βιβλιοπαρουσίαση

βιβλία που πέφτουν στην αντίληψή μας και θεωρούμε άξια σχολιασμού...
 

Ένα «διαφορετικό» βιβλίο για το Σμυρνιό δημιουργό του ρεμπέτικου, Βαγγέλη Παπάζογλου.

Ο Γιώργης Παπάζογλου, ο «καραγκιουλέ», γιος του Βαγγέλη, εξέδωσε ο ίδιος το τρίτο βιβλίο του, ομότιτλο των προηγούμενων και αυτή τη φορά πραγματεύεται τη ζωή και το έργο του Βαγγέλη Παπάζογλου. Με τα 33 κείμενά του, που δεν στερούνται λογοτεχνικής αξίας, παρουσιάζει ανέκδοτα περιστατικά και ιστορίες, που σκιαγραφούν ανάγλυφα τον άνθρωπο και το μουσικό, Βαγγέλη Παπάζογλου.

Η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, η φυγή, η εγκατάσταση στην Ελλάδα, οι προσπάθειες επιβίωσης και στέγασης των προσφύγων, η αντιμετώπιση από τους ντόπιους, η ζωή στην Κοκκινιά, οι κύκλοι των μουσικών, ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή είναι μερικά από τα θέματα, που εξελίσσονται συνειρμικά με τον πιο απλό, ζωντανό και συγκινητικό τρόπο, εμπρός στα μάτια του αναγνώστη. Όμως, το πλέον σημαντικό είναι ότι το ήθος, η ευαισθησία, το χιούμορ, ο βαθύτερος στοχασμός, οι αξίες με επίκεντρο τον «άνθρωπο», που έκφραζε ο Β. Π. στα τραγούδια του, έρχεται και τα επιβεβαιώνει η συγκεκριμένη έκδοση, διότι ουσιαστικά διά πένας Γιώργη Παπάζογλου μιλά ο Βαγγέλης. Εικόνες νεορεαλισμού, σκέψεις, στάσεις και συμπεριφορές, που δίνουν ισχυρά ερεθίσματα για αναλύσεις στους σύγχρονους μελετητές του ρεμπέτικου, κοινωνιολόγους, ψυχαναλυτές, επικοινωνιολόγους κλ.π. διαδέχονται η μια την άλλη, διατυπωμένες από έναν άνθρωπο ακαδημαϊκά «αγράμματο», οι οποίες φαίνεται να ξεπερνούν κατά πολύ τις αναζητήσεις των ομότεχνών του και τα εσκαμμένα της εποχής του.

Είναι βέβαιο ότι χάρη στο Γιώργη διαθέτουμε στοιχεία για τον ιδιοφυή μουσικό, το μέγεθος του έργου του και την ιδιαίτερη σχέση του με τη μουσική. «Εν αρχή ην η μουσική», όπως φαίνεται από το «παράδοξο» γεγονός ότι γνώριζε να γράφει και να διαβάζει μουσική, ενώ δεν γνώριζε γράμματα. «Ο Βαγγέλης δεν ήταν κακογράφος, ούτε ανορθόγραφος. Απλά… δεν ήξερε γράμματα». Γράφει ο Γιώργης Παπάζογλου και σε άλλα σημεία σημειώνει την ευκολία με την οποία έγραφε στίχους και μουσικές, εκτιμώντας ότι αυτό προέκυπτε ως εσωτερική ανάγκη χωρίς να αποσκοπεί σε οφέλη από ενδεχόμενη φωνογράφηση ή πώλησή τους, καθότι συχνά τα χάριζε σε φίλους του μουσικούς. Ακόμη από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν οι Νούρος, Χατζηχρήστος, Παντελίδης, Τούντας, Σκαρβέλης, Στελλάκης, Γιοβάν Τσαούς, Μαργαρώνης, Περιστέρης, Κάβουρας, Αμπατζή, Βαμβακάρης, Δελιάς, Μπάτης, Λορέντζος, Μποτόζης, Δραγάτσης, Χρυσαφάκης, Σέμσης, Κασιμάτης, Παγιουμτζής, Καρίβαλη, Αττίκ, Σουγιούλ, Βέμπο, Κυριακός, Τομπούλης, Εσκενάζυ, κ. α., όπως επίσης δεκάδες πρόσφυγες μουσικοί, λιγότερο γνωστοί στο ευρύ κοινό.

Εκτός των κειμένων, το βιβλίο (585 σελίδες) περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, τους στίχους από 156 τραγούδια του Β. Π., διάφορους σκόρπιους στίχους, τίτλους από παρτιτούρες, αλληλογραφία, διάφορα ντοκουμέντα, τους «δανεισθέντες» μετά το θάνατό του Β.Π. στίχους, τίτλους και μουσικές, όπως επίσης τους «δανειολήπτες», καθώς και εικαστικά έργα του Γιώργη Παπάζογλου.

Το βιβλίο εκδόθηκε το Μάρτη του 2011 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και «δεν πωλείται, χαρίζεται σε φίλους».

Ο Βαγγέλης Παπάζογλου με το Σμυρνιό σαντουριέρη Πέτρο Φραγκή
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου, που το πραγματικό του όνομα ήταν Καλλίνικος, γεννήθηκε στο χωριό Ντουρμπαλί κοντά στη Σμύρνη το 1897, τα παιδικά του χρόνια τα ζει μετακινούμενος με τον πατέρα του που εργαζόταν στους σιδηροδρόμους, ενώ αργότερα τον βοηθά στη δουλειά ως κοτσαδόρος. Οι μετακινήσεις του αυτές στάθηκαν η αιτία ώστε να παρακολουθήσει μόνο λίγες τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Από μικρός μαθαίνει μαντολίνο, κιθάρα, βιολί, πάντζο και μεγαλώνοντας εντάσσεται στην Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Σιδερή, γνωστής ως «Πολιτάκια», γνωρίζεται με τους Περιστέρη, Τούντα, Σέμση, Δραγάτσηδες κ.λ.π., όπου μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει μουσική σε παρτιτούρα. Το 1919 πηγαίνει εθελοντής στον ελληνικό στρατό και στη συνέχεια συμμετέχει στην εκστρατεία στο Σαγγάριο, με την κατάρρευση του μετώπου επιστρέφει στη Σμύρνη και ακολουθώντας την πορεία της προσφυγιάς φθάνει στον Πειραιά. Στην Ελλάδα εργάζεται ως μουσικός και το 1924 ανοίγει δικό του καφενείο-ουζερί στην Κοκκινιά. Τον ίδιο χρόνο γνωρίζεται με την Αγγέλα Μαρωνίτη, Σμυρνιά τραγουδίστρια η οποία κατάγονταν από οικογένεια μουσικών με μακρά παράδοση και συνεργάζονται στο πάλκο. Το 1927 παντρεύονται, εγκαθίστανται στην Κοκκινιά και υιοθετούν τον πρώτο ξάδερφο της Αγγέλας, Γιώργη. Οι ανάγκες της δουλειάς αλλά και οι μουσικές εμπνεύσεις και αναζητήσεις του τον επανασυνδέουν με τους παλιούς Σμυρνιούς συναδέλφους του.

Μπαίνει στη δισκογραφία περί το 1933-34 και φωνογραφεί μοναδικής ποιότητας και ύφους τραγούδια όπως «Οι λαχανάδες», «Βάλε με στην αγκαλιά σου», «Ο αργιλές», «Η μπαμπέσα», «Η φωνή του αργιλέ», «Το παιδί του δρόμου», «Ο ξεμάγκας» κλ.π. κλ.π. Με την επιβολή της λογοκρισίας το 1937, αρνείται να «συμμορφωθεί» στα νέα δεδομένα, επιλέγει την αποχή από τη δισκογραφία και ζει από τη μουσική, κάνει μάλιστα συχνά περιοδείες στην επαρχία. Με την γερμανική κατοχή για λόγους αρχών αρνείται να παίξει μουσική επαγγελματικά, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό το «πένθος» του για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η χώρα και αποφασίζει να γίνει παλιατζής. Τα τραγούδια, που συνεχίζει να γράφει, τα χαρίζει σε φίλους και συναδέλφους μουσικούς.

Πεθαίνει από την πείνα και τη φυματίωση στις 27 Ιούνη 1943. Στα μεταπολεμικά χρόνια η Πολιτεία «τίμησε» το Βαγγέλη Παπάζογλου και την οικογένειά του με την σιωπή, την αφάνεια, την ανέχεια, τις διώξεις και την ανοχή της στη λεηλασία του έργου του από «ειδήμονες» και μη.

Δύο ανέκδοτα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου

Ο Βαγγέλης Παπάζογλου (κιθάρα) με παρέα μουσικών

Άντε να πας να φύγεις

Αφού δε συμμορφώνεσαι άντε να πας να φύγεις
κι αφού δεν κανονίζεσαι τι θέλεις και σφυρίζεις.

Αφού έχεις σόλο γκόμενο*, από τα με τι θέλεις
κι αφού ξηγιέσαι φανερά τι στα κρυφά χορεύεις.

Αφού ‘σαι παλιοθήλυκο τι τα μεγαλοπιάνεις
κι αφού ‘σαι (ε)’να κορόιδο την έξυπνη τι κάνεις.

Τώρα θα σου το ξαναπώ γκόμενα μη γυρίζεις
κι όταν μιλάς με φίλους μου να πάψεις να σφυρίζεις.

Να φύγεις μια, να φύγεις δυο, εμένα δε με μέλλει
κι άντε να κανονίζεσαι στης παπαδιάς τ’ αμπέλι.

*: Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι τη λέξη γκόμενα, κόμινα κ.λπ. την συναντάμε στα ρεμπέτικα τραγούδια ως ουσιαστικό μόνον γένους θηλυκού και ως συνώνυμο της πόρνης. Εδώ για πρώτη φορά συναντάμε την λέξη γκόμενος (γένους αρσενικού

Βαγγέλης Παπάζογλου, Παναγιώτης Τούντας (Σμυρνιός μαέστρος), Μήτσος Καλλίνικος (μουσικός, αδελφός του Παπάζογλου)

Το μπιλιάρδο

Κάθε βραδάκι που σκολνάς στα καφενεία τρέχεις
και στα μπιλιάρδα τ’ ακουμπάς, για μένα πέρα βρέχει.

Μπιλιάρδο είναι η ζωή με τσόχα που τρυπάει
τρεις μπάλες παίζουνε μαζί μα στέκα μια κτυπάει.

Η πρώτη έχει τα λεφτά, η δεύτερη τα μέσα
κι η τρίτη κάνει τα παιδιά να φεύγουν για τα ξένα.

Εγώ ‘μαι η μπάλα που βαράς και καραμπόλες κάνεις
η σπόντα σου είναι φωτιά και το φιλί σου στάχτη.

Τρεις μπάλες είναι ο ντουνιάς, ήλιος, γη και φεγγάρι
και στο μελάνι της σουπιάς πλένε* χωρίς βαρκάρη.

Τη γη βάλανε αργιλέ, τον ήλιο για καλάμι
και μες στη μέση για λουλά όρθιο το φεγγάρι.

*: πλέουν

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο

«Δούλευε, μου έλεγε ο Γιαννίδης, σα να ήταν ζωγράφος, σα να ήταν σχεδιαστής, σα μαθηματικός. Πρόσεξε που σε όλο το φάρδος του πενταγράμμου, έχει τοποθετήσει συμμετρικά ένα ζεϊμπέκικο εννέα όγδοα. Ξεκινάει με οπλισμό φα δίεση, ντο δίεση, σι μπεμόλ, που θα μπορούσε να ήταν ρε ματζόρε, ρε μινόρε. Βλέπει πως κάπου στριμώχνεται και δεν του βγαίνει τίποτα σωστά. Τα σβήνει όλα και ξεκινάει με οπλισμό φα και καθαρίζεται όπως έλεγε ο ίδιος. Ελευθερώνεται και η μελωδία πετά. Ο Βαγγέλης - μου λέει - δεν έκλεβε κανέναν, δεν αντέγραφε κανέναν. Δεν μιμείται κανέναν. Είχε δική του γλώσσα ο άνθρωπος. Εγώ είχα μάθει τη γλώσσα του και έπαιζα πρίμα βίστα αμέσως όλα τα γραφτά του με μεγάλη έκπληξη. Βαδίζει στο σκοτάδι μπροστά. Σε πάει εκεί που δεν το περιμένεις και στο τέλος με όλα τα σβησίματα, σε βγάζει σ' ένα ξέφωτο, που αν είσαι μουσικός και είσαι της δουλειάς τεχνίτης, τον θαυμάζεις. Όση ώρα έγραφε, δεν κρατούσε όργανο στα χέρια. Το 'παιζε όταν το καθάριζε στο τέλος. Το ‘παίζε και το ξανάπαιζε κι ύστερα έβαζε άλλους να το παίξουνε και το χόρευε. Το χόρευε πολύ σιγά. Όχι κάθε όγδοο κι ένα χτύπημα του ποδιού. Ποτέ μου δεν κατάλαβα. πώς το χόρευε. Σιγά... σχεδόν ακίνητος. Λες και παραμιλούσαν τα πόδια του. Λες και μουρμούριζαν, δε φωνάζανε δυνατά. Όταν τον ρώτησα, μου είπε πως το ζεϊμπέκικο θέλει αντρικό κούνημα, του κορμιού. Κι όταν γέλασα και του είπα: «κουνιούνται και οι άντρες;» «Το ζεϊμπέκικο - μου είπε - δε θέλει περισσότερο κούνημα απ' όσα κάνει ο κόκορας όταν καβαλάει την κότα...»

Πρώτος ο Σάββας Μποτόζης, ο δεύτερος είναι άσχετος, για φιγούρα κρατά τη φυσαρμόνικα του Γιακουμή, τρίτος ο Βαγγέλης, τέταρτος με τα γυαλιά ο αόμματος ο Γιαννακός, έπαιζε κλαρίνο και σαντούρι και ήτανε από το Κικριζέ. Ο αδελφός του ο Ανδρέας έπαιζε βιολί και τον λέγανε Φούντα. Τελευταίος δεξιά ο Μανωλάκης, το σαντούρι. Κοκκινιά 1932: εδώ ήτανε η πιάτσα των μουσικών, το «Περίμενε». Τα βαρβάτα όργανα της Κοκκινιάς, έτσι τα λέγανε.
Μουσικοί στο «Περίμενε». Ο Βαγγέλης (με την κιθάρα) και δίπλα του ο Στελλάκης.
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου (αριστερά) σε μια από τις μουσικές περιοδείες του. Πράβη 26/11/1927.
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου
Πρώτος ο Σάββας Μποτόζης, ο δεύτερος είναι άσχετος, για φιγούρα κρατά τη φυσαρμόνικα του Γιακουμή, τρίτος ο Βαγγέλης, τέταρτος με τα γυαλιά ο αόμματος ο Γιαννακός, έπαιζε κλαρίνο και σαντούρι και ήτανε από το Κικριζέ. Ο αδελφός του ο Ανδρέας έπαιζε βιολί και τον λέγανε Φούντα. Τελευταίος δεξιά ο Μανωλάκης, το σαντούρι. Κοκκινιά 1932: εδώ ήτανε η πιάτσα των μουσικών, το «Περίμενε». Τα βαρβάτα όργανα της Κοκκινιάς, έτσι τα λέγανε.
Μουσικοί στο «Περίμενε». Ο Βαγγέλης (με την κιθάρα) και δίπλα του ο Στελλάκης.
Ο Κλεόδημος μόλις πάτησε το πόδι του στον Πειραιά άρπαξε πέντε γκαζοντενεκέδες, τους έκανε φουφούδες κι ένα φράγκο η μερίδα η φασολάδα, η ρεβιθάδα, τα κουκιά, η φακή. Σε δυο τηγάνια ο μπακαλιάρος για να γίνει καβουρμάς κι ένα δίφραγκο στο πόδι (όρθια η ιστορία) αν θες να πιείς μαζί και κρασάκι. Εδώ δεν είμαστε στις φουφούδες στο Καραϊσκάκη. Είμαστε στην Κοκκινιά, δίπλα η γυναίκα του και στην άκρη ο Βαγγέλης. Τα πεζοδρόμια είναι από σκουριά, τα κατακάθια από τα ασβεστοκάμινα τα ανακάτευες με νερά και τα ‘κανες σα ψευτοτσιμέντο. Όλη η Κοκκινιά τότε ήτανε μια λάσπη.
Γλέντι στο Σκαραμαγκά. Με το σαντούρι ο Βαγγέλης.
Χειμωνιάτικος καιρός. Διακρίνονται πίσω ο Βαγγέλης και ο Τούντας.
Ο Γιώργης Παπάζογλου

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

ΕΝΤΑΞΕΙ!