συνεντεύξεις

άνθρωποι που μιλούν για το έργο τους και παρουσιάζουν τις απόψεις τους για πολλές πτυχές του λαϊκού τραγουδιού - και όχι μόνο...

«Το μπουζούκι είναι φορέας ελληνικού πολιτισμού»

Ο Σπύρος Γκούμας δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ένα από τα καλύτερα «μπουζούκια» της νεότερης γενιάς, καταρτισμένος μουσικός, καταξιωμένος δάσκαλος, αλλά πάνω απ’ όλα άνθρωπος ευγενής και ειλικρινής, με κατασταλαγμένη άποψη που δε διστάζει να τη μοιραστεί και να την υποστηρίξει με επιχειρήματα. Η συνέντευξη που, με μεγάλη προθυμία, παραχώρησε στην «κλίκα» εξελίχθηκε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, από εκείνες που σε απορροφούν τόσο ώστε κάποια στιγμή να κοιτάς το ρολόι και να αναρωτιέσαι πώς πέρασαν οι ώρες. Συζήτηση πολυδιάστατη και πολύ-θεματική, περνάει από τις προσωπικές του μνήμες στην ουσία της λαϊκής μας μουσικής, από τις Βυζαντινές σπουδές στη διδασκαλία και από τα σεμινάρια της Σκύρου στη νέα γενιά που αναζητεί σημείο αναφοράς και έκφρασης στα προπολεμικά ρεμπέτικα.

Οικογένεια, μνήμες, ξεκίνημα

Σπύρο, πώς ξεκίνησες με τη μουσική, ποια ήταν τα πρώτα σου ερεθίσματα;
Γεννήθηκα το 1964 στα Καμίνια. Ο πατέρας μου ήταν λαϊκός μουσικός, από πολύ μικρό παιδί έπαιζε μπουζούκι και τα ερεθίσματα τα έχω από εκείνον. Ήταν εργάτης στο κύριο επάγγελμα, μπουζουξής στο δεύτερο και έπαιζε Παρασκευοσάββατα σε λαϊκά μαγαζιά, στα Καμίνια και στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Η οικογένεια του πατέρα μου είχε ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική. Ο παππούς μου, ο Σπύρος, έπαιζε κιθάρα, ο αδελφός του ο Φίλιππος έπαιζε σαντούρι, κάποιος συγγενής με το όνομα Νίκος Γκούμας έπαιζε, επίσης, σαντούρι, ήταν συγκροτηματάρχης στην περιοχή της Νίκαιας - Παλαιάς Κοκκινιάς και έπαιζαν σμυρνέικα με σαντουροβιόλια. Επίσης, ο θείος μου ο Μηνάς έπαιζε κιθάρα.


Κάτω σειρά από δεξιά: μπουζούκι ο Δημήτρης Γκούμας, πατέρας του Σπύρου, κιθάρα ο Δημήτρης Λεγάκης, μπουζούκι ο Κώστας Σταμπούρλος. Πάνω σειρά: ακορντεόν και βιολί άγνωστοι.
Περισσότερο φωτογραφικό υλικό στο άρθρο του Σπύρου Γκούμα, στην κλίκα: «Οι αφανείς λαϊκοί μουσικοί»

Οι πρόβες με τους φίλους του γίνονταν σε ένα από τα δωμάτια του πατρικού μου σπιτιού και εγώ ήμουν παρών, πάντα. Δεν είχα χάσει ποτέ καμία, αναστάτωνα όλον τον κόσμο για να μπω κι εγώ εκεί μέσα. Ήταν το μεγαλύτερο σχολείο και το «βάπτισμα» το πήρα εκεί, σε πολύ μικρή ηλικία. Παρακολουθούσα και ρουφούσα την «πράξη της μουσικής» να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Οι εικόνες και ο τρόπος παιξίματος, μου έχουν μείνει αλησμόνητες.
Υπάρχει κι ένα περιστατικό που δε θα ξεχάσω: Τα όργανα τα άφηναν στο δωμάτιο αυτό, τελείωναν κάποια στιγμή και ο πατέρας μου κλείδωνε το δωμάτιο. Κάποια στιγμή, βρίσκω το κλειδί και ανοίγω την πόρτα του δωματίου, όπου, τι να σου πω τώρα… Βρέθηκα στον παράδεισο! Είχα μπροστά μου δύο μπουζούκια, μια κιθάρα, ένα ακορντεόν, ένα κοντραμπάσο και κρουστά. Θυμάμαι ότι μετά βίας έφτανα λίγο πάνω από τον καβαλάρη του κοντραμπάσου και κατόρθωσα να κουνήσω τις χορδές για να ακούσω αυτόν τον μπάσο και υπόκωφο ήχο. Στην κιθάρα και στα μπουζούκια πέρασα με το χέρι τις χορδές… πολύ ωραίος ήχος! Το ακορντεόν όμως δεν μπορούσα να το σηκώσω. Μου έμεινε απωθημένο που δεν μπορούσα να δω τι ήχο έχει αυτό το όργανο (γελάει).

Από εκεί και πέρα άρχισα να ζητάω από τον πατέρα μου να μου δείξει μπουζούκι κι εκείνος πάντα γελούσε όταν του το ζητούσα. Καταλάβαινα ότι ήθελε, αλλά δυστυχώς δε συμφωνούσε η μάνα μου. Και όλη αυτή η δική μου παράκληση προς τον πατέρα μου έληγε πάντα με την ίδια φράση: «είσαι μικρός ακόμα». Πέρασαν κάποια χρόνια και προς το τέλος του Δημοτικού, καλοκαίρι, ερχόταν στην αυλή ένας φίλος του πατέρα μου για να του δείξει μπουζούκι. Εγώ, κολαούζος από δίπλα, δεν ξεκόλλαγα. Ό,τι έβλεπα το φωτογράφιζα και είχα μια ευκολία στο να μπορώ να αναπαράγω αυτά που ο πατέρας μου έδειχνε στο φίλο του. Όποτε έβρισκα ευκαιρία που έβγαιναν οι δικοί μου από το σπίτι, εγώ ήμουν μόνιμα «αδιάθετος» για να πάω να πάρω το μπουζούκι του πατέρα μου και να αποκωδικοποιήσω, αν θέλεις, πάνω στο όργανο αυτά που είχα δει. Αυτό κράτησε όλο το καλοκαίρι κι είχα μάθει μόνος μου όλα αυτά που έδειχνε ο πατέρας μου στο φίλο του. Είμαι σίγουρος ότι το είχε καταλάβει, γιατί ένας παντελώς αρχάριος δεν υπάρχει περίπτωση να μην ξεκουρδίσει το όργανο, να μην κουνήσει λίγο τον καβαλάρη, κάτι… Δε μίλαγε όμως. Προς το τέλος του καλοκαιριού τους το αποκάλυψα κάποια στιγμή, η μάνα μου κάπως το δέχτηκε και εγώ συνέχιζα να παίζω με μανία. Τον παιδικό μου ελεύθερο χρόνο τον μοίραζα ανάμεσα στα παιχνίδια έξω στη γειτονιά και στο παίξιμο με το μπουζούκι. Μετά μανίας, ατέλειωτες ώρες! Έτσι ξεκίνησα με το μπουζούκι…

Τετράχορδο ή τρίχορδο;
Τετράχορδο, ξεκίνησα με τετράχορδο μπουζούκι.

Ουσιαστικά, δηλαδή, είσαι αυτοδίδακτος.
Ναι. Πρακτικός, αυτοδίδακτος μουσικός. Ο πατέρας μου, στο διάστημα που έζησε, μου έδειξε πώς κρατάνε το όργανο και ό,τι φωτογράφισα από αυτά που έδειχνε στους φίλους του κατά καιρούς. Το υπόλοιπο το βρήκα μόνος μου. Αλλά το σημαντικότερο το είχα δει σ’ εκείνο το δωμάτιο, μικρός. Πώς γίνεται, δηλαδή, όλο αυτό το πράγμα, αυτή η «μυσταγωγία».

Τι ήταν αυτό που άκουγες, το οποίο σε επηρέαζε; Και πώς έκανες την αποσύνθεση όλου αυτού, πώς μελετούσες;
Εκείνη την περίοδο το μέσο ελληνικό σπίτι, τουλάχιστον στα Καμίνια, δεν είχε μέσο αναπαραγωγής ήχου, κάποιο πικάπ δηλαδή… Ραδιόφωνα υπήρχαν, αλλά αυτό που παίζει το ραδιόφωνο το ακούς εκείνη τη στιγμή μόνο, δεν μπορείς να το αναπαράξεις πάλι. Ό,τι άκουγα ήταν από το ραδιόφωνο λοιπόν, από τα δύο - τρία κρατικά προγράμματα που υπήρχαν. Αλλά είχα μια τεράστια τύχη, η οποία με καθόρισε: Στην περιοχή που μεγάλωσα, ένα τέταρτο με τα πόδια από το κέντρο του Πειραιά, δεν υπήρχε σπίτι που να μην υπάρχει ένα μουσικό όργανο. Όταν ζέσταινε ο καιρός, τα καλοκαίρια, ιδιαίτερα τις απογευματινές προς βραδινές ώρες, όλο και κάποιος έπαιζε κάτι, κιθάρα, μπουζούκι, ποντιακή λύρα. Εγώ πήγαινα κι έστηνα αυτί, έμπαινα και στις αυλές, με ήξεραν. Με την παιδική μου αθωότητα εγώ καθόμουν, παρακολουθούσα. Ο ένας έλεγε Χατζηχρήστο, τη «Μικρή του Καμηλιέρη», ο άλλος Παπαϊωάννου, «Σουρωμένος θά ‘ρθω πάλι». Τύχη τεράστια, είμαι πολύ ευγνώμων για αυτό. Ερασιτέχνες όλοι, επαγγελματίας μουσικός στην περιοχή δεν υπήρχε, πλην του πατέρα μου ο οποίος εγκατέλειψε το επάγγελμα του εργάτη και έκανε το επάγγελμα του μπουζουξή, αλλά για λίγο διάστημα. Γι’ αυτό δεν τον ξέρουν, πλην από ελάχιστους. Υπάρχουν κάποιοι, όπως ο Νίκος Νικολάου, ο Μανώλης Πάππος που τον ήξεραν. Το πρώτο μπουζούκι του Μανώλη Πάππου, το παζάρεψε και μεσολάβησε στην αγορά εκείνος. Ο πατέρας μου ξεχώριζε ως μπουζουξής κι έχω μια κασέτα που μου έχει απομείνει από αυτόν, με κάποια δικά του τραγούδια, δικές του συνθέσεις. Ακόμα και σήμερα όταν τα βάζω και τα ακούω, βλέπω ότι το παίξιμό του είναι… τι να πούμε, πάρα πολύ καλός μπουζουξής.

Ανέφερες ποντιακή λύρα αλλά και μπουζούκι, διαφορετικά όργανα που εκπροσωπούν διαφορετικά είδη μουσικής…
Οι προτιμήσεις μου ήταν σαφείς και έχει παίξει καθοριστικό ρόλο το προβάδικο στο σπίτι μου. Εκεί μέσα παιζόταν μόνο λαϊκή μουσική, ρεμπέτικα και λαϊκά, αυτά προβάρανε. Όλα τα άλλα είδη μουσικής που είχαν φτάσει μέχρι τα Καμίνια, παραδοσιακά αλλά και μοντέρνα, φοξ-τροτ, ευρωπαϊκοί χοροί, ελαφρά μουσική, κανταδόρικη μουσική, τα άκουγα, διασκέδαζα, αλλά δε με ακουμπούσαν. Οτιδήποτε είχε μέσα μπουζούκι… μ’ έστελνε στον ουρανό. Ήταν μια άλλη κατάσταση για μένα.

Και αυτό που σε «έστελνε» το έκανες επάγγελμα…
Δεν έγινε έτσι απλά. Έχασα τον πατέρα μου νωρίς, όταν ήμουν 14-15 χρονών, μου μετέδωσε αυτή τη χαρά όταν παίζεις μουσική, αλλά αφότου πέθανε τα οικονομικά της οικογένειας ήταν πολύ άσχημα και αναγκάστηκα και βγήκα στη δουλειά. Όλα τα παιδιά εκείνης της εποχής κάναμε κάποιες δουλειές για χαρτζιλίκι και ως δοκιμή για επαγγελματική αποκατάσταση. Έχω περάσει από διάφορες: Ελαιοχρωματιστής, μαρμαράς, υδραυλικός, εργάτης σε βιομηχανία ορειχάλκου, σε βιομηχανία κοπής υλικών… Το καλοκαίρι της Πρώτης Λυκείου είμαι στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος και ετοιμάζομαι να μπαρκάρω, ως Δόκιμος Μηχανικός, σε ένα καράβι που κάνει επισκευή και θα φύγει. Και, ταυτόχρονα, έχω βρει και την πρώτη μου δουλειά ως επαγγελματίας μουσικός. Τότε ήταν που πήρα το «βάπτισμα του πυρός» με τον κόσμο. Έπαιζα σε μια ορχήστρα που έχει δημιουργηθεί από την Πνευματική Εστία Καμινίων, μαζευτήκαμε φίλοι από τη γειτονιά, κάναμε μία μικρή ορχήστρα και παίζαμε σε εκδηλώσεις.

Δηλαδή, είχες φίλους που ασχολούνταν με τη λαϊκή μουσική, δεν ήσουν η εξαίρεση…
Βέβαια - και είχα την εξής τύχη: Προς το τέλος της Πρώτης Γυμνασίου, σε μια εκδρομή του σχολείου στο Διόνυσο, βλέπω έναν τυπάκο κάτω απ τα πεύκα να κουβαλάει ένα μπουζούκι. Τσακ, ο Μανώλης ο Πάππος (γελάει). Πρώτη Γυμνασίου εγώ, Δευτέρα αυτός, ένα χρόνο διαφορά έχουμε. Γνωριστήκαμε και γίναμε αχώριστοι φίλοι. Στην παρέα προστέθηκε ο Χρήστος Σπουρδαλάκης, που είναι σήμερα ο γνωστός οργανοποιός, ο οποίος τότε έπαιζε μπαγλαμά και κιθάρα. Φτιάξαμε ένα γκρουπάκι, εγώ, ο Μανώλης κι ο Χρήστος. Λίγο αργότερα, προστέθηκε ως μπουζουξής και ο Γιάννης Καρβούνης, ο -επίσης- γνωστός οργανοποιός. Είχε κι αυτός πατέρα μπουζουξή, ερασιτέχνη όχι κατ’ επάγγελμα, που ήταν και φίλος του Μπαγιαντέρα. Συναντιόμασταν συχνά-πυκνά στον Πειραιά, κάναμε ατέλειωτες πρόβες κι έχουμε παίξει πάρα, μα πάρα πολύ. Υπάρχουν και κάποιες παλιές πρόχειρες ηχογραφήσεις από το σπίτι του Χρήστου.


Σχολική εκδρομή στην Ερέτρια, το 1981. Από αριστερά: Μανώλης Πάππος, Σπύρος Γκούμας και Νίκος Νικολάου με την κιθάρα.

Η πρώτη σου επαγγελματική εμφάνιση ήταν με αυτό το σχήμα;
Όχι, καμία σχέση. Ήταν μια δουλειά με άλλου είδους ορχήστρα, «τουριστική» δουλειά για βιοποριστικούς λόγους ξεκάθαρα. Αλλά ήταν και η πρώτη επαφή ως μπουζουξής σολίστας, με μεγάλη ορχήστρα σε μεγάλο χώρο. Και, κακά τα ψέματα, υπήρχε ταυτόχρονα και η σύγκριση με τη δουλειά του μηχανικού στα καράβια, γιατί τελειώνοντας το Τεχνικό Λύκειο ήμουν προγραμματισμένος προς τα εκεί. Εκείνη τη στιγμή αποφασίζω ότι εγκαταλείπω τα πάντα και ασχολούμαι μόνο με τη μουσική, ως επαγγελματίας μουσικός. Την επόμενη χρονιά κιόλας, το χειμώνα του 1980, εγώ, ο Μανώλης Πάππος κι ο Βασίλης Καφούρος κάνουμε ένα γκρουπάκι κι αρχίζουμε να παίζουμε σε ένα μαγαζί στην Παλιά Κοκκινιά, παλιό κινηματογράφο που έγινε μαγαζί. Από κει και πέρα η μία δουλειά διαδέχθηκε την άλλη.

