συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους
για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...
 

Με τον Στράτο Γεωργιόπουλο βρεθήκαμε στα μέσα Ιανουαρίου του 2008. Είναι ένας νέος άνθρωπος, πολύ ευθύς με καθαρό λόγο και φυσιογνωμικά μοιάζει στον παππού του: Τον Στράτο τον Παγιουμτζή, τον επονομαζόμενο και "τεμπέλη". Δεν καταφέραμε να τον βάλουμε να μιλήσει πολύ για τον εαυτό του. Ηταν όμως λαλίστατος για τον παππού του, για τη γιαγιά του τη Ζωή, τη μητέρα του τη Φωφώ, αλλά και για το Γιώργο Ζαμπέτα, το Γιώργο Μπάτη, τον Ανέστο Δελιά, το Μάρκο Βαμβακάρη και τους άλλους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού. Το μικρόβιο του τραγουδιού είναι στην οικογένεια, αφού όσες στιγμές δεν μιλάγαμε, ο Στράτος ή σφύριζε ή σιγοτραγούδαγε... Στο τέλος, δεν άντεξε και έριξε έναν μανέ, με τη συνοδεία ξεκούρδιστου μπαγλαμά. Αυτή την περίοδο ο Στράτος δεν ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι γιατί -όπως μας είπε- "δε χτυπάει το τηλέφωνο". Προτιμάει να εργάζεται σαν οδηγός για να συντηρήσει την οικογένειά του, όπως και ο παππούς του ο Παγιουμτζής που ήταν βαρκάρης, "ταξιτζής της θάλασσας". Τα παρακάτω δεν είναι συνέντευξη. Είναι αποσπάσματα από μια απλή, φιλική συζήτηση που έγινε με πολύ κέφι και πολλά γέλια. Την καταγράψαμε αυτούσια με την ελπίδα ότι θα μεταφερθεί έτσι κι ο αυθορμητισμός της.

Ο Στράτος Γεωργιόπουλος ρίχνει ένα μανέ
Στράτο, πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Στα κέντρα και στις επιχειρήσεις που έχουν μουσική έχεις δουλέψει αρκετά χρόνια. Τι εικόνα έχεις σχηματίσει ως τώρα;
Δεν είναι όλα τα μαγαζιά ίδια. Είναι οι ταβέρνες, είναι τα πιο μεγάλα μαγαζιά, είναι και οι μεγάλες πίστες. Στις ταβέρνες πάει κυρίως η οικογένεια, οικογενειακός κόσμος να τη βγάλει με λίγα λεφτά, να ακούσει και πέντε τραγουδάκια, να κάνουν το κέφι τους, να ρίξουν κι ένα χορό και να πάνε σπίτια τους. Στα πιο μεγάλα μαγαζιά πάει άλλος κόσμος, αναλόγως δηλαδή και με τα λεφτά που έχει ο καθένας - γιατί τα λεφτά δεν κυκλοφορούνε και πολύ.

Στις μεγάλες πίστες;
Στις μεγάλες πίστες είναι το πιο σύγχρονο τραγούδι. Το πιο εμπορικό. Το ξεχωρίζω απ' το παλιότερο, γιατί δεν είναι το ίδιο πράμα. Δεν μπορείς να τα έχεις και τα δυο μαζί. Υπάρχουν όπως και "μεγάλα μαγαζιά" που όμως δεν είναι και "μεγάλες πίστες" γιατί εκεί έχουμε άλλες αναφορές, εκεί έχουμε άλλο τραγούδι, το λαϊκό.

Ποια είναι η θέση του καλλιτέχνη στα μαγαζιά;
Αναλόγως τα μαγαζιά. Ο καλλιτέχνης πρώτα απ' όλα πρέπει να είναι καλλιτέχνης. Πρέπει να βγαίνει να τραγουδάει, να παίζει, να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει σαν καλλιτέχνης και να ευχαριστεί το κόσμο και κυρίως να ευχαριστιέται ο ίδιος. Τώρα το τι ζητάνε από πρόγραμμα, είναι ανάλογα το μαγαζί. Τα αφεντικά βέβαια κοιτάνε το πρόγραμμα που κανονίζουν οι μουσικοί και οι τραγουδιστές, αυτοί το φτιάχνουν. Το αφεντικό άλλες φορές μιλάει, άλλες όχι, αλλά κοιτάει κι αυτός τη δουλειά του, το μαγαζί του πώς θα τσουλήσει πιο καλά. Ολοι το ίδιο θέλουμε, για το ίδιο πράμα πασχίζουμε.

