχεις ωραίο κορμί! Ύστερα είναι η τηλεόραση. Όλα τα πορνίδια τα βάζουν και γδύνονται για να γίνουν …τραγουδίστριες. Και τα στέλνουν και οι γονείς τους! Τέτοια χυδαία ιδιωτική τηλεόραση δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο! Μπορεί κι αλλού να έχουν παρόμοια ή και χειρότερα κανάλια, αλλά να είναι όλα τα ιδιωτικά κανάλια σ’ αυτό το χάλι, αυτό δεν υπάρχει πουθενά.

Τελικά, τι είναι ο Μάρκος με δυο κουβέντες;
Να το πω ...μεγαλόστομα, όπως λένε αυτοί που κάνουν τους ρεμπετολόγους. Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει δυο κολώνες, δυο βάσεις: Το Μάρκο και τον Τσιτσάνη. Αν έλειπε ο ένας ή ο άλλος, δεν ξέρω πώς θα ήταν σήμερα. Ο Τσιτσάνης είναι αυτός που το εξέλιξε, το ξεπέταξε και το ’μαθε όλος ο κόσμος. Ο Μάρκος είναι αυτός που έχτισε τα θεμέλια, αυτός που έσκαψε τους λάκκους για να μπουν τα δυο «πέδιλα», το δικό του αλλά και του Τσιτσάνη. Οι άλλοι είναι τα στολίσματα. Καταπληκτικός κι ο Παπαϊωάννου, κι ο Μητσάκης, και όλοι. Όμως Τσιτσάνης και Μάρκος δεν είναι κανείς άλλος. Τα ίδια που σου λέω έλεγε κι ο Τσιτσάνης, αλλά βγάζοντας τον εαυτό του απέξω. Μου έλεγε: «Αν δεν υπήρχε ρε ο Μάρκος, θα υπήρχε λαϊκό τραγούδι;».

αναζήτηση στην κλίκα

σύνδεση

online τώρα

52 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.