Πέσατε και πάνω στο ρεύμα της αναβίωσης του ρεμπέτικου. Έπαιξε ρόλο αυτό;
Αυτή την αναβίωση, να σου πω την αλήθεια, εγώ ποτέ δεν την κατάλαβα γιατί αυτή η μουσική υπήρχε διαρκώς γύρω μου. Στα Καμίνια, αυτά που παίζαμε για πάρτη μας και διασκεδάζαμε, ήταν αυτά που μετά έγιναν μόδα. Για μένα δεν ήταν μόδα, ήταν η μουσική μου, η μουσική που μου άρεσε να παίζω. Με αυτή ασχοληθήκαμε με την παρέα μου, ήταν πάντα ζωντανή μεταξύ μας. Τέλος πάντων, ξεκινήσαμε και, ενώ έπαιζα ήδη αρκετά χρόνια μπουζούκι, μεταπηδάω στην κιθάρα και εμφανίζομαι σε μαγαζιά ως κιθαρίστας. Ήταν κάτι που ήθελα να κάνω, γιατί θυμόμουν αυτό που κατά καιρούς μού έλεγε ο πατέρας μου, ότι «για να μάθεις μπουζούκι, πρέπει να μάθεις και κιθάρα υποχρεωτικά». Τον ρωτούσα «γιατί υποχρεωτικά;» και μου έλεγε «όλοι οι μεγάλοι μπουζουξήδες έπαιζαν κιθάρα». Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε με αυτό και επιπλέον, απέκτησα πολύ μεγάλη εμπειρία σαν λαϊκός κιθαρίστας. Αργότερα, βέβαια, ξαναγύρισα στο όργανο της καρδιάς μου που είναι το μπουζούκι.

Θεωρείς ότι την κιθάρα την κατέκτησες ως όργανο;
Για τον βαθμό που με ενδιέφερε και γι’ αυτό που ήθελα να παίζω ως λαϊκός κιθαρίστας, ναι. Μεταπήδησα στην κιθάρα από το τετράχορδο μπουζούκι, που ήταν μια λογική συνέχεια για μένα. Δεν ήθελα παραπάνω, δεν ήθελα δηλαδή να ξανοιχτώ με την κιθάρα σε άλλα μουσικά είδη, δε μ’ ενδιέφεραν εμένα ως μουσικό. Καταλάβαινα ότι είναι για να τα παίζουν κάποιοι άλλοι. Και όταν ξαναγύρισα στο μπουζούκι, ανεπιστρεπτί στο τρίχορδο. Ο ήχος του τρίχορδου είναι πολύ διαφορετικός και ο τρόπος χειρισμού του μού αρέσει πολύ περισσότερο. Δε θέλω ούτε να μειώσω το τετράχορδο, ούτε να μιλήσω αρνητικά γι αυτό. Ίσα-ίσα που και στο παρελθόν υπήρξαν τεράστια ονόματα, κεφάλαια, που έπαιξαν αυτό το όργανο και, ακόμα και σήμερα, υπάρχουν εξαιρετικοί μπουζουξήδες του τετράχορδου. Απλά, αυτό που με τράβηξε κι αυτό που μίλησε πραγματικά στην ψυχή μου ήταν και είναι το τρίχορδο.

Αντιμετώπισες ποτέ δυσκολίες στην καριέρα σου, σε μεγάλα μαγαζιά, λόγω του τρίχορδου;
Κατ’ αρχάς, να κάνω ένα διαχωρισμό: Από προσωπική θέση και αισθητική, δεν ήθελα ποτέ μου να έχω σχέση με όλη αυτή τη μουσική στα μεγάλα πάλκα των μπουζουξίδικων. Εκεί, ήταν επόμενο ότι θα παίζεις τετράχορδο. Όλο αυτό το «σύγχρονο» λαϊκό κομμάτι, προσωπικά δεν μου είπε τίποτα, ποτέ. Πέρασα από εκεί για ένα χρονικό διάστημα και έφυγα δια παντός. Έχω παίξει και έχω συνεργαστεί με μεγάλα σχήματα και μεγάλες ορχήστρες της νεότερης ελληνικής μουσικής, της γενιάς μου, αλλά ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι υστερούσα παίζοντας τρίχορδο. Ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένο μέσα μου ότι δε θέλω να παίξω τετράχορδο γιατί δε με συγκινεί… το όργανό μου είναι το τρίχορδο!

Να επιστρέψουμε γύρω στο 1980, που έχετε ξεκινήσει το σχήμα. Τι ακολουθεί μετά;
Για μία δεκαετία, περίπου, ήμασταν με τον Μανώλη τον Πάππο σε μια ατέλειωτη πρόβα, επί καθημερινής βάσης, για πάρτη μας όμως. Μελετούσαμε μαζί. Λιγότερο ο Σπουρδαλάκης και ο Καρβούνης που αργότερα αποχώρησαν και ασχολήθηκαν με την οργανοποιία. Στην πορεία, έπαιξα μαζί με τον Γιώργο Ξηντάρη, το 1983 προς 1984 και τότε έγιναν και τα γυρίσματα του «Μινόρε της Αυγής» του Μεσθεναίου, στα οποία συνοδεύω τον Ξηντάρη στην κιθάρα. Ουσιαστικά, από εκεί ξεκίνησε η δισκογραφική μου καριέρα.


Από τα γυρίσματα του «Μινόρε της Αυγής», 1984. Στο μπουζούκι ο Γιώργος Ξηντάρης, στην κιθάρα ο Σπύρος Γκούμας και στον μπαγλαμά ο Βασίλης Χονδράκης.

Μετά το Στρατό παίζω στη «Φραγκοσυριανή», που ήταν από τα πιο φροντισμένα μαγαζιά εκείνης της εποχής, με πρόγραμμα αμιγώς ρεμπέτικο. Πριν ξεκινήσουμε κάθε σεζόν, κάναμε ένα μήνα πρόβες και ο Κουνάδης μας έφερνε κάποια κομμάτια, ανέκδοτα, μάλλον άγνωστα τότε. Καμία σχέση με το σήμερα, που με το πάτημα ενός κουμπιού έχεις την πρώτη εκτέλεση διαθέσιμη, μέσω YouTube… Τότε, αν δεν περνούσε ο Κουνάδης δεν είχαμε πρώτες εκτελέσεις.


Η ορχήστρα της «Φραγκοσυριανής», 1989. Βασίλης Βασιλειάδης στο ακορντεόν, Κωνσταντία στο τραγούδι, Νικόλας Αργυρόπουλος στο μπουζούκι, Σπύρος Γκούμας στο μπουζούκι, Θανάσης Σύρος στην κιθάρα, Σωτήρης Αναστασόπουλος στον μπαγλαμά.

Εκείνη την περίοδο τυχαίνει να γνωρίσω και την Ελευθερία Αρβανιτάκη, η οποία προερχόταν από την Οπισθοδρομική Κομπανία. Ήταν λαϊκή τραγουδίστρια, τραγουδούσε λαϊκό ρεπερτόριο και συνεργαστήκαμε για αρκετά χρόνια. Τότε είναι που αφήνω τα μικρά μαγαζιά με τις ορχήστρες και ξεκινάει μία άλλη πορεία, με μεγαλύτερες ορχήστρες, με μεγάλα κέντρα, συναυλίες. Τι να πρωτοθυμηθώ…

Και με ενεργή παρουσία στη δισκογραφία;
Ναι, παράλληλα έχω μπει ενεργά και στη δισκογραφία. Βάσει ρεπερτορίου που έχω καταθέσει στον Πανελλήνιο Μουσικό Σύλλογο, ξέρω ότι έχω παίξει σε 650 κομμάτια. Στα 580 ως μπουζουξής, στα 50 ως κιθαρίστας και στα υπόλοιπα έχω παίξει μαντολίνο και όλη την οικογένεια των μπουζουκοειδών, μπαγλαμά, τζουρά...

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
Από τον δίσκο με τίτλο: «Ένα τραγούδι για τον Πειραιά». Τραγούδι: Πολύ Πάνου. Παίζουν: Σ. Γκούμας: μπουζούκι, Μ. Πάππος: μπουζούκι, Α. Σταμούλος: κιθάρα, Θ. Σοφράς: κόντρα μπάσο, Β. Χατζηνικολάου: ακορντεόν.
«Kλείσε τα μάτια σου», από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ακροπόλ», 1995. Παίζουν: Σ. Γκούμας: μπουζούκι - μπαγλαμά, Β. Δρογκάρης: ακορτέον, Θ. Σοφράς: κόντρα μπάσο, Ν. Πορτοκάλογλου: κιθάρα - τραγούδι, Μ. Κανά: τραγούδι.
«Το Χασάπικο του 10», σε μουσική της Ελένης Καραΐνδρου, από το σήριαλ «Το 10», 2008. Παίζουν: Σ. Γκούμας: μπουζούκι, Κ. Γκουβέντας: βιολί, Θ. Κωνσταντίνου: κιθάρα, Μ. Ντούτσουλης: κόντρα μπάσο, Ντ. Χατζηιορδάνου: ακορντεόν.
Ζωντανή ηχογράφηση: «Ας είν' καλά τ' αγόρι μου», Μ. Χιώτης, Χ. Κολοκοτρώνης. Παίζουν: Σ. Γκούμας: μπουζούκι, Μ. Πάππος: μπουζούκι, Α. Μιτζέλος: κιθάρα, Σ. Λεμονίδης: πιάνο, Β. Καρίπης: κρουστά, Β. Γκίνος: ακορντεόν. Τραγούδι: Ελ. Αρβανιτάκη και Μ. Πάππος. Σόλο μπουζούκι στη μέση του κομματιού: Σ. Γκούμας.
«Καλόγρια» του Βαγγέλη Παπάζογλου, από την εκπομπή της ΕΤ1: «Εις ανάμνησιν στιγμών ελκυστικών». Παίζουν: Σ. Γκούμας: κιθάρα, Τ. Φραγκούς: κιθάρα. Τραγούδι: Ελ. Αρβανιτάκη.
«Ο κουρασμένος δρόμος μου» του Β. Κορακάκη. Παίζουν: Β. Κορακάκης: μπουζούκι, Μ. Πάππος: μπουζούκι, Σ. Γκούμας: κιθάρα, Ηλ. Βαβάτσικας: ακορντεόν, Θ. Σοφράς: κόντρα μπάσο. Τραγούδι: Μ. Ανδρεάτος.

Ξεχωρίζεις κάποια δουλειά;
Ναι, βέβαια. Το 1994, για μεγάλη μου τύχη, γνωρίζω τον Κώστα Καπλάνη. Ο Καπλάνης τότε είχε επιστρέψει από την Αμερική και αιτία για τη γνωριμία μαζί του, όπως και με το Μητσάκη και την Αρβανιτάκη, ήταν ο Άγγελος Σφακιανάκης - και τον ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό! Με τον Καπλάνη, λοιπόν, εκτός του ότι κάναμε παρέα και γίναμε φίλοι -τον αγάπησα πάρα πολύ αυτόν τον άνθρωπο- του έκανα και τον τελευταίο του δίσκο, με τίτλο «Τραγουδοποιείον, η Ωραία Ελλάς». Σε ένα κομμάτι έχουμε παίξει μαζί τα μπουζούκια, το «Στα μονοπάτια της ζωής» και τραγουδάει ο Μπίνης. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα αυτό, το θυμάμαι σαν τώρα. Ένας από τους πρωτεργάτες της λαϊκής μουσικής, τεράστιο μέγεθος ο Καπλάνης. Είναι από τους δίσκους που μού ‘χει μείνει μες την καρδιά μου.

«Στα μονοπάτια της ζωής». Παίζουν: Κ. Καπλάνης: μπουζούκι, Σ. Γκούμας: μπουζούκι - κιθάρα - μπαγλαμά, Θ. Σοφράς: κόντρα μπάσο, Α. Τσεκούρας: ακορντεόν. Τραγούδι: Τ. Μπίνης.

Με τον Μητσάκη πώς έγινε;
Ο Μητσάκης, κοντά στο τέλος της ζωής του, έμενε στο Πόρτο Ράφτη και ο Δήμος Μαρκοπούλου αποφάσισε να του κάνει ένα αφιέρωμα, που το επιμελήθηκα εγώ και έπαιξα και μπουζούκι. Υπάρχει και σχετικό βίντεο, το οποίο το έχω, αλλά δεν είναι δημόσιο.

Δεν κινηματογραφήθηκε επίσημα;
Όχι, ερασιτεχνικά από κάποιον φίλο, ο οποίος να με συγχωρέσει που δεν του έχω επιστρέψει τη βιντεοταινία, αλλά την κρατάω για ενθύμιο (γελάει). Ο Μητσάκης ήταν ένας άρχοντας, ένας κύριος, τι να πω… Ήταν μεγάλη ευκαιρία στη ζωή μου αυτή η γνωριμία, με έναν από τους μεγαλύτερους, από τους καλύτερους μπουζουξήδες, συνθέτες, στιχουργούς, ποιητές, τραγουδιστές… Απ’ όπου κι αν το πιάσεις ο Γιώργος Μητσάκης είναι «ογκόλιθος». Τον χάζευα με τον τρόπο που ο ίδιος απαιτούσε να παιχτούν τα κομμάτια του. Με βοήθησε πάρα πολύ σε αυτή την επιμέλεια, λέγοντάς μου «Σπύρο, καλά είναι όλα αυτά, αλλά πρόσεξε εκεί, βάλε το ένα, βγάλε το άλλο…». Ήταν πολύ ξεκάθαρος στο τι ήθελε, το έμαθα από πρώτο χέρι. Αν μιλήσουμε για το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι, ένας από τους κύριους και βασικούς εκπροσώπους του είναι ο Μητσάκης και νοιώθω πολύ τυχερός που τον γνώρισα.

Ποιους άλλους ξεχώριζες από τους παλιούς; Είχες κάποια ιδιαίτερη αδυναμία;
Θα σου μιλήσω ειλικρινά. Ακόμα και σήμερα, είναι πάρα πολλές οι στιγμές από την ελληνική δισκογραφία -να μην αναφέρω όλα τα ονόματα τώρα- που έχω συγκινηθεί πάρα, μα πάρα πολύ. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον, είναι ένα βάθρο στο οποίο θα ανέβει πολύς κόσμος, ένα δέντρο ολόκληρο για μένα, που κάθε διαφορετική στιγμή με έχει συγκινήσει. Τι να πω... Ακόμα και σήμερα, ακούω το «Ταξίμι Ζεϊμπέκικο» που κάνει ο Μάρκος και μου σηκώνεται η τρίχα, ακούω το πρώτο του Χαλκιά, το «Μινόρε του Τεκέ», το ίδιο επίσης. Ακούω το «Μινόρε του Τσιτσάνη» μετά, είναι ένα μαγικό πράγμα, ακούω τον Χιώτη να παίζει τα κομμάτια του Μπαγιαντέρα και λέω «τι είναι αυτό Θεέ μου», ακούω μεταγενέστερα τον Τσιμπίδη να παίζει και λέω «Παναγία μου τι είναι τούτο»... Ακόμα και πιο σύγχρονοι μπουζουξήδες μ’ έχουν συγκινήσει. Δε θέλω να αναφερθώ σε ονόματα, γιατί είναι τόσοι πολλοί, που αναγκαστικά θα αφήσω κάποιον απ’ έξω και δε θέλω. Για μένα, σου λέω, είναι ένα ολόκληρο δέντρο όλο αυτό.

Όλο αυτό το διάστημα είσαι ακόμα εμπειρικός; Παρτιτούρα διαβάζεις πλέον;
Όχι, δεν είμαι πια εμπειρικός. Τελειώνοντας το Στρατό, άρχισε να με απασχολεί πια το τι γίνεται με τις μουσικές σπουδές. Έτσι, αποφάσισα να κάνω μαθήματα μουσικής και άρχισα ιδιαίτερα με μια δασκάλα από τον Πειραϊκό Σύνδεσμο. Έφτασα μέχρι Δευτέρα Αρμονία και τότε είναι που ουσιαστικά ξεκαθάρισε και η σχέση με την κιθάρα. Το είδα, κατάλαβα τι είναι. Είδα δηλαδή, μέσα από όλο αυτό, τι σημαίνει ορχήστρα, έμαθα να διαβάζω, να γράφω και μέχρι εκεί που έφτασα μου αρκούσε για να μου εξηγηθούν πάρα πολλά πράγματα σε σχέση με το τι είναι συγχορδίες, τι είναι αρμονία, τι γράφουμε, πώς γράφουμε, γιατί γράφουμε. Ακόμα έχω τις χειρόγραφες παρτιτούρες από τα κομμάτια του Κώστα Καπλάνη, φυλάω τα χειρόγραφα όπως τά ‘γραψα. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν μου είχαν εξηγηθεί άλλα βασικά πράγματα. Τι είναι δρόμοι, από πού προέρχονται… Εκεί, μπαίνει μια άνω τελεία στις σπουδές.