Πριν είπες "O καλλιτέχνης πρέπει να κάνει αυτό που να κάνει και να ευχαριστεί το κόσμο και κυρίως να ευχαριστιέται ο ίδιος"...
Ε βέβαια, άμα δεν τραγουδήσεις για πάρτη σου πρώτα, πώς θα σου βγει αυτό στο κόσμο; Και αυτή είναι αλήθεια. Δεν μπορείς να κοροϊδέψεις το κόσμο. Οσο "κουτός" και να είναι κάποιος, που δεν υπάρχει κανένας κουτός κατά τη προσωπική μου γνώμη, δεν κοροϊδεύεις κανέναν. Αν έχεις να πεις κάτι, θα το καταλάβει κατευθείαν ο κόσμος. Ό,τι και να πεις. Ό,τι και να πεις, πρέπει πρώτα να το ευχαριστιέσαι ο ίδιος και μετά να το δίνεις στο κόσμο. Γιατί στην ουσία τι κάνεις; Διασκεδάζεις εσύ - διασκεδάζεις και τον κόσμο. Αυτή είναι η δουλειά του καλλιτέχνη. Να διασκεδάζει ο κόσμος, να ξεφεύγει απ' τη δουλειά του, απ' τα προβλήματά του. Να πηγαίνει να ακούσει ένα ωραίο τραγούδι, να ρίχνει ένα χορό και να πηγαίνει στο σπίτι ευχαριστημένος. Ετσι είναι τα πράγματα.

Για πες μας για σένα. Πώς πάνε οι δουλειές τώρα;
Τελευταία δε χτυπάει το τηλέφωνο (γέλια). Δεν μπορώ να στο πω διαφορετικά. Έτσι είναι. Βέβαια η κάθε δουλειά έχει τα δικά της. Με τους επιχειρηματίες, με όσους έχω συνεργαστεί, τα πάμε πολύ καλά. Ευτυχώς όλοι λένε τα καλύτερα λόγια για μένα. Δυστυχώς δεν τα πάω καλά με τις "δημόσιες σχέσεις" όπως τις λένε. Ούτε μάνατζερ θέλω να ξέρω ούτε μπλεξίματα. Εγώ κοιτάω την οικογένειά μου και το πώς θα επιβιώσουμε.

Στο τραγούδι αφιερώθηκες από πότε;
Προσπάθησα μόνος μου να κάνω μια κομπανία στα 16 μου με κάτι παιδιά, μπουζούκι, κιθάρα και αρμόνιο. Τραγούδια της εποχής. Εγώ έλεγα το βαρύ το λαϊκό, ότι μπορούσε να παίξει ο μπουζουξής δηλαδή. Κάναμε και κάτι συναυλιούλες, όλα ερασιτεχνικά. Αλλά δε μ' αφήνανε απ' το σπίτι. Αργότερα, στα 22 μου χρόνια, με τα χίλια ζόρια βγήκα στη δουλειά επαγγελματικά. Δε μ' αφήνανε. Με βοήθησε η παλιά η τραγουδίστρια η Παλόμα, με πήρε στη δουλειά μαζί της. Ουσιαστικά μ' αυτήν ξεκίνησα, αλλά δεν ήμουν σταθερός στη δουλειά. Δούλεψα σύνολο καμιά πενταετία.

Μου είπες ότι έχεις δουλέψει στο "14"...
Ναι, έχω δουλέψει στο "14". Τώρα δε λέγεται έτσι, νομίζω λέγεται "Πόλις", δεν είμαι σίγουρος. Εκεί λοιπόν δούλευα με τον γιό του Περπινιάδη, το Σελλάκη Περπινιάδη. Δουλεύαμε παρέα. Καλό παιδί και καλός τραγουδιστής. Καλός άνθρωπος ο Στέλιος. Κι ένα βράδυ, να ’σου έρχεται και ο μακαρίτης ο κυρ Βαγγέλης Περπινιάδης με ένα φίλο του. Φόραγε κάτι φόρμες παραλλαγής! Γέλαγαν όλοι, "κυρ Βαγγέλη, τι έγινε, για κυνήγι πήγες;". Τέλος πάντων, ήταν η σειρά μου να πω μερικά τραγούδια, σηκώθηκα, τραγούδησα, μετά κατέβηκα κάτω. Κάτσαμε μαζί και χωρίς να πει τίποτα, μου έδωσε το χέρι και μου είπε "συγχαρητήρια" θυμάμαι. Πιάσαμε μετά τη κουβέντα και μου είπε "Ρε, να σου πω μια ιστορία με τον παππού σου το Στράτο; Δουλεύαμε τότε στου Βλάχου, ήτανε κι η μάνα σου τότε πιτσιρίκα. Οταν είπε το τραγούδι «Δε με φοβίσαν κύματα, ούτε τ' ανεμοβρόχια, μόνο με φόβισες εσύ, καταραμένη φτώχια», νόμιζα ότι ήμουν μες τη θάλασσα και τράβαγα κουπί. Τέτοια φωνή ήταν ο παππούς σου". Είχε σηκωθεί κιόλας ο κυρ Βαγγέλης και έκανε αναπαράσταση... Αυτά, αν στα λέει ένας μεγάλος τραγουδιστής σαν το Περπινιάδη, ε, σου προκαλεί δέος.

