συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους
για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...
 

«Τα θέματα του τραγουδιού είναι πιο πλούσια στο ρεμπέτικο»

Ο Κώστας Τσίγκος είναι από τους ανθρώπους που δε μιλάνε εύκολα και έχει γενικά μια δυσπιστία ως προς τα ΜΜΕ που τη συμμερίζομαι απόλυτα, γι’ αυτό και όλη η κουβέντα ήταν πιο πολύ συζήτηση παρά συνέντευξη και έγινε με τα μπουζούκια στα χέρια.

Πώς ήρθες σ’ επαφή με το τραγούδι;
Εμένα μέχρι τα οκτώ χρόνια η μάνα μου, η οποία μου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία, μου τραγούδαγε από μωρό παιδί στην κούνια, νανουρίσματα, τραγούδια παραδοσιακά ελληνικά «Έχε γεια καημένε κόσμε», «Το φεγγάρι κάνει κύκλο» κ.ά. Σιγά-σιγά μεγαλώνοντας με μπόλιασε γιατί τραγουδούσε πολύ ωραία, είχε πολύ ωραία φωνή.

Μουσική πώς ακούγατε τότε, από το ραδιόφωνο;
Όχι ακούγαμε από διάφορες καντάδες που έβγαιναν οι μεγαλύτεροι και τραγουδούσαν στους δρόμους.

Τι τραγουδούσαν στις καντάδες τους;
Τραγουδούσαν διάφορα, δημοτικά και λαϊκά τραγούδια. Μετά στα 13-14 άκουγα τα τραγούδια στους γάμους που έρχονταν όλοι οι μεγάλοι της εποχής.

Πού τραγουδούσαν, σε ποιά ταβέρνα πήγαιναν;
Πήγαιναν στου Χαράλαμπου Μαρνίκα, πίσω από το ρολόι του Ασπρόπυργου. Αυτή η ταβέρνα υπήρχε από προπολεμικά και από τότε έφερνε όργανα σε γάμους και αρραβώνες και μεταπολεμικά συνέχισε. Αυτή την εποχή, το ’52, ερχόντουσαν όλα τα τότε συγκροτήματα. Ερχόταν η Εσκενάζυ, ο Παπαϊωάννου, o Χιώτης, ο Τατασόπουλος, ο Καλλέργης και ο Καζαντζίδης αργότερα. Όλοι αυτοί ερχόντουσαν σε πανηγύρια και σε γάμους. Κάθε Κυριακή γινόντουσαν γάμοι με όργανα στον Ασπρόπυργο. Εκεί ξενύχταγα όλη τη νύχτα και άκουγα τραγούδια. Πήγαινα στο σπίτι μου 15 χρονών παιδί στις 5 το πρωί και έβγαζα τα παπούτσια να μην με ακούσουν. Τους έχω ακούσει όλους τους παλιούς.

Σε παρέες και σε γλέντια τραγουδούσες;
Βέβαια, μεγαλώνοντας τραγουδούσαμε στις παρέες σαν πιτσιρικάδες και τα λέγαμε όλα τα τραγούδια της εποχής του ’50, Τσιτσάνη, Τζουανάκου, Τατασόπουλου, Χιώτη, Γαβαλά, Μεϊμάρη, Καρδάρα, Τσαουσάκη, αυτά που ακούγαμε πια στο ραδιόφωνο. Κατά τις 6:30 το βράδυ είχε στο ραδιόφωνο συγκροτήματα.

Πότε αποκτήσατε ραδιόφωνο σπίτι;
Γύρω στο ’57.

Με το μαέστρο Στέλιο Χρυσίνη
Η πρώτη σου γνωριμία με το χώρο των μουσικών πότε έγινε;
Πήγα στην Αεροπορία φαντάρος και αφού με ακούγανε στο αεροδρόμιο που ψιλοτραγούδαγα, όταν απολύθηκα το ’62 κάποιος με σύστησε στο Χρυσίνη. Ο Χρυσίνης ήταν ένας συνθέτης πάρα πολύ ωραίος. Παλαιότερα ήταν σαν καλλιτεχνικός διευθυντής στην Κολούμπια και βοηθούσε πάρα πολύ όλους τους καλλιτέχνες, τους συμπλήρωνε τα τραγούδια, τους χάριζε και τραγούδια, είχε και σχολή τραγουδιού. Όταν με άκουσε για πρώτη φορά μου λέει «ξαναέλα αύριο». Ξαναπάω την άλλη μέρα, με ακούει καλά και μου λέει «άκου να σου πω, η φωνή σου είναι διαμάντι και να την προσέξεις». Δεν περνάει κανα εξάμηνο και με βάζει και τραγουδάω.