Έχεις κάνει, λοιπόν, μια μεγάλης διάρκειας συνεργασία με την Αρβανιτάκη, με συναυλίες, δισκογραφία... Πως συνεχίζεις;
Η συνεργασία με την Ελευθερία κρατάει αρκετά, 15 χρόνια. Στα κενά έχω παίξει και με άλλους νεότερους, όπως με τον Ορφέα Περίδη. Αρχίζει, όμως, όλο αυτό και παίρνει μια μορφή που εμένα δε με ικανοποιεί. Δεν είναι ο αρχικός μου στόχος, όχι ότι δεν πέρασα καλά – το αντίθετο! Αλλά αυτός ο κύκλος έκλεισε, ολοκληρώθηκε μέσα μου, το γνώρισα όλο αυτό και άρχισε μετά ο απολογισμός.


Σφεντόνα, 1995. Πλήκτρα: Βασίλης Γκίνος, κρουστά: Βαγγέλης Καρίπης, τύμπανα: Ηλίας Αχλαδιώτης, κλασσική κιθάρα: Αχιλλέας Περσίδης, ηλεκτρική κιθάρα: Αντώνης Μιτζέλος, κλαρίνο: Μάνος Αχαλινοτόπουλος, μπουζούκι: Σπύρος Γκούμας.


Με τη Χαρούλα Αλεξίου. Βοτανικός, 2003.

Έγινε κάτι το οποίο σε έβαλε σε αυτή τη θέση, να κάνεις απολογισμό;
Ναι και βέβαια έγινε. Άρχισα σταδιακά να στρέφομαι προς τα όργανα και τη μουσική που μου αρέσει να παίζω, κάτι που μέχρι τότε μειωνόταν διαρκώς. Έπαιζα ελάχιστα λαϊκή μουσική στα προγράμματα αυτά, κόντευα να ξεχάσω τι είναι αυτό που παίζω. Απομακρυνόμουν από αυτό το είδος της μουσικής που με συγκινούσε, με συγκινεί και θα με συγκινεί πάντα. Είμαι αμιγώς λαϊκός μουσικός - αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχω παίξει και άλλα είδη μουσικής στη δισκογραφία, ότι δεν έχω δοκιμάσει, δεν έχω πειραματιστεί... Αλλά μέχρι εκεί. Έχω ιδιαίτερη λατρεία στη λαϊκή μουσική, δεν τη βαρέθηκα ποτέ και ζορίστηκα πάρα πολύ όταν, σιγά-σιγά με την πάροδο των ετών, τα προγράμματα γίνονταν όλο και πιο ποπ. Δεν είχα λόγο ύπαρξης εγώ εκεί μέσα. Επιπλέον, η συχνότητα των ταξιδιών ήταν τόσο μεγάλη, που κάποια στιγμή άρχισα να βλέπω ότι όλο αυτό είναι μάταιο. Το να γυρνάς με ένα όργανο διαρκώς στον κόσμο και να παίζεις… Εντάξει, δεν είμαι αχάριστος. Έχω παίξει στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, έχω παίξει στο Madison Square Garden, έχω παίξει στο φεστιβάλ Womad, έχω δει μπροστά μου μεγάλα ονόματα να παίζουν, λόγω αυτών των φεστιβάλ. Αλλά κάποια στιγμή και αυτό έκλεισε σαν κύκλος, έγινε, τελείωσε. Κάπου αλλού μου ζητούσε ο ίδιος μου ο εαυτός να γυρίσω: Σ’ εκείνο το δωμάτιο με τις πρόβες, σ’ αυτό που άκουσα πιτσιρικάς. Αυτό είχα μέσα μου πάντα.

Δε θα ενέδιδες σε μια δελεαστική πρόταση; Όχι απαραίτητα σε χρήματα, αλλά σε ακόμα μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, ίσως συνεργασία με ανθρώπους που θα ήθελες και δεν το έχεις κάνει;
Όχι πια, δε νομίζω. Αυτό έχει κλείσει για μένα. Το να βγω να παίξω τη μουσική που μ’ αρέσει, με μια παρέα, με φίλους, ναι, θα το έκανα. Το δωμάτιο έχει παίξει πολύ καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου και γυρνάω συνεχώς σ’ αυτό για να σου πω το εξής: Πιστεύω ότι η μουσική είναι μια ομαδική υπόθεση, δεν είναι υπόθεση ενός. Όσο καλός και νά ‘ναι ένας, δεν μπορεί να παίζει μόνος του συνεχώς. Από την άλλη, εάν η ομάδα δεν γνωριστεί, εάν δεν υπάρχουν συναισθήματα, δε γίνεται να παιχτεί μουσική. Δε νομίζω ότι θα γύρναγα σε μια κατάσταση επαγγελματία μουσικού, που καλείται να παίξει κάτι το οποίο δεν τον ενδιαφέρει. Μ’ αρέσει αυτό που κάνω σήμερα με τους φίλους μου.

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
Από την εκπομπή της ΕΡΤ1: «Το Αλάτι της Γης». Παίζουν και τραγουδούν: Στέλιος Βαμβακάρης, Σπύρος Γκούμας, Εβελίνα Αγγέλου και οι "Παραπεταμένοι"
Από την εκπομπή της ΕΡΤ1: «Το Αλάτι της Γης». Παίζουν και τραγουδούν: Ο Σπύρος Γκούμας και οι "Παραπεταμένοι"
Από την εκπομπή της ΕΡΤ1: «Το Αλάτι της Γης». Παίζουν και τραγουδούν: Ο Σπύρος Γκούμας και οι "Παραπεταμένοι"
«Μεμέτη μου». Παίζουν και τραγουδούν: Ο Σπύρος Γκούμας και οι "Παραπεταμένοι"
«Το σακάκι». Παίζουν και τραγουδούν: Ο Σπύρος Γκούμας και οι "Παραπεταμένοι"

Βυζαντινή μουσική

Οι σπουδές στη Βυζαντινή μουσική πώς προέκυψαν;
Α, η Βυζαντινή μουσική... Γύρω στο 1996-1997, γνωρίζω κάποιον ο οποίος είναι γνώστης όλης αυτής της υπόθεσης, που λέγεται ήχοι, τρόποι… Δε ζει, δυστυχώς. Ήταν ένας μουσικός αφανής, αλλά βαθύς γνώστης και κάναμε παρέα. Του έλεγα ότι έχω αφήσει κάτι σπουδές στη μέση και θέλω να τις τελειώσω, αλλά όλο αυτό το κλασσικό κομμάτι δεν με έλκει τόσο πολύ, δεν μου εξηγεί πολλά πράγματα… Και μου λέει «Σπύρο, αυτό που παίζεις και που αγαπάς, προέρχεται και κατάγεται από τη Βυζαντινή μουσική. Είναι κρίμα που εσύ, με αυτή τη μουσική που παίζεις, να μην ασχολείσαι με τη μουσική που σας δημιούργησε». Και του λέω, «ποια είναι αυτή»; Αρχίζει, λοιπόν, να μου αποδεικνύει ότι «αυτό που παίζεις, να, κοίτα πόσο κοντά είναι με αυτούς τους ήχους». Με έφερε σε επαφή με το δάσκαλό μου, τον Διονύση Ηλιόπουλο, ξεκίνησα τα μαθήματα και όταν κατάλαβα κι εγώ ότι από κει προέρχονται τα πάντα, το ολοκλήρωσα όλο αυτό. Με τη Βυζαντινή, αν το θέλεις, μου εξηγήθηκε τι είναι όλη αυτή η μελωδική γραμμή που υπάρχει στη λαϊκή μας μουσική, απογυμνωμένη, χωρίς όλο αυτό το προσάρτημα της δυτικής μουσικής, που είναι η αρμονία, οι συγχορδίες. Αν το πάρεις και το εξετάσεις ως μελωδική γραμμή, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ιδιαίτερα στα πρώτα πειραιώτικα ρεμπέτικα, βλέπεις το τελευταίο κομμάτι της Βυζαντινής μουσικής με συγκερασμένα όργανα. Είναι πασιφανές. Μετά, μπήκανε πολλά στοιχεία από τη δυτική μουσική, μπερδεύτηκαν λίγο τα πράγματα και έγινε το σύγχρονο, το πιο καινούριο λαϊκό τραγούδι. Η αρμονία μου εξήγησε τι είναι όλο αυτό που λέγεται πεντάγραμμο, συγχορδίες, γραφή, μεταγραφή, ανάγνωση, η αλφάβητος της μουσικής δηλαδή, αλλά με τη Βυζαντινή μουσική μού λύθηκαν άλλα θέματα, πολύ σημαντικότερα για έναν Έλληνα λαϊκό μουσικό.

Αυτό που σου εξηγήθηκε το είδες να σε βελτιώνει και στην πράξη, ή ήταν καθαρά σε θεωρητικό επίπεδο;
Ό,τι μάθαινα το κοίταζα σε σχέση με αυτό που είχα στα χέρια μου ή το έβαζα στην πράξη. Το έβαζα στην καθημερινότητά μου, στη μουσική μου ζωή. Αυτό, λοιπόν, που έμαθα είναι ότι η Βυζαντινή είναι η λογιότερη μουσική που μπορούμε να έχουμε στην Ελλάδα, το λογιότερο μουσικό σύστημα και το «όλον» της μουσικής. Είναι ένα σύστημα το οποίο περιγράφει με απόλυτη λεπτομέρεια και ακρίβεια τα διαστήματα και τους ήχους. Αυτό, παρόλο που υπάρχει αδυναμία να εκτελεστεί από συγκερασμένα όργανα, όπως το μπουζούκι, ή η κιθάρα, εγώ καθόμουν και το κοίταζα σε σχέση με το συγκερασμό και ταυτόχρονα, ασχολήθηκα λίγο και με κάποια ασυγκέραστα όργανα, όπως είναι ο ταμπουράς. Κι έχω φτιάξει κι ένα δικό μου ταμπουραδάκι, ένα «γόνατο» με μπερντέδες, με το οποίο μου αρέσει περισσότερο να παίζω και να ακούω τους ήχους αυτούς, να τους συγκρίνω και να τους βάζω δίπλα-δίπλα και να κάνω και τη μετάφρασή τους. Πώς γίνεται, δηλαδή, αυτός ο ήχος να μεταπηδήσει στην συγκερασμένη μουσική που παίζει το μπουζούκι. Έτσι λοιπόν η Βυζαντινή μουσική, όχι μόνο με βελτίωσε, αλλά μου έδωσε να καταλάβω πόσο αλάτι και πόσο πιπέρι χρειάζεται και να μην τα κάνω όλα έναν αχταρμά. Μου έδωσε κάποιες σαφείς οδηγίες, με το να ορίζει τις τρεις βασικές έννοιες της μουσικής: Μέτρο, ρυθμός, μελωδία.

Σού προσέδωσε και κάποια άλλη αντίληψη ως προς το παίξιμό σου;
Ναι, η αντίληψή μου άλλαξε παντελώς. Μέχρι τότε ίσως να ήμουν ένας φλύαρος μπουζουξής, ο οποίος έπαιζε χίλιες-δυο νότες, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος. Κατάλαβα, με όλο αυτό το σύστημα της Βυζαντινής μουσικής, ότι όταν περιγράφουμε, όταν «απαγγέλλουμε» έναν ήχο, δεν υπάρχουν άπειρες νότες, γρήγορες νότες, πολλές νότες. Υπάρχουν συγκεκριμένες νότες. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες αφετηρίες, κάποιες συγκεκριμένες στάσεις και κάποιες συγκεκριμένες καταλήξεις. Έτσι είναι δομημένη και η μουσική μας στα τραγούδια. Μπορεί κάποιος να μη γνωρίζει, αλλά αυτά που έχει παραλάβει προφορικά από τους προηγούμενους -και ιδιαίτερα τα παλιά προπολεμικά ρεμπέτικα- τηρούν το «τυπικό» χωρίς να το ξέρουν! Ενστικτωδώς! Κι αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο κόσμος, παλιότερα, ήταν πιο κοντά στην εκκλησία. Οι ήχοι τούς ήταν γνώριμοι, οικείοι. Η παραδοσιακή μουσική είναι πασιφανές ότι προέρχεται απ’ αυτή τη μουσική. Το ίδιο έχει γίνει και με τα ρεμπέτικα. Μου έδωσε τη γνώση στο να ακούω μια «ανθρώπινη φωνή» μέσα σε όλο αυτό που παίζω, περισσότερο από την ανάγκη της δεξιοτεχνίας για γρήγορα δάχτυλα.

Η ταχύτητα στο παίξιμο δεν είναι δεξιοτεχνία;
Οπωσδήποτε. Πέρασα κι εγώ από αυτό το στάδιο της δεξιοτεχνίας, με την έννοια της εκτέλεσης γρήγορων κομματιών με πολλές νότες μέσα, ό,τι περισσότερο και τεχνικά δυσκολότερο μπορείς να παίξεις. Νεότερος, το πέρασα πολύ έντονα αυτό και με συγκινούσε η ταχύτητα του Χιώτη, του Μπέμπη, του Σπόρου, του Τατασόπουλου και άλλων, όχι μόνο αυτών. Αλλά κατάλαβα σιγά-σιγά, μεγαλώνοντας, ότι μια πολύ γρήγορη μελωδία πάντα κρύβει μια αργή μελωδία μέσα της. Αυτή η αργή μελωδία όταν εμφανιστεί ή ξέρεις να την εντοπίζεις, να τη βλέπεις, τότε φτάνεις στην ουσία της μουσικής. Η πολυλογία δε χρειάζεται πάντα, δεν είναι απαραίτητη. Ένας μουσικός, είναι χρήσιμο να γνωρίσει το τεχνικό κομμάτι και το γρήγορο και δύσκολο παίξιμο, αλλά αυτό δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Κι αν πάρουμε σε παγκόσμιο επίπεδο τη μουσική και την εξετάσουμε, το γρήγορο μέρος σε ένα έργο είναι ένας συγκεκριμένος χρόνος, μικρός. Το υπόλοιπο είναι μουσική.

Ως τότε δεν είχες ασχοληθεί με ασυγκέραστα όργανα;
Όχι, καθόλου και ούτε καν το υποπτευόμουν κάτι τέτοιο πριν. Δεν ήξερα ότι υπάρχει αυτή η μουσική, ότι υπάρχει κι άλλη μουσική πέρα από τα τάστα. Να στο πω απλά: Με τα συγκερασμένα όργανα παίζουμε μόνο ένα μέρος της μουσικής.

Το Δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής είναι αναγνωρισμένο από το Kράτος;
Ναι βέβαια, κανονικότατα. Με αυτό το δίπλωμα έχω το δικαίωμα, μετά από κάποιες διαδικασίες, να ιδρύσω δική μου Σχολή. Βέβαια, ποτέ μου δεν το είδα έτσι, αλλά θεώρησα ότι έπρεπε να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Κατ’ αρχάς, το Δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής εμπεριέχει ένα σημαντικό κομμάτι της δυτικής μουσικής, είναι ένα μουσικό «υπερσύνολο» και ως τίτλος σπουδών είναι αναγνωρισμένος, δεν είναι κάτι ασαφές, αλλά κάτι πολύ συγκεκριμένο και το έκανα για να παρακολουθήσω εγώ, ο ίδιος, έναν κύκλο σπουδών και να τον ολοκληρώσω, γιατί κάποια στιγμή κλήθηκα να διδάξω.

Μετά την ενασχόλησή σου με τη Βυζαντινή μουσική, νοιώθεις τον εαυτό σου πιο κοντά στη θρησκεία;
Δεν μπορώ να πω ότι έχω ιδιαίτερη σχέση με την εκκλησία, αλλά δεν είμαι και ενάντιος. Δε «μάχομαι», δηλαδή, την εκκλησία, ούτε καταφέρομαι εναντίον της.

