συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους
για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...
 

Τον Χρήστο Σπουρδαλάκη τον συναντήσαμε ένα πρωινό στο εργαστήριό του στον Προφήτη Ηλία του Πειραιά. Ευγενής και ανεκτικός άρχισε να απαντάει αβίαστα στις ερωτήσεις μας και τελικά η «συνέντευξη» εξελίχθηκε σε μία πολύ φιλική κουβέντα που κράτησε περίπου 3 ώρες. Τα θέματα που θίξαμε πάμπολλα και οι απαντήσεις του δείχνουν έναν άνθρωπο «ψαγμένο» όχι μόνο με το αντικείμενό του αλλά εν γένει με το λαϊκό τραγούδι και τη ζωή. Η στάση του σε πολλά θέματα μας έκανε ευχάριστη εντύπωση όπως και η άνεση με την οποία μίλησε για θέματα που πολλοί συνάδελφοί του θεωρούν «ταμπού» ή απλά δεν μπορούν να εκφράσουν με λόγια... Είναι βέβαιο πως κάποιος που θα επιλέξει τα μπουζούκια του Σπουρδαλάκη δεν θα παραμείνει στο επίπεδο της τυπικής πελατειακής σχέσης αλλά θα αποκτήσει «after sales υποστήριξη» από έναν πολύ αξιόλογο επαγγελματία και τους συνεργάτες του (Νεωρείων 27 & Ελ. Βενιζέλου, Προφήτης Ηλίας, Πειραιάς, τηλ. & Fax: 210 4223 056, ιστοσελίδα: www.music-instruments.gr).

Πόσα χρόνια ασχολείσαι με αυτή την ιστορία;
Από το ’79.

Πριν από αυτό είχες ασχοληθεί με τη μουσική;
Ναι.

Ήσουν μουσικός;
Όχι ακριβώς, δεν μπορώ να το πω. Όπως όλοι οι έφηβοι... όχι όλοι αλλά τέλος πάντων όπως διάφορα ενδιαφέροντα αναφύονται στην εφηβεία, έτσι κι εμένα είχε βγει η σχέση με τη μουσική, είχα γνωριστεί με κάποιους μουσικούς. Τώρα είναι μουσικοί αυτοί. Ας πούμε με το Μανώλη τον Πάππο, με το Σπύρο τον Γκούμα, κάναμε παρέα από τα μαθητικά χρόνια.

Ήταν από την περιοχή εδώ τα παιδιά αυτά;
Ναι. Ήταν από τα Καμίνια ο Σπύρος, από πιο γειτονική περιοχή εδώ κοντά στη βιομηχανική το πατρικό του Μανόλη και γνωριστήκαμε. Εγώ ήδη είχα ξεκινήσει με τα μπουζούκια να έχω μία επαφή κι αυτοί ότι είχανε ξεκινήσει, ξέρεις τώρα, μικρά παιδιά...

Να ακούτε πρώτη φορά...
Καλά εγώ είχα τρελαθεί με της Μιχαλίτση τις εκπομπές για το ρεμπέτικο. Της Σοφίας Μιχαλίτση. Εκείνη ήταν η πρώτη νύξη. Με το που άκουσα ρεμπέτικα, έπαθα... δε χρειάστηκε να κάτσω πολύ καιρό για να το ερωτευτώ, τρελάθηκα, με το που το πρωτοάκουσα έμεινα κάγκελο.

Ήταν το άγγιγμα άμεσο...
Ναι, αυτό ήτανε.

Οπότε αρχίζεις να ασχολείσαι με τη μουσική παίζοντας κιθάρα;
Ναι, ναι.

Και παίζατε σε παρεΐτσες;
Ναι, παρεΐτσες, ξέρεις. Εγώ δεν έπαιζα ακριβώς, ψιλομάθαινα. Κάποια στιγμή κάναμε κι ένα υποτυπώδες, για τα εφηβικά στάνταρντς, σχήμα. Ένα ψιλοσχηματάκι που παίζαμε και το ευχαριστιόμασταν. Κάναμε κάτι αιώνιες πρόβες. Ήταν αφορμή να βρισκόμαστε και να μπουζουκίζουμε.

Με την οργανοποιία πώς έτσι θέλησες να μπλέξεις;
Με την οργανοποιία... Ήθελα να πάρω όργανα, να αγοράσω. Και δεν είχα λεφτά. Ήταν κι ένα είδος υπό δίωξη από το πατρικό σπίτι.

Η μουσική;
Η μουσική, γιατί μου ’παιρνε τα μυαλά, γιατί οι άλλοι θέλανε να διαβάζω και δεν «επιδοτούσανε» μία τέτοια τρέλα. Ξέρω ας πούμε και του Μανόλη το μπουζούκι το είχε κρύψει η μάνα του μέσα στο πατάρι. Ο δικός μου πατέρας, που έκανε τότε ταξίδια Πειραιά-Κρήτη, μου είχε πάρει το δικό μου μπουζούκι μέσα στο καράβι, για να μην παίζουμε, να μην παίζω, προκειμένου να μη σπαταλάω το χρόνο μου εκεί.

Να αναφέρουμε ως παρένθεση ότι έχεις γεννηθεί εδώ στον Πειραιά.
Ναι εδώ στον Προφήτη Ηλία, στην Καστέλα για την ακρίβεια.

Και ξαφνικά πήγες κάπου; Ξεκίνησες μόνος σου να φτιάχνεις όργανα;
Ναι, νομίζοντας ότι είναι κάτι πιο απλό απ’ ό,τι τελικά απεδείχθη. Έτσι με τη νεανική αισιοδοξία, λέω «Θα φτιάξω». Ε, ασχολήθηκα και κόλλησα με αυτό το πράγμα.

Το επαγγελματικό κομμάτι πότε άρχισε;
Το επαγγελματικό έγινε σταδιακά, δεν μπορώ να σου πω ακριβώς πότε. Κάποια στιγμή τα πρώτα οργανάκια τα έκανα δώρο.

Σε φίλους;
Ναι, κάτι μπαγλαμαδάκια με καρύδα. Μιλάμε ήμουν 17-18 χρονών.

Οπότε σιγά-σιγά άρχισε το ερασιτεχνικό να γίνεται επαγγελματικό.
Ναι, άρχισα να πουλάω τα πρώτα όργανα από εκεί το ’79. Αλλά για να πει κάποιος «θα στηριχθώ για να ζήσω», έγινε σταδιακά. Γιατί τα πρώτα χρόνια δε με ξέρανε. Πού να εμπιστευτούνε ένα πιτσιρικά. Και καλά κάνανε γιατί είχα μεγάλη απειρία κι έτσι στηρίχθηκα στη μουσική.

Για να ζήσεις;
Για να ζήσω. Δηλαδή έπαιζα.

Δούλευες σε μαγαζιά;
Δεκατρία χρόνια δούλευα.

Στα ρεμπετάδικα της εποχής;
Στα ρεμπετάδικα της εποχής, δούλεψα ως κιθαριστής ή ως μπαγλαματζής σε συνδυασμό με τραγούδι. Συνοδευτικά δηλαδή έπαιζα. Δεν ήμουν ποτέ καλός μουσικός. Καλός-καλός δηλαδή. Απλώς διεκπεραίωνα με επάρκεια αυτό που μου ανάθεταν. Δεν ήμουν κακός, αλλά δεν είχα αυτό το «άγγιγμα» του ιδιαίτερου ταλέντου. Ποτέ δεν είχα αυτό το πράγμα. Ήμουνα μία μέτρια κατάσταση αλλά χαιρόμουνα αυτό το πράγμα, αγαπούσα τα ρεμπέτικα, δεν το έκανα μόνο για βιοπορισμό. Αυτό κράτησε για 13 χρόνια, ώσπου…

Μέχρι το έτος;
Με απόλυτη σαφήνεια δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι πάντως ότι τελείωσα από τη «Στοά των Αθανάτων», δύο χρόνια αφότου δούλευα εκεί. Το δεύτερο χρόνο, πρέπει να ’ταν το ’96-’97 που σταμάτησα.

Παράλληλα έφτιαχνες και όργανα;
Ναι, βέβαια. Όλο αυτό το διάστημα όλο και περισσότερο στηριζόμουν στα όργανα. Και κάποια στιγμή τα παράτησα με τη μουσική γιατί είχα καταλάβει έγκαιρα ότι δεν ήταν αυτό το καλύτερο κομμάτι μου. Αυτό συνήθως στους πιο πολλούς ανθρώπους παίρνει κάποια χρόνια να το παραδεχτούνε. Κι εμένα έκανε κάποια χρόνια να το δω κανονικά. Θα μπορούσα να το κάνω ακόμα. Και το κάνω ακόμα αλλά δε δουλεύω πια. Από τότε έβαλα όρκο ότι οποιαδήποτε μουσική μου κίνηση θα είναι αμισθί.

Ως χόμπι κι από ευχαρίστηση δηλαδή.
Ακριβώς και μου είναι εξαιρετικά ευχάριστο και πολύ απενοχοποιημένο και έχω και τη γνώμη ότι -σε σύγκριση με τις δικές μου επιδόσεις- είμαι και καλύτερος απ’ ό,τι παλιότερα.

Ναι, δεν έχεις την αγωνία.
Ε, βέβαια...

