συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους
για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...
 

"Θεωρώ πρόκληση να μπορώ να κατασκευάζω όργανα που θα παίζουν το ίδιο καλά, ή καλύτερα, μετά από 100 χρόνια."

Κάθε συζήτηση με το Νίκο Φρονιμόπουλο είναι ενδιαφέρουσα από μόνη της. Όπως άλλωστε κάθε συζήτηση με ανθρώπους που έχουν άποψη, η οποία δεν προκύπτει από κάποιες σκόρπιες σκέψεις της στιγμής, αλλά είναι τεκμηριωμένη, ως αποτέλεσμα πολλών χρόνων προβληματισμού και διαρκούς ενασχόλησης με το θέμα. Επί της ουσίας της συνέντευξης, συμφωνήσαμε με το Νίκο Φρονιμόπουλο να μην κάνουμε μια ακόμα συνέντευξη του τύπου: «Ο οργανοποιός Φρονιμόπουλος, μας μιλάει για τον εαυτό του και τα όργανα που κατασκευάζει». Κάτι τέτοιο μπορεί να είχε ενδιαφέρον, αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρον θα ήταν να συζητήσουμε ένα θέμα που να αφορά γενικότερα την οργανοποιΐα στη χώρα μας. Τι λοιπόν καλύτερο από το μια συνέντευξη με κεντρικό θέμα την «καλλιτεχνική οργανοποιΐα», με έναν κατ' εξοχήν εκπρόσωπό της (σ.σ. για τους μη γνωρίζοντες, ο Νίκος Φρονιμόπουλος υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη και πρόεδρος του «Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής οργανοποιΐας»).

Η συνέντευξη έγινε ένα απογευματάκι στα μέσα Μαΐου 2008, στο εργαστήριό του στα Λεγραινά της Λαυρεωτικής. Το εργαστήριο που είναι εγκατεστημένο μέσα στο σπίτι του, αγναντεύει το Αιγαίο. Ιδανικός χώρος για μια συνέντευξη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε και ένας άλλος θετικός παράγοντας. Τη συζήτηση, εκτός από αγνό τσιπουράκι, συνόδευσε μεζές που προερχόταν από την άλλη αγάπη του Νίκου, το ψάρεμα. Ομολογουμένως το χταποδάκι που ήταν φρεσκοψαρεμένο, ήταν εξαιρετικά μαγειρεμένο (από τον ίδιο παρακαλώ). Έτσι η συζήτηση ήταν πραγματική απόλαυση, απ' όλες τις πλευρές. Αδιάψευστος μάρτυρας και τεκμήριο η σχετική αναμνηστική φωτογραφία. Ελπίζω να την απολαύσετε όσο και εγώ.

Καλλιτεχνική οργανοποιΐα

Τη συνέντευξη συνόδεψε ψαρομεζές «ιδιοκατασκευής» Ν. Φρονιμόπουλου
Ας ξεκινήσουμε από τον όρο «Καλλιτεχνική οργανοποιΐα». Με δεδομένου ότι υπήρξες πρόεδρος του «Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής οργανοποιΐας», μπορείς να μας δώσεις έναν ορισμό του τι σημαίνει ο όρος για σένα; Έχει να κάνει με την αισθητική, την ποιότητα του παραγόμενου ήχου, τη διαδικασία κατασκευής ενός οργάνου ή κάτι άλλο;
Έχει να κάνει με όλα όσα ανέφερες. Κυρίως έχει να κάνει με τη φιλοσοφία που προσεγγίζει ο καλλιτέχνης-δημιουργός το μουσικό όργανο. Αν θέλαμε να δώσουμε έναν ορισμό, θα λέγαμε ότι ένα όργανο ανήκει στην «καλλιτεχνική οργανοποιΐα» όταν είναι προσωπικό δημιούργημα κάποιου οργανοποιού, ο οποίος έχει τη φιλοσοφία να ανάγει σε τέχνη αυτό που φτιάχνει. Αυτό σημαίνει ότι όλο το όργανο σαν σύλληψη απηχεί το δικό του προβληματισμό και ενασχόληση με την τέχνη της οργανοποιΐας. Ξεκινώντας από το σχεδιασμό του μοντέλου, το όργανο θα δίνει την προσωπική του αντίληψη, που βασίζεται στην καλή γνώση της παράδοσης, Δε θα είναι μια απλή αντιγραφή και αναπαραγωγή κάποιου γνωστού μοντέλου, αλλά ο κάτοχός του θα γνωρίζει ότι έχει ένα μοναδικό δημιούργημα του συγκεκριμένου οργανοποιού. Βέβαια ένα όργανο θα μπορούσε να ανήκει περισσότερο ή λιγότερο στην «καλλιτεχνική οργανοποιΐα», ανάλογα του τρόπου της κατασκευής του.

Δεν μπορούμε να έχουμε ένα «καλλιτεχνικό εργαστήριο οργανοποιΐας» με 2-3 καλούς τεχνίτες, που να έχουν κοινό στόχο και αντίληψη περί του όρου και να βγάζουν ποιοτικά και επώνυμα όργανα;
Θα μπορούσε να υπάρξει ένα τέτοιο εργαστήριο, που θα δούλευαν 2-3 άτομα. Κατά κανόνα όμως σε ένα εργαστήριο γίνεται εντελώς διαφορετική δουλειά. Για να επιβιώσει, θα πρέπει απαραίτητα να οργανωθούν τα στάδια της παραγωγής, ώστε να γίνει η μεγαλύτερη δυνατή οικονομία σε εργατοώρες. Συνήθως συνεργάζεται και με άλλα εργαστήρια, απ' όπου παίρνει έτοιμα σκάφη, φιγούρες και τέλος δίνει τα έτοιμα όργανα σε λουστραδόρο για να κάνει το βερνίκι τους.