Σε μαγαζί;
Όχι σε δίσκο κατευθείαν.

Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι που είπες;
Η πρώτη μου συμμετοχή σε δίσκο είναι κάνοντας δεύτερη φωνή στη Ρίτα Σακελαρίου, στο τραγούδι «Πού ’ναι οι μάγκες οι παλιοί». Κατόπιν ηχογραφώ το «Παράπονο - παράπονο» που και έγινε επιτυχία το 1963 στη Music Box. Αυτό το τραγούδι μετά μπήκε στον κινηματογράφο με τον Ξανθόπουλο και την Μάρθα Βούρτση. Τότε με έβαλε και είπα 3-4 τραγούδια ακόμα, από τα οποία τα δύο μπήκαν πάλι στον κινηματογράφο, «Η θεατρίνα», «Η μάνα μου με γέννησε σατράπη», «Ωπα ώπα το μωρό μου», «Στα δυο σου χέρια πάρε με», δηλαδή μέσα στο ’63 είπα 4-5 τραγούδια του Χρυσίνη.

Πήγαν καλά αυτοί οι δίσκοι;
Πήγαν καλά στις πωλήσεις, αλλά στα μαγαζιά δεν ακουγόταν κι αυτό γιατί δεν μ’ άφηνε ο Χρυσίνης να βγω στο πάλκο γιατί θεωρούσε πως ακόμα δεν ήμουνα έτοιμος για το μαγαζί. Τα παρατάω για δυο-τρία χρόνια, ενώ στο ραδιόφωνο τα τραγούδια συνεχίζουν να παίζονται. Κατόπιν με βρίσκει ο Μιχάλης ο Μενιδιάτης και μου λέει «Τι έγινε, εσύ γιατί χάθηκες; Έλα να σε βάλω σε ένα μαγαζί» και με βάζει σ ένα μαγαζί στο Αιγάλεω, στη διασταύρωση της Θηβών παρακάτω. Εκεί ήταν ο Στράτος ο Κύπριος, η Διαμάντη και ο Σπύρος Ζαγοραίος. Με έβαλε εκεί ο κύριος, ο Μιχάλης ο Μενιδιάτης και μένω περίπου δύο χρόνια. Το ’67 με πήραν απάνω στις Τρεις Γέφυρες. Εκεί μας έπιασε η χούντα. Ήμασταν Ρεπάνης, Μενιδιάτης, Λύδια, Λαμπράκη, την άλλη χρονιά Τσιτσάνης Παπαϊωάννου, Ρεπάνης, Νίκος Καλλέργης. Δούλεψα ξανά μαζί τους μετά κάτω στην παραλία, πάλι με τους Μενιδιάτες αφεντικά, τρεις σαιζόν μέχρι το ’70.

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Τσιτσάνη και τον Παπαιωάννου;
Πολύ ωραία, δάσκαλοι αληθινοί αλλά για μένα ο πραγματικός μου δάσκαλος ήταν ο Στέλιος ο Χρυσίνης που με καθοδήγησε, στο τραγούδι.
Μου έλεγε πως το τραγούδι είναι τρία πράγματα: «Nα λες καθαρά τα λόγια, άρθρωση, να βάζεις πάνω στο όργανο σωστά τη φωνή και να βγάζεις όλη την ψυχή σου. Αυτά τα πράγματα ποτέ μην τα ξεχάσεις και να διατηρήσεις τη φωνή σου». Αυτά δε μου τα ξανάπε κανένας. Ο Χρυσίνης ήταν φοβερός μουσικός, η κιθάρα του ήταν ολόκληρη ορχήστρα. Απορώ πως δεν τον έχουν ανακαλύψει ακόμα να του κάνουν εκπομπές και τέτοια. Ήρθε κάποτε ένας ονόματι Τσώλης και του είπε «Στέλιο, σε παρακαλώ έχω κάτι μέτρα από τον Μπιθικώτση και θέλω να με βοηθήσεις να το φτιάξω». Δε θυμάμαι αν έβαλε καμιά λέξη ο Τσώλης, είπε τα λόγια ο Χρυσίνης και του είπε πάρτο. Το τραγούδι είναι «Του Βοτάνικου ο Μάγκας».

