χρονογραφήματα

σταχυολογώντας απόψεις παρεμβαίνουμε στην καθημερινότητα
έχουμε να πούμε πολλά και καμιά φορά μας η ζωή μας στρίβει και τη βίδα...
 

Εκείνο τ’ απόγευμα ήταν θαμπό, τα λιγοστά αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στο δρόμο ήταν συνήθως φορτηγά με τριφύλλια που πήγαιναν για την πλάστιγγα και σήκωναν απίστευτα σύννεφα σκόνης. Όλος ο τόπος ανέδυε ακόμα τη ζέστη του μεσημεριού. Ο δρόμος ήταν πατημένο χώμα, οι νοικοκυρές τα απογεύματα τον έβρεχαν με τα λάστιχα καθώς πότιζαν τα λουλούδια τους και το χώμα μύριζε σαν φρέσκο ψωμί.

Ο Σταύρος περπατούσε αργά και βαριεστημένα στην άκρη του δρόμου, χαζεύοντας δεξιά κι αριστερά τους ανθρώπους στις αυλές των σπιτιών. Κάποιοι πίναν τον καφέ τους κάτω από κανέναν ίσκιο κι άλλοι κάνανε δουλειές. Τα παιδιά μαζευόντουσαν σαν τσούρμο και κανονίζανε ομάδες για την μπάλα. Του Σταύρου του άρεσε το παιχνίδι αλλά δεν προλάβαινε τώρα. Χαιρέτησε καναδυό φίλους και συνέχισε να ανηφορίζει. Η ώρα κόντευε έξι και σε λίγο θα έπιανε δουλειά στην ταβέρνα του θείου του. Κάθε απόγευμα το ’κανε αυτό εδώ και κανένα μήνα που είχε τελειώσει την έκτη δημοτικού. Έπαιρνε ένα πενηντάρικο κάθε βράδυ, χώρια τα πουρμπουάρ, δουλεύοντας σαν σερβιτόρος στη χασαποταβέρνα του Τάσου που τώρα το καλοκαίρι είχε κόσμο πολύ. Ερχόντουσαν κάτι μεγάλες κούρσες από την Αθήνα με παρέες και οικογένειες για να φάνε. Είχε φτάσει κιόλας 23 Ιουλίου, ντάλα καλοκαίρι με ζέστες φοβερές και σε λίγες μέρες θα γινότανε το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Ο θείος του θα έφερνε όργανα στο μαγαζί, μπουζούκια και βιολιά μαζί με τραγουδιστές και ξανθές τραγουδίστριες με κόκκινα φουστάνια.

Το πανηγύρι ήταν μεγάλη γιορτή. Όλοι φορούσαν τα καλά τους και έβγαιναν βόλτα, πήγαιναν στην εκκλησία και μετά για παγωτό στην πλατεία. Αργότερα στην ταβέρνα με τα όργανα, όπου έπιναν μπύρα που είχε μπει από νωρίς σε μεγάλα βαρέλια με πάγο και έτρωγαν ψητά της σούβλας γλεντώντας όλη τη νύχτα και χορεύοντας. Ήταν πολύ ωραίο το πανηγύρι. Θα κονομούσε έως και τέσσερα κατοστάρικα αυτές τις τρεις μέρες, μπορεί και πέντε αν είχε πολύ δουλειά. Το πιο σπουδαίο όμως ήταν τα μπουζούκια. Όλο τον καιρό είχαν στο μαγαζί ένα κασετόφωνο με μεγάλες κασέτες που είχε ο θείος του στο φορτηγό και το ’χε φέρει για τους πελάτες στο μαγαζί. Τέσσερις κασέτες είχαν όλες κι όλες και τις είχε μάθει απέξω. Χιώτης-Λίντα έλεγε η μία, οι άλλες δύο Καζαντζίδης και μια Περπινιάδης. Αυτόν τον τελευταίο τον ήξερε κιόλας γιατί ερχόταν στο μαγαζί να φάει με τη γυναίκα του, μια παχουλή όμορφη μελαχρινή. Ερχόντουσαν με μια κόκκινη μερσεντές, αρχοντική και τον θυμόταν καλά γιατί ένα βράδυ αυτός ο τραγουδιστής του μίλησε, τον ρώτησε πώς τον λένε, τι κάνει και φεύγοντας του άφησε ένα πεντακοσάρικο πουρμπουάρ!