Οπότε κάποια στιγμή μπαίνεις στο θέμα οργανοποιία και μόνο. Μαθητεύεις κάπου;
Όχι. Δυστυχώς ήτανε αρκετά κλειστά τα στόματα τότε για την οργανοποιία, την εποχή που ξεκίνησα εγώ. Τα χρόνια του ‘79, ‘80, ‘81, ‘82 που ήτανε χρόνια που θα μπορούσε κανείς να μαθητεύσει, εγώ επιχείρησα να το κάνω. Επιχείρησα σε δύο, κυρίως, μαγαζιά που δουλεύαν τότε. Στο Ζοζέφ, όπου είχε και τη φήμη. Δεν πήγα δηλαδή να του πω να γίνω μαθητής, απλώς «ψάρευα» όποια πληροφορία μπορούσε να μου δώσει μέσα από τη συζήτηση, αλλά και να δω αν είναι ανεκτικός στο να τον βοηθάω. Γιατί ήταν και κάπως ηλικιωμένος κι εγώ νεότερος, οπότε μου φαινόταν και πιο ηλικιωμένος. Έλεγα λοιπόν, θα μπορούσα να σου σκουπίζω το μαγαζί, να σε βοηθάω, του ‘λεγα κάτι τέτοια, κι αυτός είχε καταλάβει βέβαια ως πιο έμπειρος για τι πράγμα ενδιαφερόμουν και ήταν πολύ αρνητικός. Νομίζω ότι κανείς δε στάθηκε στο Ζοζέφ κοντά. Δε δέχτηκε ποτέ του κανένα για μαθητή. Είχε, όταν ήταν πολύ νεότερος, τον Παντελή. Ο Παντελής μού ήταν πάρα πολύ αγαπητός. Ήταν από τα πιο αγαπητά πρόσωπα στο χώρο αυτό της οργανοποιίας, αλλά ήταν πάντοτε «κάλφας», δεν είχε δικό του μαγαζί, ήτανε πάντοτε βοηθός κάποιου. Ίσως επειδή ο άνθρωπος αυτός ήταν αλκοολικός, έπινε πολύ και δεν μπόρεσε να κάνει, όπως έλεγε ο ίδιος, χαΐρι. Ήταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας αυτός ο άνθρωπος. Ήταν καλός οργανοποιός, ενδεχομένως να ήταν κι ένας από αυτούς που έδωσαν πολλά στο εργαστήριο «Ζοζέφ». Ήταν πολύ ευρηματικός κι εξαιρετικός στην επισκευή. Οι πρώτες σκέψεις για επισκευές γίναν από τον Παντελή. Μου είπε προφορικά κάποια πράγματα στο πόδι. Λιγότερη ώρα απ’ όσο μιλάμε τώρα.

«Στο φτερό»...
«Στο φτερό» ας πούμε. «Και πως θα το ξεσκεβρώσεις;», «Να τώρα πρέπει να του βγάλω τα τάστα και να πλανίσω την ταστιέρα». Αυτό, για έναν άνθρωπο όπως εγώ, ήταν φοβερή πληροφορία. Αλλά οι πιο πολλές πληροφορίες σχετικά με αυτό ήρθανε από τη βιβλιογραφία. Λόγω του αδερφού μου που σπούδαζε στον Καναδά, είχα την πρόσβαση σε κάποιους οργανοποιούς εκεί και σε κάποια βιβλία. Οι Αγγλοσάξονες έχουν μεγάλη παραγωγή στην οργανοποιία και στη διάδοση της γνώσης. Δεν είναι σαν κι εμάς κρυψίνοες.

Υπάρχουν και ειδικές σχολές και πολύ οργανωμένες μάλιστα.
Βεβαίως και αυτό με βοήθησε. Βέβαια αυτοί δεν κάναν μπουζούκι. Κάναν κιθάρες, μαντολίνα και τέτοια. Αλλά κάποιες γενικές αρχές ισχύουν σε όλα τα όργανα. Ας πούμε, ένας νέος που δεν ξέρει πού να προσανατολιστεί, δεν μπορεί να καταλάβει ότι το καπάκι είναι το πιο ουσιώδες άμα κάπου δεν το δει. Αυτό, ας πούμε, είναι μία βασική αρχή της οργανοποιίας για όλα τα όργανα. Έτσι λοιπόν βοηθήθηκα πολύ από αυτά και πήρα κάποιες αρχές από εκεί, οι οποίες εθεωρούντο πολύ «προκεχωρημένα φυλάκια» στη γνώση των ντόπιων οργανοποιών. Ας πούμε, από τα πρώτα πράγματα που βρίσκει κανείς σε ένα ξένο βιβλίο είναι η διάταξη των αυξητικών γραμμών στα ξύλα, η διάταξη αυτών στα καμάρια, ένα θέμα το οποίο είναι από τα πρώτα που βρίσκει κανείς. Πώς θα βάλεις τα καμάρια, με ποια κλίση. Αυτό είναι εκ των ουκ άνευ, από τα πιο βασικά πράγματα. Κάποια στιγμή που μίλαγα με κάποιον, που τώρα είναι επώνυμος οργανοποιός και του είπα γι’ αυτό το πράγμα, αυτός θεώρησε ότι είναι ένα κολοσσιαίο μυστικό. Θέλω να πω πόσο μας χωρίζει (σ.σ. με τους Αγγλοσάξονες) αυτό το πράγμα. Δεν είμαι θαυμαστής καθόλου της Αγγλοσαξωνικής κουλτούρας γενικά, κάθε άλλο. Αλλά στα πράγματα της διάδοσης της γνώσης, της εκπαίδευσης και της τεχνοκρατικής, ας πούμε, πλευράς είναι σε άλλα επίπεδα. Θα μπορούσαμε αν συμπληρωνόμαστε εμείς, ως κουλτούρα, με κάτι τέτοιο να έχουμε και τα δυο πόδια.

Οπότε, οι γνώσεις σου ξεκινούνε από τη μελέτη σου και τον πειραματισμό σου.
Πιο πολλά μαθαίνει κανείς από τα σφάλματά του. Εκείνο είναι ο μεγάλος δάσκαλος και ο πάγκος. Αν δεν κάτσεις να φτιάξεις δε θα μάθεις ποτέ. Αν δεν κάνεις λάθη δεν πρόκειται να μάθεις ποτέ. Αν δεν καταλάβεις εκεί, π.χ. για ποιο λόγο πρέπει να έχει τόση ακαμψία το καπάκι, δεν πρόκειται να το καταλάβεις ποτέ. Αυτό δεν πρόκειται να στο αποδείξει κανένας, ούτε κανένα βιβλίο, τίποτα. Είναι πολύ σημαντικό πράγμα η εμπειρία, βέβαια όταν συμπληρώνεται από τη γνώση. Θέλει και τα δυο.

Οπότε κάποια στιγμή μπαίνεις στο χορό κανονικά, ανοίγεις το μαγαζί σου, αποκτάς πελατεία...
Ε, σιγά-σιγά. Αυτό έγινε, ο ένας με τον άλλο. Σιγά-σιγά, τώρα τόσα χρόνια…

Όργανα εκείνης της περιόδου έχεις καθόλου; Έχεις κρατήσει; Της πρώτης περιόδου σου;
Από τα πιο παλιά όργανα που είναι εν ζωή και εν λειτουργία πρέπει να είναι ένα όργανο που έχει ο φίλος μας ο Ναούμης.

Να κάνουμε μία ερώτηση με αφορμή τη μακροβιότητα. Έχεις κάποια συστηματικοποίηση στη δουλειά σου; Καταγράφεις κάποιες παραμέτρους στη διάρκεια της κατασκευής ενός συγκεκριμένου οργάνου, έτσι ώστε να ξέρεις στο μέλλον ότι το όργανο ότι είχε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή συνολικά έχεις μία εμπειρική εικόνα της κατασκευής των μπουζουκιών και λες ότι το κάνω πάντα με αυτόν τον τρόπο άρα ξέρω που να προσέξω τι. Εξειδικεύεις δηλαδή την κατασκευή σε κάθε όργανο ώστε να δεις τα χαρακτηριστικά του και στο μέλλον;
Ναι. Αυτή είναι μία πολύ σημαντική παράμετρος. Εξαιρετικά σημαντική.

Μπορεί να πεις, δηλαδή, ότι σε αυτό το μπουζούκι θα δοκιμάσω κάτι διαφορετικό, οπότε γυρνώντας στις σημειώσεις σου να δεις ποια παράμετρο «πείραξες»;
Αυτό είναι από τα πιο ουσιώδη. Ανήκω στους ανθρώπους -έχω πειστεί πλέον- ότι δεν πρόκειται να πω ποτέ «έμαθα να κάνω όργανα, τέλειωσα, το ’μαθα». Νομίζω ότι είναι κάτι που εξελίσσεται διαρκώς και εξελίσσεται όταν επιχειρούμε να κάνουμε ένα βήμα έξω από τον κύκλο όπου έχουμε συνηθίσει, στη σιγουριά μας. Καταγράφω τι έχω κάνει, ξέρω τι είναι το επιτυχημένο, συμπεραίνω ποιο μπορεί να είναι το επόμενο επιτυχημένο βήμα, προς ποια κατεύθυνση δηλαδή. Εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια έχω αλλάξει τον οπλισμό του καπακιού, εσωτερικά, καμάρια και λοιπά. Και με αυτό το πράγμα, ελαφρά, πειραματίζομαι. Με τα πάχη των ξύλων πειραματίζομαι επίσης, με τα είδη των ξύλων κα με άλλα τα οποία δεν είναι της στιγμής να αναφέρω, επειδή είναι πολύ λεπτομέρεια, αλλιώς δεν έχω αντίρρηση καμία.

Τεχνοτροπικά στις πρώτες σου κατασκευές επηρεάστηκες από κάπου;
Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα απ’ ότι ήξερα. Απ’ όποια εμπειρία ή αρπαχτή κουβέντα είχα εξιχνιάσει, έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Έλεγα ότι «αυτό πρέπει να’ ναι».

Δεν υπήρξε κάποια εικόνα μπουζουκιού ενός κατασκευαστή που σε ενέπνευσε περισσότερο;
Οπωσδήποτε. Είναι επίδειξη φιλαυτίας να πω ότι επηρεάστηκα από το Ζοζέφ, ο οποίος ήταν ο «βασιλεύς» της εποχής, ας πούμε.

Δικαίως;
(κομπιάζει λίγο) Όχι, κατά τη γνώμη μου. Αν δε μοιάζει αυθάδες, τη γνώμη μου λέω, με την ασημαντότητά μου ή όποιο βάρος ελάχιστο μπορεί να έχω. Δεν είναι. Κι ο λόγος, ένα από τα πιο βασικά το οποίο μπορούμε να αναπτύξουμε αν θέλετε, είναι το ότι αυτός ο άνθρωπος έκανε πάρα-πάρα πολλά όργανα. Θα ’πρεπε ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των οργάνων να είχε επιβιώσει από αυτά που έχουν επιβιώσει. Σύμφωνα με αυτά που έλεγαν οι άνθρωποι το 17ο και 18ο αιώνα, οι άνθρωποι που καναν αυτή τη δουλειά που κάνουμε εμείς, ο οργανοποιός δεν κρίνεται εν ζωή. Γιατί η δουλειά μας έχει οργανωθεί και κτιστεί σε εποχές που δεν υπήρχε η αντίληψη της εργατοώρας και της οικονομικής σχέσης της όποιας είναι σήμερα, ο στραγγαλισμός αυτός της αγοράς. Είναι τόσο μακρύ το ταξίδι ενός οργάνου που θα κριθεί, κατά πάσα πιθανότητα, μετά. Όταν ωριμάσει το όργανο και όταν περάσει μάλλον αυτός ο άνθρωπος, να δούμε τι έκανε τελικά. Κι αυτό θα φανεί τότε.

Μπορεί ένα φτηνό μπουζούκι να γίνει ακριβό στη διαδρομή του χρόνου;
Ναι, βέβαια, φυσικά. Το έχω δει πολλές φορές. Το πιστεύω πολύ αυτό και συνήθως ο λόγος είναι ότι ένα φτηνό μπουζούκι δεν έχει υποστεί την καταστροφική προσοχή που έχει υποστεί ένα ακριβό.

Το λεπτοκαμωμένο δηλαδή.
Το λεπτοκαμωμένο. Το λεπτοκαμωμένο όχι στα άλλα του σημεία αλλά ιδιαίτερα στο καπάκι. Είναι κάτι που αφαιρεί από τη μακροβιότητα.

Όσο δηλαδή πιο πολύ το «σκαλίζεις» τόσο χαλάει;
Κοίταξε, υπάρχει συγκεκριμένος βαθμός ακαμψίας, σκληρότητας να το πούμε, που πρέπει να έχει ένα καπάκι σε συγκεκριμένα σημεία. Αυτό είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορεί κανείς να μάθει και νομίζω -δεν είμαι απολύτως σίγουρος ούτε σε θέση να κρίνω τους υπόλοιπους συναδέλφους- ότι δε δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό. Ιδιαίτερα την εποχή του ’65 με ’75 όλο και χειρότερα γίνονταν τα όργανα. Δινόταν προσοχή στο να παίζει, να σκάει το όργανο, που με το που θα το κουρδίσεις αν είναι δυνατόν να είναι πιο εντυπωσιακό ώστε να πάρεις τον πελάτη τού απέναντι, αλλά αυτό αφαιρούσε από τη μακροβιότητά του. Και θα δείτε σε αυτό που λέω ότι μπουζούκια της δεκαετίας του ’30, κάτι αρχαία με τσάκιση στο καπάκι, αρχαιοπρεπή, μπορούν να παίζουν και να ’ναι εκεί στη σταθερότητά τους, ενώ μπουζούκια της δεκαετίας του ’60 με ’75 ως ’80 ενδεχομένως, να είναι «τελειωμένα», να μην υπάρχουν, να είναι «μπουμαρισμένα».

Σε μάγεψε ποτέ κανένα μπουζούκι; Όχι δικό σου. Ένα μπουζούκι που να το άκουσες κάπου και να σου άρεσε.
Μου άρεσε πάρα πολύ ένα μπουζούκι του Ζοζέφ, αυτό είναι και το πρότυπό μου, χρονολογίας περίπου ’62-’63. Ήτανε τρίχορδο και είχε μάλιστα πάνω τη φιγούρα ΚΑΛΜΟΛ, αυτός που είχε τα παυσίπονα το είχε κάνει δώρο (σ.σ. Βασίλης Νικολαϊδης-φαρμακοβιομήχανος και γνωστός γλεντζές και θαμώνας των μπουζουκιών της εποχής). Αυτός ήταν μπουζουκομανής τύπος και πήγαινε κάθε βράδυ στα μπουζούκια κι έβαζε βαθμούς στους μπουζουξήδες και τους μουσικούς. Κι όποιος έπαιρνε τον πιο καλό βαθμό θα του ’κανε μπουζούκι. Και βέβαια τον πιο καλό βαθμό τον πήρε ο Τσιμπίδης, αυτός που είχε και το μπουζούκι αυτό, το οποίο απολαμβάνουμε σε ηχογραφήσεις. Ένας ήχος γεμάτος φως ρε παιδιά. Το μπουζούκι του ΚΑΛΜΟΛ.

Ποιος το έχει σήμερα; Γιατί ο Τσιμπίδης δεν το ’χε. Όσα είχε ο Τσιμπίδης τα είδα όλα.
Δεν ξέρω καθόλου. Αυτό που έγραφε ΚΑΛΜΟΛ είναι το μπουζούκι που μου αρέσει πάρα πολύ. Ένας ήχος με πλήρη τα πρίμα του, γιατί εγώ έχω μία αγάπη στα πρίμα όργανα. Δε μου αρέσουν τα μπάσα όργανα γιατί είναι η οκταχορδοποίηση του μπουζουκιού, η κιθαροποίηση, η Δυτικοποίησή του. Και μπορώ σε αυτό να σας πω μία γνώμη, πώς άλλαξε ο ήχος του μπουζουκιού με την έλευση του οκτάχορδου. Δομικά, δηλαδή, τεχνικά πώς άλλαξε και για ποιο λόγο συγκεκριμένα γιατί άλλαξε η κλίμακα και όλα αυτά. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον θέμα. Ένα άλλο μπουζούκι ήταν του Μάρκου του Βαμβακάρη. Ένα τρίχορδο μπουζούκι το οποίο υπάρχει στο γιό του.

Το καφέ;
Το μαύρο, το εβένινο, με τη φαρδιά ταστιέρα. Αυτό επίσης μου αρέσει πολύ γιατί είναι πολύ ισορροπημένο όργανο και διατηρεί αυτά τα αγαπημένα πρίμα του αυθεντικού εξάχορδου. Ένα άλλο μπουζούκι που είχα την τιμή να πιάσω και μου άρεσε πάρα πολύ ήταν αυτό του Βασίλη του Τσιτσάνη. Το παλιό τρίχορδο το οποίο το είχε δωρίσει ο Τσιτσάνης στον αδελφό του το Χρήστο. Είχε περάσει από το μαγαζί για επισκευή και το ‘παιξα τότε που σύχναζα στο μαγαζί του. Ήταν ένα μπουζούκι που μου ‘χε κάνει πολλή εντύπωση για το πόσο μαλακό ήταν και το πόσο μακρύ ήταν. Τρίχορδο αυθεντικό, όχι κουτσουρεμένα όπως σήμερα.

Λέμε για το αρχικό αυτό που μετέτρεψε από μαντολίνο;
Όχι, όχι, ένα από τα κλασσικά της περιόδου.

Έχεις φτιάξει ποτέ κανένα μπουζούκι για τους παλιούς; Πρόλαβες κανέναν;
Όχι, δεν τους πρόλαβα. Ακόμα κι όταν εγώ θα ήμουν σε θέση, αυτοί είχαν φύγει ή δεν ήταν ενεργοί πια. Ιδιαίτερα αυτοί που είναι οι αγαπημένοι μου, οι εξαχορδίτες, είχαν φύγει πια.

Ποιοί είναι οι αγαπημένοι σου;
Ο Τσιμπίδης μου άρεσε πάρα πολύ. Ο ήχος του Τσιμπίδη, το παίξιμο, η ζωντάνια, η καθαρότητα αυτού του ήχου. Δεν αγαπώ ιδιαίτερα τους δεξιοτέχνες. Τους θαυμάζω αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω το παίξιμό τους. Νομίζω ότι μετά από ένα σημείο είναι μία επίδειξη. Αυτή η αμετροέπεια στους παλιούς δεν υπήρχε, στους σύγχρονους υπάρχει. Χωρίς να είναι απαραίτητο, εκεί που είναι να παιχτούν δύο-τρεις νότες και να μεταφέρουν το αίσθημα, γιατί αυτό είναι το θέμα μας, παίζουν τρεις χιλιάδες νότες κι εκεί μεταφέρεται το αίσθημα του εγωισμού, «κοιτάτε ποιος είμαι εγώ και πόσο γρήγορα παίζω». Δε μου αρέσει. Επίσης και με του Χατζηχρήστου το μπουζούκι έχω παίξει.

Πώς κι έτσι;
Οι μόνες μου κοπάνες που έκανα από το σχολείο ήταν για να πάω στα οργανοποιεία.

Πήγαινες και «φωτογράφιζες»; (γέλια)
Καθημερινά μπορώ να πω. Είτε με το Μανώλη είτε μόνος μου πήγαινα στα οργανοποιεία. Καθημερινά. Με αφορμή να πάρω μία χορδή, τα δήθεν ας πούμε, να σταθώ εκεί να πιάσω την κουβέντα, να παίξω κανένα μπουζούκι κι είχα δει το μπουζούκι του Χατζηχρήστου. Μάλιστα όταν δούλευε ο Παντελής στο Γαβρήλο, κάτω προς το Μουρατίδη, εκείνος επισκεύαζε το μπουζούκι του Χατζηχρήστου.

Το επίθετο του Παντελή που λέμε;
Δεν το θυμάμαι... Κατοχυρώθηκε ως «Παντελής». Είναι ένα αγαθό γεροντάκι...

Ζει αυτός;
Δεν το ξέρω, δε νομίζω όμως... Όπως κι ούτε κανείς από τους παλιούς. Αυτοί που φέρουν το όνομα είναι οι συνεχιστές τους και είναι άλλο...

Η «επιχείρηση» οργανοποιία λειτουργεί γενικώς; Μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος;
Όπως είχαμε την κουβέντα προηγουμένως για τους μουσικούς, γίνεται ακριβώς το ίδιο. Εάν πουλήσεις την ψυχή σου στο διάβολο, μπορεί να βγάλεις και κάποια λεφτά. Εάν πηγαίνεις με το σταυρό στο χέρι απλά βγάζεις για να ζεις, αλλά όχι για να πεις ότι θα κάνω και κάτι.

Αυτή τη στιγμή συζητάμε γιατί εμείς ανήκουμε σε έναν κύκλο ανθρώπων οι οποίοι είμαστε καταναλωτές των οργάνων, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι. Εμείς τα αγοράζουμε. Άλλος με τη μεγάλη οικονομική του άνεση, άλλος με τη μικρότερη κι άλλος με την ανύπαρκτη. Η κουβέντα που γίνεται γενικώς, στο δικό μας τον κύκλο, αφορά τις ακριβές τιμές. Αρχίζουμε ένα σχόλιο, πόσο κάνει ένα μπουζούκι, κάνει 1.000 ευρώ,1.500, 2.000, 3.000 άλλος λέει 4.000, ακούγονται νούμερα τρελά. Το 4.000 είναι ένα νούμερο που σε τρομάζει.
Κι εμένα μου φαίνεται τρελό, τρομακτικό και απωθητικό.

Πώς δικαιολογείται ένα τέτοιο κόστος;
Είναι λίγο μεγάλο αυτό το θέμα. Υπάρχει πιθανότητα ένα μπουζούκι να κάνει 1.000 ευρώ και να ‘ναι ακριβό. Υπάρχει πιθανότητα ένα μπουζούκι να κάνει 1.000 ευρώ και να ‘ναι φτηνό, αλλά δεν υπάρχει πιθανότητα, αν δε συνδέεται με κάποιο ιστορικό λόγο που του δίνει μία άλλου είδους αξία που δεν μπορούμε να αποτιμήσουμε...

Δε μας ενδιαφέρει αυτό...
Ένα μπουζούκι που κάνε1, ας πούμε, 3.000 ευρώ, κατά τη γνώμη μου είναι υπερτιμημένο. Ένα μπουζούκι που κάνει 4 και 5.000 ευρώ είναι απρέπεια. Εκτός πια και αν ο πελάτης τού έχει βάλει χρυσά κλειδιά και…

Να μη βάλουμε την παρέμβαση του πελάτη.
Αυτά τα βρίσκω πολύ ενοχλητικά πράγματα. Είναι κάποια φαινόμενα που συστηματικά συκοφαντούν τους οργανοποιούς, φαινόμενα υπερκέρδους, τα οποία δείχνουν νομίζω, χωρίς να είμαι σε θέση να κάνω τον ψυχαναλυτή, ότι αυτοί οι άνθρωποι μάλλον έχουν πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και ο άλλος πρέπει να τους πληρώσει επειδή είναι κάποιοι.

Από την άλλη πλευρά μπορεί ο ένας οργανοποιός να «σέρνεται» πίσω από τον άλλο προσπαθώντας να αποδείξει ότι αυτός είναι καλύτερος...
Το ’χω δει κι αυτό. Π.χ. είμαι οργανοποιός των 3.000 ευρώ, ενώ εσύ είσαι των 2.000. Αυτά τώρα… τι να πω.

Υπάρχει και η άποψη που λέγαμε προηγουμένως, της εργατοώρας. Πόσο τη μεταφράζει ο κάθε οργανοποιός; Αν κάποιος θέλει μία απλή φιγούρα ή κάτι πιο περίτεχνο...
Είναι εγωισμός. Εγώ δηλαδή θέλω για παράδειγμα να πληρώνομαι 1.000 ευρώ την ώρα κι ο άλλος 50; Είναι καθαρός εγωισμός. Πολύ...

Ένα μέσης κατασκευής όργανο, ας μην πάμε στην κορυφή, ένα καλό όργανο με συνέπεια διακοσμημένο να μην είναι γυμνό, πόσες εργατοώρες θα απαιτήσει;
Εξαρτάται πολύ με τι τρόπο θα φτιαχτεί.

Ας πούμε με τη δική σου μεθοδολογία κατασκευής.
Να πω την αλήθεια μου δεν το έχω μελετήσει, δεν είμαι έτοιμος να σου απαντήσω. Δεν το μέτρησα ποτέ με υποδεκάμετρο, με ώρα για να το κάνω έτσι. Δύο άτομα πάντως, γιατί δουλεύουμε δύο άτομα στο εργαστήριό μου, εγώ και κάποιος που ήταν μαθητής μου αλλά τώρα πια είναι συνάδελφός μου, κάνουμε τέσσερα όργανα το μήνα.

Και χαίρεσαι βλέπουμε γι’ αυτόν!
Πολύ, είναι και καλύτερός μου ο Γιάννης ο Κάτος, με τον οποίο έχουμε μία συνεργασία για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Έχουν περάσει κι άλλοι από εδώ, αλλά με το Γιάννη έχουμε τη μακροβιότερη συνεργασία.

Τέσσερα όργανα το μήνα λοιπόν...
Τέσσερα όργανα το μήνα για δύο ανθρώπους. Δηλαδή δύο άνθρωποι πρέπει να ζήσουν, να ζήσει το μαγαζί, να αγοραστούν τα υλικά, να πληρωθεί η εφορία…

...να πληρωθεί το ΤΕΒΕ...
Βέβαια η παράμετρος «υλικά» είναι κάτι που μπορεί κανείς να το μετρήσει. Ένα σκάφος φτιαγμένο από κελεμπέκι κι ένα σκάφος φτιαγμένο από καρυδιά δεν απέχουν πολύ σε κόστος, είναι αμελητέες οι διαφορές. Από καρυδιά σε παλίσσανδρο τη διαφορά αρχίζεις και την αισθάνεσαι. Γιατί δεν είναι πόσο ξύλο ωφέλιμο έχει ένα σκάφος, είναι πόσο ξύλο θα χάσεις μέχρι να φτάσεις σε αυτό το σημείο. Ένα μικρό κομμάτι είναι το ωφέλιμο, περίπου το 10%. Το υπόλοιπο χάνεται. Κι όταν αυτό είναι ένα πολύτιμο ξύλο, κάπως αρχίζει και μετράει. Ακόμα περισσότερο αν το σκάφος είναι φτιαγμένο από περναμπούκο, που έχω εγώ τη λώλα και βάζω. Αυτό το πράγμα έχει 35 ευρώ το κιλό. Έχει ένα ειδικό βάρος περίπου διπλάσιο από του εβένου. Πολύ πιο σκληρό, πιο βαρύ, δύσχρηστο, πετάς πολύ γιατί σκάει, αλλά έχει κι ένα αποτέλεσμα που εμένα μου αρέσει πολύ.

Τέσσερα μπουζούκια το μήνα είναι μία απάντηση.
Για τα τέσσερα μπουζούκια το μήνα δουλεύουμε εντατικά. Δεν περιλαμβάνει όμως το να πάμε να διαλέξουμε το ξύλο, τις χοντρές δηλαδή προεργασίες. Κάποιες φορές το χρόνο «θυσιάζουμε» κάποιες μέρες για να κάνουμε αυτές τις χοντρές δουλειές που γίνονται δύο με τρεις φορές το χρόνο. Αυτές όμως οι ημέρες πρέπει να συνυπολογιστούν μέσα στις εργατοώρες. Πρέπει δηλαδή να «σηκώσεις» την ξυλαποθήκη, να «σκάψεις» να βρεις το καλό το κομμάτι, να το πάρεις, να το κόψεις, να πας μετά στο αεροδρόμιο που είναι ένα τριβείο να το κάνεις φύλλα, έτσι όπως ακριβώς χρειάζεται για να επεξεργασθεί...