Μετά το Χρυσίνη με ποιον συνεργάστηκες;
Μετά με ακούει ο Άκης ο Πάνου και μου λέει «έλα σπίτι». Εκεί μου δίνει και λέω τρία τραγούδια, «Τι ψυχή θα παραδώσεις», «Τράβα με τα νερά μου» και «Τα παλιοδανεικά». Το «Τράβα με τα νερά μου» το έκοψε η χούντα αν και βγήκε δίσκος, γιατί νομίσανε ότι το βγάλαμε γι’ αυτούς. «Σηκωθήκανε τα πόδια να βαρέσουν το κεφάλι» έλεγε και θεωρήθηκε... ανατρεπτικό! Εκείνον τον καιρό με κάλεσε ο Λαμπρόπουλος, με ενδιάμεση την Ελένη Ροδά. Της λέει «να πεις στον Τσίγκο να ’ρθει που τον θέλω και να μην πει τίποτα στον Άκη τον Πάνου». Εγώ δεν μπορούσα να μην το πω στον Άκη γιατί ήταν φίλος μου, μου έδωσε καλά τραγούδια και είχε σκοπό να μου δώσει κι άλλα. Πήγα κατόπιν τριών προσκλήσεων, αφού το είπα στον Άκη και μου είπε «πήγαινε, μπορεί κάπου να σε στείλουνε». Πάω στον Λαμπρόπουλο και μου λέει «κάνουμε έναν μεγάλο δίσκο αφιέρωμα στον Τσιτσάνη και στο Χιώτη και θέλω να τραγουδήσεις, αλλά μην πεις τίποτα στον Άκη». Εγώ του απάντησα ότι δεν μπορώ να μην το πω γιατί τον έχω σαν αδερφό μου και αυτός απήντησε ότι θα τα βρει εκείνος με τον Πάνου. Πάω στον Άκη, του το λέω κι αυτός τσαντίζεται κι αφού έβρισε όλους τους τραγουδιστές ότι είναι κότες, μού λέει «καινούργιος τραγουδιστής κι είπες τέτοια πράματα στον Λαμπρόπουλο; Απ' αυτή την ώρα σ’ έθαψε, αλλά κι από την άλλη δε θα σε ξεχάσει ποτέ». Ήταν εξουσία τότε ο Λαμπρόπουλος;
Βέβαια, κι όπως μου το είπε έγινε. Μεσολάβησε και μια φυλακή τότε.

Τι ακριβώς έγινε;
Τι να γίνει; Ψιλοπράματα, τέλος πάντων, μπήκα μέσα για πέντε-έξι μήνες μαζί με δυο πατριωτάκια μου, τον Αλέκο Ηλία και τον Κυριάκο Τόλια κι έχασα τα πάντα. Μετά δε με δεχότανε κανένας όταν βγήκα από την φυλακή. Ο μόνος που με δέχτηκε ήταν ο Σταύρος ο Ξαρχάκος και μετά από χρόνια έγινε το «Ρεμπέτικο» κι είπα το «Θωμά», με μουσική του Σταύρου και λόγια του Φέρρη.

Στο πάλκο με τη Βίκυ Μοσχολιού
Στη φυλακή είχε τραγούδια;
Βέβαια, είχε καναδυό μπουζούκια και λέγαμε τραγούδια της φυλακής, αυτά του Βαμβακάρη περισσότερο, «Έπρεπε να ’ρχόσουνα μάγκα στον τεκέ μας»...

Στη φυλακή δηλαδή το ’72 τραγουδάγατε Μάρκο;
Ναι και Μπαγιαντέρα, και όλους τους παλιούς. Ένα μπουζούκι επιτρεπότανε...

Η φυλακή σε άλλαξε σαν άνθρωπο;
Να σου πω, όταν ήμουν έξω αν κρέμαγαν όλους τους χασικλήδες εμένα και την παρέα μου θα μας κρέμαγαν τσάμπα, ενώ εκεί μέσα μάθαμε να πίνουμε και με φύλακα το ίδιο το κράτος. Εκεί μπαίνεις άνθρωπος και βγαίνεις τρισχειρότερος. Δεν υπάρχει σωφρονισμός.

Υπήρχαν ναρκωτικά στη φυλακή;
Πίνανε στα ίσα και τους φύλαγαν οι φύλακες. Έκλεινε η πόρτα και λέγανε «ανάφτε τα μάγκες»…

Από το ’72 έως το ’83 δε δούλεψες σε μαγαζί;
Όχι, καθόλου.

Εκείνη η εποχή όμως χαρακτηρίζεται από μια αναβίωση του ρεμπέτικου.

Τι γνώμη έχεις για αυτές τις επανεκτελέσεις του ρεμπέτικου, πιστεύεις ότι προσέφεραν κάτι;
Τα τραγούδια αυτοί που τα είπαν πρώτοι, τα είπαν καλύτερα απ' όλους. Απλά τα έμαθε ο κόσμος πιο πολύ.

Εκείνη την εποχή ο κόσμος ανακαλύπτει το ρεμπέτικο μέσω των επανεκτελέσεων.
Μπα, το ’χε ανακαλύψει ο Χατζιδάκις από παλιά.

Την περίοδο που δούλευες σε μαγαζί ζήταγε ο κόσμος ρεμπέτικα;
Βέβαια τα ζητάγανε, αυτά λέγαμε στα λαϊκά κέντρα. Ζητάγανε Μάρκο, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου...

Μετά απ’ αυτή την περιπέτεια δεν ξαναδούλεψες;
Μετά το ’83 ήρθε το «Ρεμπέτικο» και το «Αμάν αμήν» με πολλές συναυλίες.

Απ’ ό,τι καταλαβαίνω ο Ξαρχάκος σε στήριξε.
Ναι και βέβαια με στήριξε, αλλά εγώ δεν το κυνήγησα να γίνω ...πρωθυπουργός που λένε.

Ποιοι γίνανε πρωθυπουργοί;
Ήτανε έτσι μοιρασμένο που δεν έγινε κανένας.

Το κουμάντο δηλαδή είναι όλο των δισκογραφικών, όπως το θέτεις, και ο λόγος που βγήκες από την πιάτσα ήταν η περιπέτεια σου με το νόμο.
Έτσι ήταν. Βλέπεις μετά τη χούντα κυριαρχούσε το λεγόμενο «έντεχνο» και μέχρι το ’83 δεν είπα άλλο τραγούδι σε δίσκο.

Μετά την ταινία σου ζήτησαν να δουλέψεις σε μαγαζί;
Με παρακάλεσε η συγχωρεμένη η Μοσχολιού και πήγα μια σαιζόν. Περίμενα άλλα τραγούδια να πω και δεν ήρθανε. Δεν το κυνήγησα κιόλας, ήμουν με το ένα πόδι μέσ’ στον «κύκλο» και με το άλλο έξω.

Πρέπει να είσαι και με τα δύο πόδια μέσα αλλιώς δεν κάνεις δουλειά;
Αλλιώς δε γίνεται.

Από τους μεγάλους του ρεμπέτικου με ποιους έκανες παρέα, ποιους γνώρισες καλά;
Θυμάμαι τον Παπαϊωάννου, τον Βασίλη τον Τσιτσάνη.

Αυτοί οι άνθρωποι πώς προσδιόριζαν τον εαυτό τους; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους «ρεμπέτες», η λέξη «ρεμπέτης» έπαιζε δηλαδή;
Όχι τόσο πολύ. Θεωρούσαν λαϊκό το τραγούδι.

Πιστεύεις ότι μεταξύ λαϊκού και ρεμπέτικου υπάρχει διαφορά;
Καμιά, λαϊκό είναι το τραγούδι, εξέλιξη είναι. Τα θέματα του τραγουδιού είναι πιο πλούσια στο ρεμπέτικο. Υπάρχει και τραγούδι του τεκέ και ερωτικό και του γλεντιού, γιατί τα τραγούδια τα φτιάχνανε για πάρτη τους, δε γινόντουσαν για το εμπόριο.

Δίπλα στο Σπύρο Λιόση
Το Μάρκο τον γνώρισες;
Ναι τον γνώρισα στο μπαράκι που μαζευόντουσαν στη Σατωβριάνδου. Εκεί τον θυμάμαι με το Χρυσίνη που μιλάγανε και με ρώτησε «από πού είσαι εσύ πιτσιρικά» και του είπα από τον Ασπρόπυργο και είπε «από κει έχω φάει ψωμί εγώ».

Ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου τι τραγούδια λέγανε στο μαγαζί;
Αυτά που ακούγονται και σήμερα, τα δικά τους. Έβγαινε πρώτος ο μπάρμπα Γιάννης με καμιά κοπέλα, αν υπήρχε στο μαγαζί, και μετά από κανα μισάωρο ανέβαινε κι ο Τσιτσάνης. Ρίχνανε τα ταξίμια τους, παίζανε αλλιώς τα μπουζούκια τότε κι ο κόσμος άκουγε. Στο ταξίμι δε μίλαγε κανείς. Σιωπή. Σεβόντουσαν.