Δε ρωτάω μόνο για την εκκλησία, αλλά για την πνευματική προσέγγιση του θέματος. Ασχολούμενος τόσο βαθιά με τη Βυζαντινή μουσική, δεν είναι αναπόφευκτη η επιρροή που μπορεί να δεχθείς;
Όχι, όχι. Δεν μπορώ να το πω αυτό και αυτή ήταν και ευθύς-εξαρχής η τοποθέτησή μου στο δάσκαλό μου. Ο στόχος μου δεν ήταν να γίνω ιεροψάλτης, δεν επιθυμούσα κάτι τέτοιο. Λαϊκός μουσικός ήθελα να παραμείνω, αλλά ήθελα και τη γνώση αυτής της μουσικής, ήθελα την ουσία της.

Αν και είναι πολύ ευρύ το θέμα, θα προσπαθήσω να το συμπτύξω σε μια ερώτηση: Ως γνώστης και των δυο, ποια θεωρείς ότι είναι η σχέση της Βυζαντινής με τη λαϊκή μας μουσική;
Η λαϊκή μουσική αυτή καθαυτή έχει μια διαδρομή -είναι μια διαδρομή- πολύ μεγάλη. Αν πάμε στην αρχή της, που είναι τα προπολεμικά ρεμπέτικα, θα σου πω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Η «Πλημμύρα» του Μάρκου είναι ένα κομμάτι που, όταν το ακούς, σαν να αναγνωρίζεις κάποιο Βυζαντινό ήχο εκεί μέσα. Ο τρόπος που έχει παιχτεί και έχει συνοδευτεί το «Μπουζούκι μου διπλόχορδο», στην πρώτη εκτέλεση, το ίδιο επίσης. Δεν έχουμε συγχορδίες στην κιθάρα, έχουμε ένα ρυθμικό ισοκράτημα και μια εξέλιξη της μελωδίας πάνω. Έχουμε, δηλαδή, τον «ψάλτη» ισοκράτη και τον «ψάλτη» που λέει τη μελωδία. Υπάρχει άμεση σχέση και ιδιαίτερα τα πρώτα-πρώτα ρεμπέτικα είναι η τελευταία κατάληξη της Βυζαντινής μουσικής, μετά την παραδοσιακή. Αν το θέλεις, τα ρεμπέτικα είναι η συνύπαρξη του Σμυρνέικου μινόρε, της Σμυρνέικης σχολής με τη Βυζαντινή. Τι είναι η Βυζαντινή, τι είναι η Σμυρνέικη; Συγκοινωνούντα δοχεία είναι. Η διαφορά είναι ότι μπήκαν συγχορδίες, έγιναν μεγαλύτερες σε έκταση οι μελωδίες, αλλά οι ήχοι που έχουν χρησιμοποιηθεί προέρχονται από τη Βυζαντινή μουσική. Μουσικά, καταγόμαστε, είτε το θέλουμε ή όχι, από τη Βυζαντινή μουσική.

Άρα, κατά μια έννοια, η λαϊκή μας μουσική είναι συνέχεια της Βυζαντινής.
Με απόλυτη βεβαιότητα.

Συνετέλεσε σε αυτό και η προσφυγική ροή από τη Σμύρνη, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, που έφερε μαζί και αυτά τα ακούσματα;
Βεβαίως. Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες και εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, προς τη Δραπετσώνα ιδιαίτερα, κάτω από άθλιες συνθήκες, προσπάθησαν να ξαναβρούν τη ζωή τους. Όταν μετά από λίγο καιρό ήρθαν σε επαφή με τους ντόπιους μουσικούς, αντάλλαξαν μουσικές πληροφορίες χρησιμοποιώντας την κωδικοποίηση που γνωρίζουμε. Τα περισσότερα στοιχεία της λαϊκής μουσικής, οι «δρόμοι» και τα ονόματά τους, προέκυψαν από αυτή την ανταλλαγή πληροφοριών και χρησιμοποιούνται, ακόμα και σήμερα, με την ίδια ορολογία: Ουσάκ, Νιαβέντ, Ραστ, Σαμπάχ και τα λοιπά. Όλα αυτά υπάρχουν και στη Βυζαντινή μουσική ορολογία με ελληνικά ονόματα όπως Α ήχος, πλάγιος του τετάρτου κ.λπ. Όμως η Βυζαντινή μουσική, σαν μια λόγια θρησκευτική μουσική που είναι, ήταν πολύ δύσκολο να επικρατήσει στην καθομιλουμένη των λαϊκών μουσικών κι έτσι επικράτησε η ορολογία των μακαμιών στην Τουρκική γλώσσα.

Η Τουρκική παραδοσιακή μουσική έχει σχέση με την ελληνική λαϊκή μουσική;
Νομίζω ότι η μουσική αυτή ανήκει στους λαούς που κατοίκησαν στη Μικρά Ασία, ανεξαρτήτως εθνότητας. Δεν ήταν μόνο Τούρκοι, ούτε μόνο Έλληνες, αλλά και Αρμένιοι, Κούρδοι, πάρα πολλοί λαοί.

Βλέπεις κοινά σημεία μεταξύ της λαϊκής μας μουσικής με παραδοσιακές λαϊκές μουσικές άλλων χωρών, ή άλλων πολιτισμών;
Υπάρχουν κοινά με όλους τους πολιτισμούς που έχουν σχέση με την αρχαιότητα. Δηλαδή, όλοι οι παλιοί πολιτισμοί έχουν «περιγράψει» τη μουσική με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τον περιγράφει κι η Βυζαντινή. Έχουμε το Ινδικό σύστημα, το Κινέζικο σύστημα, το Περσικό, το Αραβικό, το Αιγυπτιακό, το Τουρκικό… όλα αυτά τα συστήματα λένε ακριβώς τα ίδια πράγματα με αυτά που λέει η Βυζαντινή, αλλά με άλλα λόγια. Οι κωδικοί μόνο αλλάζουν και ίσως λίγο και τα διαστήματα των ήχων, από περιοχή σε περιοχή. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, να μην έχουμε σχέση με όλες τις παραδοσιακές αυτές μουσικές; Και εμείς με αυτούς, αλλά και αυτοί με εμάς. Δεν θεωρώ ότι είναι τυχαία η επιτυχία που έκαναν κάποτε τα ινδικά κομμάτια στην Ελλάδα. Οι ήχοι και οι ρυθμοί είναι οι ίδιοι με αυτούς που χρησιμοποιούμε κι εμείς.

Τα παραδείγματα που έφερες αφορούν τους ανατολικούς πολιτισμούς. Με τους δυτικούς;
Περισσότερο προς τους ανατολικούς είμαστε. Η δυτική μουσική είναι παράγωγο ενός ήχου του τροπικού συστήματος. Διαχώρισε τη θέση της και έγινε ο συγκερασμός, από τον Μπαχ και μετά, απ’ ό,τι γνωρίζω και έτσι γεννήθηκε η κεντρο-ευρωπαϊκή συμφωνική μουσική. Είναι πάρα πολύ υψηλή μουσική, έχουν γραφτεί αριστουργήματα, αλλά τελικά είναι μόνο ένα συγκερασμένο ματζόρε κι ένα μινόρε. Δεν έχει την ποικιλία που έχει το άλλο σύστημα. Χάθηκε ένα μέρος της μουσικής με το συγκερασμό.

Βάζοντας το ρήμα σε πολλά εισαγωγικά, θεωρείς δηλαδή ότι η δυτική μουσική «υπολείπεται» της ανατολικής;
Είναι πάρα πολλά τα εισαγωγικά και για μένα, γιατί η μουσική είναι κατάθεση συναισθημάτων, είτε είναι συγκερασμένη, ή ασυγκέραστη. Ένα μέρος, όμως, της μουσικής, της οκταηχίας, έχει φύγει, έχει εξαφανιστεί με το συγκερασμό. Στη δυτική μουσική έχουμε έναν ήχο στην πραγματικότητα, μια ματζόρε κλίμακα που μας παράγει τρία μινόρε και τελειώνει εκεί. Δε θέλω να την κάνω να φαίνεται υποδεέστερη, είναι κι αυτή μεγαλειώδης, έχουν γραφτεί πολύ μεγάλης αξίας έργα. Η ασυγκέραστη μουσική, όμως, είναι πιο πλούσια, κακά τα ψέματα…

Διδασκαλία

Είπες πιο πριν ότι «κλήθηκες» να διδάξεις…
Ναι, από ένα τυχαίο περιστατικό. Ένας συγγενής με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει: «έχω έναν φιλαράκο που θέλει να μάθει μπουζούκι». Και του λέω, «γιατί δεν τον στέλνεις σε δάσκαλο»; Εγώ τότε ούτε καν είχα υποπτευθεί ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Ήμουνα σε ένα διαρκές πήγαινε-έλα, έπαιζα, ηχογραφούσα, δεν είχα χρόνο για τίποτα άλλο. Και μου λέει, «βρε Σπύρο, σε παρακαλώ, ξέρω ότι μπορείς να του δείξεις». Και του λέω «δεν το έχω κάνει ποτέ και ούτε καν ξέρω αν μπορώ να το κάνω». Στην αρχή ήμουν αρνητικός, αλλά μετά από αρκετά τηλεφωνήματα μου λέει «καλά, εγώ θα του πω να έρθει και είμαι σίγουρος ότι θα τα βρείτε». Κάποια στιγμή μου χτυπάει την πόρτα ένας τυπάκος με ένα μπουζούκι στο ένα χέρι και ένα ουίσκι στο άλλο. Ήταν ο πρώτος μου μαθητής! (γελάει)

Ήρθε …προετοιμασμένος για το πρώτο μάθημα!
Μου λέει «ήρθα να με μάθεις μπουζούκι». Από τότε θεώρησα υποχρέωση, επειδή δέχτηκα, να κάτσω να φτιάξω ένα πλάνο αυτών που ξέρω και πώς θα μπορούσα να τα σχηματοποιήσω και να μην γίνει έτσι… χύμα. Ξέροντας μια διαδικασία τυπική που θα μπορούσε να ακολουθήσει κάποιος που κάνει σπουδές, προσπάθησα να φτιάξω ένα πολύ ελαφρύ πρόγραμμα για να παρακολουθήσει κάποιος που θέλει να ασχοληθεί ερασιτεχνικά, με το πώς μπορεί να μάθει να διαβάζει υποτυπωδώς κάποιες αξίες και κάποιες νότες σ’ ένα χαρτί. Άρχισα να κάνω κάποιες πρώτες καταγραφές σε κάποια κομμάτια και να φτιάχνω μια πρώτη μέθοδο, δική μου πατέντα, ας το πω έτσι, σε σχέση με αυτά που ήξερα, περισσότερο για να μην πελαγοδρομώ εγώ, αλλά και για να υπάρχει μια λογική συνέπεια σε όλο αυτό. Όπως και στη μουσική υπάρχει συνέπεια - και πρέπει να υπάρχει συνέπεια. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία με τα μαθήματα.

Αυτό, λοιπόν, ήταν το έναυσμα, κατά κάποιο τρόπο δηλαδή «ωθήθηκες» να διδάξεις. Πως όμως συνειδητοποίησες ότι είναι κάτι που σου αρέσει;
Στην αρχή δεν μπορώ να πω ότι είχα αισθανθεί κάτι τέτοιο, να μου αρέσει, ήταν λίγο ασαφές. Ξεκίνησα έχοντας τον πρώτο μου μαθητή, ο οποίος ερχόταν και του έδειχνα μπουζούκι. Μετά από λίγο καιρό, το μαθαίνει κάποιος άλλος γνωστός και θέλει κι αυτός να του δείξω. Μετά, αρχίζει να υπάρχει αρκετά μεγάλη ζήτηση από κάποιους που ήδη έπαιζαν και ήθελαν να έρθουν σε μένα να τους δείξω κάποια πράγματα, να γίνει πιο εύκολη η ζωή τους, να τους δείξω τα μυστικά. Άρχισε να μου αρέσει, για να είμαι ειλικρινής, βλέποντας ότι μέσα από τη διδασκαλία μάθαινα κι εγώ ο ίδιος. Μπήκα σε μια διαδικασία, όπου άρχισα να μελετάω ξανά τον εαυτό μου - και αυτή η μελέτη δεν έχει σταματήσει ακόμα και σήμερα. Η διδασκαλία λοιπόν είναι αυτή που με έβαλε σε μια «δεύτερη ανάγνωση» όλων αυτών που ήξερα και να γίνω πολύ πιο λεπτομερής, ένα μεγάλο μέρος να τα καταγράψω και να τα διδάσκω σε αυτούς που με εμπιστεύονται. Στην πορεία ανακάλυψα ότι όλο αυτό με ευχαριστούσε πια, και ένας από τους βασικότερους λόγους είναι ότι βρίσκομαι αρκετές ώρες με το όργανο που αγαπάω, σε συνθήκες ησυχίας, με ακουστικό ήχο, να παίζω και να δείχνω τη μουσική που μου αρέσει.

Τι είναι αυτό που σου προσέδωσε αυτή η δεύτερη «καριέρα» ως δασκάλου, που δε στο έδινε η προηγούμενη ως δεξιοτέχνη σολίστα;
Βαθύτερη γνώση. Πολλές φορές, με το να είσαι διαρκώς στο τρέξιμο με τη δουλειά δεν προλαβαίνεις να μάθεις. Απλά να αναπαράγεις. Ενώ εγώ μέσα σε όλη αυτή την ησυχία και την τάξη, κάθομαι ακόμα και σήμερα και μαθαίνω.

Το πάλκο δεν είναι σχολείο;
Βέβαια! Πρέπει να περάσεις από αυτό και να το φας με το κουτάλι, είναι το μεγαλύτερο σχολείο. Η πράξη είναι το μεγαλύτερο σχολείο και θεωρώ πως θήτευσα σε αυτό αρκετά χρόνια.

Πόσα μουσικά όργανα διδάσκεις;
Μπουζούκι, κατά κύριο λόγο, χωρίς να ξεχωρίζω τον τζουρά, τον μπαγλαμά –όλη, δηλαδή, την οικογένεια του μπουζουκιού- καθώς και λαϊκή κιθάρα.

Αν ένας μαθητής σου είχε μια προτίμηση στο τρίχορδο ή στο τετράχορδο, θα προσπαθούσες να τον κατευθύνεις κάπου, ή θα του έδειχνες αυτό που σου ζητάει;
Πιστεύω ότι οι μαθητές από μόνοι τους έχουν την αισθητική και το κριτήριο στο να διαλέξουν το όργανο που τους ταιριάζει. Τώρα, αν είναι τρίχορδο ή τετράχορδο, εγώ συνήθως δε θέλω να επηρεάζω. Προσωπικά για δικούς μου λόγους, μου αρέσει περισσότερο το πρώτο, χωρίς να υποτιμώ όμως το δεύτερο, το επαναλαμβάνω αυτό. Από την άλλη, οι μαθητές συνήθως ξέρουν πού πάνε, σε ποιόν δάσκαλο έρχονται και γιατί έρχονται. Επομένως, οι μαθητές που έρχονται σε μένα με οχτάχορδο μπουζούκι είναι ελάχιστοι.

Ποιο θεωρείς πιο απαιτητικό όργανο απ αυτά που διδάσκεις, πιο δύσκολο;
Κοίταξε να δεις, όπως σου είπα πιο πριν, όσο ασχολούμαι με τα όργανα διαρκώς ανακαλύπτω. Είναι γεγονός ότι ασχολούμαι τα τελευταία χρόνια πολύ περισσότερο με το μπουζούκι και την κιθάρα τη θεωρώ να έχει έναν συγκεκριμένο ρόλο μέσα στη λαϊκή μουσική. Το κάθε όργανο έχει τη δική του ευκολία και τη δική του δυσκολία. Δηλαδή, κάποιος που θέλει να είναι αμιγώς λαϊκός κιθαρίστας, πρέπει να ασχοληθεί με τη συνοδεία, τις μπασογραμμές, την αρμονία, να ξέρει ποιες συγχορδίες υπάρχουν - και λιγότερο με το σόλο. Ο μπουζουξής, κυρίως, πρέπει να ασχοληθεί με τις μελωδικές γραμμές και σε δεύτερο επίπεδο τις συγχορδίες. Το καθένα είναι ένας διαφορετικός ρόλος, αλλά ταυτόχρονα το ένα συνυπάρχει μέσα στο άλλο. Άλλες είναι οι προτεραιότητες για τον κιθαρίστα, άλλες για τον μπουζουξή.