Ο βασικός πάγκος εργασίας του εργαστηρίου του Ν. Φρονιμόπουλου
Είναι κατακριτέο αυτό; Αν για παράδειγμα ο σκαφάς κατασκευάζει τα σκάφη πάνω στο καλούπι που του δίνει το εργαστήριο, με αυστηρές προδιαγραφές κατασκευής;
Ασφαλώς και δεν είναι κατακριτέο. Απλά προσπαθούμε να οριοθετήσουμε τον όρο «καλλιτεχνική οργανοποιΐα». Πάντως, συνήθως οι σκαφάδες κατασκευάζουν τα σκάφη πάνω σε δικά τους καλούπια και το πολύ-πολύ το εργαστήριο να δώσει κάποιες γενικές προδιαγραφές κατασκευής. Θεωρητικά θα μπορούσαν να υπάρχουν και τέτοια εργαστήρια. Αλλά μιλάμε για τη συγκεκριμένη κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, όπου η συζήτηση περί «καλλιτεχνικής οργανοποιΐας» ξεκίνησε με τη δημιουργία του «Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής οργανοποιΐας», που έθεσε το θέμα. Ο Σύλλογος δανείστηκε τον όρο (art lutherie) από τη διεθνή οργανοποιΐα και αναφέρεται κυρίως στην κατασκευή λαουτοειδών, βιολιών ή κιθάρας, όπου συνήθως ένας μάστορας κατασκευάζει εξ ολοκλήρου (μέχρι τα βερνίκια, τις κόλλες, τα χρώματα κτλ) το κάθε όργανο, με αυστηρά προσωπική δουλειά. Πάντως αν θέλαμε κάπως να το ορίσουμε, θα λέγαμε ότι στη μεν μορφή το κάθε όργανο θα πρέπει να έχει αναγνωσιμότητα, ο δε ήχος του να έχει όλα τα ποιοτικά στοιχεία ενός «καλού οργάνου». Επίσης, αν θα θέλαμε να το πούμε με ποσοστά, θα μιλούσαμε για 50% χρηστικό αντικείμενο και 50% καλλιτεχνικό δημιούργημα.

Για το θέμα αυτό ποια είναι η διεθνής εμπειρία; Μπορείς να μας δώσεις κάποιο παράδειγμα;
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι το εξής: Αν κατασκευάσεις ένα βιολί για να συμμετάσχεις στην Τριενάλλε της Κρεμόνα, κατ' αρχήν η επιτροπή θα εξετάσει το κατά πόσο στο συγκεκριμένο όργανο αντανακλάται κατασκευαστικά η ιστορία του. Και δε θα κάνουν τον κόπο καν να το ακούσουν, αν δεν έχουν ακολουθηθεί συγκεκριμένες αρχές κατασκευής. Σε κάθε περίπτωση η προσωπικότητα του οργανοποιού αποτυπώνεται πάνω στα όργανα που κατασκευάζει, καθώς και η αναφορά του στα πρότυπα που πιθανώς έχει ακολουθήσει. Για κάποιον που δεν ξέρει, όλα τα βιολιά μοιάζουν μεταξύ τους. Ούτως ή άλλως τα βιολιά δεν έχουν «φιγούρες». Υπάρχουν όμως άλλα πράγματα που τα κάνουν να ξεχωρίζουν . Ο κοχλίας, τα ανοίγματα με τη μορφή «f», οι μύτες, οι εξωτερικές καμπύλες και πολλές ακόμα λεπτομέρειες. Έτσι, αυτοί που γνωρίζουν, μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν ένα βιολί (κατασκευαστή, σχολή, εποχή, τεχνική κατασκευής). Το ίδιο εύκολα, όπως ξεχωρίζουμε ένα μπουζούκι του 1950 από ένα μπουζούκι του Σταθόπουλου. Υπάρχουν και άλλες μικρές ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες που καθορίζουν ένα προϊόν καλλιτεχνικής οργανοποιΐας, όπως η επιλογή των υλικών (ξύλα, κόλλες, βερνίκια, τεχνικές που χρησιμοποιούνται). Επίσης, η μοναδικότητα στα διακοσμητικά και η προσπάθεια να μην επαναληφθεί δύο φορές το ίδιο αισθητικό αποτέλεσμα. Δηλαδή γενικά, ό,τι έχει να κάνει με την αισθητική του οργάνου, που συνήθως δεν έχουμε μάθει να αξιολογούμε ή τη θεωρούμε δευτερεύουσα σε σχέση με τη χρηστικότητά του.

Μήπως θα μπορούσαμε ευκολότερα να ορίσουμε το τι δεν είναι «καλλιτεχνική οργανοποιΐα»;
Σίγουρα δεν είναι καλλιτεχνική οργανοποιΐα ένα προϊόν μοντάζ. Π.χ. ένα όργανο που το καλούπι δεν είναι σχεδιασμένο από τον ίδιο τον οργανοποιό, τις φιγούρες τις έχει σχεδιάσει και κατασκευάσει κάποιος άλλος, κάποιες κατασκευαστικές εργασίες, όπως η κατασκευή του σκάφους και το βερνίκι, έχουν γίνει από άλλον. Βέβαια στα Ελληνικά παραδοσιακά όργανα έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε να υπογράφονται όργανα από επώνυμους οργανοποιούς, παρόλο ότι δεν έχουν κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από αυτούς.