Ο Σταύρος δεν είχε πάρει ποτέ ξανά στη ζωή του τόσα λεφτά μαζεμένα. Του φαινόταν απίστευτο και στην αρχή νόμισε πως του έκαναν πλάκα, στο τέλος όμως κατάλαβε ότι πράγματι του τα ’δωσε. Το πολύ που άφηνε κάποιος ήταν τα ρέστα του λογαριασμού δηλαδή 5-10 δραχμές. Πού να το πιστέψει ότι του άφησαν τόσα λεφτά μονομιάς. Η περιέργειά του ήταν τόσο μεγάλη που έδειξε στο θείο του τα χρήματα. «Έτσι είναι αυτός, μάγκας και κουβαρντάς, πάρτα και μη μιλάς» του είπε ο μπάρμπα-Τάσος κι αυτός τα ’ριξε στο παντελόνι. Μια αλλαξιά ρούχα ήταν αυτά τα λεφτά, καλά ρούχα Κυριακάτικα. Η ταβέρνα είχε πολλή δουλειά πριν έρθουν ακόμα οι πελάτες, να σκουπίσει να καθαρίσει τα τραπέζια να φτιάξει τις καρέκλες κι αυτή ήταν ωραία δουλειά γιατί δεν είχε κανέναν στο κεφάλι του. Όταν έφτανε λοιπόν ο Σταύρος στο μαγαζί έβαζε μια καρό ποδιά, μάγκικη ποδιά καρό του χασάπη, όχι σαν κι αυτές που φοράν οι γυναίκες με τα λουλούδια, έβαζε και μια κασέτα, αυτή με το Χιώτη που του άρεσε περισσότερο και ξεκίναγε να φτιάχνει το μαγαζί. Αυτός ο Χιώτης ήταν το κάτι άλλο. Του άρεσε πολύ, είχαν πλάκα τα τραγούδια του, ήταν κεφάτα και γρήγορα, ενώ τα άλλα τα πιο βαριά δεν τα πολυκαταλάβαινε.

Η πελατεία ξεκίναγε κατά τις οχτώ το βράδυ, μπορεί και αργότερα και έφτανε μέχρι τις δύο - τρεις τη νύχτα το καλοκαίρι που είχε γλυκές βραδιές. Η γειτονιά μοσχομύριζε από τα αγιοκλήματα και τα γιασεμιά. Το βράδυ ομόρφαινε ο τόπος καθώς δρόσιζε ο αέρας, τα τραπέζια του μαγαζιού ήταν έξω στα χαλίκια και γύρω τους πασχαλιές και γλάστρες με λουλούδια πάνω σε χαμηλούς πάγκους φτιαγμένους από τάβλες οικοδομής και τσιμεντόλιθους. Όλα ήταν ασβεστωμένα στην τρίχα, ειδικά τις μέρες του πανηγυριού που ως κι η ταβέρνα έβαζε τα καλά της. Ο κόσμος του μαγαζιού ήταν λογιών-λογιών. Νωρίς ερχόντουσαν κάτι παππούδες και τα κουτσοπίνανε με κανα μπατιρομεζέ, ελιά, ντομάτα και λάπες λαδολέμονο, της φτήνιας πράματα δηλαδή. Πού να τα βρούνε κιόλας τα γερόντια, τρεις κι εξήντα παίρνανε από τον ΟΓΑ συνήθως. Αργότερα ερχόντουσαν οι οικογένειες με τα παιδιά. Εκεί έπεφτε το πολύ φαΐ, παϊδάκια αρνίσια, πατάτες τηγανιτές της θείας που μοσχομυρίζανε λάδι φρέσκο του τηγανιού και πορτοκαλάδες Ήβη, πολλές πορτοκαλάδες πίνανε αυτά τα σκασμένα τα πιτσιρίκια, ο Σταύρος έπινε καμιά στη ζούλα όταν πήγαινε για να βάλει κρασί στην αποθήκη γιατί ο μπάρμπα-Τάσος ήτανε λίγο σπάγγος και τον στραβοκοίταγε άμα τον έβλεπε να παίρνει τίποτα από το μαγαζί.