Προφανώς, αλλά έτσι όπως το τοποθετείς, είναι σα να μου λες ότι η κιθάρα είναι πιο πολύ-επίπεδο όργανο στη λαϊκή μουσική απ’ ό,τι το μπουζούκι. Μπορεί να ισχύει αυτό;
Δε θα συναντήσεις εύκολα κάποιο μπουζουξή ο οποίος να έχει στα χέρια του το κομμάτι της συνοδείας. Αν και οι μπουζουξήδες πρέπει να ξέρουν, κατ’ εμέ, να συνοδεύουν ρυθμικά και αρμονικά ένα κομμάτι, να ξέρουν τι γίνεται στην ορχήστρα. Καλό είναι να ξέρουν και μέχρι ένα επίπεδο κιθάρα, είναι ευκολότερη η γνώση της ορχήστρας, έτσι. Από την άλλη, είναι τόσο πολύ και απαιτητικό το ρεπερτόριο που πρέπει να ξέρει ένας μπουζουξής, που δεν έχει και τόσο χρόνο, αν το θέλεις. Δεν ξέρω αν η κιθάρα είναι πιο πολύ-επίπεδο όργανο, αλλά είναι ένα όργανο, πάντως, που έχει παίξει σίγουρα το ρόλο του συνοδού, το ρόλο του σολίστα, το ρόλο του ρυθμού, το ρόλο του μπάσου. Το μπουζούκι θα παίξει τη μελωδία, θα παίξει τις διφωνίες και θα παίξει και σε κάποια σημεία συγχορδίες. Αυτός είναι ο ρόλος του, είναι ένα σολιστικό όργανο. Αμιγώς σολιστικό όργανο.

Και το μπαγλαμαδάκι; Έχει έρθει ποτέ μαθητής μόνο για μπαγλαμά;
Ναι, βέβαια. Ο μπαγλαμάς επίσης είναι ένα όργανο, το οποίο πρέπει να ξέρεις να το χειριστείς, γιατί "συχνοτικά" εξέχει. Ένας φλύαρος μπαγλαμάς μπορεί να κάνει μια ορχήστρα να μην ακούγεται καλά. Ως κύριο ρόλο έχει τη συνοδεία, κάποιες λίγες συγχορδίες και εμβόλιμα κάποιες μελωδικές φράσεις. Μπορεί να είναι και σολίστας όμως. Και είναι και το πιο δύσκολο όργανο στο να κουρδιστεί.

Σου έχει τύχει να σου ζητήσουν να διδάξεις ασυγκέραστα όργανα;
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τους στέλνω σε ασυγκέραστους μουσικούς. Ναι μεν έχω δίπλωμα Βυζαντινής, ναι μεν ξέρω τους ήχους, αλλά η ειδικότητά μου είναι η λαϊκή μουσική. Είναι συγκερασμένη η μουσική που παίζω, είναι μεγάλη ευθύνη. Αν πάρουμε ως παράδειγμα την κιθάρα, υπάρχει η ποπ κιθάρα, υπάρχει η τζαζ κιθάρα, υπάρχει η λαϊκή κιθάρα. Εγώ διδάσκω μόνο λαϊκή κιθάρα, ξεκαθαρισμένα. Πάντως, έχω διδάξει και ασυγκέραστα όργανα ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Για την ακρίβεια, έχω διδάξει ταμπουρά μία χρονιά στο Μουσικό Λύκειο Παλλήνης και μια χρονιά στο Μουσικό Λύκειο Αλίμου. Ήταν αυτό τότε ένα επιπλέον κίνητρο για μένα, να ασχοληθώ και να μάθω καλύτερα όλους τους ήχους.

Αν συγκρίνουμε τα συγκερασμένα με τα ασυγκέραστα όργανα, ποια θεωρείς ως τα πιο ανεξερεύνητα;
Νομίζω ότι το μπουζούκι αυτό που έχει κάνει δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα. Είναι ίσως το μοναδικό έγχορδο που έχει την εξής ιδιαιτερότητα: Να έχει πάρει την τροπική ασυγκέραστη μουσική, να την έχει φέρει σε μια συγκερασμένη ταστιέρα και να έχει παιχτεί με έναν τέτοιο τρόπο, που να το ακούς και να λες ότι δεν είναι καθόλου αταίριαστο στο αυτί. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του μπουζουκιού και αυτή είναι, αν το θέλεις, και η δυσκολία του. Δεν έχουμε, δηλαδή, απλά μια ματζόρε ή μια μινόρε κλίμακα στο μπουζούκι. Ως τώρα, μετά από τόσα χρόνια, έχουμε φτάσει να ξέρουμε λίγα μόνο πράγματα για αυτά τα όργανα. Δεν έχει αποκωδικοποιηθεί, δεν έχει ερευνηθεί σε βάθος όλη η λαϊκή μουσική, δεν τη γνωρίζουμε όλη. Πρόσφατα ανακάλυψα ότι πολλά πράγματα που θεωρούμε ότι τα έχουν κάνει οι μεταγενέστεροι, έχουν ήδη παιχτεί από παλιά, τα έχουν προλογίσει οι παλιότεροι. Ο Σπύρος Περιστέρης, δηλαδή, έχει παίξει μερικά ορχηστρικά πάνω στα οποία οι επόμενοι χτίσανε τα πρώτα ορχηστρικά στο μπουζούκι. Ο Μπέικος έχει άμεση σχέση με κάποια από τα ορχηστικά του Τσιτσάνη…

Ο Περιστέρης ήξερε νότες. Παίζει ρόλο αυτό;
Ο Περιστέρης ήξερε νότες, είχε κάνει σπουδές αλλά είναι πολλές οι περιπτώσεις λαϊκών μουσικών και συνθετών που δεν είχαν κάνει σπουδές και ηταν ήταν εξαιρετικοί. Η θεωρία μας εξηγεί την πράξη, δεν κάνει κάτι άλλο. Βέβαια, ο συνδυασμός ταλέντου και γνώσης οπωσδήποτε απογειώνει τα πράγματα.

Από όλους τους μαθητές που έχουν περάσει από εσένα, υπάρχει κάποιος που τον ξεχωρίζεις για το ταλέντο του, ή ως μουσικό;
Εδώ θα δυσκολευτώ πολύ να σου απαντήσω, γιατί τη διδασκαλία δεν την ξεκίνησα τώρα, διδάσκω πάνω από 20 χρόνια. Έχουν περάσει αρκετοί καλοί μαθητές, που κάποιοι από αυτούς είναι έξω και παίζουν, κάποιοι το κρατούν σε ερασιτεχνικό επίπεδο για πάρτη τους, αλλά είναι πάρα, μα πάρα, πολύ καλοί. Αν ξεχώριζα κάποιον, ας πούμε, αυτός θα ήταν ο Ευγένιος Χαλίλ. Μου τον έφερε ο πατέρας του σε ηλικία 14-15 ετών, παιδάκι. Εξαιρετικός μουσικός και πάρα πολύ καλός παίκτης, με πολύ καλή αισθητική και πολύ ιδιαίτερο χρώμα. Απ’ τους παλιούς μου μαθητές είναι ο Γιάννης Σταύρου, πολύ δυνατός παίκτης, ο Γιάννης Αβραμίδης εξαιρετικός μουσικός, ο Γιάννης Βιλιώτης, ο οποίος είναι και γνωστός μπουζουξής στην πιάτσα, ο Μανώλης Στάθης, ο οποίος έχει υπάρξει συνεργάτης του Παντελή Θαλασσινού, ο Βασίλης Κορακάκης που έχει περάσει από μένα για δύο χρόνια -ήξερε ήδη από τον πατέρα του αλλά εδώ έμαθε και κάποια άλλα πράγματα-, ο Εύθυμης Καρατζάς, ο Ισίδωρος Πάτερος, ο Σπύρος Χαϊκάλης, ο Μανώλης Μανιός και πολλοί ακόμα - ας με συγχωρέσουν όσοι τους ξεχνώ αυτή τη στιγμή.

Από την εκπομπή της ΕΡΤ1: «Το Αλάτι της Γης». Ορχήστρα με τον Σπύρο Γκούμα και μαθητές του: Ισίδωρος Πάτερος στην κιθάρα, Ευγένιος Χαλίλ στο μπουζούκι. Στο ακορντεόν συμμετέχει ο Τάσος Αθανασιάς.

Πού βλέπεις να σε πηγαίνει η διδασκαλία; Ποια είναι η εξέλιξη μέσω της διδασκαλίας για εσένα;
Έχοντας κάνει πολύ μεγάλους κύκλους στη ζωή μου σε σχέση με τη μουσική και την οργανοπαιξία, θεωρώ ότι ο δρόμος της διδασκαλίας θα με κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο σε επαφή με τη μουσική, ζωντανό. Ακόμα ψάχνω και θα ψάχνω για πάντα. Αυτό είναι και κάτι που θέλω να σου εκμυστηρευτώ. Έβλεπα, δηλαδή, ότι η σχέση μου με τη μουσική ως επαγγελματία, με τις δουλειές και τις νυχτερινές ασχολίες, κάποια στιγμή θα τέλειωνε. Εγώ είχα ανάγκη όμως να συνεχίσω στη ζωή μου να έχω επαφή με τα μουσικά όργανα και τη μουσική. Για μένα, η διδασκαλία είναι μια διαρκής αναζήτηση, εκτός από διαρκής μαθητεία.

Το Κράτος θα έπρεπε να παρέχει επίσημο τίτλο μουσικών σπουδών για το μπουζούκι, κατά τη γνώμη σου;
Να σου πω την αλήθεια, δεν το έχει και ανάγκη. Δηλαδή, αν το αναγνώριζε το Κράτος και έδινε επίσημους τίτλους σπουδών, τι θα άλλαζε; Θα έπαιρνε κάποιος μια πιστοποίηση που θα βεβαίωνε ότι είναι ικανός να παίζει αυτή τη μουσική; Έτσι κι αλλιώς, αυτό γίνεται και χωρίς χαρτιά, υπάρχει.

Στην πράξη, θα μπορούσε να παίξει και σε Κρατική Ορχήστρα, αλλά το θέτω περισσότερο ως θέμα «ηθικής τάξης» παρά σαν ένα επιπλέον εφόδιο. Λέμε ότι το μπουζούκι είναι στοιχείο του πολιτισμού μας, ότι είναι πια απενοχοποιημένο, αλλά δεν μπορεί κάποιος να αναγνωριστεί επίσημα ως διπλωματούχος μπουζουξής.
Νομίζω ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε πλέον να το βλέπουμε έτσι. Το μπουζούκι και γενικότερα, τα λαϊκά και τα παραδοσιακά όργανα δεν έχουν επίσημους τίτλους σπουδών, δεν αναγνωρίζονται επίσημα. Αναγνωρίζονται μόνο τα όργανα που μπορούν να συμμετάσχουν σε Συμφωνική Ορχήστρα. Στην πράξη, αυτό δε σημαίνει ότι τα παραδοσιακά όργανα δε θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε Συμφωνική Ορχήστρα - είναι βέβαιο ότι μπορούν. Έχω πολύ μεγάλη πείρα σε αυτό, το Μάιο του 2014 συμμετείχα σε ένα έργο, με τη Συμφωνική Ορχήστρα Πνευστών της Στοκχόλμης, με τίτλο «Μεταμφιεσμένος Θεός», διασκευασμένο για Συμφωνική Ορχήστρα και ελληνικά λαϊκά όργανα. Αυτό είναι ένα στοιχείο που δείχνει πως το μπουζούκι είναι ένα άρτιο σολιστικό όργανο, έχει την έκταση εκείνη που του δίνει τη δυνατότητα να παίξει πάρα πολλά πράγματα, έχει τις οκτάβες.


Μέγαρο Μουσικής Στοκχόλμης, Μάιος 2014 με τη Συμφωνική Πνευστών και το μουσικό σχήμα «Ταξίμι». Κυριάκος Γκουβέντας στο βιολί, Ανδρέας Κατσιγιάννης στο σαντούρι, Χάρης Λαμπράκης στο νέι, Σπύρος Γκούμας στο μπουζούκι.

Όλα τα όργανα μπορούν να συμμετάσχουν σε Συμφωνική Ορχήστρα, αρκεί να έχουν κάποια εφόδια οι μουσικοί, να μπορούν να διαβάσουν, να μπορούν να παρακολουθήσουν. Πρέπει να σταματήσουμε όμως να το βλέπουμε αυτό ως μια αναγνώριση. Ο ορισμός των κλασικών οργάνων και η παιδεία που λαμβάνει κάποιος που σπουδάζει κλασική μουσική είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Ξεκινά π.χ. σπουδές βιολιού, με απώτερο στόχο να παίξει τα έργα που έχουν γραφτεί από τους κλασικούς συνθέτες και να έχει θέση σε μια ορχήστρα. Για φαντάσου πώς θα ήταν τα δικά μας όργανα, αν κάποιος έβαζε στόχο να φτάσει να παίξει κάτι τέτοιο. Μήπως φεύγει το όργανο από αυτόν καθαυτόν το ρόλο του; Σου απαντώ, λοιπόν, ότι μπορεί να το κάνει, αλλά νομίζω ότι η καρδιά και η ψυχή αυτών των οργάνων βρίσκεται αλλού.

Έχοντας την εμπειρία, πώς αντιμετωπίζουν οι ξένοι μουσικοί που έχεις συνεργαστεί τη λαϊκή μας μουσική και ειδικότερα το μπουζούκι; Το βλέπουν σαν κάποιο «γραφικό» φολκλόρ όργανο;
Κάποιους τους αφήνει τελείως αδιάφορους, δεν τους λέει κάτι, δεν το γνωρίζουν και το κοιτάνε με περιέργεια. Άλλους τους ενθουσιάζει τόσο πολύ που ζητάνε να βρουν πληροφορίες, θέλουν να μάθουν, να αγοράσουν όργανα, να παίξουν αυτή τη μουσική. Είναι πολύς ο ξένος κόσμος που ασχολείται και παίζει το μπουζούκι και τη λαϊκή μας μουσική. Βρίσκουν κάτι πολύ ιδιαίτερο σε αυτή και αυτό το «ιδιαίτερο» μου το έχουν περιγράψει κάποιοι: Νοιώθουν τη συγκίνηση που έχει, νοιώθουν τη δύναμη αυτής της μουσικής, δεν μπορώ να στο περιγράψω καλύτερα, αυτό ακριβώς μου έχουν πει, «συγκινούμαστε όταν παίζουμε αυτή τη μουσική». Κάποιοι φτάνουν να μάθουν ως και τη γλώσσα μας γι’ αυτό το λόγο. Το μπουζούκι είναι φορέας ελληνικού πολιτισμού, είναι σίγουρο αυτό. Μαζί με την παραδοσιακή μουσική, το μπουζούκι σαν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο είναι φορέας πολιτισμού. Είναι η δική μας μουσική, οι δικοί μας ήχοι, οι δικοί μας ρυθμοί, στη δική μας γλώσσα. Να σου πω ένα ωραίο περιστατικό: Τότε που συμμετείχα στη Συμφωνική Ορχήστρα της Στοκχόλμης, το Μάιο του 2014, μας ζητήθηκε πριν από την έναρξη της συναυλίας, του συμφωνικού έργου, να παίξουμε από ένα κομμάτι ο καθένας, αντιπροσωπευτικό της χώρας μας για αυτό το όργανο. Φυσικά από εμένα, ως μπουζουξή, περίμεναν να παίξω τον «Ζορμπά». Όλοι γνωρίζουν τον «Ζορμπά», αλλά κανείς δε γνωρίζει τον Μάρκο. Επέμεινα, δεν ήταν τόσο εύκολο, και έπαιξα το «Ταξίμι Ζεϊμπέκικο» του Μάρκου.

Και ποια ήταν η αντίδραση;
(γελάει) Ενθουσιάστηκαν όλοι, τους φάνηκε κάτι πολύ ιδιαίτερο, δεν ήξεραν τι ήταν αυτό που άκουσαν, είχαν κατά νου άλλα πράγματα. Τους έκανε εντύπωση η εναλλαγή πεντάχορδων και τετράχορδων και πώς μπορούν αυτά να παντρεύονται σε ένα μουσικό κομμάτι. Ο Μαέστρος, κάποια στιγμή παρακολουθώντας, με ρωτάει: «αυτό που παίζεις, είναι μία κλίμακα;». Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν είναι μία κλίμακα, αλλά μια αλληλουχία τετραχόρδων – πενταχόρδων που μας παράγει τελικά όλο αυτό το άκουσμα. Αδυνατούσε να το καταλάβει, το μετρούσε σαν κλίμακα: «- Ναι, μα τι κλίμακα είναι αυτή που παίζεις;» με ξαναρώτησε. «-Σίγουρα όχι Σουηδική..!» του απάντησα. (γέλια).

Μουσικά όργανα και οργανοποιΐα

Συλλέγεις μουσικά όργανα;
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, με μανία, θα μπορούσα να πω. Ένα παιδικό όνειρο που είχα ήταν να αποκτήσω ένα δικό μου δωμάτιο γεμάτο όργανα. Μάλλον το έχω καταφέρει… Έχω στην προσωπική μου συλλογή κάποια κομμάτια αυθεντικά: Ένα λαούτο του Κοπελιάδη, μια κιθάρα του Σταθόπουλου, μια κιθάρα των Αδελφών Παναγή, ένα μαντολίνο αμερικάνικο Gibson A10 με τα πιστοποιητικά του, ένα μπουζούκι του Ζοζέφ…

Σε τι κατάσταση είναι; Παίζουν;
Το μπουζούκι του Ζοζέφ έχει πρόβλημα στο καπάκι του, δεν παίζει αυτό το διάστημα. Όλο λέω να το επισκευάσω, αλλά πάντα κάτι γίνεται…

Συνεχίζεις να συλλέγεις; Αν σου πέσει ένα αξιόλογο όργανο στο δρόμο σου θα το σκεφτείς;
Το πιθανότερο είναι ότι θα το πάρω. Έχω, βέβαια, αρκετά όργανα αυτή τη στιγμή ώστε να αισθάνομαι μια πληρότητα, γι’ αυτό πρέπει να είναι κάτι εξαιρετικό, σε άριστη κατάσταση να μη χρειάζεται να επισκευάσω τίποτα, να παίζει και να είναι οπωσδήποτε αυθεντικό κομμάτι.

Επιδιορθώνεις μόνος σου τα όργανα, πιάνει το χέρι σου, ή τα πηγαίνεις στους φίλους σου τους οργανοποιούς;
(Γελάει). Ανοίγεις τώρα ένα θέμα… Μπορείς να τους ρωτήσεις, είμαι ο χειρότερος πελάτης των μαστόρων. Από μικρό, ο πατέρας μου μού εμπιστευόταν το μπουζούκι του και ο προσωπικός του μάστορας και φίλος του ήταν ο Πέτρος Χανικιάν, για τον οποίον γνωρίζουν και ο Σπουρδαλάκης και ο Καρβούνης. Όταν ήμουν προς το τέλος του Δημοτικού, πήγαινα στον κυρ-Πέτρο το μπουζούκι του πατέρα μου. Δεν έφευγα όμως, καθόμουν εκεί και κατά τη διάρκεια της επισκευής τον ρωτούσα διάφορα, συχνά καθόμουν και παραπάνω και τον έβλεπα που έφτιαχνε τις καινούργιες του παραγγελίες και πάντα τον ρωτούσα «τι» και «πώς». Με συμπαθούσε και μου έλεγε τα πάντα και, έτσι, πήρα τις πληροφορίες από πρώτο χέρι. Ο Πέτρος ήταν ο ίδιος μαθητής του Ονίκ Τσακιριάν και ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος στην οργανοποιΐα, μου είπε σχεδόν τα πάντα. Έτσι απέκτησα το μεράκι να επισκευάζω μόνος μου τα όργανα. Αφού χάλασα μερικά, είμαι πια σε θέση να τα φροντίζω εγώ – δεν επισκέπτονται μάστορα.

Ποιο ήταν το πρώτο σου μπουζούκι; Το θυμάσαι, το έχεις ακόμα;
Το πρώτο μου μπουζούκι ήταν ένα που μου είχε μείνει από τον πατέρα μου, κατασκευής Πέτρου Χανικιάν φυσικά, το οποίο δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή. Είχε στατικά προβλήματα, γιατί απ’ ό,τι καταλαβαίνεις, οι επισκευές μου ξεκίνησαν πάνω σε αυτό (γελάει). Παρόλο που ήταν πολύ καλό όργανο, το τραυμάτισα, το μετέτρεψα σε «πειραματόζωο» κι έτσι, όταν ήρθε πια στα χέρια μου είχε σοβαρά προβλήματα. Υπάρχει μόνο ως ξυλεία, ως διακοσμητικό, δεν είναι πια όργανο. Έχει μόνο συναισθηματική αξία.

Το σεμινάριο στη Σκύρο και οι «Παραπεταμένοι»

Πως ξεκίνησε η ιστορία με τα σεμινάρια για το ρεμπέτικο στη Σκύρο;
Εγώ δεν ήμουν από την αρχή στα σεμινάρια. Από τη 2η χρονιά, ο Γιώργος Μακρής μου ζήτησε να αναλάβω τη διδασκαλία. Στην αρχή πήγα εντελώς διερευνητικά, χωρίς να ξέρω τι και πώς και είδα μια ομάδα ανθρώπων που αγαπούσε πάρα πολύ το ρεμπέτικο και τη λαϊκή μας μουσική. Ό,τι έκαναν το έκαναν από καρδιάς, δεν αποσκοπούσαν σε χρήματα. Ξεκίνησε, λοιπόν, το 2009 κι εγώ μπήκα το 2010. Στην πορεία βρήκαμε τι είναι όλο αυτό που θέλουμε να κάνουμε, γνωριστήκαμε και σιγά-σιγά γίναμε φίλοι με τη βασική ομάδα των «Παραπεταμένων», που ουσιαστικά διοργάνωνε το σεμινάριο. Είναι μια παρέα ανθρώπων που δεν παίζουν μουσική βιοποριστικά, παίζουν από πραγματική αγάπη γι’ αυτή τη μουσική. Όταν τους γνώρισα εντυπωσιάστηκα από το πόσο όμορφα ακούγονταν. Τυχαία, ένα βράδυ που καθόμασταν σε μια ταβέρνα συζητούσα με κάποιον γνωστό και ακούω την ομάδα να παίζει από το βάθος. Έτσι προέκυψε και η ιδέα της τελικής συναυλίας, το να βγαίνουμε να παίζουμε στο τέλος αυτά που έχουμε μάθει. Λιθαράκι – λιθαράκι χτίστηκε το σεμινάριο, δεν ήταν ευθύς εξαρχής κάτι έτοιμο. Στην πορεία γνωριστήκαμε και το ένα έφερε το άλλο. Παίζουμε μαζί, κάνουμε πρόβες μαζί, μαθαίνουμε μαζί, μελετάμε μαζί, το συνδιοργανώνουμε όλο αυτό.

Ποιοι είναι οι σκοποί του σεμιναρίου; Τι πραγματεύεται;
Στην αρχή, ούτε εμείς είχαμε σαφή εικόνα. Από πέρυσι, όπως και φέτος, το σεμινάριο έχει θεματικές. Πέρυσι είχαμε αφιέρωμα στον Μπαγιαντέρα και στη διάρκεια της εβδομάδας, μέσα από ένα ομαδικό μάθημα, κατορθώσαμε να περάσουμε 12 τραγούδια! Είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του έργου του Μπαγιαντέρα, από τις πρώτες εκτελέσεις όπως ακριβώς έχουν, τις οποίες κάθομαι και μεταγράφω και το καλοκαίρι, στη Σκύρο, τις διδάσκω για όλα τα όργανα που έχουν παιχτεί στα κομμάτια.

Καλύπτετε και το θεωρητικό κομμάτι;
Είχα κάνει μια αναφορά στο θεωρητικό για τις ονομασίες, κατά τη μακαμίστικη ορολογία και συμπεριφορά των δρόμων, στο 5ο σεμινάριο, αλλά από τότε αποφεύγω να στέκομαι τόσο πολύ στα θεωρητικά και μένω περισσότερο στην πράξη. Όχι ότι δε μιλάμε για κάποιους δρόμους, τα απαραίτητα όμως, έτσι ώστε να μην είναι κάτι που σε πλακώνει. Δεν μου αρέσει να θεωρητικολογώ χωρίς να υπάρχει πράξη. Θεωρώ πολύ σημαντικό να διαχειρίζομαι το χρόνο μαζί με τους μαθητές του σεμιναρίου, στην πράξη. Λίγα λόγια…

Στην ουσία, δηλαδή, είναι εκμάθηση των τραγουδιών;
Ναι, σε πρώτη φάση, για τα πρωινά τετράωρα μαθήματα που γίνονται από τις 10:00 π.μ. ως τις 2:00 μ.μ. Μετά, υπάρχουν παράλληλες εκδηλώσεις σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας. Τα βράδια μαζευόμαστε και παίζουμε ως παρέα, γνωστά και άγνωστα τραγούδια όλων των συνθετών της λαϊκής μας μουσικής, υπάρχει μια ελευθερία ως προς αυτό. Έχουμε κι ένα όριο, δε φεύγουμε πολύ πάνω από το 1955 χρονικά. Επίσης, παρουσιάζονται κάποια θέματα σε χώρους που μας παραχωρεί ο Δήμος Σκύρου. Το σεμινάριο το έχει αγκαλιάσει η τοπική κοινωνία με ιδιαίτερη αγάπη, μας στηρίζουν και μας υποστηρίζουν, έχουν καταλάβει τι κάνουμε. Στην αρχή κι αυτοί μας κοιτούσαν παράξενα…

Μπορεί να συμμετάσχει οποιοσδήποτε στο σεμινάριο;
Όταν ανακοινώνονται οι ημερομηνίες του σεμιναρίου τηρείται μια σειρά προτεραιότητας. Έχουμε φτάσει πια σε ένα αριθμητικό όριο μαθητών, να λέμε ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε παραπάνω από 24. Συνολικά είμαστε 30 άτομα στην αίθουσα, εγώ, οι «Παραπεταμένοι» και, μαζί με τους μαθητές, είμαστε σε ένα συνεχή αγώνα δρόμου, με καθημερινά τετράωρα μαθήματα. Τα βράδια πηγαίνουμε σε ταβέρνες και παίζουμε, γίνονται παρουσιάσεις σε χώρους που μας παρέχει ο Δήμος και το Σάββατο κάνουμε μια μεγάλη, τελική πρόβα και γίνεται μια αποχαιρετιστήρια συναυλία. Αυτό είναι το σεμινάριο κι έτσι σκοπεύουμε να το συνεχίσουμε.


Από τη συναυλία με τους μαθητές του 7ου σεμιναρίου, το 2015.

Ο περιορισμός των συμμετεχόντων δε σημαίνει ότι κάθε χρόνο έρχονται οι ίδιοι; Δηλαδή, υπάρχει ανανέωση;
Υπάρχει, ναι, υπάρχει ανανέωση. Υπάρχει ένας βασικός πυρήνας λίγων ανθρώπων που έχουν μια ιδιαίτερη αγάπη, μια μαγιά επισκεπτών από τη γειτονική χώρα, την Τουρκία, που σε καμία περίπτωση δε θέλουν να χάσουν το σεμινάριο. Είναι μουσικοί, όπως ο Τζενκίς Ονουράλ, που είναι γνωστός Τούρκος συνθέτης, ο Μπιρόλ Γιαϊλά, μαέστρος σε παραδοσιακά τουρκικά όργανα, ο Νίκος Πολίτης ο οποίος είναι φίλος και βοηθά στην οργάνωση όλου αυτού, ένα ενεργό και πολύ σημαντικό μέλος.


Από το 9ο σεμινάριο, το 2017.

Και γιατί στη Σκύρο;
Η Σκύρος επελέγη για τον εξής λόγο: Ο Γιώργος Μακρής, των «Παραπεταμένων», είχε σχέσεις με τον Μάνο Φαλτάιτς, τον ιδρυτή του Λαογραφικού Μουσείου Μάνου και Αναστασίας Φαλτάιτς. Ο πατέρας του, ο Κώστας Φαλτάιτς, ήταν από τους πρώτους δημοσιογράφους που μίλησαν για το ρεμπέτικο, το κατέγραψε, ήταν κι ο ίδιος συνθέτης και έχει γράψει τραγούδια και στίχους. Τα μαθήματα γίνονται στο χώρο του Μουσείου, όπως επίσης και η συναυλία λήξης, στην οποία η είσοδος είναι ελεύθερη - απλά αν θέλει κάποιος να αφήσει κάποια χρήματα για την ενίσχυση του Μουσείου, είναι ευπρόσδεκτα. Δεν υπάρχει, όμως, εισιτήριο.

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4

Προσελκύει πολύ κόσμο και εκτός σεμιναρίου;
Βέβαια! Κατ’ αρχάς, έρχονται πάρα πολλοί και συμμετέχουν στις ταβέρνες που δεν είναι μαθητές του σεμιναρίου. Έρχονται πολλοί γιατί περνάνε εξαιρετικές βραδιές, όπως κι εμείς! Σε μια από αυτές τις βραδιές πέρσι, θυμάμαι, με όλα αυτά που συνέβαιναν στη γείτονα χώρα, το κλίμα ήταν φορτισμένο για τους Τούρκους μουσικούς. Κάποια στιγμή παίζουμε ένα κομμάτι, εκείνοι ξεκινάν να το λένε στα τουρκικά, εμείς το λέμε στα ελληνικά, στίχο με στίχο, στο τέλος βρεθήκαμε αγκαλιά… υπάρχει πολύ μεγάλη συγκίνηση και ένταση σε όλο αυτό. Το ζούμε πραγματικά. Θα ήθελα να σημειώσω ότι οτιδήποτε έχει σχέση με όλα αυτά που κάνουμε είναι ελεύθερο, όλα τα ανεβάζουμε στο internet, οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση, όπως και στα πρακτικά των σεμιναρίων που βρίσκονται στην ιστοσελίδα του και ο καθένας μπορεί να πάρει οποιαδήποτε πληροφορία.

Η συμμετοχή είναι δωρεάν;
Το σεμινάριο είναι ιδιωτική πρωτοβουλία, δε χρηματοδοτείται από κανέναν Δημόσιο Φορέα, Ιδιωτικό ή Κοινωνικό. Στις περισσότερες περιπτώσεις βάζουμε από την τσέπη μας για να γίνει. Για να παρακολουθήσει κάποιος τα μαθήματα υπάρχει συμμετοχή και τα χρήματα που συγκεντρώνονται είναι για να πληρωθεί η διαμονή μας, τα μεταφορικά μας, η διαβίωσή μας στο νησί για αυτή τη βδομάδα και συνήθως φεύγουμε… όπως ήρθαμε. Το κόστος συμμετοχής μπορεί ο καθένας να το πληροφορηθεί από το site του σεμιναρίου.

Τηρείτε κάποια ισορροπία ως προς τα όργανα, ή τα περισσότερα είναι μπουζούκια;
Συνήθως ναι, οι κιθαρίστες είναι κάτω από 5. Πέρυσι είχαμε 4 κιθάρες, τα υπόλοιπα είναι όλα μπουζούκια, να είναι ένας-δυο τζουράδες από αυτά και κανα-δυο μπαγλαμάδες.

Η διδασκαλία, το σεμινάριο αυτό καθαυτό αφορά μόνο το μπουζούκι ή ασχολείστε ενεργά και με τους κιθαρίστες;
Έχουν επιμεριστεί τα πράγματα. Το μπουζούκι έχει οπωσδήποτε τον κυρίαρχο ρόλο αλλά και οι κιθάρες δεν μένουν παραπονεμένες. Είναι γραμμένα τα πάντα για τις κιθάρες, για όσους διαβάζουν οδηγούς και ο Κώστας Τρυφωνόπουλος βοηθά πάρα πολύ σε όλο αυτό γιατί από πριν έχει γίνει μια προ-διδασκαλία και γνωρίζουμε μεταξύ μας ποιο είναι το υλικό. Χωριζόμαστε σε ομάδες, εγώ έχω την επιμέλεια στα μπουζούκια και κάνουμε μια «στάση» για τις κιθάρες, όπου με βοηθά πάρα πολύ ο Κώστας Τρυφωνόπουλος, δείχνοντας στους κιθαρίστες τι παίζει η κιθάρα και κάποιες στιγμές το δείχνω και εγώ. Βλέπουμε τα κομμάτια πρώτα για τα σολιστικά όργανα, τα μπουζούκια, αν είναι μονόφωνα –αν είναι δίφωνα κάνουν το διπλάσιο χρόνο- και τις κιθάρες και τους μπαγλαμάδες. Ο καθένας έχει έναν τρόπο να τα μαθαίνει. Άλλοι τα βιντεοσκοπούν και κάθονται στο δωμάτιο και τα μαθαίνουν, άλλοι τα διαβάζουν, άλλοι τα μαθαίνουν εκείνη τη στιγμή. Πάντως υπάρχει μία ομαδική, συλλογική δουλειά, με αλληλοσεβασμό και μέχρι στιγμής όλα πάνε περίφημα.


Αναμνηστική φωτογραφία από το 9ο σεμινάριο 2017.

Μπράβο, εύχομαι να συνεχίσει αυτό!
Κι εμείς αυτό λέμε, αυτό το στόχο έχουμε. Αριθμητικά, έχουμε φτάσει στο ταβάνι μας. Δεν μπορούμε παραπάνω και έχουμε μια κοινή άποψη σε όλο αυτό, δε θέλουμε να το μεγαλώσουμε. Νομίζω και εγώ και οι υπόλοιποι ότι αυτό που κάνουμε αφορά μόνο τόσο κόσμο. Αυτή η μουσική είναι παρεΐστικη. Η παρέα όταν μεγαλώνει πολύ γίνεται κάτι χαοτικό στο τέλος. Θέλουμε να διατηρούμε την προσωπική επαφή. Γνωριζόμαστε μεταξύ μας, κάνουμε παρέα, συμπορευόμαστε μια ολόκληρη εβδομάδα, δάσκαλος και μαθητές είμαστε ένα, μια παρέα. Αυτό όταν μεγαλώσει πολύ δεν έχει το στοιχείο αυτής της μουσικής, φεύγει από τα όριά της.

Λόγω της μεγάλης ζήτησης δεν θα μπορούσατε να κάνετε δύο κύκλους σεμιναρίων το χρόνο, αντί για έναν;
Το έχουμε σκεφτεί. Νομίζω ότι αυτή η εβδομάδα μας κρατάει σε τέτοια εγρήγορση, που μετά θέλουμε αρκετές ώρες για να αποσυμπιεστούμε. Έχουμε καταλήξει να είναι αυτή η μία εβδομάδα τελικά, δε θέλουμε να μας κουράσει όλο αυτό. Το αγαπάμε πολύ και το λαχταράμε και δε θέλουμε από μεράκι να γίνει κάτι που «πρέπει» να γίνεται.

Πες μου λίγα λόγια για τους «Παραπεταμένους».
Οι «Παραπεταμένοι» παίζουν αμιγώς ρεμπέτικο ρεπερτόριο και έχουν μια ιδιαίτερη αγάπη στα λαϊκά και ρεμπέτικα μέχρι τη δεκαετία του ’50. Είναι ένα μουσικό σχήμα, μια ιδέα του Γιώργου Μακρή και της Φωτεινής Καράμπαμπα, της γυναίκας του, που ξεκίνησε πριν από 15 χρόνια. Η επιλογή τους είναι να παίζουν ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια και διασκεδάζουν με αυτό, χαίρονται πρώτα αυτοί οι ίδιοι γιατί τα αισθάνονται, τα νοιώθουν, τα αγαπάνε. Είναι ο Γιώργος Μακρής, η Φωτεινή Καράμπαμπα που παίζει μπαγλαμά και έχει και τη γενική φροντίδα όλων μας (χωρίς τη Φωτεινή θα ήμαστε «μισοί», μας νοιάζεται όλους), ο Γιώργος Χαρατσής που παίζει μπουζούκι και τραγουδάει, ο Κώστας Τρυφωνόπουλος στην κιθάρα και η Σοφία Κονταράτου στο τραγούδι.

Εμφανίζονται κάπου τακτικά; Πού μπορεί κάποιος να τους ακούσει;
Συνήθως, τη χειμερινή περίοδο από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Μάιο, παίζουν στη Μουσική Σκηνή «Μακάρι», στα Εξάρχεια, σε ένα μικρό, πολύ ατμοσφαιρικό χώρο, με απόλυτα φυσικό ήχο. Έχω παίξει αρκετές φορές μαζί τους εκεί, είναι ένας ιδανικός χώρος γι' αυτή τη μουσική. Μαζεύει κόσμο που τον αφορά αυτό που θα ακούσει.

Νέα γενιά, επικαιρότητα, μελλοντικά σχέδια

Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε ένα «κύμα» νέων καλλιτεχνών, που ασχολούνται με τη λαϊκή μουσική. Διακρίνεις γνήσιο ενδιαφέρον από τη νέα γενιά για τη λαϊκή μουσική, ή είναι μόδα της εποχής;
Όχι, δε νομίζω ότι είναι μόδα της εποχής. Σαν, ξαφνικά, να έγινε μια έκρηξη με τη λαϊκή μουσική και να παίρνει τη θέση που της αρμόζει πραγματικά. Είναι μια πολύ σπουδαία μουσική, δική μας μουσική, που αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί κάποιος και να τη μάθει. Για μένα ήταν αναμενόμενο ότι αυτό θα συνέβαινε κάποια στιγμή. Θα σου πω ένα περιστατικό: Πριν από πολλά χρόνια βρέθηκα στη Νέα Υόρκη που θα παίζαμε με μια μεγάλη ορχήστρα. Μετά τη συναυλία -πως έγινε από μόνο του!- ξεκινάει στα καμαρίνια ένα λαϊκό γλέντι, μεταξύ κάποιων μουσικών που ξέραμε λαϊκή μουσική. Υπήρχαν και καλεσμένοι από τη Νέα Υόρκη, ξένοι όχι ομογενείς, που είχαν κάποια γνώση της ελληνικής μουσικής, της λαϊκής κουλτούρας. Κάποια στιγμή μου λένε: «σας θαυμάζουμε τους Έλληνες γιατί είστε από τους λίγους λαούς που έχουν δική τους μουσική, που την ξέρετε όλοι, είναι παλιά τα τραγούδια, τα τραγουδάτε κι όλοι γλεντάτε με αυτά. Ενώ έχετε και καινούργια μουσική, με την παλιά μουσική κάτι συμβαίνει με εσάς…». Μόνο σε εμάς το αναγνωρίζανε αυτό. Έτσι, λοιπόν, καταλαβαίνω τη δυναμική που έχει αυτή η μουσική ακόμα και σήμερα και όλο και περισσότεροι νέοι ανακαλύπτουν την πραγματική διάστασή της, την ερωτεύονται και θέλουν να ασχοληθούν με αυτή, όχι επιδερμικά, αλλά βαθύτερα και πάντα σε σχέση με το παρελθόν. Και οι περισσότεροι δε θέλουν να γίνουν επαγγελματίες μουσικοί, να πάνε για μεροκάματο δηλαδή. Θέλουν μια λαϊκή μουσική παιδεία πάνω σε λαϊκά όργανα.

Η κλισέ ερώτηση που προκύπτει είναι αν θεωρείς ότι η κρίση συνετέλεσε σε αυτό. Και το ρωτάω με την έννοια ότι όλοι έχουμε συνειδητοποιήσει πλέον ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, είναι κρίση αξιών, κοινωνική. Θεωρείς ότι συνετέλεσε ώστε να οδηγήσει μέρος της νέας γενιάς σε αυτό το μουσικό δρόμο;
Εγώ δεν το συνδέω τόσο με την κρίση, όσο με το ότι ήρθε πια η εποχή αυτή η μουσική να απενοχοποιηθεί τελείως από όποιον κοινωνικό στιγματισμό, ιδιαίτερα μιλώντας για τα ρεμπέτικα της πρώτης περιόδου. Σαν λαό, πάντα μας χαρακτήριζε η σχέση μας με τη μουσική, με τη ζωγραφική, με την ποίηση, με τις Τέχνες, που ανθούσαν ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Νομίζω ότι έχει γίνει μια έκρηξη και είναι μια μορφή αντίστασης να ασχολούμαστε και πάλι με την Τέχνη. Τώρα, ήρθε η στιγμή της λαϊκής μουσικής να κάνει την έκρηξη. Πιστεύω ότι όλο και περισσότεροι νέοι ασχολούνται με τη λαϊκή μουσική γιατί περιέχει αλήθειες, κουβαλάει τις μνήμες όλων αυτών που έχουν συμβεί στο παρελθόν, γιατί παρόμοια πράγματα με αυτό που ζούμε σήμερα έχουν ξανασυμβεί. Και, βέβαια, παίζει ρόλο το ότι η λαϊκή μουσική δεν είναι πια του περιθωρίου. Τον πατέρα μου τον είχαν συλλάβει, 20 χρονών, μόνο και μόνο γιατί κρατούσε μπουζούκι. Στιγματισμένοι όλοι όσοι έπαιζαν μπουζούκι τότε…

Πιστεύεις ότι αυτή η έκρηξη θα γεννήσει κάτι;
Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα: Με το πάτημα ενός κουμπιού, όποιος επιθυμεί έχει την πρωτότυπη εκτέλεση ενός κομματιού μπροστά του, όπου κι αν βρεθεί. Έχει τη δυνατότητα να το μελετήσει, να το αναλύσει, ακούγοντας την πρώτη ηχογράφηση. Και, σιγά-σιγά, βλέπω ότι αρχίζουν και γίνονται διασκευές, οι νέοι φέρνουν τη λαϊκή μουσική στη δική τους πραγματικότητα, θέλουν να την κάνουν πιο δική τους, ίσως να την ακουμπήσουν περισσότερο με αυτόν τον τρόπο, να την αισθανθούν περισσότερο. Δε σου κρύβω ότι κάποιες από τις νέες προσεγγίσεις μου αρέσουν.

Αναφέρεσαι στις swing και στις beat διασκευές, που ακούγονται πολύ τελευταία. Μεγάλο θέμα συζήτησης, διότι από τη μια υπάρχουν αυτοί που λένε ότι αυτό το ρεύμα έχει εξοικειώσει τους νέους με τη λαϊκή μουσική, οι οποίοι δε θα είχαν αλλιώς τέτοια ερεθίσματα και από την άλλη, υπάρχουν εκείνοι που λένε ότι οι τέτοιου είδους διασκευές στρεβλώνουν το χαρακτήρα της λαϊκής μουσικής και τελικά αυτό που μένει στη νεότερη γενιά είναι λάθος. Εσύ πως το βλέπεις;
Εγώ προσωπικά είμαι λάτρης των πρώτων εκτελέσεων. Με μαγεύουν, με συγκινούν, με ανατριχιάζουν ακόμα και σήμερα. Δεν μπορώ να τα βάλω αυτά στην ίδια μοίρα, δεν μπορώ να ζυγίζω μια πρώτη εκτέλεση του Μάρκου, ή του Τσιτσάνη με κάποια διασκευή. Αν, όμως, μια διασκευή είναι η αφορμή για να οδηγηθεί κάποιος να ακούσει τελικά το έργο του Μάρκου, το έργο του Χατζηχρήστου, το έργο του Παπαϊωάννου, του Μητσάκη, του Τσιτσάνη και πολλών άλλων που θα χρειαστεί να γεμίσω ολόκληρη σελίδα για να τους αναφέρω, τότε δεν είμαι αντίθετος.

Άρα, το βλέπεις θετικά όλο αυτό που γίνεται…
Ναι, το βλέπω θετικά. Προσωπικά όμως, επαναλαμβάνω, είμαι λάτρης των πρώτων εκτελέσεων.

Πως βλέπεις την εξέλιξη αυτής καθαυτής της λαϊκής μουσικής; Θεωρείς ότι θα υπάρξει συνέχεια, ή είναι ένα στοιχείο της παράδοσής μας που δεν εξελίσσεται πια;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η λαϊκή μουσική, με τη μορφή που έχει αποτυπωθεί και καταγραφεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, θα συνεχίσει να υπάρχει. Είναι ζωντανή και την κρατάμε όλοι ζωντανή, βλέπω διαρκώς όλο και νεότερους να θέλουν να παίξουν τη λαϊκή μας μουσική. Από κει και πέρα, πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα γίνει ένα «μπαμ» και θα βγει ένα καινούργιο μουσικό ιδίωμα. Όλο αυτό με τους νέους κάπου θα οδηγήσει, είμαι σίγουρος. Δεν μπορεί να μείνουμε μόνο σ’ αυτό που έχουμε.

Είναι μια αισιόδοξη ματιά…
Ναι, έτσι είναι, πιστεύω πάρα πολύ στους νέους.

Πέρασε η μόδα με τις μεγάλες πίστες; Η ιστορία πια γράφεται στα κουτούκια και στις μικρές σκηνές;
Νομίζω ότι έρχεται σιγά σιγά μία τάξη σε όλη αυτή την αταξία που ζήσαμε. Ήρθε η εποχή να ανασυνταχθούμε, να δούμε πραγματικά ποιοι είμαστε, ποιος είναι ο δίπλα μας, με πόσους μπορούμε να μιλήσουμε, μέχρι πού ακούγεται η φωνή μας. Επανέρχεται ένα μέτρο. Ανέκαθεν, στη δική μας κουλτούρα, τα κουτούκια ήταν τόποι συνεύρεσης των ανθρώπων της γειτονιάς, των γνωστών. Ποτέ δεν ήταν μεγάλα, δεν είμαστε μια τεράστια χώρα. Είμαστε κάτι πολύ μικρό, σαφώς ορισμένο, πολύ όμορφο και αυτό νομίζω ότι συντελείται μέσα στις διαστάσεις μικρών χώρων. Ακόμα κι η μουσική που έχουμε είναι μουσική για μικρούς χώρους. Μέσα σε όλο αυτό λοιπόν, το παρεΐστικο στυλ, σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα, ζει και η λαϊκή μουσική, ζουν οι παρέες, έρχονται καλύτερα σε επαφή οι άνθρωποι μεταξύ τους, όχι σε εκείνο το αχανές, το μεγάλο, το απρόσωπο, με τα χιλιάδες ντεσιμπέλ. Δε γίνεται αυτό το πράγμα, εκεί απομονώνεσαι. Ο Έλληνας ένοιωσε την ανάγκη να κοινωνικοποιηθεί ξανά, να επικοινωνήσει αυτό που αισθάνεται, αυτό που λέει. Πού θα γίνει αυτό; Μέσα σε ένα μαγαζί που βομβαρδίζεται από χιλιάδες ντεσιμπέλ; Δε γίνεται. Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με κανέναν. Νομίζω ότι θα παραμείνει αυτό.

Αυτό που είπες με τα χιλιάδες ντεσιμπέλ, στις μεγάλες «αρένες», ξέρουμε όλοι ότι ήταν μόδα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα - και εκεί δεν υπήρχε διασκέδαση, υπήρχε, ως επί το πλείστον, εκτόνωση. Βλέπεις να έχει αλλάξει αυτό; Όσους πηγαίνουν τώρα στα κουτούκια, τους αφορά αυτό που ακούν;
Εξαρτάται από αυτούς που παίζουν, αν μιλήσουμε δηλαδή για μουσικά δρώμενα, και το τι επιτρέπει ο καθένας μας. Νομίζω ότι ένα μέρος της πίεσης που τρώει ο κόσμος καθημερινά, οπωσδήποτε τον κάνει να εκτονώνεται όταν διασκεδάζει. Η διασκέδαση, τελευταία, ίσως να είναι και πιο εκρηκτική απ ότι στο παρελθόν. Ακόμα και σε μικρούς χώρους, κάποιοι δε σέβονται αυτό που συμβαίνει, αλλά ως συνήθως γρήγορα φεύγουν. Αυτοί που μένουν το διαφυλάττουν, το φροντίζουν, το κρατούν σ’ ένα επίπεδο. Ξέρουν πού θα πάνε, ο καθένας ξέρει πού πηγαίνει και γιατί. Αυτοί, λοιπόν, που θέλουν να πάνε σε κάτι που τους κρατάει στη μοναξιά τους, ακόμα και σήμερα, έχουν αυτή την επιλογή. Υπάρχουν χώροι που μπορείς να διασκεδάζεις μοναχικά.