Τα ξύλα σου τα προμηθεύεσαι από την ελληνική αγορά;
Όχι όλα. Τα καπάκια είναι όλα απ‘ έξω. Δεν ήταν πάντα έτσι. Έπαιρνα από την ντόπια εμπορία καπάκια κι όταν δε είχα πρωτοξεκινήσει έκανα ότι όλοι: πήγαινα σε ξυλαποθήκες και έπαιρνα ό,τι έβρισκα. Μετά αναπτύχθηκε η ντόπια εμπορία στην προμήθεια υλικών για οργανοποιία και πήρα από εκεί καπάκια. Τώρα φέρνω εγώ ο ίδιος απ‘ έξω. Αυτή η δουλειά γίνεται από το ’91. Το ’90-’91 είχα φέρει 2 με 3.000 καπάκια και μάλιστα προμήθευσα και πολλούς.

Από Καναδά;
Από Ρουμανία. Ρουμάνικα έλατα. Κι από Καναδά είχα φέρει μία μικρή προμήθεια.

Το καπάκι είναι πάντα έλατος;
Είδος ελάτου, ναι.

Δεν υπάρχουν άλλες ποικιλίες που να κάνουν γι’ αυτή τη δουλειά;
Υπάρχουν κάποια άλλα, αλλά είναι μάλλον η εξαίρεση. Υπάρχουν κάποια υποείδη αλλά το έλατο είναι αυτό που χρησιμοποιείται.

Τα ξύλα που χρησιμοποιείς κατά κανόνα είναι πάντα σταθερά; Πάντα δηλαδή ο έβενος μπαίνει στις ταστιέρες;
Όχι, τώρα πια όχι. Ο έβενος είναι ένα πολύ επιβαρυμένο ξύλο. Υπάρχουν διάφορα είδη «εβενοειδών» και αυτός ο διόσπυρος SPP δηλαδή έβενος, είναι κάτι δυσεύρετο. Πολλά ξύλα κυκλοφορούν με την επωνυμία «έβενος» γιατί είναι μαύρα, βαριά και σκληρά. Δεν είναι έβενοι. Είδα κι έπαθα μέχρι να το καταλάβω αυτό. Ούτε είναι το καταλληλότερο ξύλο για την ταστιέρα κατά τη γνώμη μου. Επειδή είναι «πυκνό» ξύλο δεν έχει χωρητικότητα. Όλα τα ξύλα είναι υγροσκοπικά, δηλαδή διαστέλλονται και συστέλλονται σε σχέση με τη σχετική υγρασία του περιβάλλοντος. Επειδή ο έβενος είναι πυκνός, δεν έχει πού να «αποθηκεύσει» το νερό που δεσμεύει με αποτέλεσμα να διαστέλλεται και να συστέλλεται με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ό,τι τα άλλα.

Θα φανταζόμασταν το αντίθετο, καθώς λόγω πυκνής δομής δεν προσλαμβάνει μεγάλα ποσοστά υγρασίας από το περιβάλλον...
Όχι είναι πολύ υγροσκοπικό, οπότε τα όργανα που είναι έτσι, είναι και περισσότερο ευεπίφορα στις μεταβολές της υγρασίας. Δηλαδή με έναν έβενο στην ταστιέρα έχουμε την πιθανότητα σε κάποια μεγάλη υγρασία να αλλάξει διάσταση, να μεγαλώσει και να πάει πίσω, με αποτέλεσμα να τρίζουν τα πρώτα τάστα ενός οργάνου. Να «ταστάρει». Αντίστροφα σε ένα θερμό και ξηρό καλοκαίρι μπορεί το όργανο να έρθει «μπροστά» και να είναι σκληρό και πάλι το χειμώνα το όργανο να έρθει «πίσω». Δηλαδή το όργανο να κουνιέται. Αυτά αντιμετωπίζονται με άλλα μέσα. Η βέργα δεν είναι λύση. Την είχα δοκιμάσει. Μάλιστα ο πρώτος που δοκίμασε βέργα ήμουν εγώ. Είχα φέρει 35 βέργες από Γερμανία, παραγγελία κάποτε, κι έκανα 35 μπουζούκια με βέργα. Η βέργα εμποδίζει το να έρθει το όργανο μπροστά. Το «σκεύρωμα». Αλλά βοηθάει στο να πάει πίσω. Δηλαδή επιτείνει το πρόβλημα της υγρασίας και στην περίπτωση που πάει πίσω το όργανο η βέργα δεν μπορεί να το φέρει μπροστά. Μόνο προς μία κατεύθυνση σπρώχνει η βέργα. Χώρια που έχει και άλλα παράπλευρα προβλήματα...

Πέραν αυτού υπάρχει και το πρόβλημα του όγκου του ξύλου στο μανίκι ενός μπουζουκιού. Δηλαδή θα πρέπει να «σκάψεις» το μανίκι, να αφαιρέσεις ξύλο για να ταιριάξεις τη βέργα. Υπάρχουν διαφορές με την κιθάρα που έχει μεγαλύτερων διαστάσεων μανίκι και είναι πιο στιβαρό όργανο.
Η κιθάρα μπορεί να πάρει βέργα, και πρέπει. Μάλιστα οι καλές κιθάρες έχουν σταθερή βέργα, δεν έχουν ρυθμιζόμενες. Εγώ τελευταία, που λέγαμε πριν και για την εξέλιξη και τους πειραματισμούς, πειραματίστηκα με πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα και θα το εφαρμόσω, με ίνες άνθρακα. Και λύθηκε το πρόβλημα αυτό και είμαι πολύ αισιόδοξος.

Δηλαδή βέργα ανθρακονήματα;
Όχι ανθρακονήματα σε μορφή γάζας. Σαν ύφασμα είναι και μπαίνει κάτω από την ταστιέρα. Όπου θες μπαίνει. Έχει ισχύ ατσαλιού, είναι ελαφρύ και καλός αγωγός του ήχου.

Το ιδανικό μπουζούκι τι ξύλα έχει;
Το ιδανικό μπουζούκι είναι διαφορετικό για τον κάθε άνθρωπο.

Για σένα;
Έχει ένα εξαιρετικό καπάκι, η πρώτιστη σημασία, από ξύλο το οποίο να μην είναι καλλιεργημένο, γιατί το 90% των ξύλων (κάτι ελβετικά) τα οποία τα βλέπεις τέλεια, σαν χαρτί, με ωραία νερά κλπ., είναι καλλιεργημένα. Να είναι άγριο, φυσικής δηλαδή ανάπτυξης και φυσικής παλαίωσης. Ένα πολύ παλιό καπάκι, έλατο, αν είναι δυνατόν Ευρωπαϊκό, Αλπικό, είτε Ελβετικό είναι είτε Ιταλικό το ίδιο μου κάνει. Θέλει καμάρια από σίτκα και εξαρτάται τώρα: Αν θέλουμε ένα όργανο λαμπερό στα πρίμα του, να μην υπολείπεται στα μπάσα, να μην «μπουμάρει» ποτέ, να διατηρήσει δηλαδή τη λαμπερότητά του και να μη γίνει μια μπασαδούρα, μια αηδία και χάσει ο εκτελεστής το ενδιαφέρον του να παίζει, έχω βρει σαν πιο καλό ξύλο το βραζιλιάνικο παλίσσανδρο και το μπερναμπούκο, εγώ προσωπικά. Η καρυδιά για παράδειγμα που είναι ένα ξύλο που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον, εμένα δε με ικανοποιεί.

Χέρι;
Χέρι από φλαμούρι ή δεσποτάκι, με κόντρα κάποιον έβενο με σωστά νερά. Είναι δύσκολο τώρα να βρεις τον έβενο με σωστά νερά γιατί είναι ένα μαύρο πράγμα και δεν φαίνονται τα νερά του.

Φιγούρα θα έχει το τέλειο;
Όχι. Κατά τη γνώμη μου όχι. Κάνω τέτοια όργανα ξέρεις. Ταστιέρα από… Εγώ χρησιμοποιώ έβενο στην ταστιέρα αλλά δεν τον βάζω έτσι. Έχω αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ταστιέρας με τα αθνρακονήματα μεν, αλλά μπορώ να βάλω ταστιέρα εβένινη στα όργανα γιατί έχει άλλες αρετές ο έβενος. Δε φθείρεται με τις χορδές, είναι πολύ «σοβαρό» ξύλο, αλλά την κάνω σάντουιτς, με αντίθετα τα νερά, αντικολλητά. Κι έτσι όταν πάρει το ένα ξύλο λόγω πρόσληψης υγρασίας, το άλλο κοντράρει. Βέβαια έχει απώλεια εβένου και λίγο περισσότερο κόπο. Δεν είναι κάτι τρομερό που επιβαρύνει σοβαρά, αλλά είναι κάτι που αν δεν το κάνεις μπορεί να έχεις πρόβλημα χρηστικό. Ιδιαίτερα για τα πρώτα χρόνια. Μετά το όργανο σταματάει την κίνηση... Το τέλειο μπουζούκι δεν μπορεί να έχει φιγούρα, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε προστίθεται στο καπάκι αφαιρεί από την παλμικότητα του ξύλου του καπακιού. Όσο το δυνατόν περιορισμένη φιγούρα τόσο καλύτερα. Και αν είναι ανάγκη να βάλουμε φιγούρα ας βάλουμε ξύλινη. Αποφυγή πλήρως των οστράκων, εκτός από την τρύπα και τα περιφερικά μέρη του οργάνου που είναι ουδέτερα ηχητικά. Και κάτι πολύ σημαντικό: το βερνίκι. Το βερνίκι είναι κάτι που υποτιμάται συστηματικά και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Απαιτεί πολλές εργατοώρες για να περαστεί σωστά. Το σωστό βερνίκι δεν είναι η γομαλάκα όπως λέγεται. Είναι ένα από τα καλά βερνίκια αλλά όχι από τα πιο καλά. Το βερνίκι είναι μία πολύ μεγάλη ιστορία, το οποίο απαιτεί εξειδίκευση τόση όση και το υπόλοιπο όργανο. Κατά τη γνώμη μου το τέλειο όργανο πρέπει να έχει ελαιόλουστρα. Τα ελαιόλουστρα επεμβαίνουν σημαντικά στη φωνή και στην εξέλιξη του οργάνου. Είναι εκείνα τα βερνίκια που ευθύνονται για το ότι έχουν φτάσει στις μέρες μας όργανα περασμένων αιώνων. Είναι με πολλή σοφία μελετημένα και υπάρχουν άνθρωποι που έχουν «φάει» τη ζωή τους, κυριολεκτικά, σε περασμένους αιώνες για να καταλήξουν σε συνταγές. Αυτά υπάρχουν και είναι καταγραμμένα ευτυχώς. Αυτό είναι το τέλειο μπουζούκι και έχω κάνει τέτοια όργανα για ορισμένους ανθρώπους.

Στον «μπαμπά» του κάθε πότε θα έρχεται το όργανο για επισκευή; Μετά από μία φυσιολογική χρήση...
Εγώ με το παραμικρό πράγμα που ακούω έναν πελάτη να με ρωτάει, π.χ. τρίζει, του λέω «έλα φέρτο μου». Θέλω να τα βλέπω τα όργανα όσο το δυνατόν περισσότερο. Είναι και κάτι που δεν το λέω για διαφημιστικούς λόγους αλλά διευκρινιστικούς. Ο άνθρωπος που θα πάρει από μένα όργανο δεν πληρώνει ποτέ επισκευαστικά. Ποτέ, για οσαδήποτε χρόνια κι αν περάσουν. Δε νοείται δηλαδή, εγώ δε συγχωρώ τον εαυτό μου εάν σε ένα μπουζούκι 15 χρόνων «πέσει» το καπάκι ή καταστραφεί κάποιο του μέρος από δική μου ευθύνη.

Τα τάστα θα φθαρούν.
Τα τάστα ναι. Τα πρώτα τάστα λοιπόν, η πρώτη αλλαγή είναι δωρεάν.

Πότε γίνεται η πρώτη αλλαγή;
Ανάλογα τη χρήση.

Εάν παίζω κάθε μέρα;
Πόσες ώρες και τι παίξιμο κάνεις; Πιθανόν σε ένα χρόνο να χρειαστείς. Ανάλογα το παίξιμο και το βάρος που έχει ο καθένας στο χέρι. Έχω δει ανθρώπους που χρειάζονται και δύο και τρεις φορές το χρόνο τάστα.

Αυτό που ονομάζεται «μεσαίο» μπουζούκι τι ακριβώς είναι; Ακούμε πολλούς οργανοποιούς που λένε ότι κάνουν τα μπουζούκια τους «μεσαία».
Να διευκρινίσω κάτι σχετικά με τα μπουζούκια. Είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο το πόσο έχει αλλάξει ο ήχος του μπουζουκιού και μου είναι λιγάκι δύσκολο να κρύψω τη δυσαρέσκειά μου γι’ αυτό, την κακή αυτή εξέλιξη. Λοιπόν, είναι άλλο το τρίχορδο και άλλο το τετράχορδο. Είναι άλλος ήχος το ένα και άλλος ήχος το άλλο. Με την έλευση του τετράχορδου μπουζουκιού επηρεάστηκε πάρα πολύ η κατασκευή του τρίχορδου. Το τετράχορδο έχει μία επιπλέον χορδή με την οποία εξομοιώθηκε στην κλίμακά του με την κιθάρα. Αυτό είχε δραματικές συνέπειες στον τρόπο κατασκευής και στο πώς ακούγεται το μπουζούκι. Θα διαπιστώσετε στις παλιές ηχογραφήσεις ότι τα μπουζούκια είναι πρίμα, δεν είναι μπάσα. Δεν είναι αυτό το μπάσο πράγμα, που ακούγονται σαν ούτια. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Θυμάμαι μάλιστα τον Παντελή όταν άκουγε μπάσο τρίχορδο έλεγε «πω, πω μπάφα». Που αυτός είχε παράδοση, έφτιαχνε τα μπουζούκια του Τσιτσάνη. Το μπάσο όργανο λοιπόν είναι κάτι απευκταίο για τα τρίχορδα μπουζούκια. Επίσης το μπάσο όργανο δεν έχει καλή πρόβλεψη για το μέλλον του. Μπάσο και δυνατό όργανο την ώρα που θα βγει απ’ τον πάγκο σημαίνει καταδικασμένο. Γιατί «μπάσο» σημαίνει μεγάλη, ταλάντωση του καπακιού, μεγάλο πλάτος ταλάντωσης. Αυτό σημαίνει ότι είναι μαλακό, κουνιέται πολύ εύκολα. Αυτό σημαίνει ότι το βάρος των χορδών, που είναι σταθερό και εξασκεί συγκεκριμένη πίεση πάντα, θα καταβάλει αυτή τη χαλαρότητα και αυτό το μπάσο θα γεμίσει μέχρι που θα «σκάσει». Θα γίνει το λεγόμενο «μπουμάρισμα», θα ακούγονται μόνο μπάσα πράγματα και τα πρίμα του θα έχουν χαθεί. Δε θα είναι μουσικό το αποτέλεσμα. Άλλη μία διάκριση που πρέπει να κάνουμε στην ποιότητα των οργάνων είναι αν το όργανο έχει μουσικότητα. Δε φτάνει να ’ναι δυνατό ένα όργανο. Εγώ περισσότερο χαίρομαι ένα όργανο που έχει ασθενική φωνή αλλά είναι γλυκό παρά το αντίθετο.

Πάντως κατά κανόνα τα δικά σου μπουζούκια είναι μεγαλόφωνα.
Δεν είναι κακό πράγμα το όργανο να έχει φωνή, ένταση είναι και ζητούμενο. Το ζήτημα είναι ότι αυτό υπονομεύει τη ζωή του οργάνου στο μέλλον. Να πούμε λίγα πράγματα γιατί αυτά δε λέγονται πολύ. Δε θα θεωρητικολογήσω. Η δομή του ξύλου είναι σαν σουμιές. Κύτταρα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους. Αυτό το πράγμα σιγά-σιγά χαλαρώνει. Εάν έχουμε δώσει μία ακαμψία από κάτω ώστε στην αρχή να είναι σταθερό, αυτό δε θα παίζει γιατί δε θα κουνιέται, θα είναι στηριγμένο τόσο γερά που θα ’ναι άκαμπτο. Μικρό πλάτος ταλάντωσης άρα πρίμο. Με το παίξιμο όμως, με τον καιρό, αυτό το πρίμο το οποίο μπορεί να είναι και ενοχλητικό στην αρχή, αν είναι επιτυχημένη η κατασκευή, αυτό θα χαλαρώσει και θα ισορροπήσει. Δηλαδή θα μπασάρει και θα γεμίσει. Αν όμως από την αρχή το όργανο είναι με πρόθεση να εντυπωσιάσει με την ταλάντωση θα χαλαρώσει τόσο πολύ που δε θα ακούγεται. Θα γίνει σαν χαρτόνι, αυτό εννοώ «μπουμάρει», σαν ούτι ας πούμε. Τέτοιο ρόλο παίζουν και τα σκάφη, όχι μόνο το καπάκι. Ένας λόγος που δε χρησιμοποιώ καρυδιά, ιδιαίτερα τη βαμμένη η οποία είναι αντικειμενικά καταδικασμένη, είναι ξύλο με χαλαρούς δεσμούς. Σε κανένα άλλο κράτος στον κόσμο δε χρησιμοποιούν καρυδιά για όργανα, ούτε στα γειτονικά ούτε οι Τούρκοι που έχουν παράδοση στην οργανοποιία. Τα σκάφη τους είναι μπατούκ, κελεμπέκια, δικά τους ξύλα, άλλα πράγματα.

Εμάς πώς μας προέκυψε αυτό;
Η καρυδιά προέκυψε λόγω φτώχιας. Είναι ένα ξύλο της επιπλοποιίας, αρκετά σημαντικό και όμορφο σχετικά και έγινε μαύρο για να ταιριάζει με την αισθητική του εβένου και το μαύρο κοστούμι. Όταν το μπουζούκι έγινε λίγο πιο κυριλέ, τότε βάφτηκε η καρυδιά. Για να βαφτεί λοιπόν η καρυδιά εμποτίζεται και βράζεται μέσα σε νερό, το οποίο περιέχει εκτός του χρώματος και οξύ ώστε να μπει το οξύ μέσα στους πόρους του ξύλου. Το οξύ καταστρέφει την ημικυτταρίνη, είναι απολύτως εξακριβωμένο, αυτήν ακριβώς την ουσία που χρησιμεύει σαν σύνδεσμος. Γι’ αυτό ακριβώς είναι καταδικασμένη η μαύρη καρυδιά. Το ξύλο αυτό μετά το τέλος του οργάνου είναι νεκρό, σπάει σαν γυαλί.

Η μουριά;
Η μουριά είναι εξαιρετικό ξύλο. Υπάρχει μία μουριά η οποία συναντάται στην Κρήτη, δε φύεται στην Κρήτη.

Οι ενετικές;
Ναι. Δεν είμαι σίγουρος ότι είναι μουριά μάλλον είναι καστανιά. Επειδή έχουν αυτή τη φυσική αφύγρανση, τόσων αιώνων, είναι πολύ αξιοπρεπές ξύλο βγάζει ζεστό, γλυκό ήχο σε συνδυασμό με το σωστό καπάκι. Είναι ίσως το μόνο από τα ντόπια ξύλα που υπολήπτομαι. Προτιμώ να φτιάχνω τα όργανα από κελεμπέκι, που είναι το ξύλο από το οποίο φτιάχνουν τα βιολιά. Αυτά είναι τα φτηνά μου όργανα συνήθως γιατί έχει χαμηλό κόστος. Φτηνά επίσης, οικονομικά είναι με παλίσσανδρο και τα πιο ακριβά μου είναι με μπερναμπούκο. Οι τιμές μου είναι συγκεκριμένες, χρόνια και είναι από 1.000 έως 2.400 ευρώ τα πιο ακριβά μου. Δεν έχω πουλήσει ποτέ όργανο πάνω από 2.400 ότι και να ’ναι. Επίσης δεν πληρώνει κανείς επισκευαστικά και έχει και τη δυνατότητα οποιοδήποτε όργανο το οποίο το βαρεθεί ή θέλει για κάποιο δικό του λόγο να το αλλάξει μπορεί να το αλλάξει με κάποια μικρή έκπτωση στην τιμή από την οποία το πήρε, της τάξης του 10%.

Εάν έχεις τέτοια όργανα οι γνώστες θα πρέπει να αναζητούν αυτά τα όργανα.
Έχεις δίκιο σε αυτό. Επίσης ένα άλλο πράγμα που έχει με το οικονομικό να κάνει είναι ότι όλα αυτά τα όργανα που βλέπεις εδώ πέρα, δεν είναι φτιαγμένα για παραγγελίες, παρότι υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν παραγγελίες επειδή θέλουν μια συγκεκριμένη διακόσμηση. Γιατί είναι προτιμότερο κάποιος να αγοράσει ένα όργανο που είναι φτιαγμένο από καιρό και έχει μείνει κουρδισμένο για κάποια χρόνια. Όλα τα όργανα εδώ πέρα είναι κουρδισμένα, δηλαδή ή τάση τους εφαρμόζεται, με αποτέλεσμα να ξέρω πόσο ασφαλές είναι ένα όργανο που δίνω. Υπάρχουν όργανα εδώ που είναι φτιαγμένα το 1998-99 και γι’ αυτό μπορώ να τα δώσω με απόλυτη ασφάλεια και γι’ αυτό τα καλύπτω.

Σου ζητούν συχνά αντικατάσταση οργάνων;
Όχι, αλλά είναι σημαντικό να ξέρουν ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Καμιά φορά διακρίνω ότι οι πιτσιρικάδες ψάχνουν για μπάσο όργανο γιατί πιστεύουν ότι έτσι θα παίξουν σαν τον Παλαιολόγου, ειδικά οι τετραχορδίτες. Προ ημερών ήρθε ένας πιτσιρικάς για να πάρει μπουζούκι και ζήταγε μπάσο. Τα δοκίμασε όλα μέχρι που πήγα απέναντι στο ράφι με τις κιθάρες και χτύπησα μια χορδή και τον ρώτησα: «Τόσο μπάσο το θέλεις;». «Ναι, ναι…». «Μα αυτό αγόρι μου είναι κιθάρα. Το μπουζούκι δεν είναι τόσο μπάσο όργανο. Έχεις ακούσει τον Τσιτσάνη;». Και μου λέει: «Τι να μας πει ο Τσιτσάνης...». Έμεινα ξερός! Αυτό το «μπάσο» ψάχνουν ορισμένοι… Τι να πεις όταν υπάρχουν τέτοιες αντιλήψεις... Το μεσαίο τώρα σημαίνει ότι ένα όργανο ισορροπημένο στα μπάσα και τα πρίμα, αυτό το όργανο θα γίνει μπάσο γιατί η τάση του οργάνου καθώς ενηλικιώνεται είναι να χαλαρώνουν οι δεσμοί και να μπασάρει. Είναι όπως η φωνή των παιδιών που όσο είναι μικρά είναι πρίμα και με τον καιρό μπασάρει, εάν από τη αρχή αυτό συμβαίνει αργότερα θα γίνει χάλια. Δηλαδή παίρνουμε πρίμο και έχουμε υπομονή, βλέπουμε την συνολική εικόνα του μάστορα στη συμπεριφορά του και στην εξέλιξη των οργάνων του στο χρόνο.

Ποια είναι η σχέση του μάστορα με τον πελάτη;
Πρέπει να είναι καλή. Εγώ σ’ αυτό είμαι τυχερός. Στα είκοσι τόσα χρόνια που δουλεύω μόνο καναδυό παράξενοι μου έχουν τύχει. Με τους υπόλοιπους υπάρχουν από καλές έως και φιλικές σχέσεις. Δεν έχει τύχει να υπογράψω γραμμάτια με κανένα. Μου χρωστάει κάποιος πέντε δραχμές, περνάει και μου τα δίνει. Θέλει κάτι για το μπουζούκι του το φέρνει και το φτιάχνω. Όλα πάνε ρολόι.

Τα όργανα σου τα φτιάχνεις από την αρχή ή παίρνεις π.χ. έτοιμο σκάφος;
Όχι πάντα. Άλλες φορές το κάνω εγώ, άλλες τα δίνω έξω, ανάλογα με το χρόνο που έχω.

Για τα λούστρα που λέγαμε, τα κάνεις εσύ ή τα δίνεις έξω;
Για πολλά χρόνια συνεργαζόμουν με τον Κώστα τον Κακανιάρη. Τώρα έχω αλλάξει συνεργάτη, αλλά νομίζω πως θα καταλήξω να τα κάνω όλα μόνος μου. Τώρα κάνω μόνο τα ελαιόλουστρα, τα φυσικά βερνίκια γιατί δεν υπάρχει άλλος να τα κάνει.

Τα ελαιόλουστρα αντέχουν στο χρόνο;
Τα φυσικά βερνίκια είναι πολύ σημαντικά στον ήχο του οργάνου γιατί μπαίνουν μέσα στη δομή του ξύλου. Είναι εφαρμογές που έχουν χρησιμοποιηθεί στους προηγούμενους αιώνες και έχουν δείξει τα αποτελέσματά τους στο χρόνο. Είναι ένα σύστημα από κόλλες και φυσικά υλικά, αντιμυκητιακά, πρόπολη, που συντηρεί την ημικυτταρίνη που διατηρεί τη συνοχή στο ξύλο και το όργανο δεν «μπουμάρει» ποτέ. Για αυτό έχουμε Στραντιβάρι του 1720, το οποίο παίζει άριστα. Αυτό γίνεται με τον εμποτισμό και τα ελαιόλουστρα. Στην εξωτερική επιφάνεια τα ελαιόλουστρα δείχνουν φθορά αλλά ο ήχος είναι εξαιρετικός.

Έχεις κανα τέτοιο όργανο να δούμε;
Όχι, αυτά είναι παραγγελίες και είναι όλα πουλημένα.

Άρα υπάρχει λόγος να παραγγείλει κάποιος ένα όργανο και να μην το πάρει έτοιμο.
Σ’ αυτήν τη περίπτωση ναι. Ο Αργύρης Ντίνας, ενώ είχε ένα μπουζούκι δικό μου και ερχόταν εδώ και έβλεπε τον τρόπο δουλειάς, τη χρήση των φυσικών υλικών όπως η ψαρόκολλα (εγώ μπορεί να χρησιμοποιώ και ψαρόκολλα αλλά και ίνες άνθρακα, είναι το που μπαίνει το καθετί), μετά εν λευκώ με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε φτιάξε ένα μπουζούκι όπως το θέλεις εσύ και στείλτο μου. Αυτός έχει μερικά από τα καλύτερά μου όργανα.

Οι κλίμακες διαίρεσης που χρησιμοποιείς στα μπουζούκια ποιες είναι;
69 και 70 το εξάχορδο, αλλά μερικές φορές κατεβαίνω και στο 68 για λόγους «αγοράς», αλλά αυτό το κάνω σπάνια.

Τι χάνουν τα 68άρια;
Όσο πιο μεγάλη είναι η κλίμακα το πάμε προς το λαούτο όσο μικραίνει τόσο πάει προς το μαντολίνο. Στα τετράχορδα κάνω μέχρι 67,5. Υπάρχουν κάποιοι συνάδελφοί μου που έχουν πιο ακραίες επιλογές, μέχρι 66, από το φόβο να μη σκεβρώσουν. Υπάρχει μια γεωμετρία του οργάνου, μια αναλογικότητα, δεν είναι τυχαίο κανένα μέτρημα πάνω στο όργανο, ούτε το βάθος του ηχείου, το μήκος του, το πλάτος του ηχείου, η θέση της τρύπας, το μέγεθός της, η θέση του καβαλάρη, όλα αυτά έχουν μια αυστηρή γεωμετρική σχέση. Αν δούμε ένα σωστά φτιαγμένο όργανο 69άρι και θελήσουμε να το μετατρέψουμε σε 68άρι θα πρέπει να αλλάξει όλος ό όγκος του οργάνου, γιατί αλλιώς θα το καταστρέψουμε. Αυτές οι γεωμετρικές σχέσεις έχουν μελετηθεί πολύ από τους ξένους οργανοποιούς και υπάρχουν κατασταλαγμένες θεωρίες για τα ακουστικά έγχορδα.

Αισθητική φιγούρας: βλέπω ότι τα όργανά σου είναι αρκετά πιο διαφορετικά από τα συνηθισμένα. Απορρίπτεις την κλασσική αισθητική του μπουζουκιού, μαύρες φιγούρες μαύρα σκάφη, μαύρα χέρια;
Δεν μπορώ να πω ότι τα απορρίπτω. Κάποια μπορεί να είναι ευχάριστα στο μάτι και άλλα μου φαίνονται υπερβολικά. Δε με ευχαριστούν τα «φλύαρα όργανα».

Εάν σου ζητήσουν ένα μπουζούκι με μαύρο καπάκι και μωβ όστρακα θα το κάνεις;
Όχι δεν το κάνω αυτό. Έχω χάσει δουλειά έτσι και θα χάσω και στο μέλλον, αλλά δεν το κάνω αυτό το πράγμα. Μερικές φορές δέχομαι να μου φέρουν την φιγούρα έτοιμη. Σε όλη την καριέρα μου δυο μπουζούκια έχω κάνει από βαμμένη καρυδιά: το ένα του Βασίλα που διάλεξε μόνος την αισθητική του. Η καρυδιά δεν είναι το καλύτερο ξύλο για σκάφη, αλλά της έχουν δοθεί πολλές ευκαιρίες και έχει συνδεθεί με την πιο δημιουργική περίοδο του μπουζουκιού, τους μεγάλους παίκτες κλπ. Αν είχαν δοθεί οι ίδιες ευκαιρίες στον παλίσανδρο θα είχαμε καλύτερα και πιο μακρόβια όργανα.

Το σχήμα της τρύπας παίζει κάποιο ρόλο στον ήχο;
Μόνο το εμβαδόν της παίζει ρόλο, γι’ αυτό τις κάνουν μεγάλες, για να μπαίνει ο μαγνήτης. Υπάρχει μαθηματική σχέση που συνδέει το εμβαδόν της τρύπας με τον όγκο του αέρα που είναι μες το ηχείο, δεν είναι τυχαία σχέση.

Το σχήμα του καβαλάρη, το ύψος του;
Γενικά το ύψος του καβαλάρη είναι από 9 -14mm και έχει σχέση με την ακαμψία και την προένταση του καπακιού, δηλαδή πόσο κουρμπαριστό το έχουμε κάνει καπάκι, του οποίου ο βαθμός καμπυλότητας ορίζει την ανάγκη ύψους του καβαλάρη. Αν έχουμε ένα επίπεδο καπάκι, για συγκεκριμένους λόγους στην ηχητική που θέλει ο πελάτης, τότε ο καβαλάρης παίρνει διαφορετικό ύψος και φτάνει έως τα 14mm σε κάποιες περιπτώσεις για να πατάει ισχυρά και να ενισχύει την ταλάντωση. Από το ’65 περίπου και αρχής γινομένης από το Ζοζέφ, το μπουζούκι απόκτησε σάγμα, δηλαδή πήρε μια μορφή «σαμαριού» με βυθισμένο το σημείο του καβαλάρη και υψωμένη τη χορδιέρα και το μπράτσο. Αυτό έγινε για να λεπτύνουν τα καπάκια για να βγάλουν το μπάσο και την ένταση αμέσως. Αυτά τα μπουζούκια τα γνωρίζεις εύκολα γιατί ο καβαλάρης τους «χορεύει», κουνιέται δηλαδή ακόμα και την ώρα του παιξίματος. Εγώ χρησιμοποιώ την παλιά τεχνοτροπία του τσακίσματος του καπακιού , όχι για λόγους παράδοσης αλλά από σκοπιμότητα, για μεγαλύτερη αντοχή. Αν ψάξουμε σε μαντολίνα της αρχής του 20ού αιώνα και αργότερα θα βρούμε όργανα σπουδαίων οργανοποιών, όπως του Μούρτζινου, Πάκη, Απαρτιάν που χρησιμοποιούσαν τέτοιες τεχνικές και τα όργανά τους είναι ακόμα μάχιμα. Αυτοί δεν ελαφρώνανε το καπάκι για να δώσουν φωνή στο όργανο αμέσως.

Η σχέση του μπουζουκιού με το μαντολίνο ποια είναι;
Το μπουζούκι έχει δύο γονείς: ο ένας είναι ο ταμπουράς και ο άλλος είναι το μαντολίνο. Αυτό αποδεικνύεται από το σχήμα και από την κατασκευαστική του δομή. Ο ταμπουράς πήρε από το μαντολίνο τα 2 καμάρια ενώ κράτησε το μακρύ μπράτσο και δημιουργήθηκε μια υβριδική κατάσταση που δημιούργησε το τρίχορδο μπουζούκι. Έχω δει ένα μπουζούκι του 1913 και άλλο ένα ταμπουρομπούζουκο που είχε τα δύο καμάρια του μπουζουκιού που και αποτελούσαν την απαρχή αυτής της αλλαγής. Πολλά μαντολίνα που άφησαν οι Ιταλοί μετά τον πόλεμο έγιναν μπουζούκια μακραίνοντας το μπράτσο τους. Στο μπουζούκι συναντιόνται δύο κόσμοι: Η Ανατολή με τη Δύση. Στα σαφώς καθορισμένα διαστήματα του μπουζουκιού εκτελείται π.χ. ένα άλλο χιτζάζ από το φωνητικό, αλλά είναι σαφές ότι εκεί συναντιόνται η ανατολική μουσική παράδοση με τη σύγχρονη δυτική μουσική. Ο Ελληνισμός εκείνης της περιόδου αποτέλεσε ένα τεράστιο χωνευτήρι πολιτισμών χωρίς εθνικιστικούς φραγμούς και λειτούργησε καταλυτικά σ’ αυτές τις πολιτισμικές εξελίξεις.

Τι θα ήθελες να πεις σε όσους ψάχνουν να αγοράσουν ένα μπουζούκι;
Συμμεριζόμενος την αγωνία ενός ανθρώπου που ψάχνει τον τρόπο να συνδεθεί με τη μουσική μέσα από ένα όργανο, θα συμβούλευα να είναι προσεκτικοί στις επιλογές τους και μην ψάχνουν από πού αγοράζουν οι μεγάλοι παίχτες, οι οποίοι, σημειωτέον, σπανίως γνωρίζουν από ήχο. Άσε που υπάρχουν και συναλλαγές, χαρίσματα και τέτοια για να προβληθούν ορισμένοι από το χώρο μας. Στατιστικά πρέπει να βλέπει κάποιος ποιος παράγει καλά όργανα στις περισσότερες κατασκευές του γιατί λάθη κατά καιρούς έχουμε κάνει όλοι. Επίσης προσοχή στο θέμα των χρημάτων. Να μη δίνουν τεράστια ποσά βασιζόμενοι σε φιγούρες και διακοσμήσεις μπορεί εύκολα να γελαστούν. Να πάρουν ένα όργανο με την μέγιστη δυνατή εγγύηση.

Πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε για τα παιδιά που θέλουν ένα πρώτο μπουζούκι για να μάθουν ότι θα πάρουν ένα αξιόπιστο αλλά φθηνό όργανο;
Πρέπει να λυθεί το πρόβλημα όπως λύθηκε με τις κιθάρες, αν και στο μπουζούκι υπάρχει το πρόβλημα των μεγάλων τάσεων. Τυποποίηση και μερική βιομηχανοποίηση στα φτηνά όργανα που να ικανοποιούν κάποια κριτήρια αξιοπιστίας και σταθερότητας. Υπάρχει κάποια μικρή βιομηχανία που ήδη το κάνει. Η Γιαμάχα στις κιθάρες φτιάχνει καλά και φτηνά όργανα ενώ αναθέτει και πολύ ακριβά όργανα, π.χ. σε έναν Ιάπωνα, τον Σακούρα. Εγώ έχω ομαδοποιήσει τα όργανα στην έκθεση ανάλογα με την ποιότητα και τις τιμές και ξεκινάω τις τιμές από τα 1.000 ευρώ.

Σε καινούργιους εκπαιδευόμενους δείχνεις;
Σ’ αυτό έχω μια ευαισθησία γιατί είχα δυσκολευτεί πολύ όταν εγώ ήθελα να μάθω. Δεν έχω αρνηθεί ποτέ σε κανέναν να του δείξω. Μόνο για λόγους χώρου αν δεν έχω περιθώρια. Τώρα έχω δύο μαθητές, ενώ ο Γιάννης που είναι δέκα χρόνια εδώ είναι πια συνεργάτης μου.

Ποιο είναι το μέλλον της οργανοποιίας;
Είναι μια ρομαντική δουλειά που καταδικάστηκε να πεθάνει λόγω της σύγχρονης κοινωνίας που δεν την ευνοεί. Κάτι θα μπορούσε να γίνει με τις σχολές αν γινότανε πιο οργανωμένα και με πιο ανοιχτά μυαλά.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!