Μόλις ή ώρα πήγαινε δέκα μισή - έντεκα ερχόντουσαν οι κούρσες και φέρναν καμιά κοπέλα όμορφη στον καιρό της, νέα δηλαδή, μαζί με το φίλο της. Εκεί πέφταν τα πουρμπουάρ και εικοσάρικο και τριάντα δραχμές ακόμα, από φαΐ όμως τζίφος, όλο πάρλα και φεγγαράδα. Στο κλείσιμο ερχότανε και καμιά παρέα ψιλοφτιαγμένη γιατί σερβίρονταν και πατσάς ή βραστό για το στομάχι. Όπως έλεγε ο μπάρμπα-Τάσος «το βραστό είναι φάρμακο για το στομάχι», πράγμα που δεν καταλάβαινε ο Σταύρος γιατί όλοι αυτοί που το ζητούσαν δε φαινόντουσαν άρρωστοι, λίγο ζαλισμένοι ίσως, μερικοί μάλιστα ζητούσαν και γλυκό. Πάντα υπήρχε μπακλαβάς στο ψυγείο και ρώταγε ο Σταύρος «τι το θέλουνε το γλυκό τέτοια ώρα ρε μπάρμπα, γλυκό τρώμε στις γιορτές όταν πάμε επίσκεψη» και έλεγε ο μπάρμπας «σκάσε εσύ, δεν ξέρεις, έχει πίκρες ο κόσμος». Σιγά τις πίκρες σκεφτόταν ο πιτσιρικάς, μάτσα τα βλέπω τα κατοστάρικα σαν κάνουν να πληρώσουν, τι πίκρες να έχουν αυτοί. Εκείνο το βράδυ λοιπόν κι ενώ η ώρα είχε φτάσει 11, ήρθε μια παρέα από άντρες μοναχούς τους, με κάτι φάτσες κουρασμένες κι αγριεμένες. Μάτια κόκκινα και βήματα βαριά, σπάνια έβλεπες τέτοια πρόσωπα στο μαγαζί. Καθήσανε σε ένα ακριανό τραπέζι και περιμένανε. Ο μπάρμπα-Τάσος τους πλησίασε χαμογελώντας και λέγοντας «καλώς τα παιδιά». Ο ένας απ’ τους τρεις, ο πιο μικρός τον χαιρέτησε χωρίς πολλά-πολλά και έδωσε παραγγελία. Όσην ώρα καθόντουσαν κουβέντα δε βγάζανε ο ένας με τον άλλο, μόνο πίνανε δίχως να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. Όταν θέλανε να παραγγείλουν κρασί έριχναν ένα νεύμα στη μεριά του Σταύρου και άγγιζαν με τα ακροδάχτυλά τους την οκαδιάρα κι αυτός έτρεχε στην αποθήκη να γεμίσει.

Ο αέρας του μαγαζιού είχε βαρύνει κι ο μπάρμπας πήγε στο κασετόφωνο κι έβαλε την μια κασέτα του Καζαντζίδη αυτή που άρχιζε με ένα παράξενο τραγούδι, «Ασπρο πουκάμισο φορώ…» έλεγε το τραγούδι και οι φάτσες των παράξενων τύπων σαν να ζωντάνεψαν μ’ αυτή τη μουσική. Για πρώτη φορά ο Σταύρος είδε κάτι στα μάτια τους κάτι σαν δάκρυ ή σαν αστραπή. Μόλις τέλειωσε το τραγούδι άρχισε ένα άλλο, πιο βαρύ με λόγια παράξενα «Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει...». Τότε ένας από την παρέα τράβηξε το τραπεζομάντιλο και τα πέταξε όλα, κρασιά, ποτήρια πηρούνια γίναν όλα ένα και πέσαν με θόρυβο στο πάτωμα. Δυο-τρεις πελάτες έστρεψαν το βλέμμα τους στα κλεφτά προς αυτή την παρέα παραξενεμένοι. Ο άντρας σηκώθηκε από το τραπέζι και προχώρησε προς τα μπρος. Ο μπάρμπας του ’ριξε μια γρήγορη ματιά και έκανε ένα νεύμα στον Σταύρο να πάει στην ψησταριά που ήταν στην άκρη της αυλής με μια τζαμαρία να τη χωρίζει από τον κόσμο, «κάτσε μέσα και μη μιλάς» του είπε, «έβγα όταν σου πω». Έμεινε να κρυφοκοιτάζει μέσα από το τζάμι τι γινότανε. Αυτός που ’χε τραβήξει το τραπεζομάντιλο τώρα χόρευε, έναν χορό αργό ζεϊμπέκικο, σχεδόν ακίνητος. Έδειχνε σαν να μην έβλεπε γύρω του, χαμήλωνε τα μάτια του και ύψωνε τα χέρια του ψηλά αιωρούμενος σχεδόν σε μια ελάχιστη κίνηση.

Στην ταβέρνα δεν ακουγόταν τσιμουδιά. Ούτε παλαμάκια ούτε τίποτα. Ο Σταύρος είχε δει ξανά να χορεύουν ζεϊμπέκικο, αλλά ποτέ έτσι. Ο χορός συνέχιζε σιωπηλά, ενώ οι υπόλοιποι πελάτες της ταβέρνας ούτε καν κοιτούσαν προς το μέρος του χορευτή μόνο η παρέα του τον κοιτούσε, σιωπηλή κι αυτή. Ο χορός γινόταν πάνω σε ένα τσιμεντένιο πεζούλι που ήταν στην έξοδο του μαγαζιού προς την αυλή. Το μαγαζί είχε στη μόστρα τζάμια που στηρίζονταν πάνω σε ένα τοιχίο με σιδηροκατασκευή. Ξαφνικά ενώ χόρευε άρπαξε μια ξύλινη καρέκλα με το ένα του χέρι και την πέταξε στην τζαμαρία του μαγαζιού. Έτριξε ο τόπος ολόκληρος! Η ψησταριά που ήταν ο Σταύρος κόντεψε να πέσει και αυτή από το κούνημα. Τα τζάμια έσπασαν με θόρυβο και έπεσαν σχεδόν όλα πάνω στον άντρα. Γέμισε το πουκάμισό του αίμα κι αυτός συνέχισε να χορεύει ατάραχος. Μόνο οι φίλοι σηκώθηκαν και πήγαν δίπλα του, ενώ ο Καζαντζίδης έλεγε το τελευταίο του κουπλέ. Κανείς άλλος δεν κουνήθηκε, δε μίλησε, σαν να μην έγινε τίποτα. Οι φίλοι του πέταξαν ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι του τον πήραν αγκαλιά κι έφυγαν δίχως να μιλήσουν.

Ο Σταύρος βγήκε από την ψησταριά και πήγε στον μπάρμπα του τρομαγμένος. «Τι έγινε θείε;» του είπε κι ο μπάρμπα Τάσος, αφού έβγαλε ένα μαντήλι που ’χε στην τσέπη και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του, είπε «τίποτα, ο Βαγγέλης είναι καλός άνθρωπος αλλά έχασε το παιδί του, τίποτα δεν έγινε, στη δουλειά σου εσύ». Δυο-τρεις παρέες που ’χαν μείνει στο μαγαζί άρχισαν να σιγομουρμουρίζουν και κάποια χέρια σηκώθηκαν ζητώντας το λογαριασμό. Η κασέτα συνέχιζε με το επόμενο τραγούδι του Καζαντζίδη «Όλοι με ρωτούν πώς έχω καταντήσει...» μέχρι που ο μπάρμπα Τάσος πήγε και το ’κλεισε τελείως. Η θεία πήρε την σκούπα και άρχισε να μαζεύει το μαγαζί που ήταν παντού γεμάτο γυαλιά, ο Σταύρος πήγε να μαζέψει το τραπέζι της παρέας και ο θείος πήρε το χαρτονόμισμα που ήταν χιλιάρικο και το ’χωσε γρήγορα στην τσέπη του.

Όταν έφυγε κι ο τελευταίος πελάτης ο Σταύρος μάζεψε τα τραπέζια πήρε το πενηντάρι του και κατηφόρισε το δρόμο για το σπίτι του. Το φεγγάρι έλαμπε και φώτιζε τον σιωπηλό πια δρόμο, από τις αυλές δεν ακούγονταν τίποτα, μόνο η αύρα της νύχτας υπήρχε γύρω. Περπατούσε γρήγορα και νευρικά, ενώ σκεφτόταν αυτά που είχαν γίνει. Δεν πολυκαταλάβαινε όλα αυτά τα πράματα και ένιωθε να φοβάται. Αυτό το τραγούδι που ’παιζε στο σαματά δεν το ’χε καταλάβει και απορούσε, ήξερε όμως τι θα έκανε: αύριο που θα πήγαινε στη δουλειά θα έβαζε πάλι εκείνη την κασέτα του Καζαντζίδη να την ακούσει. Αυτή που κάνει τους ανθρώπους να ματώνουν. Παράξενο πράμα!

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!