χρονογραφήματα

σταχυολογώντας απόψεις παρεμβαίνουμε στην καθημερινότητα
έχουμε να πούμε πολλά και καμιά φορά μας η ζωή μας στρίβει και τη βίδα...
 

Υπάρχουν κάτι τύποι που μοιάζουν να μην κολλάνε πουθενά, σαν να βγήκαν από κανα βιβλίο ή ακόμα καλύτερα από καμιά φωτογραφία εποχής για να κάνουν την τσάρκα τους σ' αυτόν το χρόνο αταίριαστοι και διαφορετικοί. Έτσι ήταν κι ο Ηλίας. Παράξενο τραίνο! Δε φόραγε ποτέ τα ρούχα που συνήθιζε ο κόσμος της εποχής του, αλλά κάτι παντελόνια παλιομοδίτικα, πάντα με πουκάμισο και παπούτσι σκαρπίνι.

Αν πεις για αυτοκίνητο, εκεί πια δεν του έβρισκες ταίρι! Με ένα παλιό Ενεσού τριγυρνούσε και συνεχώς κινδύνευε να του το πάρουν οι σκουπιδιάρηδες του δήμου που μαζεύουν τα παρατημένα. Τεμπέλης δεν ήταν όμως ο Ηλίας. Όποτε έβρισκε ένα μεροκάματο τρέχοντας πήγαινε, πότε εδώ πότε εκεί, καμιά οικοδομή, κανα σερβιτοριλίκι, κουτσά-στραβά την έβγαζε. Τα χρειαζούμενα να βγαίνουνε, τα δέοντα που λέγανε και οι μάγκες. Τα αφεντικά όμως δεν τα πολυγούσταρε και συνεχώς τον σχολάγανε από τις μπατιροδουλειές που τραβιότανε. Είχε σπουδάσει στο Μετσόβιο ο Ηλίας, χημικός μηχανικός, αλλά το πτυχίο δεν το πήρε ποτέ γιατί, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, «μόλις μπλέξεις στο παιχνίδι γίνεσαι σαν τα μούτρα τους».

Πού τον έχανες πού τον έβρισκες σε κάτι παλιατζίδικα να γυρνάει και σε παλιά καφενεία, γεμάτα γέρους, να παίζει κανα τάβλι και να διαβάζει εφημερίδες ώρες ατέλειωτες. Ήθελε πάντα να ξέρει τι συμβαίνει γύρω του, τα πολιτικά, τους νόμους, τις απεργίες, τα αθλητικά, βελόνα δεν άφηνε να πέσει κάτω. Κουβέντα δεν έβγαζε εύκολα. Τι να πει κιόλα στο καφενείο; Οι γέροι μονίμως δυο πράγματα συζητούσαν: πόσο λίγη είν' η σύνταξη και πόσο ακριβά είναι τα φάρμακα και ο Ηλίας σιχαινότανε και τη σύνταξη και τα φάρμακα. Έμενε μόνος του, εδώ και χρόνια σ' ένα προσφυγικό στη Νίκαια, μισογκρεμισμένο που κινδύνευες για ν' ανέβεις τη γέρικη σκάλα του. Ο Ηλίας όμως ανάλαφρος όπως ήταν -καμιά εξηνταριά κιλά τα 'πιανε δεν τα 'πιανε κι αυτά την άνοιξη που είχε δουλειά η οικοδομή και έτρωγε κάθε μέρα- δε «μάσαγε».

Το σπίτι τό 'χε πατρικό, μοναδική θύμηση από τους δικούς του ανθρώπους που έλειπαν όλοι από χρόνια. Πατέρα δε γνώρισε, παρά μόνο από κάτι φωτογραφίες ασπρόμαυρες που έβγαζαν οι πλανόδιοι φωτογράφοι. Είχε μια που τη φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού, οι δυο τους με τον πατέρα, αυτός μωρό με ένα καπελάκι άσπρο και φουστάνια, γιατί βάζανε και στα αγόρια μωρουδιακά φουστανάκια παλιά και από δίπλα ο συχωρεμένος κορδωτός σαν γύφτικο σκεπάρνι με ένα ρεπούμπλικο και γραβάτα μαύρη. Μάλλον από τη βάφτισή του θα ήταν γιατί τον άλλο καιρό πού λεφτά για φωτογράφους και τέτοια. Έπιπλα δεν είχε πολλά, δυο παλιοκαρέκλες ένα ντιβάνι με σουμιέ που έτριζε διαβολεμένα κι ένα τραπέζι ξύλινο της συμφοράς. Ένα πράγμα έβλεπες μοναχά σε κείνο το σπίτι: δίσκους, χιλιάδες δίσκους όλων των ειδών, μικρούς, μεγάλους, 45 στροφών, 78 στροφών και από τους άλλους τους νεότερους με τα φανταχτερά εξώφυλλα, των 33 στροφών.

Τους μάζευε από πιτσιρίκι, όπου τους έβρισκε, όποτε σταύρωνε μια δεκάρα έτρεχε σε κάτι παλιατζίδικα και παζάρευε, έδινε τα ρέστα του για τους δίσκους. Τσιγάρο να μην είχε δεν τον ένοιαζε. Τους είχε παραταγμένους σε σειρά, κατά χρονιά, κατά συνθέτη, κατά εταιρεία, σαν φαναράκια στη γραμμή, με κλειστά μάτια διάλεγε όποιον ήθελε. Εκεί δεν τον έπιανε κανείς, ήταν άσσος, τα ξέρε όλα για τη μουσική και τα λόγια των τραγουδιών απέξω κι ανακατωτά. Ήτανε κάτι τραγούδια παράξενα, παλιά και τα περισσότερα άγνωστα, δίσκοι από 20 έως εβδομήντα χρονών. Οπότε πήγαινε σπίτι ο Ηλίας με τους δίσκους ασχολιότανε και πότε-πότε έβαζε και κανέναν στο παλιό πικάπ και ξεχείλιζε από μελωδίες το χαμόσπιτο. Τα λόγια των τραγουδιών ίσα που ακούγονταν ανάμεσα στους τριγμούς και το βούισμα των παλιών δίσκων, αλλά η μουσική σού χάιδευε την ψυχή. Βαριά ζεϊμπέκικα και χασάπικα αργά που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά σου. Για γυναίκα δεν έσκαγε ο Ηλίας. Βόλευε πού και πού μια παντρεμένη, αλλά ίσα για το χαβαλέ, δεν έμπαινε σε περιπέτεια. Ο έρωτας, έλεγε, είναι μια συνωμοσία της φύσης για την αναπαραγωγή του είδους.

Φίλους δεν είχε πολλούς, παρά μόνο παλιούς γειτόνους, από τους λίγους που απομείναν τριγύρω, γιατί τα περισσότερα χαμόσπιτα τα είχανε νοικιάσει φρέσκοι πρόσφυγες του μόνιμου παγκόσμιου πολέμου της οικονομίας, Αλβανοί, Πακιστανοί, Ινδοί, Ρουμάνοι, Βούλγαροι, εξόριστοι από παλιούς και νέους καπιταλιστικούς «παραδείσους». Πώς είναι δυνατό η «ελεύθερη» οικονομία να φκιάνει τόσους πρόσφυγες; αναρωτιόταν ο Ηλίας καμιά φορά που στεκόταν στο παραθύρι του και χάζευε τις παρέες των νεαρών που περπατούσαν τα βραδάκια στο δρόμο που ήταν δίπλα στο σπίτι του. Τελικά οι πρόσφυγες πάνε πάντα στα ίδια μέρη, μονολογούσε φωναχτά...

Κάθε απόγεμα λοιπόν ο Ηλίας έφτιαχνε καφέ, έβαζε κάνα δίσκο στο πικάπ και την άραζε στο μπαλκονάκι με την εφημερίδα του, διασταυρώνοντας το βλέμμα του μ' αυτό των περαστικών που αναζητούσαν την πηγή αυτής της παράξενης μελωδίας. Στα μάτια τους έβλεπε τα πάντα, από απορία έως θαυμασμό. Άλλοι χαμογελούσαν και του ρίχνανε μια ζεστή ματιά και άλλοι τον κοιτούσαν με δυσφορία γιατί η μουσική τους ανέκοπτε το ρυθμό, προκαλώντας τη βιασύνη και το γεμάτο στρες βήμα τους. Κάποια από τα τραγούδια περνούσαν σχεδόν απαρατήρητα και τα βλέμματα των περαστικών έμεναν γεμάτα νύστα και αδιαφορία, κάποια άλλα όμως είχαν τη δύναμη να ανασηκώνουν του μάτια των ανθρώπων από τη γη και να τους κάνουν να κοιτάνε κατάματα τον ουρανό. Τη μεγαλύτερη δύναμη έδειχνε να την έχει το ρεμπέτικο και ειδικά αυτός ο Συριανός, ο Μάρκος και οι σύγχρονοί του, Μπάτης, Δελιάς, Κερομύτης, Μπαγιαντέρας, Παπάζογλου, Χατζηχρήστος, Τσιτσάνης κι αλλά ονόματα που τα 'ξερε «νεράκι» ο Ηλίας και τα' λεγε με στόμφο όταν μιλούσε για την μουσική του. Ραδιόφωνο δεν άκουγε ποτέ ο Ηλίας ή σχεδόν ποτέ. Καμιά φορά μες το NSU, όταν πήγαινε βόλτα, έβαζε το ράδιο για να ακούσει τις ειδήσεις και θέλοντας και μη άκουγε και κανα τραγουδάκι πιο φρέσκο, κάνοντας συνήθως έναν μορφασμό απαξίωσης και ψάχνοντας αμέσως για τον επόμενο σταθμό με το στρογγυλό περιστροφικό χειριστήριο του απαρχαιωμένου ραδιόφωνου. Ένα βράδυ λοιπόν, καθώς γύριζε με το NSU ψάχνοντας να βρει ένα παλιατζίδικο που του 'χαν πει ότι είχε φέρει κάτι Αμερικάνικους δίσκους με σπάνια ρεμπέτικα, ακούει στο ραδιόφωνο έναν τύπο να λέει «μεγάλη πυρκαγιά βρίσκεται σε εξέλιξη στα προσφυγικά της Νίκαιας»... Κρύος ιδρώτας τον έλουσε τον Ηλία, έπρεπε να γυρίσει αμέσως να δει τι συμβαίνει, τι καίγεται, να βρει τους δίσκους, να τους δει να σιγουρευτεί.