Ποια είναι η άποψή σου για τα μουσικά δρώμενα τώρα; Θεωρείς ότι γράφεται λαϊκή μουσική;
Λαϊκή μουσική εξακολουθεί να γράφεται, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιο να βρεθεί ένα καλό κομμάτι και δεν το λέω αυτό έχοντας αφοριστική διάθεση για το σήμερα. Απλά, είναι τέτοιος ο όγκος σε ποιότητα και ποσότητα από το παρελθόν, που δεν υπάρχει σύγκριση με το παρόν. Ως προς τα δρώμενα, σε προσωπικό επίπεδο, το χειμώνα που μας πέρασε είχα την χαρά να συμμετάσχω στη μουσικοθεατρική παράσταση που είχε θέμα το έργο και την ζωή του Γιώργου Μητσάκη, στον πολυχώρο «Διέλευση». Συνεργάστηκα με τους «Παραπεταμένους» καθώς και με τους Αννυ Λούλου, στο ρόλο της μητέρας, της γυναίκας, της ερωμένης του Μητσάκη και Αριστογείτονα Κότσα, στο ρόλο του ίδιου. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πολύ μεγάλη και έχω να πω πως πέρασα μοναδικά!

Υπάρχει κάποιος Έλληνας ή ξένος μουσικός που θα ήθελες να παίξεις μαζί του;
Νομίζω ότι έχω μια πληρότητα ως προς αυτό, γι’ αυτό με βλέπεις έτσι σκεπτικό. Θα ήθελα να είχα βρεθεί σε συνθήκες του ‘30-κάτι, μαζί με όλους αυτούς που δημιούργησαν και πρωτοπαίξανε και γράψανε. Θα ήθελα να ήμουν δίπλα τους.

Θα δοκιμαζόσουν σε άλλο μουσικό είδος, έστω και πειραματικά;
Θα σου απαντήσω ειλικρινά: Το ότι η είμαι ταγμένος στη λαϊκή μουσική, δε σημαίνει ότι δεν έχω πειραματιστεί. Έκανα πολύ μεγάλο κύκλο για να επιστρέψω ξανά από εκεί που άρχισα. Μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτό, χωρίς να σημαίνει ότι δε θα δοκίμαζα εκ νέου κάτι. Αλλά έχω δοκιμάσει τόσα πολλά, που νομίζω ότι επίσης νοιώθω μια πληρότητα.

Τι ήταν, δηλαδή, αυτό που δοκίμασες το οποίο απέχει από αυτό που κάνεις τώρα; Ποιο ήταν το ακραίο σημείο;
Να σου πω ένα ακραίο που έχω κάνει. Δε θυμάμαι ακριβώς τη χρονιά, ο Δημήτρης Συρεγγέλας με παίρνει τηλέφωνο και με καλεί να παίξω μαζί με… ποιος ήταν ο τραγουδιστής των Led Zeppelin;

Ο Robert Plant.
Με τον Robert Plant στο Ρόδον, το «Thank you», ένα κομμάτι των Led Zeppelin. Εγώ, προς στιγμήν, σάστισα, αλλά του απάντησα «Ναι… θά ‘ρθω!». Άκουσα το κομμάτι, το διασκεύασα για μπουζούκι και το παίξαμε. Θυμάμαι, έχει τελειώσει η συναυλία και λέει ο Robert Plant στο κοινό: «σας έχω μια έκπληξη!». Αποχωρεί η μπάντα του κι εμφανίζομαι εγώ με το μπουζούκι, κάθομαι στη μέση της σκηνής, παίζω ένα ταξίμι, ο κόσμος έχει παγώσει από κάτω και με κοιτάζουν όλοι περίεργα, αισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά και μετά από λίγο ξεκινάμε το κομμάτι. Στην αρχή δεν αντιδρούσαν, αλλά μόλις κατάλαβαν ότι παίζουμε το συγκεκριμένο κομμάτι έγινε πανζουρλισμός από κάτω! Άρεσε πάρα πολύ όλο αυτό. Είναι κάτι ακραίο σε σχέση με όλα αυτά που έχω κάνει, το οποίο θυμάμαι πολύ έντονα, ήταν πολύ συγκινητικό.

Είχες μιλήσει μαζί του πριν, ήξερε τι θα παίξεις;
Εκτός σκηνής, όχι. Βρεθήκαμε στο ξενοδοχείο, κάναμε πρόβα και του άρεσε πάρα πολύ ο ήχος που έβγαινε απ’ αυτό το όργανο και όπως είχα διασκευάσει το κομμάτι του. Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή για μένα.

Υπάρχει κάπου ηχογραφημένο αυτό;
Υπάρχει ηχογραφημένο, αλλά για λόγους ευνόητους απαγορεύεται να βγει έξω. Μιλάμε για ένα όνομα παγκοσμίου επιπέδου, προστατεύεται και δεν μπορώ εγώ να το κυκλοφορήσω. Ούτε επίσημα έχει κυκλοφορήσει, πάντως. Ξέρω ότι ο Robert Plant, όποτε ερχόταν στην Ελλάδα για συναυλίες, πάντα ήθελε έναν μπουζουξή για να παίξουν μαζί το συγκεκριμένο κομμάτι.

Μου είπες ότι ο γιος σου παίζει μπουζούκι. Τον προτρέπεις ή τον αποτρέπεις να ασχοληθεί με αυτό;
Τον προτρέπω στο να παίζει μουσική γενικά γιατί, εκτός από μπουζούκι, κάνει σπουδές στην κλασσική κιθάρα κι όπου νά ‘ναι τελειώνει. Είναι μουσικός. Επίσης, τον προτρέπω να μην βιοποριστεί από τη μουσική.

Και γιατί αυτό;
Γιατί καταλαβαίνω ότι αγαπάει πολύ τη μουσική. Είναι ωραίο να είναι ερασιτέχνης, με την πραγματική έννοια της λέξης. Να παραμείνει για όλη του τη ζωή ερασιτέχνης: Εραστής της Τέχνης.

Παίζετε μαζί;
Ναι, είναι πολλές οι στιγμές που έχουμε παίξει μαζί, χρόνια τώρα. Τον Δημήτρη τον ξεκίνησα εγώ, σε ηλικία 7 ετών του έδειξα τα πρώτα πράγματα.


Ο Σπύρος Γκούμας με το γιό του, τον Δημήτρη.

Πώς βλέπεις τον εαυτό σου σε δέκα χρόνια από τώρα;
Ήδη είμαι σε μια περίοδο που ξεκαθάρισα κάποια πράγματα. Επιλέγω που παίζω πια, δεν με αφορούν τα πάντα, δεν παίζω τα πάντα. Έχω κάνει μία στροφή προς τα ρεμπέτικα και τη λαϊκή μουσική. Όχι ότι δεν έπαιζα στο παρελθόν, αλλά έχω κάνει πολλές συνεργασίες έτσι ώστε να αισθανθώ μία πληρότητα και να με κάνει να πάρω κάποιες αποφάσεις μέσα μου. Μου αρέσει που διδάσκω, που έχω μια καθημερινή επαφή με τη μουσική μέσα από τη διδασκαλία, που ακούω τους ήχους των οργάνων που αγάπησα σε ησυχία, με τον πραγματικό τους ήχο, ως ακουστικά όργανα. Μου αρέσει που παίζω με τους μαθητές και αυτό με κρατάει ζωντανό. Μαθαίνω κι εγώ μέσα απ’ όλο αυτό και διαρκώς εξελίσσομαι. Δε θέλω να κάνω σχέδια σε βάθος χρόνου, αλλά κοντινά. Ένας από τους στόχους που έχω βάλει είναι να γράφω έστω και ένα κομμάτι, αν προλαβαίνω, την ημέρα, από τη λαϊκή μας μουσική, ως μεταγραφή. Να γίνεται παρτιτούρα, δηλαδή, να εγγραφεί, να παραμείνει. Κάποια στιγμή σκοπεύω να τα εκδώσω όλα αυτά. Επίσης, χρωστάω σ’ εμένα έναν ορχηστρικό δίσκο. Έχω πάρα πολλή μουσική μαζεμένη από χρόνια, που, λόγω των άλλων ασχολιών, δεν έβρισκα χρόνο να το κάνω.

Δικές σου συνθέσεις; Και γιατί ορχηστρικό; Γιατί να μην υπάρχει στίχος;
Ναι, δικές μου συνθέσεις. Δεν κατόρθωσα να βάλω στίχο ποτέ στη μουσική μου. Δεν ξέρω, ίσως έχω μια ιδιαιτερότητα στη σύνθεση, είμαι υπέρ της ορχηστρικής μουσικής. Έχω γράψει κι ένα τραγούδι, με δικούς μου στίχους. Όλα αυτά για διάφορους λόγους παραμένουν πάντα στο συρτάρι, αλλά νομίζω ότι πλησιάζει σιγά σιγά η ώρα να βγουν. Τέτοια μικρά σχέδια έχω, που είναι κοντινά. Δε θέλω να κάνω μεγάλα σχέδια, η ζωή μου έτσι είναι.

Η μουσική και η δημιουργία γενικότερα δεν πρέπει να μοιράζεται;
Πρέπει, συμφωνώ. Και έχω καταλάβει το εξής: Όταν φτιάχνεις ένα κομμάτι και το αφήνεις μέσα στο συρτάρι, στην ανυπαρξία δηλαδή, μετά από λίγο καιρό είναι σαν να μην υπάρχει. Πρέπει να βγαίνει εκείνη τη στιγμή που δημιουργείται. Εγώ έχω χάσει πολλές φορές αυτές τις στιγμές και αναζητώ την κατάλληλη στιγμή που θα θέλω πραγματικά όλο αυτό να βγει προς τα έξω.

Συνεχίζεις να μελετάς;
Όσο περνούν τα χρόνια μελετάω όλο και περισσότερο. Δηλαδή έχω αφιερώσει τη ζωή μου πάνω στη μουσική μ’ έναν τρόπο που, μέσα από τη διδασκαλία, πολλές φορές χρειάζεται να ξαναδώ, να εξετάσω, να θυμηθώ κάποια κομμάτια. Είναι μια διαρκής ενασχόληση σε καθημερινό επίπεδο. Παίζω αρκετά με τους μαθητές μου, κάνω καταγραφές κομματιών, μεταγράφω κομμάτια, ιδιαίτερα τα παλιά λαϊκά, τις πρώτες εκτελέσεις.

Η μελέτη σου έχει να κάνει με το θεωρητικό κομμάτι μόνο, ή είναι και πάνω στο όργανο;
Φυσικά και είναι πάνω στο όργανο. Ακόμα και σήμερα μελετάω τα μακάμια, τους δρόμους... Είναι κάτι ατελείωτο αλλά φτάνει σε ένα όριο στο μπουζούκι, δεν μπορεί να πάει σε μεγαλύτερο βάθος, όπως π.χ. με το ούτι. Το μπουζούκι είναι ένα όργανο το οποίο έχει πεπερασμένες δυνατότητες για αυτή τη μουσική. Όχι, όμως, με την έννοια του ότι όλα όσα θα μπορούσαν να έχουν γίνει, έχουν γίνει, αλλά ότι το μπουζούκι δεν το αφορούν όλα τα μακάμια.

Αν υπήρχε ένα πεδίο στο οποίο θα ήθελες να εμβαθύνεις περισσότερο ακόμη ή και να εξελιχθείς ως μουσικός, ποιο θα ήταν αυτό;
Ειλικρινά θέλω πολύ –κι είναι ένας από τους βασικούς λόγους που μελετάω- να βρω τον αφαιρετικό τρόπο που έπαιζαν στις πρώτες εκτελέσεις, όσοι δημιούργησαν το πρώτο Πειραιώτικο ρεμπέτικο και λίγο μετά, το μεταπολεμικό. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό και πάνω σ’ αυτό εργάζομαι πάρα πολύ, μανιωδώς την τελευταία δεκαετία. Κι όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο.

Γυρίζεις δηλαδή στις ρίζες…
Ναι, εκεί βρίσκω την ουσία και την αλήθεια όλης αυτής της μουσικής.

Βέβαια, η μουσική είναι ζωντανή και δεν μπορείς να αγνοήσεις το πώς εξελίχθηκε μεταγενέστερα. Έχοντας αυτή τη γνώση, δεν είναι πιο δύσκολο να ξαναγυρίσεις στις ρίζες της; Υπό την έννοια ότι, τότε που παιζόταν με αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήξερε τι θα ακολουθήσει, δεν υπήρχε η γνώση αυτή που έχεις εσύ τώρα…
Λοιπόν, πάνω σ’ αυτό έχω να απαντήσω το εξής: Την περασμένη χρονιά κάναμε ένα αφιέρωμα με τους «Παραπεταμένους» και την Κατερίνα Βλάχου στον Μπαγιαντέρα, τον Δημήτρη Γκόγκο, έναν συνθέτη κυρίως προπολεμικό. Αυτός ο άνθρωπος έχει αφήσει ένα έργο σε τέτοιο επίπεδο που, όταν άρχισα να το μελετάω και να ανακαλύπτω τι έχει γράψει και τι έχει παίξει, είναι σαν να έχει προλογίσει τι θα γίνει. Πολύ συχνά ανακαλύπτω ότι αυτό που νομίζουμε σήμερα ότι είναι πρωτότυπο, έχει γίνει πριν. Αλλά θέλει έρευνα, η λαϊκή μουσική είναι ακόμα ανεξερεύνητη. Ο συγκεκριμένος συνθέτης είναι πολυσχιδής, έχει γράψει όλα τα είδη, ό,τι θα μπορούσε να γίνει με τη λαϊκή μουσική και λειτούργησε σαν ένας πρόλογος στο τι θα ακολουθήσει. Νομίζω ότι δεν του έχει αποδοθεί αυτό που του αξίζει.

Υπάρχει άλλο είδος μουσικής που σου αρέσει να ακούς;
Ακούω παραδοσιακές και λαϊκές μουσικές απ’ όλο τον κόσμο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχω ακούσει κλασσική μουσική, ή ότι δεν μ αρέσουν πιο σύγχρονα είδη μουσικής, όπως η rock. Αλλά παρόλα αυτά, όταν πρωτο-έφτασε η rock μουσική στα Καμίνια, μού φαινόταν πολύ «λίγη» συγκρίνοντάς την με αυτόν το μουσικό πλούτο που είχα μέσα στ’ αυτιά μου. Συνολικότερα, η μουσική είναι μια κατάσταση που λειτουργεί συναισθηματικά πάνω μου, στο θυμικό, δηλαδή, εντελώς. Δεν μπορώ να πω ότι κάθε μέρα ακούω συγκεκριμένο είδος μουσικής, αλλά τα τελευταία χρόνια έχω κάνει μια βουτιά στη δική μας μουσική και ακούω μόνο αυτή. Δε θέλω να χάνω χρόνο. (γελάει)

Μια τελευταία ερώτηση: Πώς θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου με μία λέξη;
Όσο και να σου φανεί παράξενο, πιστεύω ότι θα μπορούσα να κάνω περισσότερα πράγματα. Ίσως είμαι πολύ απαιτητικός από τον ίδιο μου τον εαυτό, αυτή είναι η λέξη. Θέλω πάντα να εμβαθύνω όσο γίνεται σε αυτό που κάνω και δεν είμαι σίγουρος ότι το κάνω στο 100%. Mε κριτικάρω αυστηρά, πολύ συχνά.

Και πώς θα χαρακτήριζες τη λαϊκή μας μουσική με μια λέξη;
Το «όλον». Εκεί βρίσκεις τα πάντα, δεν υπάρχει κάτι που να μην έχει περιγράψει η λαϊκή μας μουσική. Είναι μια μουσική που δημιουργήθηκε από τους απλούς ανθρώπους, η οποία για μένα έχει την ίδια διάσταση όπως το δημοτικό τραγούδι. Περιγράφει τη ζωή των ανθρώπων.

Σπύρο, ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο που διέθεσες.
Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ. Είναι μεγάλη τιμή για μένα, το λέω ειλικρινά αυτό, να μιλάω σε ένα ιντερνετικό περιοδικό, όπως η κλίκα, που ασχολείται σοβαρά και «καθαρά» με τη λαϊκή μας μουσική.

Σπύρος Γκούμας «Παραπεταμένοι» Ρεμπέτικο σεμινάριο στη Σκύρο

Απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια κειμένου: Νάσια Σωτήρχου

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

78 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα