χρονογραφήματα

σταχυολογώντας απόψεις παρεμβαίνουμε στην καθημερινότητα - έχουμε να πούμε πολλά και καμιά φορά μας η ζωή μας στρίβει και τη βίδα...

Κυριακή μεσημέρι ενός τυπικού ελληνικού καλοκαιριού. Οι Αθηναίοι έχουν φάει τα παϊδάκια τους στα βλάχικα και οι κοιλιές τους φτάνουν μέχρι το τιμόνι. Κατηφορίζοντας την παραλιακή η άσφαλτος κολλάει και αναδίνει εκείνη την καλοκαιρίλα που οσμίζεσαι όταν περπατάς στη Σταδίου μεσημεριάτικα, σαν την κόλαση αδερφούλη μου, ζεστή καυτή να περνά από δίπλα σου και τον ιδρώτα να τον νιώθεις κρύο, τόσο πολύ που βρίζεις την ώρα που δεν κάθισες στο σπίτι σου.

Σε αυτή την κόλαση χωμένος είναι και ο Νίνος, κολλημένος στο τιμόνι του μονολογεί για την κακιά του τύχη που τα ψάρια του τρώνε τη ζέστη της αρκούδας στο φορτηγάκι του. Ναι, ο Νίνος είναι ψαράς και ψαράς από τους λίγους. Καταφερτζής με το αγκίστρι, ξέρει να δολώνει, ξέρει να καμακώνει, να χτυπάει στα βράχια το θεριό που βεντουζάρει, ένας ψαράς με τα ούλα του (και με τα δόντια του).

Με ένα μόνο δεν τα καταφέρνει και δεν του βγαίνει του φουκαρά του Νίνου τώρα τελευταία: Η συναναστροφή με το άλλο φύλο. Και είναι μονίμως σκασμένος διότι χωρίς τη γκόμενα του λείπει το κοκό, του λείπει εκείνο που βλέπει στην ΤV και του τρέχουνε τα σάλια. Ειδικά όταν έχει το Fame Story, ο Νίνος κάμει σαν παιδί βλέποντας την Τάττυ να λικνίζεται και να χαριεντίζεται με τους παίκτες. Όλα τα ξέρει στην ΤV o Nίνος, γνήσιο παιδί Ελλήνων γονιών, που μετά τον πόλεμο δεν ήθελαν τίποτε άλλο παρά να χώσουν τα ονείρατά τους σε ένα σπιτάκι 70 m2 και τα κατάφεραν οι αθεόφοβοι και το αγόρασαν το διαμερισματάκι στην Κυψέλη και σκαρώσανε και το Νίνο και όλα πηγαίνανε μια χαρά. Αγόρασαν και έγχρωμη τηλεόραση, αυτοκίνητο, πλυντήριο και έκαναν ένα κοπάδι όνειρα για το Νίνο. Μόνο που ο Νίνος, καλό παιδί δε λέω, αλλά τα γράμματα δεν τα ήθελε και πολύ. Έβγαλε κουτσά-στραβά το Λύκειο, γνώρισε μία κυρά από την Κάσο μεγαλύτερή του κατά 10 χρόνια, τον πήρε μαζί της νιαρούδι όπως ήτανε, τον ξέβγαλε και στη συνέχεια τον παράτησε στο νησί και έφυγε. Τι να κάμει και αυτός, αφού για γόης δεν περνούσε άλλο, βάλθηκε να μάθει να ψαρεύει και τα κατάφερε με το παραπάνω. Γύρισε στην Αθήνα και άρχισε να εξασκεί την τέχνη του. Αυτός ήταν ο Νίνος, άντρας κανονικός μα ελαφρόμυαλος, ευκολόπιστος και προπάντων αγαπησιάρης.

Σήμερα είχε ραντεβού με την Πήσπα, μία νταρντάνα γυναίκα, μπαλκονάτη, ραφιναρισμένη, που περνούσε από την κόλλα του κομμωτηρίου κάθε Δευτέρα και Παρασκευή παρακαλώ και έριχνε τα δίχτυα της σε ψάρια σαν το Νίνο κάθε Πέμπτη για να περνά καλά το Σαββατοκύριακο. Όχι τίποτις κακό, μην πάει ο νους σας σε έρωτες και κρεβάτια, αλλά να μωρέ την έβρισκε η Πήσπα όταν πήγαινε στο first class ρεστωράν με το μαλλί το δήθεν. Το έπαιζε στριφτά και ας ήτανε από τα Καμίνια, γόνος ενός μέθυσου και μπουρδελιάρη ταβερνιάρη και μιας κυράτσας δυτικών προαστίων. Ήξερε καλά το νάζι, τη δούλευε τη γυναικεία φύση, αλλά αυτή δεν την προίκισε μόνο με χαρίσματα.