Η κίνηση στην Πέτρου Ράλλη ήταν απίστευτη, τα αυτοκίνητα ίσα που κουνιόνταν για ένα μέτρο κάθε 5 λεπτά. Είχε αναψοκοκκινίσει ολόκληρος και η καρδιά του κόντευε να σπάσει, έτρεμε στην ιδέα ότι η φωτιά μπορεί να καίει το σπίτι του, να καίει τους δίσκους του, να του καίει όλη τη ζωή. «Πάντα σ' εμάς , ρε γαμώτο» σκεφτόταν και μονολογούσε, «πάντα σ' εμάς η γκαντεμιά»... Έπρεπε να φτάσει γρήγορα, να δει τι γίνεται. Έκανε κοντά μια ώρα να φτάσει στη Λαοδικείας και οι καπνοί ήταν πια ορατοί. Όσο πλησίαζε στο σπίτι τόσο του σφιγγόταν το στομάχι. Όλα μπορούσε να τα αντέξει, την αψιλία, την πείνα, ακόμα το χαμαλίκι που τράβαγε για να ζήσει, αλλά όχι αυτό, όχι τους δίσκους. Αυτοί ήταν μοναδικοί ήταν οι «φίλοι» του , η συντροφιά του. Παρκάρισε όπως-όπως το NSU και έτρεξε προς το σπίτι. Ό,τι φοβόταν είχε γίνει πραγματικότητα! Ένας πυροσβέστης έριχνε με τη μάνικα κάτι σαν αφρό στο καρβουνιασμένο παράθυρο και όλη η γειτονιά ήταν μαζεμένη από κάτω κουβεντιάζοντας, καθώς κοιτούσαν τα δυο-τρία προσφυγικά που είχαν τυλιχτεί στις ανελέητες φλόγες. Περπάτησε με ένα αβέβαιο και γεμάτο τρόμο βήμα προς τη σκάλα, αλλά ένας μεγαλόσωμος πυροσβέστης τον σταμάτησε, φράζοντας του την είσοδο.
«Απαγορεύεται να ανεβείτε κύριε» του είπε, «υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης»...
«Τώρα πια τι άλλο να καταρρεύσει;» σκέφτηκε ο Ηλίας «γκρεμίστηκε όλη μου η ζωή, ό,τι μάζευα τόσα χρόνια χάθηκε σε μια στιγμή».
Κοντοστάθηκε σε ένα πεζούλι και κάθισε αποκαμωμένος, βάζοντας τις δυο παλάμες του στο πρόσωπο ξέσπασε σε λυγμούς. Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του. Γύρισε το κεφάλι του και αντίκρισε έναν από αυτούς τους νεαρούς Ινδούς μετανάστες που κατοικούσαν δίπλα του.
«Μη στενακωριέσαι κύριο», του είπε προτείνοντας του με το άλλο χέρι έναν μεγάλο πολυκαιρισμένο κίτρινο φάκελο. Ήταν ένας από τους δίσκους του.
Ο Ηλίας πήρε τα χέρια του το δίσκο κλαίγοντας και κοίταξε με έκπληξη και απορία εκείνο το παλικάρι που άρχισε να του λέει «...σε είχαμε ντει με τους φίλους μου να κρατάς τους ντίσκους και ξέραμε πως τους αγκαπούσες... Μόλις άρκισε το φωτιά μπήκαμε να το σβήσουμε αλλά ντεν προλάβαμε, μόνο τους ντίσκους μπορέσαμε και βγκάλαμε».

Ο Ηλίας σκούπισε τα δάκρυα του και αγκάλιασε τον φίλο του, «σ' ευχαριστώ», «δεν μπορώ να το πιστέψω, σ' ευχαριστώ», του είπε κοιτώντας τον κατάματα. Ο νεαρός τον άγγιξε φιλικά στον ώμο και άρχισε να απομακρύνεται δείχνοντάς του το σημείο που ήταν οι υπόλοιποι δίσκοι. Ο Ηλίας παρακολούθησε με το βλέμμα του τον νεαρό και είπε φωναχτά προς τον κόσμο που ήταν μαζεμένος τριγύρω του «ναι ρε κερατάδες, υπάρχουν άγγελοι κι είναι πρόσφυγες, μαυριδεροί και πεινασμένοι, σαν και 'μάς, σαν και 'μάς σας λέω, μην ξεχνάτε».

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!