Αισθητική - Ήχος - Υλικά

Ένα νέο σκάφος γεννιέται
Απ' ό,τι γνωρίζω ο Σύλλογος είχε κάνει κάποια προσπάθεια για να επεξεργαστεί κάποια βασικά κείμενα, όπως για παράδειγμα το σχετικό με τα υλικά που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στην «καλλιτεχνική οργανοποιΐα». Ποια ανάγκη εξυπηρετούσε κάτι τέτοιο;
Αυτές τις αναφορές τις κάναμε κυρίως για να ταράξουμε τα λιμνάζοντα νερά στην οργανοποιΐα της εποχής. Κάποια παραδοσιακά όργανα έμοιαζε να έχουν πάρει κατασκευαστικά ένα δρόμο που δεν είχε επιστροφή. Για παράδειγμα η χρήση λευκής καρυδιάς βαμμένης μαύρης μέχρι το βάθος της, χρησιμοποιώντας υδροχλωρικό οξύ. Όμως έτσι το ξύλο αποφυσικοποιείται, αφού καταστρέφεται ένα από τα τρία βασικά συστατικά του. Έτσι το όργανο έχει περιορισμένο χρόνο ζωής, αφού επεμβαίνουμε τόσο δραστικά πάνω στο φυσικό υλικό. Το γέμισμα έπειτα κάθε κενού χώρου του οργάνου με πλαστικές η συνθετικές διακοσμητικές φιγούρες και για να πάρει περισσότερη αξία, η υπερβολή στη χρήση όστρακου. Έτσι η αξία του οργάνου διαμορφώνεται από το βάρος των οστράκων που έχει επάνω του. Όλα αυτά καλύπτονται μάλιστα και με ένα συνθετικό βερνίκι, γιατί πλέον πολλοί οργανοποιοί έχουν πάψει να γνωρίζουν και τα πιο απλά φυσικά βερνίκια, όπως η γομαλάκα. Τέλος το ηχείο ντύνεται εσωτερικά με χρυσόχαρτο. Και βέβαια οι κόλλες που χρησιμοποιούνται είναι έτοιμες, του εμπορίου. Έτσι μια ολόκληρη γενιά οργανοποιών έπαψε να γνωρίζει τα φυσικά υλικά και την τεχνική κατασκευής των οργάνων με αυτά.Αυτό επεκτείνεται και στη διαδικασία της συντήρησης των παλαιότερων οργάνων. Η αποκατάσταση δεν γίνεται με τα ανάλογα υλικά και τις τεχνικές που κατασκευάστηκε αρχικά το όργανο, αλλά χρησιμοποιούνται ότι υλικά είναι εύκαιρα στο εργαστήριο (λευκή κόλλα, συνθετικό βερνίκι κτλ.) και σύγχρονες τεχνικές. Έτσι αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του προς επισκευή οργάνου.Από την άλλη πλευρά βέβαια θα πρέπει να γνωρίζουμε και τα λάθη από άγνοια που έκαναν οι παλαιότεροι οργανοποιοί, χρησιμοποιώντας τα φυσικά υλικά. Για παράδειγμα δε γνώριζαν ότι αν αυξήσεις τη θερμοκρασία της ψαρόκολλας πάνω από τους 65οC καταστρέφεται η μοριακή αλυσίδα της κόλλας και χάνονται σιγά-σιγά οι κολλητικές ιδιότητές της. Με τη χρήση του «κολλητερού», που έβραζε στους 100οC, αδυνάτιζαν τις κόλλες από την πολύ υψηλή θερμοκρασία κι έτσι οι κολλήσεις άνοιγαν πιο εύκολα.

Ελέγχοντας την ιδιοσυχνότητα του σκάφους
Χρησιμοποιούνται ακόμα οι ζωικές κόλλες;
Ασφαλώς και χρησιμοποιούνται (οστεόκολλες, ψαρόκολλες, από δέρμα κουνελιού κτλ.). Για παράδειγμα, οι κατασκευαστές βιολιού δε διανοούνται να χρησιμοποιήσουν άλλες κόλλες. Χαρακτηριστικό είναι ότι, ακόμα και σήμερα, και οι σκαφάδες στα μπουζούκια δουλεύουν με ψαρόκολλα. Όλες οι οργανικές κόλλες έχουν μοναδικές ιδιότητες και δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα. Κατ` αρχήν είναι πολύ συγγενικές με το ξύλο, μεταδίδουν καλά τον ήχο, κάνουν πολύ δυνατή συγκόλληση, αλλά όχι ισχυρότερη από το ίδιο το ξύλο. Επομένως, σε κάποιο ατύχημα, θα υποχωρήσει η συγκόλληση και όχι το ίδιο το ξύλο. Επίσης είναι αντιστρεπτές, όσα χρόνια και αν περάσουν. Έτσι δίνουν μεγάλες δυνατότητες σε μελλοντικές επισκευές του οργάνου. Τέτοιες ιδιότητες δεν τις έχουν οι σύγχρονες κόλλες. Όμως η σύγχρονη οργανοποιΐα παραγωγής χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά τις σύγχρονες κόλλες (όπως τις αλειφατικές ρητίνες, πολυουρεθάνες, κυανακρυλικές και εποξικές κόλλες κ.ά.) που εφαρμόζονται άμεσα και με λιγότερο κόπο και επίσης δεν απαιτούν πολύ χρόνο. Όμως είναι πολύ δύσκολα αντιστρέψιμες. Παρόλα αυτά δεν είναι κακό να χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες κολλήσεις, που δε θα χρειαστεί ποτέ να γίνει επισκευή (π.χ. κόλληση του κόκαλου του καβαλάρη πάνω στον έβενο). Όμως ένα καπάκι είναι πολύ καλύτερα να κολλιέται με ψαρόκολλα. Με την ψαρόκολλα, όσα χρόνια και αν περάσουν, με λίγη υγρασία και θέρμανση μπορείς να το ξεκολλήσεις και στη συνέχεια να το ξανακολλήσεις, βάζοντας λίγη νέα κόλλα επάνω στην παλιά. Βέβαια χρειάζεται γνώση για την εφαρμογή τους και προσοχή, γιατί είναι πολύ ευαίσθητες, θέλουν καλές εφαρμογές, πιάνουν εύκολα μύκητες κτλ.

Σε πολλά όργανα έχουν καθιερωθεί κάποια στάνταρντ, σε ό,τι αφορά την κατασκευή τους (κυρίως στη γεωμετρία του οργάνου). Στο μπουζούκι, παρόλο ότι γενικά γνωρίζουμε το σχήμα του, φαίνεται ότι ο κάθε οργανοποιός χρησιμοποιεί τα δικά του σχέδια και καλούπια. Που οφείλεται αυτό; Υπάρχει στον ορίζοντα κάποια τάση;
Ο λόγος που συμβαίνει είναι απλός. Στη Ευρώπη η ανάπτυξη των τεχνών πέρασε μέσα από την Αναγέννηση, που χρησιμοποίησε αυστηρό γεωμετρικό σχεδιασμό, με αναλογίες, χρυσές τομές κτλ. Η ίδια επίδραση υπήρξε και στην παραδοσιακή οργανοποιΐα και έτσι τα όργανα σχεδιαζόντουσαν από τους οργανοποιούς με αυτές τις αρχές. Σε όλες τις κατηγορίες των οργάνων (λαουτοειδή, βιολιά κτλ.) υπάρχει ένας σαφής και προσεγμένος σχεδιασμός με βάση αυτές τις αρχές. Για παράδειγμα, μέσα στα βιολιά του Στραντιβάρι μπορείς να δεις ακόμα σε κάποια μέρη τις τρυπίτσες από τη μύτη του διαβήτη που χρησιμοποίησε για να σχεδιάσει κάποια σημεία τους.Στα παραδοσιακά Ελληνικά όργανα, στις παλαιότερες εποχές, ο κάθε μουσικός έφτιαχνε το δικό του όργανο, άρα είναι φυσικό να μην υπάρχουν πολύ συγκεκριμένα πρότυπα για την κατασκευή τους. Στη συνέχεια, από τη στιγμή που υπήρξαν οργανωμένα οργανοποιεία, διαμορφώνονται κάποια μοντέλα οργάνων και κάποια μεγέθη με τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους, χωρίς όμως να πατάνε σε κάποιο συγκεκριμένο σχεδιασμό. Με μια παρένθεση, που για να είμαι ειλικρινής δεν το περίμενα: Σε κάποια μπουζούκια της εποχής του 1950 ανακάλυψα κάποιες μετρικές αναλογίες. Δεν μπορώ όμως να είμαι σίγουρος αν αυτές οι αναλογίες ήταν τυχαίες ή σχεδιασμένες αυστηρά. Γενικά πάντως η πολυμορφία που παρατηρείται δείχνει ότι δεν υπήρχε παλαιότερα κάποια σχεδιαστική παράδοση. Οι παλαιοί οργανοποιοί που γνώρισα εγώ, δεν ξεκινούσαν ποτέ να σχεδιάσουν ένα όργανο από την αρχή. Αντέγραφαν τους παλαιότερους, τροποποιούσαν υπάρχοντα καλούπια με τη μέθοδο της γλυπτικής, με βάση την αισθητική τους, χωρίς μεγάλη ακρίβεια ή μεγάλωναν και μίκραιναν τις κλίμακες με βάση τις εκάστοτε ανάγκες τους.Πέρα από τα μπουζούκια, μεγάλη πολυμορφία υπάρχει και στα λαούτα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις διαφορετικές κατηγορίες λαούτων (στεριανό, κρητικό). Σε κάθε κατηγορία παρατηρούνται πάρα πολλά σχήματα, μεγέθη, μήκη χορδών κτλ. Κάθε κατασκευαστής κάνει τα δικά του. Θα πρέπει όμως να σημειώσω το εξής: Στο περίφημο σχέδιο του Λεωνίδα Γαΐλα υπάρχει σχεδιασμένος ένας κανόνας και ένας διαβήτης. Έχοντας στα χέρια μου και το αποτύπωμα του ταμπουρά του Μακρυγιάννη, άρχισα να ψάχνω το θέμα και ανακάλυψα ότι στο όργανο αυτό υπάρχει ένας βασικός γεωμετρικός σχεδιασμός. Και μάλιστα σε κάποια τμήματα του οργάνου υπάρχει πολύ μεγάλη ακρίβεια, λόγω ακριβώς της ύπαρξης του γεωμετρικού σχεδιασμού. Είναι εντυπωσιακό πόσα τέτοια στοιχεία υπάρχουν σε ένα όργανο που είναι κατασκευασμένο με ένα «γρήγορο» τρόπο, χωρίς κατασκευαστικά μεγάλη ακρίβεια και συμμετρία. Πολλές λεπτομέρειες γύρω από αυτό τον τομέα υπάρχουν στο υπό έκδοση βιβλίο μου περί της οργανοποιΐας του Γαΐλα.

Πέρα από την αισθητική, το μεγάλο θέμα είναι τι γίνεται με τον ήχο ενός οργάνου;
Θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε τι εννοούμε λέγοντας «καλός ήχος» ενός οργάνου. Η επιστημονική έρευνα έρχεται δεύτερη στην αξιολόγηση του ήχου. Καθοριστικό ρόλο παίζει τόσο αυτός που παίζει το όργανο, όσο και αυτός που το ακούει. Αυτοί είναι το μέτρο του ήχου του οργάνου. Η επιστημονική έρευνα και η εμπειρική εξέλιξη της τέχνης του οργανοποιού αρχίζει από εκεί και πέρα. Ο ήχος δεν είναι πάντα απαραίτητο να έχει τούτες ή τις άλλες ιδιότητες. Πρέπει πρώτα να είναι ευχάριστος στο αυτί μας και η κρίση μας πολλές φορές καθορίζεται από το τι έχουμε συνηθίσει να προσδιορίζουμε ως ήχο ενός συγκεκριμένου οργάνου. Δηλαδή τον ήχο που τον έχουμε ταυτίσει με το συγκεκριμένο όργανο. Το μέτρο μας είναι το ανθρώπινο αυτί και οι καλοί ήχοι που ακούσαμε, από τα όργανα που έχουν ήδη φτιαχτεί.

Τι είναι εκείνο που τελικά διαμορφώνει την ποιότητα του ήχου ενός οργάνου. Τα υλικά παίζουν σημαντικό ρόλο;
Ο ήχος ενός οργάνου είναι ένα πάρα πολύ σύνθετο φαινόμενο, που το αντιλαμβανόμαστε συνολικά ως ένα τελικό αποτέλεσμα. Σε αυτό το σύνολο των παραμέτρων, η κάθε λεπτομέρεια παίζει το δικό της διακριτό ρόλο. Ο οργανοποιός που θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με τον ήχο θα πρέπει να μελετήσει την επίδραση της κάθε παραμέτρου ξεχωριστά πάνω στο συνολικό αποτέλεσμα. Αυτό είναι πολύ εύκολο να το διατυπώνει κανείς, αλλά είναι τρομερά δύσκολο να το κάνει, γιατί κάθε μια παράμετρος δεν εμφανίζεται κάθε φορά μόνη της, αλλά σε σύζευξη με κάποιες άλλες. Καθοριστικό όμως ρόλο παίζουν και τα υλικά που χρησιμοποιούμε. Στην παραγωγή του ποιοτικού ήχου, τόσο το είδος των ξύλων όσο και η παλαιότητά τους είναι πολύ σημαντική. Επίσης παίζουν ρόλο και στη δημιουργία ενός επιθυμητού αισθητικού αποτελέσματος.

Σε σχέση με την παλαιότητα των ξύλων η καλυτέρευση μπορεί να συμβαίνει για πάντα;
Δεν είναι σίγουρο ότι ένα ξύλο 200 ετών δίνει καλύτερο αποτέλεσμα από ένα ξύλο που είναι 50 χρόνων. Αλλά σίγουρα δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις ένα ξύλο που να είναι 4-5 ετών. Πρέπει να έχει κοπεί τουλάχιστον μια δεκαετία πριν (το λέω ενδεικτικά). Βεβαίως στο χρόνο παλαίωσης παίζει ρόλο και το είδος του κάθε ξύλου (διαφορετική πυκνότητα κτλ.). Για παράδειγμα τα καπάκια, που είναι από έλατο, ωριμάζουν πιο γρήγορα.

Σκάφος με 21 ξεχωριστές ντούγες, από πολύ παλαιό αφρικάνικο παλίσανδρο. Το σκούρο χρώμα μαρτυρά ότι το σκάφος έχει υποστεί ειδικό εμποτισμό.
Εντάξει για τα μεμονωμένα υλικά, αλλά υπάρχει ωρίμανση στο έτοιμο όργανο;
Για το θέμα αυτό δε θα πω τη δικιά μου άποψη, αλλά το τι γράφουν οι διάσημοι Hill, σε ένα βιβλίο τους για την οικογένεια των Guarneri. Το συμπέρασμα είναι ότι για πλήρη ωριμότητα τα βιολιά χρειάζονται από 40 έως 80 χρόνια από την κατασκευή τους, ανάλογα με το πόσο «βαριά» ή «ελαφρότερη» είναι αυτή η κατασκευή. Μια ελαφρότερη κατασκευή ωριμάζει γρηγορότερα.Και βέβαια ανάλογα με το είδος του οργάνου και το πώς έχει κατασκευαστεί, ένα όργανο μπορεί από ένα σημείο και πέρα ν' αρχίσει να γερνάει και να μην έχει πια την ίδια απόδοση. Αυτό έχει να κάνει κυρίως με την από-ίνωση, κυρίως του καπακιού και τη μείωση της ελαστικότητας των ινών. Έχουμε όμως παραδείγματα βιολιών του 16ου και 17ου αιώνα που παίζουν πολύ καλύτερα από τα σύγχρονα. Βέβαια απαραίτητο είναι να έχουν συντηρηθεί με κατάλληλο τρόπο. Θα μπορούσε όμως να μπει και το αντίστροφο ερώτημα. Ένα όργανο που παίζει καλά σήμερα, έπαιζε το ίδιο καλά πριν 100 χρόνια; Επίσης ένα άλλος παράγοντας που είναι άγνωστος στην ελληνική παραδοσιακή οργανοποιΐα, αλλά κοινός τόπος στην κλασική οργανοποιΐα, είναι ο εμποτισμός των ξύλων, δηλαδή μια τεχνική «στερέωσης» του υλικού. Το ξύλο δε θα πρέπει να μείνει γυμνό ούτε από μέσα, αλλά με κάτι να το εμποτίσουμε επιφανειακά για να το προστατευτεί. Όσοι παρακολουθήσαμε τα σχετικά σεμινάρια με τον καθηγητή Γ. Ταβλαρίδη, μάθαμε και πλέον χρησιμοποιούμε κάποιους εμποτισμούς.

Τι γνώμη έχεις για τη χρήση νέων υλικών τόσο για την ενίσχυση της μηχανικής αντοχής των οργάνων, π.χ. ράβδοι γραφίτη στο μάνικο, όσο και για τη δημιουργία νέων ηχοχρωμάτων, nomex, balsa wood κ.λπ.;
Νομίζω ότι στην οργανοποιΐα δεν μπορεί ένας νέος οργανοποιός να ξεκινάει από τα καινούργια υλικά. Θα πρέπει πρώτα να μάθει πολύ καλά τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακά και μετά ας κάνει τους οποιουσδήποτε πειραματισμούς με τα νέα υλικά. Στα νέα υλικά δεν υπάρχει ακόμη το μέτρο του χρόνου για να τα κρίνει κανείς ολοκληρωμένα. Δε γνωρίζουμε πώς θα συμπεριφερθεί μετά από 50 χρόνια π.χ. ένα καπάκι κατασκευασμένο με τη χρήση του υλικού «nomex».Υπάρχει βέβαια και η αντίληψη ότι θα πρέπει να κατασκευάζονται αναλώσιμα μουσικά όργανα, που να παίζουν καλά από τη στιγμή που κατασκευάζονται, χωρίς να ενδιαφέρει το τι θα γίνει μετά από κάποια χρόνια. Μου έχουν ζητήσει και εμένα να φτιάξω όργανο που να παίζει καλά σήμερα, χωρίς μας να ενδιαφέρει πώς θα εξελιχτεί αργότερα. Για τον εαυτό μου όμως θεωρώ πρόκληση να μπορώ να κατασκευάζω όργανα που θα παίζουν το ίδιο καλά ή και καλύτερα μετά από 100 ή περισσότερα χρόνια.

Ελληνική οργανοποιΐα - Αγορά οργάνων

Αντίγραφα του ταμπουρά του Μακρυγιάννη
Τι όργανα παράγει σήμερα η Ελληνική παραδοσιακή οργανοποιΐα;
Η συντριπτική πλειοψηφία των οργάνων που κατασκευάζονται είναι όργανα της οικογένειας του μπουζουκιού. Από τα υπόλοιπα παραδοσιακά όργανα ακολουθούν το λαούτο (σε όλες τους τις μορφές) και η λύρα. Τελευταία παρατηρείται και μια αναγέννηση του ουτιού. Υπάρχουν και μερικοί μάστορες που φτιάχνουν κανονάκι και σαντούρι. Ακόμη, στη χώρα μας υπάρχουν κάποιοι πολύ καλοί κατασκευαστές κλασσικής κιθάρας. Στην αγορά των σύγχρονων οργάνων, καθοριστικός παράγοντας είναι η μεγάλη προσφορά πολύ φθηνών, μέτριων οργάνων που κατασκευάζονται σε ασιατικές χώρες, όπως η Κίνα.Τα τελευταία χρόνια ξαναεμφανίζονται και κάποια παραδοσιακά όργανα που είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται, όπως ο ταμπουράς. Θα πρέπει να σημειώσει κανείς ότι υπάρχει μια διεθνής τάση να κατασκευάζονται πάλι παλαιά όργανα που είχαν εγκαταλειφθεί. Για παράδειγμα σήμερα κατασκευάζεται πάλι μπαρόκ βιολί, γιατί έχει πλέον διαπιστωθεί ότι τα σύγχρονα όργανα δεν μπορούν να αποδώσουν ηχητικά σωστά παλιότερες μουσικές. Και υπάρχουν οργανοποιοί που ειδικεύονται στην κατασκευή τέτοιων οργάνων (αναγεννησιακό λαούτο, βιολί μπαρόκ, τσέμπαλο κτλ.) και υπάρχουν και μουσικοί που ειδικεύονται στην τεχνική και το ύφος που παιζόντουσαν τα όργανα αυτά. Κατ' επέκταση και στη δικιά μας μουσική δεν μπορεί να παίζονται τα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, για παράδειγμα, με ένα μπουζούκι που έχει μια μεγάλη τρύπα στο καπάκι, αποτέλεσμα της τοποθέτησης του μαγνήτη, από ένα ηχείο που έχει στρογγυλέψει και μεγαλώσει για να ενισχύσει τον ήχο ενός τετράχορδου. Αν θέλουμε να αναφερθούμε σε μια εποχή με το ύφος και το ήθος της, θα πρέπει να ακολουθήσουμε και τις τεχνικές παιξίματος των μουσικών, αλλά και να χρησιμοποιήσουμε τα κατάλληλα όργανα που να μπορούν να αναπαράγουν τον ήχο εκείνο. Θα πρέπει βέβαια να είναι κατασκευασμένα με τα μέτρα και τη φιλοσοφία των παλαιών οργάνων. Και αυτό, παρόλο ότι ίσως τα σύγχρονα μπουζούκια να έχουν «πλουσιότερο» ήχο και παρόλο ότι πιθανόν και στα γεράματά του να έπαιζε και ο Μάρκος με τέτοια όργανα.

Σε σχέση με τα φθηνά όργανα που μας έρχονται από την Κίνα, πώς βλέπεις αυτή η κατάσταση να επηρεάζει την Ελληνική οργανοποιΐα; Ειδικότερα θεωρείς ότι κινδυνεύει η καλλιτεχνική οργανοποιΐα;
Πράγματι τα τελευταία χρόνια βλέπουμε Κινέζικα όργανα σε εξευτελιστικές τιμές. Κιθάρες και βιολιά με 100 Ευρώ μαζί με τις θήκες τους. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει μπουζούκι και λαούτο από την Κίνα. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί όμως μερικές ελληνικές βιοτεχνίες κατασκευής που παράγουν φθηνά αλλά αρκετά καλά όργανα. Αυτό είναι πολύ θετικό γιατί μπορεί ο νέος ή ο υποψήφιος μουσικός να αποκτήσει ένα αξιοπρεπές όργανο, που να είναι πολύ καλό για τα χρήματα που ξοδεύει.Βέβαια, αν υπάρξουν κάποτε από την Κίνα παραδοσιακά όργανα σε τιμή που παλαιότερα έπαιρνες μόνο τη θήκη τους, τότε νομίζω ότι οι βιοτεχνίες αυτές θα αντιμετωπίσουν προβλήματα αν δεν καταφέρουν να αποδείξουν ότι κάνουν κάτι καλύτερο από τα εισαγόμενα φθηνά όργανα. Έτσι, θα πρέπει να βρουν τη θέση τους στις νέες συνθήκες. Αντίθετα η «καλλιτεχνική οργανοποιΐα» δε νομίζω ότι έχει να χάσει τίποτε από την πιθανή εισβολή φθηνών οργάνων. Πάντοτε θα υπάρχουν μουσικοί που αναζητούν ένα μοναδικό όργανο και κατά συνέπεια θα υπάρχουν και οργανοποιοί που θα το κατασκευάσουν.

Αν θέλαμε να σκιαγραφήσουμε το σύγχρονο οργανοποιό, πώς θα ήταν αυτός; Ποια τα χαρακτηριστικά και τα προσόντα του;
Η οργανοποιΐα δανείζεται πολλά στοιχεία από πολλές άλλες τέχνες (ξυλουργική, ξυλογλυπτική, διακοσμητική, σχέδιο κτλ.). Επίσης χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα από επιστήμες, όπως η ακουστική, η χημεία και η μηχανική. Έτσι και ο οργανοποιός είναι ένας τεχνίτης που θα πρέπει να γνωρίζει όλα αυτά τα στοιχεία που θα τον κάνουν να εξελίξει την τέχνη του. Και ασφαλώς θα πρέπει να έχει γνώσεις μουσικής για να μπορεί να αξιολογεί το αντικείμενο που κατασκευάζει, αλλά θα πρέπει να έχει επίσης και μια όσο το δυνατόν ευρύτερη γενική παιδεία, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να μπορεί να έχει πρόσβαση στην πληθώρα της πληροφορίας που υπάρχει διαθέσιμη σήμερα. Αν μάλιστα έχει και ένα υψηλό επίπεδο σπουδών θα ήταν ακόμα καλύτερα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να ξεφύγει ένας οργανοποιός από το στενό πλαίσιο της οργανοποιΐας του εμπειροτέχνη, που απλώς φτιάχνει ένα χρηστικό αντικείμενο.

Εκπαίδευση Οργανοποιών

Έτοιμα όργανα αναπαύονται στο καναπεδάκι του εργαστηρίου
Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων οργανοποιών είναι εμπειροτέχνες και πολλοί μάλιστα αυτοδίδακτοι, λόγω άρνησης των παλαιοτέρων να κοινοποιήσουν στους νεοεισερχόμενους τα λεγόμενα μυστικά της τέχνης τους. Αντίθετα στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αμερική, βλέπουμε ότι οι οργανοποιοί όχι μόνο δεν κάνουν καμιά προσπάθεια για τη διατήρηση «μυστικών», αλλά αντίθετα κυκλοφορούν πάρα πολλά βιβλία με τεχνικές και άλλες πληροφορίες, όπου παρουσιάζεται και η παραμικρή λεπτομέρεια της τέχνης τους. Πώς το κρίνεις αυτό;
Υπάρχουν σήμερα δύο μεγάλες ομάδες οργανοποιών. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι οργανοποιοί που πέρασαν μέσα από τα εργαστήρια ως βοηθοί ή μαθητευόμενοι. Η δεύτερη κατηγορία είναι οι οργανοποιοί που μπήκαν «από το παράθυρο», όπως εγώ, καλή ώρα. Είναι άνθρωποι που είχαν μια έλξη προς αυτή την τέχνη και κατάφεραν μόνοι τους να γίνουν κατασκευαστές, μαθαίνοντας από τα λάθη τους, με τη βοήθεια και της διεθνούς βιβλιογραφίας της οργανοποιΐας. Σήμερα διαμορφώνεται μια νέα ομάδα, με τους οργανοποιούς που βγαίνουν από σχολές ή σεμινάρια που γίνονται κατά καιρούς. Όσο για την αντίληψη της «Συντεχνίας», αυτό είναι το δεύτερο σημείο στο οποίο θέλησε ο Σύλλογος Καλλιτεχνικής οργανοποιΐας να κάνει την παρέμβασή του. Και γι' αυτό, τόσο ο Σύλλογος όσο και εγώ προσωπικά κατηγορηθήκαμε. Πράγματι, ακόμα και σήμερα, η πλειοψηφία των οργανοποιών λειτουργεί ως «συντεχνία». Δηλαδή ως μια ομάδα που κατέχει την γνώση της τέχνης και η γνώση αυτή δε θέλει να μεταδίδεται σε κανέναν άλλο. Η αντίληψη αυτή βασίζεται στη λογική ότι δεν πρέπει να βγαίνουν και άλλοι οργανοποιοί «στην πιάτσα», ώστε να μοιράζεται η «πίτα» της αγοράς σε περισσότερους. Η συντεχνία αναπαράγει τον εαυτό της με ανθρώπους που διαλέγει η ίδια και επομένως όποιος δεν ανήκει στην συντεχνία είναι εχθρός.

Έχει αλλάξει σήμερα η κατάσταση;
Σαν Σύλλογος δεν πετύχαμε 100% να αλλάξουμε αυτή τη νοοτροπία, αλλά σίγουρα ταράξαμε τα νερά για τα καλά. Και αρκετά από αυτά που έλεγε ο Σύλλογος έχουν εφαρμοστεί από πολλούς οργανοποιούς ακόμα και σε όργανα παραγωγής. Για παράδειγμα οι αρχές «δε βάφουμε το ξύλο», «χρησιμοποιούμε φυσικά υλικά», ακόμα και η χρήση του όρου «καλλιτεχνική οργανοποιΐα» είναι πλέον κοινά αποδεκτές.Επίσης σήμερα ο ρόλος του Internet είναι πολύ καθοριστικός. Αυτό που χθες έκρυβε ως επτασφράγιστο μυστικό ο κάθε οργανοποιός, μπορεί να είναι σήμερα δωρεάν διαθέσιμο στο διαδίκτυο, αν κάποιος θελήσει να το κοινοποιήσει.Ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που όχι μόνο έμαθαν τα «μυστικά», αλλά προχώρησαν ακόμα παραπέρα κάνοντας έρευνα. Για παράδειγμα το τελευταίο άρθρο που δημοσιεύσαμε με τον Γ. Παντελιά στην «Κλίκα», σχετικά με τους τρόπους δόνησης των καπακιών, όπου όχι μόνο κοινοποιήσαμε έναν τρόπο μελέτης των παραδοσιακών οργάνων, αλλά δείξαμε και σε βίντεο πώς ακριβώς το κάναμε. Βέβαια είμαστε πάρα πολύ μακριά ακόμα από το επίπεδο που έχουν φτάσει άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Αμερική. Εκεί γίνονται συνεχώς ανακοινώσεις σε συνέδρια, γράφονται βιβλία, κυκλοφορούν περιοδικά, όπου ο κάθε οργανοποιός γράφει άρθρα σχετικά με τις τεχνικές που χρησιμοποιεί ή με κάτι καινούργιο που ανακάλυψε και γενικά όλη η γνώση είναι διαθέσιμη στον καθένα και γίνεται δημιουργική συζήτηση με την ανταλλαγή εμπειριών και γνώσης. Εδώ, παρά το άρθρο στην «Κλίκα» και τις παλιότερες ανακοινώσεις στο Συνέδριο της Καστοριάς, που έγινε πριν μερικά χρόνια, επικρατεί «άκρα του τάφου σιωπή». Κανένας δεν επικοινώνησε μαζί μας ούτε ενδιαφέρθηκε για να χρησιμοποιήσει ή έστω να δοκιμάσει τις τεχνικές που περιγράψαμε. Ίσως περιμένουν τους «επιστήμονες» να κάνουν τέτοιες έρευνες. Όμως οι επιστήμονες θα έκαναν τη δική τους έρευνα με εντελώς άλλο τρόπο από τους οργανοποιούς. Εξάλλου ένας επιστήμονας δεν μπορεί να έχει την εμπειρική γνώση του οργανοποιού. Και σίγουρα χρειάζεται η συνεργασία και των δύο, επιστημόνων και οργανοποιών.

Θα βοηθήσει την οργανοποιΐα το γεγονός ότι βλέπουμε όλο και περισσότερους οργανοποιούς που έχουν υψηλή μόρφωση, ακόμα και πανεπιστημιακή;
Σίγουρα θα τη βοηθήσει κι πρέπει επιτέλους η ελληνική οργανοποιΐα να μπει σε μια νέα εποχή. Δεν μπορεί πλέον να υπάρχει το μοντέλο του τεχνίτη-οργανοποιού που έμαθε την τέχνη σε κάποιο εργαστήριο, χωρίς να έχει πολλές φορές τελειώσει ούτε το Δημοτικό Σχολείο. Οι παλιοί παραδοσιακοί οργανοποιοί ήταν συμπαθέστατοι άνθρωποι και έκαναν πάρα πολλά πράγματα, αλλά ανήκουν στην εποχή τους και όχι στο σήμερα.

Πώς κρίνεις τον τρόπο ανανέωσης του δυναμικού της οργανοποιΐας και τη μεταφορά της μέχρι σήμερα κατακτημένης γνώσης;
Είμαστε σε μια μεταβατική εποχή, αλλά ακόμα η «Συντεχνία» υπάρχει. Οι προσπάθειες είναι φιλότιμες, αλλά δεν είναι επαρκείς. Δεν υπάρχει ακόμη μια σχολή ανάλογη με αυτές που υπάρχουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Προσπαθούμε να ξαναανακαλύψουμε την Αμερική. Κάποιοι κατάλληλοι δάσκαλοι υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχει κατάλληλος εκπαιδευτικός σχεδιασμός. Οι μικρές προσπάθειες έχουν την αξία τους, π.χ. ένα Σεμινάριο, η Σχολή της Καστοριάς, κάποια προγράμματα στα ΝΕΛΕ, αλλά δεν επαρκούν. Ο οργανοποιός σήμερα απαιτείται πρώτα να έχει μια ευρύτερη και σφαιρικότερη γνώση. Το άλλο μισό της τέχνης του θα το μάθει στον «πάγκο», με την εμπειρία που θα αποκτήσει με το χρόνο. Η λύση είναι απλή. Ας πάρουμε να εφαρμόσουμε την εμπειρία των χωρών που έχουν παράδοση στην διδασκαλία της οργανοποιΐας. Πρέπει, εκτός της πρακτικής που γίνεται από ένα βασικό καθηγητή, να γίνονται και μαθήματα ακουστικής, μουσικής, τεχνολογίας υλικών, οργανολογίας και άλλα, από διαφορετικούς καθηγητές ειδικούς στον κάθε τομέα. Και όχι όπως συνήθως γίνεται, ένας να τα κάνει όλα.Εμείς ως Σύλλογος είχαμε φέρει για παράδειγμα τον καθηγητή Γ. Ταβλαρίδη που τότε δίδασκε στην Σχολή οργανοποιΐας της Πάρμα (σήμερα είναι στη Ρώμη), που είναι ειδικός στη Χημεία της Τέχνης και μας δίδαξε τεχνολογία υλικών.Και είναι χαρακτηριστικό το ότι, ενώ καταφέραμε να έχουμε ένα τόσο αξιόλογο σεμινάριο στη γλώσσα μας, το μόνο που καταφέραμε είναι να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον 20 ατόμων που το παρακολούθησαν, εκ των οποίων μόνο 10 ήταν οργανοποιοί. Το σεμινάριο αυτό κράτησε δύο χρόνια. Τον πρώτο χρόνο θεωρητικά, ενώ το δεύτερο κάναμε και μαθήματα σε χημείο, για να κάνουμε πρακτική εφαρμογή στην κατασκευή κάποιων βερνικιών.

Το μέλλον

Για αρκετά χρόνια ο Ν. Φρονιμόπουλος παράλληλα με την οργανοποιΐα, εργάστηκε ως μουσικός αλλά και ως δάσκαλος μπουζουκιού
Γενικότερα, αν θεωρήσουμε τον «Κύκλο της οργανοποιΐας» ως μια δομή που έχει ως βασικά στοιχεία την εκπαίδευση, τη δρώσα οργανοποιΐα (οργανοποιοί, προμήθεια υλικών, εμπορική διάθεση οργάνων), την έρευνα (επιστημονική, ιστορική, εφαρμοσμένη κτλ.) και τα μουσεία οργάνων, πώς βλέπεις να δουλεύει αυτός ο κύκλος στη χώρα μας;
Συμβαίνει και στην οργανοποιΐα ό,τι συμβαίνει με τους περισσότερους τομείς στην Ελλάδα. Για παράδειγμα στην παραδοσιακή μουσική. Στη διπλανή μας Τουρκία διδάσκεται οργανωμένα στο Πανεπιστήμιο, γίνονται μελέτες και διδάσκονται οι παραδοσιακοί δρόμοι και ρυθμοί, χρησιμοποιώντας κατάλληλη σημειογραφία. Στη χώρα μας όλα συνήθως επαφίενται στον «πατριωτισμό των Ελλήνων», που αναπληρώνουν το Κράτος σε κάποιο μικρό βαθμό. Ας αρχίσουμε από το Μουσείο Λαϊκών Οργάνων που φιλοξενεί τη συλλογή του Φ. Ανωγειανάκη. Το Κράτος, παρόλο που η Μελίνα Μερκούρη κάποτε παραχώρησε το κτίριο για να στεγαστεί, στην ουσία το έχει αφήσει στην τύχη του, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση, χωρίς την υποστήριξη που θα 'πρεπε. Κατά συνέπεια, παρόλο που έχει δραστηριότητες, δεν μπορεί να εκπληρώσει πλήρως το ρόλο του. Για παράδειγμα υπάρχουν πάρα πολλά όργανα της συλλογής που βρίσκονται ακόμη στις αποθήκες του Μουσείου γιατί οι χώροι του δεν επαρκούν, καθώς και τα εργαλεία του εργαστηρίου του Φώτη Αυγέρη. Και πρέπει να αναπτυχθούν και οι υπόλοιπες δραστηριότητες που θα πρέπει να έχει ένα Μουσείο Οργάνων, όπως η μελέτη της οργανοποιΐας, η συστηματική συντήρηση των οργάνων, ώστε κάποια να μπορούν να παίζονται σε ειδικές συναυλίες ή να είναι προσβάσιμα σε μουσικούς. Θα πρέπει να υπάρχουν πόροι για να αγοράζονται σημαντικά όργανα ή ιστορικά όργανα που κατά καιρούς εμφανίζονται να πωλούνται σε αγγελίες κτλ. Η ίδια περίπου κατάσταση υπάρχει και στα άλλα Μουσεία που σχετίζονται περισσότερο ή λιγότερο με την οργανοποιΐα. Έπειτα ένα μουσείο οργάνων θα πρέπει να έχει απευθείας σύνδεση με μια σχολή οργανοποιΐας, καθώς και να έχει κάποιο τμήμα εκπαίδευσης για την συντήρηση των παλαιών οργάνων.Συνολικά δεν φαίνεται να δουλεύει αυτός ο κύκλος, παρά ίσως μόνο περιστασιακά.

Πώς βλέπεις το μέλλον της Ελληνικής οργανοποιΐας, αλλά και της «καλλιτεχνικής οργανοποιΐας» ειδικότερα;
Όπως όλα τα πράγματα που έχουν να κάνουν γενικότερα με την Τέχνη στη χώρα μας, έτσι και το μέλλον της οργανοποιΐας και ειδικότερα της «καλλιτεχνικής οργανοποιΐας» βασίζεται στη φιλοπατρία των Ελλήνων. Δεν υπάρχει κανένας αξιόλογος σχεδιασμός ή προγραμματισμός. Ίσως σε κάποιους άλλους τομείς να είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Στην «καλλιτεχνική οργανοποιΐα» βασιζόμαστε σήμερα κυρίως στην «τρέλα» κάποιων ανθρώπων που προσπαθούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο να λειτουργήσουν με άλλο πνεύμα και φιλοσοφία.Αν θέλαμε να δώσουμε σχηματικά τρεις κύριες δράσεις που θα έπρεπε να ξεκινήσουν άμεσα, αυτές θα ήταν οι εξής: Η σωστή και πλήρης εκπαίδευση συγκεκριμένου, μικρού αριθμού νέων οργανοποιών, η αποδελτίωση της Ιστορίας των παραδοσιακών οργάνων, των οργανοποιών και της οργανοποιΐας και τέλος η οικονομική υποστήριξη και σωστή οργάνωση ενός Μουσείου Λαϊκών Οργάνων, που να αποτελεί το κέντρο αναφοράς της οργανοποιΐας και όχι μόνο.Δεν έχουμε παρά να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία άλλων χωρών.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.