Το μεγάλο πρόβλημα της Πήσπας ήτανε η μύτη της. Μία μύτη δύο στρέμματα αδερφάκι μου, με ρουθούνια που ανοιγοκλείνανε, πλατιά, σαν δύο μεγάλες πρέσες. Και το χειρότερο ήτανε το συνάχι της. Ποτάμι όταν άρχιζε, υδρορροή σε μεγάλη καταιγίδα όταν τελείωνε. Κολλούσε και ξεραινόταν στο πλάι το υγρό και έμοιαζε με ξερά δάκρυα που βγαίναν από ...τη μύτη. Σήμερα όμως η Πήσπα δεν είχε συνάχι και γι’ αυτό ήτανε ευτυχισμένη. Είχε γνωρίσει το Νίνο σε κάτι βαφτίσια και του έριξε τα δίχτυα όταν βρέθηκαν στο τραπέζι του φαγητού. Κι ο Νίνος τσίμπησε διότι ήτανε 3 χρόνια χωρίς θηλυκό κι ας μην του άρεσε η ρινική απόληξη. Αλλά υπήρχε και άλλο ένα μικρό πρόβλημα με την Πήσπα. Ήξερε τα πάντα για τη Βούλα τη Δίσσυ, για το Σάκη το Βουρά, το Φοίβο και την Αθηνά και όλο το κακό συναπάντημα, αλλά είχε εγκέφαλο κατσίκας, λες και έτρωγε μόνο βαμβακόπιττα από μικρή. Νιάναρο ήταν ακόμα και έπιανε κάτι φοβερά ποσοστά μπροστά στην ΤV, εικοσάωρα καθημερινά και βάλε, έβγαλε τη πρωτοβάθμια με άριστα πέντε (έτσι της λέγανε) οπότε έδεσε το γλυκό.

Αλλά και το όνομά της, χάρμα να τ’ ακούς. Τη μία της τη γιαγιά τη λέγανε Πηνελόπη, θεός σχωρέστην, ενώ την άλλη Ασπασία και είπε η μαμά της να τη βγάλουνε Πήσπα. Ο νονός της, μόνιμος ξενύχτης που τα ’χωνε στη Νεράιδα κάθε βράδυ, δέχτηκε αμέσως. Ο πρώτος παπάς που το άκουσε τους έστειλε στο διάολο, ενώ ο δεύτερος σταυροκοπήθηκε και άρχισε το τροπάριο της χαλασμένης κοινωνίας. Στον τρίτο παπά άρεσε κρυφά αλλά τους έδιωξε ευγενικά. Ο τέταρτος ήτανε ο τυχερός. Πέταξε από τη χαρά του διότι ήταν και αυτός καλλιτέχνης πράμα, που ήξερε από τέτοια και τη βάφτισε τη μικρούλα... Αυτή ήτανε η Πήσπα με την οποία είχε ραντεβού ο Νίνος ο ψαράς. Να μην υπήρχε το κεφάλι και όλα τ’ άλλα θα ήτανε υπέροχα...

...Το ραντεβού είχε οριστεί για τις 7.00 το απόγευμα και ο Νίνος ήθελε οπωσδήποτε να πάει στο σπίτι του πριν τις 5.00. Για να βγάλει από τα χέρια του τη μυρουδιά του ψωλιόγκου ήθελε μία ώρα περίπου. Έφτιαχνε ένα μίγμα από χυμό λεμονιού, ξυδιού, έβαζε 10 σταγόνες αιθέριου έλαιου και το ζέσταινε όσο να πάρει μία βράση. Στη συνέχεια βούταγε τα χέρια του στο μίγμα και περίμενε υπομονετικά. Του έφευγε κάπως η μυρουδιά του ψωλιόγκου, αλλά γέμιζε λεμονίλα. Στη συνέχεια έριχνε και λίγο από το μίγμα στις μασχάλες του διότι το πλύσιμο με νερό δεν το συμπαθούσε και πολύ ο Νίνος και στο τέλος μύριζε σαν την κολόνια «Μυρτώ» που βάζαμε με τη σέσουλα όταν ήμασταν μικροί.

Ξεκόλλησε από το μποτιλόδρομο και έφτασε τελικώς στο σπίτι του ο Νίνος ασθμαίνοντας στις 5.30 το απόγιομα. Τα ψάρια τα έβαλε κακήν κακώς στο ψυγείο και έτρεξε να φτιάξει το μίγμα, αλλά λεμόνια πουθενά. Βλέπεις ελλείψει θηλυκού η οικοκυρικές σκοτούρες έδιναν και έπαιρναν στο σπίτι του Νίνου. «Φτού και πάλι φτου» σκέφτηκε. Και τώρα τι κάνουμε; Ένιψε τα χέρια του με Αva, με skip (αυτό με τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων), με Roll και με Tide ΖΚ, ξανά και ξανά-μανά, μα τίποτα. Βγαίνει η μυρουδιά του ψωλιόγκου από τα χέρια; Ε... δε βγαίνει. Στο τέλος απόκαμε και κάθισε στην πολυθρόνα, έβαλε την αγαπημένη του Πανδή στο CD player και άρχισε τις μαύρες σκέψεις... Ε ρε και θα με πάρει χαμπάρι ότι βρωμάω σαν ψαροχαβούζα, εεεέ, βέβαια με τέτοια μύτη πρέπει να πιάνει όλες τις μυρουδιές από απόσταση τουλάχιστον ενός χιλιομέτρου και πράγματι η Πήσπα δε σήκωνε πολλές-πολλές μυρουδιές μιας και η τεράστια μύτη της δεν τη γελούσε ποτέ.

Η ώρα πέρασε και έφτασε κοντά στις 7.00. Ο Νίνος ντύθηκε, νίφτηκε με ροδόνερο -τρομάρα του- που είχε αγοράσει από τον μπακάλη της γειτονιάς και με την ελαφριά μυρουδιά του ψωλιόγκου ξεκίνησε για το ραντεβού του με την Πήσπα. Στο δρόμο σκεφτότανε πώς θα αντιμετώπιζε τις ερωτήσεις της Πήσπας για τη μυρουδιά. Έφτασε στο ραντεβού ένα λεπτό πιο πριν και η Πήσπα δεν άργησε να φανεί.

- Γεια σου Ντίνο...
Κουφάθηκε ο Νίνος.

- Όχι Ντίνο, Πήσπα. Νίνο με λένε, έσπευσε αμέσως να διορθώσει.
- Εμμμ, γεια σου Νίνο. Μήπως σου μυρίζει τίποτα;
Ο Νίνος έκανε πως δεν άκουσε.
- Πολύ ωραίο το φόρεμα που φοράς, ανταπάντησε ο Νίνος, μήπως και ξεχαστεί η Πήσπα, αλλά αυτή εκεί.
- Βρε συ Νίνο κάτι μου μυρίζει και εγώ δε γαργαλιέμαι... (γελιέμαι ήθελε να πει).
- Τι σου μυρίζει Πήσπα; Τι σου μυρίζει και σου γαργαλάει τη μύτη;
- Να κάτι σαν τσιτούρα, κάτι σαν φαγκρί, δεν ξέρω.
- Α δεν είναι τίποτε. Είχα πάει στο φίλο μου τον Νικόλα τον ψαρά να δω τι κάνει και ξέρεις, θα ακούμπησα τσιπούρα, έσπευσε να ανταπαντήσει ο Νίνος τονίζοντας το Πι στην τσιπούρα.
- Μη μου πεις. Α πα πα, δεν τους μπορώ καθόλου τους ψαράδες, μου βρωμάνε ψωλιόγκο.

Κεραμίδα βάρεσε τον Νίνο. Όχι μόνο δεν ήθελε τους ψαράδες αλλά ήξερε και τον ψωλιόγκο.

- Τι είναι αυτό το ψωλ... ψέλλισε ο Νίνος.
- Ψωλιόγκο το λένε, απάντησε κοφτά η Πήσπα, λες και δόλωνε παραγάδι καθημερινά. Κάποτε τα είχα με ένα ψαρά και όλο μου έλεγε: «Πήσπα μου, Πήσπα μου θες να γνωρίσεις τον ψωλιόγκο μου;», ώσπου μια μέρα έφερε ένα μακρύ, ένα μέτρο ψάρι που χτύπαγε τον πισινό του, μία πάνω, μία κάτω, βρώμαγε και έβγαζε λευκό αφρό από το στόμα. «Τι είναι αυτό βρε Μάκη μου» τον ρώτησα και μου απάντησε γελώντας ότι είναι ένα είδος ψωλιόγκου που μοιάζει με αυτόν που μου έλεγε. Από τότε σιχάθηκα και τους ψωλιόγκους και τους ψαράδες και τον Μάκη.