Μεγάλες φωνές ποιες θεωρείς στον 20ό αιώνα;
Ο Καζαντζίδης. Τον άκουσα το 1954 εδώ σε ένα γάμο και ξέχασα τα πάντα. Τα τραγούδια του δεν μπορεί να τα ξαναπεί κανείς. Είναι απαγορευτική γραμμή ο Καζαντζίδης. Τον άκουσα να λέει ένα τραγούδι «Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω» και μου έσπασε το ηθικό! Αυτός έχει ένα παλάτι δικό του και από κάτω όλοι οι άλλοι είναι τα καλυβάκια. Άλλος μεγάλος είναι ο Νταλγκάς. Ο Παγιουμτζής φοβερός, αυτός είναι ο λαϊκός τραγουδιστής. Ο Περπινιάδης ο Στελλάκης κι ο γιος του ο Βαγγέλης και ο Διονυσίου.

Από τις γυναίκες τραγουδίστριες ποιες ξεχωρίζεις;
Η Νίνου, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου.

Ο χορός πώς ήταν τότε στα λαϊκά μαγαζιά;
Ζεϊμπέκικα, χασάπικα και σεβασμός στο χορό του αλλουνού. Οι καλύτεροι χοροί γίνονταν εδώ στον Ασπρόπυργο και στην Κούλουρη. Τώρα που βλέπω τα ζεϊμπέκικα είναι «τουριστικά».

Τσιφτετέλια χορευόντουσαν στα μαγαζιά;
Σπάνια, αλλά μόνο γυναίκες, άντρες ποτέ.

Τα χασικλίδικα τα λέγανε στα μαγαζιά;
Βέβαια τα λέγανε. Όταν έγραψε το «Βαπόρι απ' την Περσία» ο Τσιτσάνης, τον άκουγα που το έφτιαχνε. Μέσα σε μια βδομάδα το ’γραψε από την ώρα που ’γινε το γεγονός.

Τώρα πας σε μαγαζιά;
Δεν πάω γιατί δεν με εκφράζουν.

Θέλεις να δουλέψεις σε μαγαζί;
Άμα τύχει καμιά ωραία περίπτωση.

Από ό,τι ακούς τώρα στη μουσική σου αρέσει κάτι;
Δε με αγγίζουν ή με αγγίζουν λιγάκι και μου φεύγουνε γρήγορα.

Πιστεύεις ότι γράφεται λαϊκό τραγούδι σήμερα Τάκη;
Αν γράφεται… δε φαίνεται, αλλά μπορεί και να υπάρχει και να το δούμε μεθαύριο. Μετά από χρόνια κάτι θα μείνει και οι καλοί συνθέτες δε γράφουν γιατί οι εταιρίες τους λένε «...να αλλάξεις αυτή τη λέξη να βάλεις άλλη» και εκεί τσαντίζονται και δεν γράφουνε. Τώρα με τη νέα τάξη πραγμάτων δε γράφονται τραγούδια αλλά μετριότητες. Γαλατάκι δηλαδή με ημερομηνία λήξης. Κυριαρχεί η μετριότητα σήμερα.

Ποιος πιστεύεις ότι είναι ο λόγος γι’ αυτό;
Υπήρξε μια γενιά συνθετών το ’60 που έβαλε ψηλά τον πήχη και δύσκολα θα ξαναγραφτούν τέτοια πράματα. Οι σπουδαίοι συνθέτες είχανε δίπλα και τους λαϊκούς που μάλλον τους... βοηθήσανε λιγάκι στο ντύσιμο του τραγουδιού να το κάνουν... λαϊκό. Αλλά και οι καλοί συνθέτες δεν υπάρχουν σήμερα και αν τυχόν υπάρχουν, μένουν στην αφάνεια.

Ήτανε αλλιώς τα πράματα τότε στην δημιουργία;
Τότε ένα καλό τραγούδι πέρναγε κατευθείαν, τώρα δεν το περνάνε.

Δηλαδή ο πολιτισμός πια δεν παράγεται γιατί δεν τον αφήνουν να φτιαχτεί;
Είναι επικίνδυνο πράγμα ο πολιτισμός γι’ αυτούς, για τη νέα τάξη πραγμάτων.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.