χρονογραφήματα

σταχυολογώντας απόψεις παρεμβαίνουμε στην καθημερινότητα
έχουμε να πούμε πολλά και καμιά φορά μας η ζωή μας στρίβει και τη βίδα...
 

Διέσχισε το γεμάτο λακκούβες και σκατά οικόπεδο και προχώρησε προς τη μισάνοιχτη πόρτα του παραπήγματος που έπαιζε το ρόλο του εργαστηρίου φωτεινών επιγραφών. Ο Ινδός βοηθός έξυνε με πάθος το πλαστικό κάλυμμα αυτού που στο τέλος θα γινόταν επιγραφή μεγάλου πολυκαταστήματος, στο οποίο δε θα είχε ποτέ την τύχη να μπει ως πελάτης. Ο Βαγγέλης, ο σκύλος που οι εργάτες είχαν περιμαζέψει, προσπαθούσε σε μία γωνία να στριμώξει μία αδέσποτη σκύλα που είχε βρεθεί εκεί από πείνα.

«Σκύλα με έκανες και λιώνω» σκέφτηκε, χαμογέλασε στον εαυτό του και προχώρησε προς το κέντρο του εργαστηρίου. Έψαξε με το βλέμμα του τον κυρ-Θόδωρα, τον εργοδηγό με τα τέσσερα δόντια, αλλά δεν τον συνάντησε πουθενά. Η χοντρή υπάλληλος, την οποία σε ένα νεορθόδοξο παροξυσμό ο πατέρας της είχε βαφτίσει Πουλχερία, ξεπρόβαλε από την πόρτα και τον κοίταξε διερευνητικά. «Θέλεις κάτι;» έφτυσε μέσα από τα αραιά της δόντια. «Την ησυχία μου» σκέφτηκε, ψέλλισε μία βιαστική δικαιολογία και προχώρησε προς τα ενδότερα. {mosimage}Μέσα από το βόμβο των μηχανών προσπαθούσε να εντοπίσει την πηγή του ήχου που τον ώθησε να μπει μέσα στο βρώμικο χώρο. Δύο μήνες τώρα, κάθε μεσημέρι, με βροχή ή με ήλιο, ένας γνώριμος οξύς και ακατέργαστος ήχος του τρύπαγε τα αυτιά, έμπαινε στο ζαλισμένο από τις σκοτούρες μυαλό του και κατέβαινε ίσα με την καρδιά. Μία ταχυπαλμία τον έπιανε λες και του έκαναν ηλεκτροσόκ. Κάτι ανεξήγητο που δεν μπορούσε να τον αφήσει ήσυχο. Σήμερα, όταν το ξανάκουσε, αποφάσισε ότι ήταν καιρός να ψάξει. Δεν πήγαινε άλλο... «Τέλεις κάτι μάστορά μου;» τον ξύπνησε από την υπνοβασία μία φωνή. Είχε προχωρήσει μέχρι το βάθος της αίθουσας, όπου ένας αδύνατος Πακιστανός έκοβε με το οξυγόνο ένα μαύρο και λαδωμένο φύλλο λαμαρίνας. Κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Έτσι μελαψός και ιδρωμένος έμοιαζε ο ίδιος με προέκταση της λαμαρίνας που έκοβε. «Ναι μάστορα», είπε αποφασισμένος. «Τι είναι αυτή η μουσική, από πού ακούγεται;» ρώτησε την παράξενη φιγούρα. Ο τεχνίτης έβγαλε τα μεγάλα φιμέ γυαλιά και έδειξε μέσα από το λιγδωμένο του γάντι. Σαν τον ηλίθιο κοίταξε πρώτα το δάκτυλο, ακολούθησε τη νοητή πορεία στον αέρα και ακούμπησε το βλέμμα του πάνω σε μία ξεχαρβαλωμένη ντουλάπα.

Εκεί ήταν! Ένα παλιό κασετόφωνο, που κάποτε ο ιδιοκτήτης είχε αγοράσει ευκαιρία στο Μοναστηράκι, εξέπεμπε αυτόν τον τραχύ ήχο αγκομαχώντας σε κάθε στροφή της κασέτας. Το κοίταξε με το στόμα ανοιχτό και προχώρησε προς το μέρος του. «STAR» διάβασε τη μάρκα δυνατά. Πήγε να πατήσει το «stop» αλλά σταμάτησε. «Μπουζούκι γλέντι του ντουνιά....» τον αιφνιδίασαν οι ανοιχτές του μπουζουκιού. «Έχει γκολλήσει» είπε ο μάστορας. «Το γκασέτα ντεν βγκαίνει» ξανάπε, κατέβασε τα γυαλιά του και άρχισε να ξανακόβει τραγουδώντας δυνατά μαζί με το κασετόφωνο για τους τρελαμένους μάγκες.

Δεν τον άκουσε. Το κασετόφωνο έπαιζε για ...νιοστή φορά το ίδιο τραγούδι. «Ο Μάρκος είναι ακόμα εδώ» σκέφτηκε. Κοίταξε για άλλη μία φορά το χώρο και στράφηκε προς την έξοδο.

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!