Ο Νίνος το έβλεπε. Το κλίμα ήτανε βαρύ για τους ψωλιόγκους και για τους ψαράδες που μύριζαν ψωλιόγκο, άρα και γι’ αυτόν. Το περπάτημα τους οδήγησε στην άλλη άκρη του δρόμου και κάθισαν οι δύο τους στο παγκάκι. Η συζήτηση είχε ζωηρέψει για τα καλά και ο Νίνος ένιωθε στριμωγμένος. Ένας Νιγηριανός που πουλούσε κλεμμένα CD πέρασε και τους διέκοψε. Ο Νίνος άδραξε την ευκαιρία να γυρίσει τη συζήτηση στη μουσική.

- Πήσπα, τι μουσική ακούς;
- Μα την Βαννούλα ακούω τη Δίσσυ, θέλει και ρώτηξη;
- Δεν ακούς Γανδή; Ανταπάντησε ο Νίνος.
- Τι λες βρε Νίνο. Αυτό το ξώπλατο θα ακούσω, αυτό το άμουσο πλάσμα, που πήγε και παντρεύτηκε το Ντέμη το Ρούσσο;
- Εννοείς τον Ντέμη Νικολαΐδη.
- Μπα, από πότε ο Ντέμης Ρούσσος έγινε Ντέμης Νικολαΐδης;
- Μα τι λες βρε Πήσπα, εγώ ένα Νικολαΐδη ξέρω, τον Ντέμη, τον ποδοσφαιριστή.
- Άσε μας ρε Νίνο που θα μας πεις ότι δεν ξέρω ποιος είναι ο Ντέμης Νικολαΐδης. Τι νόμιζες, δε διαβάζω τα περιοδικά, δε βλέπω την Τατιάνα και τις λοιπές εκπομπές; Να ήξερες και μόνο να ήξερες. Εμένα που με βλέπεις η AGB μου έδωσε το βραβείο της ανοικτής τηλεόρασης διότι είχα την τηλεόραση ανοικτή 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 365 μέρες το χρόνο.

Της ανοικτής παλάμης έπρεπε να σου δώσουν σκέφτηκε ο Νίνος που κι αυτός παιδί της τηλεόρασης ήτανε αλλά δεν έκανε έτσι...

- Μπα και δεν κάηκε; Ρώτησε χαμογελώντας ο Νίνος;
- Η δικιά μου η τηλεόραση δεν καίγεται διότι είναι τηλεόραση κλάσματος. Είναι γεμάτη από ένα αέριο μου είπανε οι πωλητές που λέγεται κλάσμα...
- Δηλαδή πόσα κλάσματα έχει; Καμία ρίζα δεν περιέχει; Ρώτησε ο Νίνος σχεδόν σκάζοντας στα γέλια, εντυπωσιασμένος και αυτός από τον εαυτό του που θυμήθηκε κάτι από τα μαθηματικά.
- Τι λες βρε Νίνο; Έχουν οι τηλεοράσεις ρίζες; Ας γελάσω. Χα, χα, χα. Ρίζες έχουν μόνο τα φυτά και τα δέντρα.

Ο Νίνος είχε καταλάβει ότι η Πήσπα είχε ένα μυαλό που έμοιαζε περισσότερο με τραχανόσουπα, ενώ το IQ της πλησίαζε αυτό του ρεβιθιού. Τι να κάμει και αυτή, λογικό ήτανε. Τόση τηλεόραση που είχε δει, της είχε κάνει και πρόπλυση και πλύση στους 100 βαθμούς και οι νευρώνες της μάλλον είχαν ξεκολλήσει και ατροφήσει από την αχρηστία. Οι ανάγκες όμως πάνω απ’ όλα, ήταν δύσκολα τα χρόνια του Νίνου χωρίς θηλυκό.