Κάθε τόσο σ' ακούω σφυράς ή τραγουδάς ένα μανέ. Για πες μου για τους μανέδες.
Ο μανές πηγάζει από μέσα σου, άμα δεν τον έχεις, δε σου βγαίνει. Αυτό είναι πολύ ειδικό τραγούδι. Είναι σαν τα ριζίτικα στην Κρήτη, τα επιτραπέζια στα δημοτικά. Δε γίνεται να στο μάθουν, πρέπει να το έχεις εσύ. Πρέπει να το ακούσεις από μικρός, να μπει μέσα σου αλλά να το "έχεις" και από γέννημα. Το φάλτσο δεν διορθώνεται, στίχους μαθαίνεις, αν έχεις λίγο φωνή όλο και κάτι κάνεις, την καλλιεργείς, αλλά τον μανέ... Πρέπει να τον "έχεις" αυτόν...

Εσύ λες μανέδες στο πάλκο;
Ναι αμέ (γέλια). Λέω κι εγώ ότι μου βγαίνει. Αστο καλύτερα, τι να σου λέω για μένα; Αν είναι να βγούμε να παίξουμε να τραγουδήσουμε. Αλλά υπάρχουν τραγουδιστές σήμερα με μεγάλη φωνή. Ο Γονίδης για παράδειγμα. Σπουδαίος τραγουδιστής. Αυτός μπορεί να πει αμανέδες, τον έχω ακούσει, έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες. Είναι και άλλοι, αλλά αυτός μου έχει κάνει εντύπωση, τον ξεχωρίζω γιατί είναι στο λαϊκό. Είναι και ο Χριστοδουλόπουλος και άλλοι, αλλά είναι σε άλλο στυλ.

Τι μουσική ακούς Στράτο; Τι μουσική ακούνε οι 35άρηδες;
Κοίτα, τα αυτιά τα δικά μου είναι διαφορετικά. Εμένα μ' αρέσουν τα παλιά, τα βαριά. Ακόμα μ' αρέσουν τα παλιά ροκ, Ζέπελιν, Τζέφερσον και τέτοια. Αυτό που με ενοχλεί είναι ότι τα πολύ ωραία τραγούδια τα θάβουνε. Είναι τόσα και τόσα, βγαίνουν για λίγο και μετά - σιωπή. Σιωπή απ' τη μια και φασαρία απ' την άλλη με το λαϊκοπόπ. Εναν άλλο της ηλικίας μου του βομβαρδίζουν τ' αυτιά με λαϊκπόπ τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις. Λέγε-λέγε, κάτι σου μένει, θα το μουρμουρήσεις, θα σου κολλήσει.

Μιχάλης Γενίτσαρης, Βαγγέλης Περπινιάδης, Βαγγελιώ, Γιώργος Ζαμπέτας, Στράτος Παγιουμτζής στο μαγαζί του Βλάχου
Παίζεις κάποιο μουσικό όργανο;
Μπα, ήμουν πάντα λίγο τεμπελάκος. Μόνο στο τραγούδι έπεσα, αυτό μ' αρέσει, εκεί είμαι καλός. Πάντα τραγούδαγα, άλλες δυνατά, άλλες σιγά, άλλες μουρμούραγα, όλη τη ζωή μου τραγουδάω. Τώρα βέβαια, καλά θα ήταν να ήμουν και δεξιοτέχνης στο όργανο, αλλά, είπαμε, θέλει δουλειά αυτό (γέλια).

Για τον παππού σου το Στράτο τον Παγιουμτζή, που πήρες και το δρόμο του... Θες να πεις γι’ αυτόν;
Ναι αμέ. Ο Παγιουμτζής ήταν απ' τους πρώτους που βγήκαν σαν "τραγουδιστές" στο κόσμο. Όμως έπαιζε και τον μπαγλαμά, έτσι; Ήταν όμως πάνω απ' όλα τραγουδιστής. Ηταν φαινόμενο ο άνθρωπος αυτός. Η φωνή του ήταν λες και έβγαινε απ' τα βουνά. Πήγαιναν και στις εκκλησιές και ψέλνανε. Εμ, βέβαια, δε γινόταν διαφορετικά. Ένα εκατομμύριο αμανέδες έχει πει ο Στράτος, βυζαντινά τραγούδαγε... Υπήρχαν κι άλλοι πολύ σπουδαίοι τραγουδιστές εκείνη την εποχή αλλά δεν ήταν λαϊκοί τραγουδιστές. Ηταν πάρα πολύ μεγάλες φωνές που όμως λέγανε σμυρναίικα, δημοτικά... άλλα πράγματα. Ο παππούς μου δόθηκε στο λαϊκό τραγούδι. Αυτή είναι η αλήθεια και αυτό πρέπει να λέγεται. Ο Στράτος καθιέρωσε το λαϊκό τραγουδιστή στα πάλκα. Απ' όσο ξέρω κι εγώ. Βέβαια στην αρχή, τα δικά του τραγούδια ο Μάρκος τα τραγούδαγε ο ίδιος στους δίσκους που χτυπάγανε, αλλά στα πάλκα τα έλεγε ο Στράτος ο Παγιουμτζής. Ολα αυτά στην αρχή. Μετά ο καθένας ακολούθησε το δρόμο του.

Φωφώ Παγιουμτζή, Γιώργος Παγιουμτζής, Ζωή Παγιουμτζή και Στράτος Παγιουμτζής
Τι άνθρωπος ήταν ο Στράτος; Εχουν γραφεί πολλά...
Από τη γιαγιά μου τη Ζωή έχω ακούσει τόσα πολλά που είναι σαν να τον εγνώρισα. Η γιαγιά μου έλεγε ότι έχουμε το ίδιο αίμα (γέλια). Τέλος πάντων, δεν τον πρόλαβα και αισθάνομαι ότι κάτι μου λείπει. Αυτό που δεν ξέρει ο κόσμος είναι ότι ήταν ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Είχε πάθει και η καρδιά του... Είχε χάσει δύο παιδιά, από τύφο το ένα, από καρδιακή προσβολή το άλλο. Μετά από χρόνια γεννήθηκε η μάνα μου, το μοναχοπαίδι τους. Αυτό δεν συζητιόταν ανοιχτά. Ρώτησα κάποτε τη γιαγιά μου, αλλά μου "την έκανε πλαγίως" γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει για τα παιδιά που χαθήκανε. Ο Στράτος δηλαδή είχε τεράστια στεναχώρια μέσα του.

Για πες μας για γιαγιά τη Ζωή την Παγιουμτζή.
Με τη γιαγιά, Θεός σχωρέστην, κοιμόμασταν στο ίδιο κρεβάτι όταν ήμουν μικράκι. Ολο ιστορίες μου έλεγε για το παππού, για τους άλλους... Η γιαγιά μου του στάθηκε του παππού του Στράτου όσο δεν πήγαινε άλλο. Μου έλεγε ότι στο δρόμο προχώραγε μπροστά ο Στράτος με το Μάρκο και αυτή πήγαινε από πίσω. Ηταν αλλιώς εκείνα τα χρόνια. Ηταν πολύ φίλοι με το Μάρκο. Εγώ με τα παιδιά του έχω μιλήσει μια - δυο φορές, με το Δομένικο και το Στέλιο, αλλά δεν έτυχε να γνωριστούμε καλά. Δεν έχει τύχει δηλαδή.

Για τον Στράτο, που είχε μείνει στην απέξω μια περίοδο;
Περίπου το '60 έκανε δεύτερη καριέρα. Η φωνή του ήταν ατελείωτη. Αυτό που λένε δεύτερη καριέρα ήταν σαν να το ζήταγε. Τους παλιούς τους βγάλανε κάποια στιγμή όλους στο περιθώριο. Ολους τους ρεμπέτες τούς είχανε περάσει στο περιθώριο. Είχε αλλάξει το τραγούδι τότε; Είχαν συμβεί πολλά και στην Ελλάδα; Τι να πω; Πάντως ο παππούς μου δούλευε πάντα στα κέντρα. Κάποια στιγμή ήθελε να σταματήσει το τραγούδι, να πάει να πουλάει ψάρια. Είχε πικραθεί, είχε στεναχωρεθεί. Τότε ήταν που πήγε και η μάνα μου στη δουλειά. Ηταν 14 ή 15 χρονών και είπε στο Στράτο, "πατέρα θα έρθω να βοηθήσω κι εγώ".

Να πουλάει ψάρια;
Ναι, ήταν αρχικά ψαράς απ' τον πατέρα του και μετά λεμβούχος. Δηλαδή τα καράβια δεν πιάνανε λιμάνι, αράζανε μέσα και όλο το κόσμο τον πηγαινοφέρνανε οι βάρκες, οι λεμβούχοι. Ο παππούς μου ήτανε σαν ταξιτζής της θάλασσας. Πολύ σκληρή δουλειά, απ' το πρωί ως το βράδυ.

Πού έμενε;
Στη Δραπετσώνα, στα προσφυγικά. Μετά γύρω στο '40 πήγε στο Βοτανικό (οδός Προφήτη Δανιήλ 16) που παντρεύτηκε με τη γιαγιά μου και το '48 πήγαν στο Αιγάλεω μέχρι το 1971 που πέθανε.

Μάρκος Βαμβακάρης και Στράτος Παγιουμτζής
Ηταν Μικρασιάτης έτσι;
Ναι. Ήρθε απ' το Αϊβαλί, απ' τις Κυδωνιές. Γεννήθηκε το 1904, φύγανε με τον πατέρα του, τη μάνα του και τις αδελφές του και περάσανε στη Μυτιλήνη όπου κάτσανε για λίγο. Είπαμε ότι ήταν ψαράς ο πατέρας του Στράτου, ο προπάππος μου. Οταν καταλάβανε ότι δεν είχε δουλειά εκεί, αποφάσισαν να φύγουν. Είχαν αρχίσει και τα πρώτα "κουδουνίσματα" απ' τους Τούρκους τότε... Τέλος πάντων, το 1917 ή το 1918 φτάνουν στον Πειραιά. Δηλαδή είχαν καταλάβει που πηγαίναν τα πράγματα και έφυγαν νωρίτερα απ' τις καταστροφές. Οπως πάρα πολύς κόσμος, έφυγαν πριν τη καταστροφή.

Η μαμά σου; Στη δεύτερη καριέρα...
Η μάνα μου τα παράτησε αφότου πέθανε ο πατέρας της. Ξεκίνησε με μπαλέτο απ' τη σχολή Μοδιάνου, έκανε καριέρα στα θέατρα και στη συνέχεια βγήκε στου Βλάχου στο Αιγάλεω, χορό και τραγούδι. Δε δούλευε μόνο με τον πατέρα της, αλλά και με όλους τους άλλους, τον Παπαϊωάννου, τον Μπίνη, τον Μπέμπη, την Μπέλλου, τον Περπινιάδη. Ήτανε πρώτο όνομα: "Φωφώ Στράτου". Ξεκίνησε με το Σωτήρη τον Καλυμνάκη τον παλιό, στην Ελευσίνα. Με τον Καζαντζίδη δούλεψε στο Φαληρικό. Είπε τραγούδια του Μπουρνέλη, του Μάρκου και άλλων, του πατέρα της έκανε κάτι σιγόντα... Έβγαλε και καμιά δεκαριά δίσκους, όχι πολλά πράγματα όμως γιατί πάνω στα ντουζένια της σταμάτησε απότομα. Ήταν τότε που πήγε στην Αμερική και έφερε τον παππού μου με τ' αεροπλάνο νεκρό. Οταν ήρθε εδώ, η κατάσταση ήτανε τραγική. Πώς να δουλέψει;

Μιχάλης Γενίτσαρης και Γιάννης Παπαϊωάννου στο πάλκο
Στην Αμερική πώς βρέθηκε ο Στράτος;
Μα ήταν παιδικό του όνειρο. Δε ξέρω πώς του κόλλησε, ίσως επειδή ήταν βαρκάρης και τους έβγαζε απ' τα πλοία και έβλεπε ότι ήταν άλλοι άνθρωποι, πιο ωραίοι, πιο σίγουροι... Ακουγε απ' αυτούς Αμερική, σου λέει θέλω να πάω κι εγώ! Ποιος ξέρει; Πάντως έλεγε ότι κάποτε έβγαλε κάποιον με τη βάρκα έξω και επειδή πάντα τραγούδαγε, αυτός ο κάποιος τον άκουσε και του λέει "παιδί μου εσύ τραγουδάς πολύ καλά!" και ήτανε κάποιος της Columbia. Και του λέει που μπορώ να σε βρω το βράδυ. Του λέει θα με βρεις... εκεί θα είμαι με κάτι φίλους που παίζουμε και τραγουδάμε. Ηταν όμως «λερωμένα» τα χαρτιά του και δεν τον αφήνανε να πάει στην Αμερική. Είχε κάνει εξορία για το …γνωστό θέμα. Πάντως ήταν καλός άνθρωπος, τίμιος και οικογενειάρχης. Δεν είχε καμιά σχέση το ένα με το άλλο. Ειδικά στη γειτονιά μου στο Αιγάλεω, όσοι γείτονες τον θυμούνται, δεν έχουν να πουν κακή κουβέντα για το Στράτο. Στην Αμερική λοιπόν έκατσε σαράντα μέρες και είχε δυο εμφράγματα. Την πρώτη φορά μπαίνει στο νοσοκομείο και μόλις βγήκε ξαναγύρισε στο κέντρο "Σπηλιά" όπου τραγουδούσε. Η δεύτερη φορά όμως ήταν τελειωτική. Ηταν μόλις 67 χρονών αλλά με τη δύσκολη ζωή που είχαν περάσει αυτοί, ε, ήταν πολλά τα 67. Εγώ ένα ευχαριστιέμαι. Που τόσο κόσμο που βλέπω μου μιλάνε για το Στράτο με τα καλύτερα λόγια και με υπερ-ικανοποιεί. Που μου λένε ότι βοήθαγε το κόσμο. Ητανε όμως μάγκας. Μάγκας δηλαδή είναι ωραίος, μόρτης στις εξηγήσεις του. Οχι κουτσαβάκι ούτε ζημιάρης και ύποπτος. Να είσαι όμορφος άνθρωπος. Τώρα άλλοι τα βλέπουν διαφορετικά... Αυτά είναι πίτουρα που δεν τα τρώνε ούτε οι κότες (γέλια).

Για το Δελιά έχεις ακούσει τίποτα;
Ναι αμέ. Κατ' αρχήν στο περιοδικό "Λαϊκό Τραγούδι" γράφτηκαν πολλά και σωστά. Ο,τι γράφει είναι όλα αλήθεια. Είχαν έρθει απ' το περιοδικό το 1989 και ρώτησαν τη γιαγιά μου λεπτομέρειες. Μιλήσαν πολλές ώρες και τα γράψανε όλα, σωστά. Για τον Ανέστο η γιαγιά μου έλεγε ότι ήταν πολύ καλό παιδί, Σμυρνιός. Ο παππούς μου ήταν 6 - 7 χρόνια μεγαλύτερος. Ο Ανέστος ήταν πολύ ξηγημένος, πολύ σεβαστικό παιδί. Είχε ξεκινήσει και έγραφε πολύ ωραία τραγούδια, πάρα πολύ καλό μπουζούκι, αλλά έμπλεξε με τη Σκουλαρικού και γίνανε αυτά που γίνανε με τα ναρκωτικά. Ο παππούς μου και η γιαγιά τον είχε πάρει στο σπίτι για να τον σώσουν. Τον βάζανε και τον βγάζανε στο ψυχιατρείο για την αποτοξίνωση, εκεί γινόταν τότε αυτή η δουλειά της αποτοξίνωσης. Καναδυό φορές μου φαίνεται ότι "την έκανε". Τον έκλεισαν λοιπόν η γιαγιά και ο παππούς κλειδωμένο σε ένα δωματιάκι στο σπίτι για να αποτοξινωθεί. Αλλά άμα μπλέξεις μ' αυτά τα πράγματα... Τέλος πάντων, είχε το τέλος που όλοι ξέρουμε.

Ο Μπάτης;
Ο Μπάτης ήτανε χιουμορίστας. Σε μια τουρνέ στη Θεσσαλία που κάνανε, ο Μπάτης, ο Μάρκος, ο Δελιάς και ο παππούς, πήγε από κοντά και η γιαγιά μου. Μου διηγήθηκε πολλές ιστορίες, ότι περάσανε πολύ ωραία, πολλά γέλια... Ο Μπάτης με τον μπαγλαμά ήτανε ας πούμε ο χαβαλές της παρέας.

Στράτος Παγιουμτζής Κώστας Βίρβος, Γιώργος Ζαμπέτας και άλλοι φίλοι
Ο Μάρκος; Η Ξακουστή Τετράδα;
Ο Μάρκος ήταν σαν να λέμε ο αρχηγός της κομπανίας τους. Με το Μάρκο ο παππούς μου ήταν οι πρώτοι φίλοι απ' την αρχή ως το τέλος. Η κομπανία τους ξεκίνησε αρχικά με τον Μπάτη και τον Μάρκο. Είχε ο Μπάτης το καφενείο του και τσούκου-τσούκου κάνανε πρόβες. Ο παππούς μου τραγούδαγε παντού, στη βάρκα στο σπίτι... παντού. Βρισκόντουσαν στους τεκέδες και τραγουδάγανε χωρίς να ξέρουνε τι κάνουνε. Έτσι κόλλησε κι αυτός. Αργότερα και ο Δελιάς, που ούτως ή άλλως ήτανε φίλος τους ολωνών. Πάντως δεν ξέρανε τι κάνανε. Στην πορεία έγινε το μεγάλο το μπαμ και ξεκίνησαν το λαϊκό τραγούδι, που το βγάλανε στον κόσμο, εκεί στη μάντρα του Σαραντόπουλου. Με το Στράτο ήτανε φιλαράκια. Το πρωί στη δουλειά και το βράδυ στα στέκια τους. Μετά στην κομπανία, ο Στράτος ήτανε ο τραγουδιστής. Τραγούδαγε τα τραγούδια της παρέας, αλλά έλεγε και τους δικούς του τους μανέδες, πήδαγε από κλίμακα σε κλίμακα, χόρευε με τη φωνή του πάνω στις κλίμακες, έτσι είναι ο μανές. Αυτά με τις κλίμακες δεν ήξερε "με το χαρτί" που λένε, ούτε και εγώ που λέω μανέδες τα ξέρω αυτά, από μουσική είμαι άσχετος. Αλλά οι μουσικοί, οι μπουζουξήδες τα ξέρουνε αυτά, τις ξέρουν τις κλίμακες. Πάντως αυτό που γράφηκε ότι τα έξοδα της κηδείας τα πλήρωσε ο Ζαμπέτας, σβήστο. Δεν ισχύει, εγώ στο λέω μπέσα. Τα έξοδα της κηδείας εμείς τα πληρώσαμε, η οικογένειά μου τα πλήρωσε. Το διάβασε κάποτε η μάνα μου και... Ασε, δεν είναι έτσι. Τι ράδιο αρβύλα είναι αυτό, δεν το καταλαβαίνω. Και το Ζαμπέτα τον λάτρευα, ε;

Για πες μου για το Ζαμπέτα.
Ο Ζαμπέτας ήτανε φίλος της οικογένειας. Μεγάλωσα στο Αιγάλεω στην ίδια γειτονιά με το Ζαμπέτα. Ρεθύμνης έμενα εγώ, Σαλαμίνος έμενε ο Ζαμπέτας, ακριβώς από πίσω.. "Θείο" τον έλεγα, έτσι μου τον είχαν συστήσει "ο Θείος σου". Ημουνα παιδάκι, πήδαγα τα κάγκελα και έμπαινα στο γκαράζ και από πάνω ήταν η κρεβατοκάμαρα που μαζευόντουσαν όλοι με το Ζαμπέτα και κάνανε πρόβες. Στηνόμουν με τις ώρες από κάτω, με μια μπάλα στην αμασχάλη και τους άκουγα και τραγούδαγα στη ζούλα (γέλια), μη με πάρουν είδηση. Πάρα πολύ ωραίος τύπος. Ρεπούμπλικα με φτερό, τα παλτό του κλπ. Αυτά το χειμώνα. Το καλοκαίρι βερμούδα, δερμάτινο σκαρπίνι και κάλτσα ως το γόνατο. Αψογος! (γέλια). Μας μάζευε καμιά δεκαπενταριά πιτσιρικάδες, μας έβαζε στη σειρά, πήγαινε στο ψιλικατζίδικο και μας αγόραζε σοκολάτες και μας έδινε και χαρτζιλίκι. Ετσι τον έλεγα «θείο». Πήγαινα να του πω τα κάλαντα και τσάκωνα χιλιάρικο πριν 25 χρόνια πίσω! Στη γειτονιά ήταν πολύ ωραίος τύπος. Οπως εμείς, έτσι κι αυτός. Ούτε τουπέ ούτε φίρμα, τίποτα. Απλός, λαϊκός και κύριος. Πήγαινε στο καφενείο της γειτονιάς, στο ζαχαροπλαστείο σαν όλο το κόσμο. Ερχόταν στο σπίτι μας, καθόταν με τη γιαγιά μου και λέγανε τα δικά τους. Ητανε αθυρόστομος και ο Ζαμπέτας, ήταν και η γιαγιά μου το ίδιο σαν κι αυτόν και τα βρίσκανε. Τα λέγανε ωραία κι εγώ γέλαγα, τους θυμάμαι. Μια φορά ήμουνα στην κουζίνα και κάποια σκανταλιά έκανα και τραγούδαγα. Το πήρε είδηση ο θείος που είχε έρθει επίσκεψη, κάτσανε και μ' ακούσανε με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου και κάποια στιγμή που πήρα είδηση ότι κάτι δεν πάει καλά, βγαίνω και τους είδα. Πολύ εκτίμησε τη φωνή μου, το είπε και στους δικούς μου, αλλά δε μ' αφήνανε με τίποτα!

Ο Ζαμπέτας, όταν κατάλαβε ότι έχεις "φωνή", είπε τίποτα;
Χε, ο Ζαμπέτας ήταν αυθόρμητος και πολύ απρόβλεπτος άνθρωπος. Να σου πω τι έγινε και δεν το ξεχνώ: Κάποια άσχετη στιγμή, παίζαμε μπάλα στο "σχολείο του Ζαμπέτα" (έτσι το λέγανε στη περιοχή) που είχε την αυλή ακριβώς κάτω απ' το σπίτι του. Με είδε και φωνάζει "Στράτο, έλα εδώ". Πηδάω τα κάγκελα, πάω και μου λέει, "άμα θες να γίνεις τραγουδιστής αναγκαστικά πρέπει να μάθεις κάποιο όργανο". Εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι μου έλεγε. Αλλά είχε κάτσει και είχε βάλει το κεφάλι του κάτω και σκέφτηκε για μένα. Κοίταγε μπροστά για μένα. Σου λέει άμα θες να πεις καλό τραγούδι, θα πεινάσεις. Πρέπει να ξέρεις και κάποιο όργανο. Μεγάλος άνθρωπος, τι να πρωτοπώ για το Ζαμπέτα;

Ο Στράτος με το Ζαμπέτα πώς γνωριστήκανε, πώς ήταν μεταξύ τους;
Είναι γνωστή η ιστορία. Σχόλαγε ο παππούς μου κάθε μέρα (ξημερώματα δηλαδή) απ' το κέντρο, απ' του Βλάχου και πήγαινε με τα πόδια Εδέσσης και Γράμμου, μια απόσταση 2 - 3 χιλιόμετρα, το 1947 - 48. Πέρναγε λοιπόν και άκουγε στη γωνία Σαλαμίνος και Ιερά Οδός κάποιον μες τα ξημερώματα να παίζει μπουζούκι. Είχε θράσος ο παππούς, δεν ντρεπόνταν, πήγε και χτύπησε τη πόρτα να δει ποιος είναι. Βγαίνει η μάνα του Ζαμπέτα και της λέει "Είμαι ο Στράτος ο Παγιουμτζής, ποιος είναι μέσα και παίζει μπουζούκι;" Η μάνα του λέει “είναι ο γιος μου Γιώργος”. Ετσι γνωριστήκανε και βγήκανε στο πάλκο μαζί. Είχανε πολύ καλή σχέση, βόηθαγε ο ένας τον άλλο. Και στην πορεία, μετά το θάνατο του παππού, με την οικογένειά μου υπήρχε πολύ καλή σχέση. Ολοι αυτοί, όχι μόνο ο Στράτος, ήταν οι άνθρωποι που στήσανε το λαϊκό τραγούδι απ' το τίποτα. Είπαμε για πολλούς, ήτανε και ο Γενίτσαρης που ήτανε μορφή! Ητανε και ο νταής της εποχής. Δε γουστάριζε που πειράζανε τις γυναίκες τότε, δεν άφηνε άδικο να πέσει κάτω. Έμπαινε και καθάριζε. Οπλοφορούσε κιόλας, νομίζω τα είπε και ο ίδιος στη τηλεόραση, οπότε μπορούμε να τα λέμε κι εμείς. Ητανε πιο μικρός σε ηλικία, αλλά φίλος του παππού μου, όπως και ο Μπαγιαντέρας, ο Κηρομύτης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου και οι άλλοι που λέμε. Ο Κηρομύτης ήτανε από καλή οικογένεια, ντυνότανε, σκαρπίνια, μακρύ παλτό καλά και τέτοια. Αλλά... Είχε το μεράκι με το μπουζούκι (γέλια). Γι’ αυτό λέω, όσοι βαστάνε τα μπουζούκια σήμερα πρέπει να ξέρουν τι κρατάνε. Πρέπει να ξέρουν. Δεν είναι ηλεκτρική κιθάρα, δεν είναι αρμόνιο, είναι το μπουζούκι, είναι λαϊκό όργανο για λαϊκά τραγούδια.

Ευχαριστώ Στράτο.
Να 'σαι καλά. Και να τα λέμε. Να μη χαθούμε!

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

15 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!