- Σου αρέσει το Fame story; Ρώτησε ο Νίνος θέλοντας να φέρει το παιχνίδι ξανά στο γήπεδό της, μήπως επωφεληθεί και κάνει κάτι και αυτός με τον ψωλιόγκο του.
- Τρελλαίνομαι, τρελλαίνομαι, έκαμε η Πήσπα και αναπήδησε σαν να την τσίμπησε τρελή σφήκα. Περισσότερο μ’ αρέσει ο Πάνος! Τι χορευτής, τι άντρας τι ταλάντευση, τι συναίσθημα και αίσθημα, αλλά και ο Νύχτας, τι σκοτεινό μαλλί, τι πάθος για το ωραίο, το μοιραίο, το αντρικό! Νίνο θέλω να σου τραγουδήσω, θέλω να γίνει του Περικλέους, αναφώνησε η Πήσπα και χωρίς να πει άλλη λέξη άρχισε να τραγουδά με φωνή τσιριχτή.

Ο Νίνος που νόμισε ότι άκουσε την Πήσπα να λέει: «θέλω να γίνει του πέους» (εμ, ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται...) είχε ανάψει. Έβαλε το χέρι του με μία κίνηση στο πόδι της. Αυτή το τράβηξε αμέσως και μονομιάς ένα αστραπτερό χαστούκι προσγειώθηκε στο μάγουλο του Νίνου. Τα ρουθούνια της Πήσπας ανοιγόκλεισαν σαν του ταύρου και με μια σπρωξιά πέταξε το Νίνο κάτω από το παγκάκι. Ο Νίνος ένιωσε την προσβολή σαν να τον χτυπά το εναλλασσόμενο ρεύμα που διαρρέει την τοστιέρα του. Το κόκκινο έβαψε το πρόσωπό του και το μουστάκι του τεντώθηκε από την υπερένταση. Κάτι γέλια ακούστηκαν από το διπλανό παγκάκι, σημάδι ότι όλα ήτανε γνωστά. Σηκώθηκε χωρίς κουβέντα και κάθισε ξανά στο παγκάκι τινάζοντας τα ρούχα του από το χώμα. Αν τον έπιανες από το μύτη σίγουρα θα έσκαγε.

- Μα δε μου λες είσαι τρελή; Φώναξε ο Νίνος προς το μέρος της.
- Αν είμαι εγώ τρελή, εσύ είσαι ανώμαλος και γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη μεριά.

Ο Νίνος κατάλαβε ότι όχι μόνο κοκό δε θα είχε αλλά και ξύλο θα έτρωγε έτσι όπως πήγαινε. Η Πήσπα ήτανε ικανή να τον καταγγείλει στον πρώτο αστυνόμο που θα έβλεπε μπροστά της. ’σε που αν βρισκόντουσαν σε κανένα κρεβάτι (λέω τώρα) η μυρουδιά του ψωλιόγκου, του ζωντανού και του νεκρού, θα πλημμύριζε τη μύτη της Πήσπας και τα πράγματα θα γινόντουσαν ζόρικα και άγνωστα για το Νίνο. Η λύση ήτανε μία. Να φύγει και μάλιστα γρήγορα.

- Φεύγω Πήσπα, μου την έσπασες, αναφώνησε ο Νίνος και έκαμε να φύγει.
Από πίσω άκουσε την Πήσπα:
- Στα τσακίδια ανώμαλε, που βρωμάς ψωλιόγκο από δύο χιλιόμετρα μακριά... (άλα της εμβέλεια η μύτη της Πήσπας!).

Ο Νίνος απομακρύνθηκε γρήγορα. Έφτασε στο σπίτι του, μπήκε μέσα στο δωμάτιο, άνοιξε το παράθυρο και πέταξε την τηλεόραση από τον 3ο όροφο που ήταν, στον ακάλυπτο. Κοντοστάθηκε για ν’ ακούσει το τσαφ του σπασίματος και με μία ευχαρίστηση κάθισε στον καναπέ του. Μύρισε τα χέρια του για μία ακόμη φορά (στην ουσία του άρεσε η μυρουδιά του ψωλιόγκου) και στη συνέχεια έβαλε το ραδιόφωνο που έπαιζε Γρηγόρη Μπιθικώτση. Γλυκές σκέψεις ήρθαν πάλι στο νου του Νίνου. Η ψυχή του αγαλλίασε. Ήτανε σίγουρος ότι πολλά πράγματα δεν πηγαίνανε καλά στη ζωή του διότι αναγκαζόταν να τρέχει, να ντύνεται, να μιλάει, να τραγουδάει όπως όλοι εκείνοι μέσα στο χαζοκούτι. «Ε ρε, μία διαφήμιση είμαστε όλοι» σκέφτηκε και αποκοιμήθηκε υπό τους ήχους του ταξιμιού...

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

53 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα