μεράκια

εκτός από την κλίκα και τη μουσική, έχουμε κι άλλα μεράκια που μας "γεμίζουν"...
 

«Το αμπέλι και το κρασί είναι μέσα στο DNA μου»

Φτάνοντας στην υπέροχη Μαντινεία ένας αεικίνητος και ζεστός άνθρωπος, ο Νώντας Σπυρόπουλος, μας υποδέχτηκε με ένα δροσερό ποτήρι κρασί από μοσχοφίλερο βιολογικής καλλιέργειας. Νιώσαμε αμέσως σαν στο σπίτι μας και στη συνέχεια, μέσα σε ζεστή ατμόσφαιρα τον ρωτήσαμε για τη μεγάλη του αγάπη, το αμπέλι και το κρασί. Η συζήτηση εξελίχθηκε σε έναν ποταμό οικολογίας και ορθής συμπεριφοράς του αμπελουργού και του οινοποιού απέναντι στη φύση που απλόχερα μας δίνει την καταπληκτική αυτή ουσία, το κρασί.

Κύριε Σπυρόπουλε, πόσα χρόνια ασχολείστε με το αμπέλι και το κρασί;
Θεωρώ ότι ασχολούμαι εδώ και 130 χρόνια, επειδή η οικογένειά μου έχει αμπέλια και οινοποιείο από το 1860, από τον προπάππο μου. Εγώ ασχολούμαι από 5 χρονών παιδί όταν οι γονείς μου με πήγαιναν στο αμπέλι. Όμως με τη μορφή που λέτε, ασχολούμαι από τότε που τελείωσα το πανεπιστήμιο, το 1971, που μέσα από συζητήσεις που κάναμε και μέσα από προσωπικές μου αναζητήσεις είδα ότι το αμπέλι είναι ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Αρκαδίας και αποφάσισα να ασχοληθώ με την αμπελουργία και την οινοποιία.

Ποιες είναι οι ποικιλίες αμπελιού καλλιεργείτε στους αμπελώνες σας και ποιες οι ονομασίες των κρασιών που παράγετε;
Κοιτάξτε, μια από τις σημαντικότερες ποικιλίες του μεσογειακού αμπελώνα, όχι μόνο του ελληνικού, είναι το μοσχοφίλερο. Είναι μια ποικιλία που έχει βρει το μικροκλίμα της και την περιοχή της στο οροπέδιο της Αρκαδίας στα 620μ. Άρα θα ήτανε τεράστιο λάθος στρατηγικής να πήγαινα σε άλλη ποικιλία εκτός από την εξαιρετική ποικιλία του μοσχοφίλερου στη Μαντινεία. Βέβαια ασχολούμαι και με την εξαιρετική ποικιλία αγιωργήτικου, του κόκκινου Νεμέας αλλά στα κτήματά μας στη Νεμέα. Πέρα από αυτό, επειδή τα τελευταία τριάντα χρόνια υπάρχει ένας μιμητισμός -ένα πρόβλημα θεωρώ εγώ- σε σχέση με το εξωτερικό, υπάρχουν και αυτές οι κοσμοπολίτικες ποικιλίες το καμπερνέ, το μερλό, το σαρντονέ, το σοβινιόν μπλάν που στα σαλόνια της Αθήνας και σε κάποιους «ειδικούς» έπρεπε να προσφέρουμε. Έτσι λοιπόν, σε επίπεδο πειραματικό αν θέλετε, έχω και καμπερνέ, και μερλό, και σαρντονέ, και σοβινιόν μπλάν, αυτές τις κοσμοπολίτικες ποικιλίες.

Τι σας ώθησε να φτιάξετε την επιχείρηση οινοποίησης και εμφιάλωσης;
Η γενιά η δική μας ήταν σε ένα μεταίχμιο από την δεκαετία του '40 και '50 που βγήκε κατεστραμμένη η Ελλάδα μέχρι σήμερα. Είχαμε καθήκον λοιπόν, οι άνθρωποι που συνειδητά λειτουργούμε, να διατυπώσουμε κάποιες προτάσεις για την ανάπτυξη της Ελλάδας. Η δική μου πρόταση ήταν η ανάπτυξη της υπαίθρου μέσα από την ανάπτυξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της κάθε περιοχής. Εγώ λοιπόν, αν θέλετε, απάντησα και πολιτικά, και ιδεολογικά, και επιχειρηματικά με τη λογική της αποκέντρωσης και της ανάπτυξης του μοσχοφίλερου στη Μαντινεία.

Ασχολείστε χρόνια με τη βιολογική αμπελουργία;
Ακόμα και αυτό είναι ένα ζήτημα -συγχωρήστε με που θα ξαναπάω σε ζητήματα που έχουν σχέση με την ιδεολογία και την πολιτική- που έχει σχέση με το πώς σήμερα τοποθετείται ο άνθρωπος, που θέλει να λέγεται άνθρωπος, απέναντι στο παγκόσμιο πρόβλημα το οποίο είναι ένα θέμα τεράστιο: πώς ο άνθρωπος τοποθετείται απέναντι στη διαχείριση του πλανήτη Γη, πώς τοποθετείται απέναντι στη διαχείριση της γης και πώς αυτή τη γη δεν την καταναλώνει, αλλά την αφήνει και για τις μετέπειτα γενιές. Η απάντηση λοιπόν ενός σκεπτόμενου ανθρώπου είναι η βιολογική γεωργία και η οικολογία. Έτσι και εγώ απάντησα με αυτόν τον τρόπο. Είμαστε η πρώτη επιχειρηματική οικογένεια στην Ελλάδα που είπαμε «ναι» και στηρίξαμε με όλες μας τις δυνάμεις τη βιολογική γεωργία αμπελουργία και κτηνοτροφία από το 1990, πριν καν γίνει νομοθετική ρύθμιση στην Ελλάδα κι αυτό βέβαια ήρθε σαν μήνυμα από τους πράσινους, τους οικολόγους, τους συναδέλφους και τους φίλους μας από τη Γερμανία και από το SPD.

Υπάρχει κρατική ενίσχυση για τη βιολογική αμπελουργία σε μέσα, χρήμα και τεχνογνωσία;
Υπάρχει, και μέχρι ένα σημείο είναι καλό, και μέχρι ένα σημείο είναι άσχημο. Διότι πρέπει σήμερα να μην τα μετράμε όλα με το χρήμα, διότι δυστυχώς με τη λογική των επιδοτήσεων και λοιπά έχουν γίνει τεράστιες στρεβλώσεις, έχουν γίνει επιχειρηματικές ενέργειες μόνο για τις επιδοτήσεις, έχει αναπτυχθεί ο γεωργικός κλάδος μόνο για τις επιδοτήσεις και σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τεράστιο αδιέξοδο. Από την άλλη μεριά θεωρώ ότι πράγματι -επειδή η βιολογική γεωργία γίνεται μέσα σε ένα παγκόσμιο ανταγωνιστικό περιβάλλον πολύ ισχυρό- είναι χρήσιμη η κρατική ενίσχυση. Το θέμα είναι ότι αυτός που παίρνει επιδότηση για τη βιολογική γεωργία θα πρέπει να ξέρει ότι αυτά τα χρήματα δε θα πάει να τα καταναλώσει, δε θα πάει να πιει ουίσκι, δε θα πάει στα μπαρ, αλλά θα επενδύσει σε μηχανήματα, σε τεχνογνωσία κλπ. Γι' αυτό λέω ότι είναι και καλό, και κακό. Θεωρώ τελικά ότι είναι καλό και ότι πρέπει να στηριχτεί, αλλά με μια πολιτεία μ' ένα κίνημα βιολογικό και οικολογικό που θα πρέπει να βάλει τις σωστές παραμέτρους.

Μιλήστε μας λίγο για τη βιολογική καλλιέργεια του αμπελιού από τη μεριά του παραγωγού. Τι σημαίνει βιολογική καλλιέργεια, ποιες είναι οι δυσκολίες που βρίσκει μπροστά του ο παραγωγός και ποια τα πλεονεκτήματα για τον καταναλωτή;
Η βιολογική αμπελουργία είναι κατευθείαν ανάλογη με την ποιοτική αμπελουργία. Τι εννοώ; Εννοώ ότι σήμερα ένας βιολογικά καλλιεργημένος αμπελώνας με τις προδιαγραφές της βιολογικής γεωργίας είναι ένας αμπελώνας που θα δώσει φυσιολογική ποσότητα, θα δώσει εξαιρετικό, ασφαλές και ποιοτικό προϊόν. Η χημική γεωργία, όπως την είδαμε τα τελευταία 50 - 60 χρόνια, βεβαίως ήταν μια πολύ μεγάλη τομή διότι βοήθησε στη σιτάρκεια, στην επάρκεια τον προϊόντων, αν και σήμερα ο μισός κόσμος παρά τη χημική γεωργία πεινάει και ο άλλος μισός υπερκαταναλώνει και πεθαίνει από το πολύ φαγητό. Σε αυτό οδήγησε όμως αυτός ο τρόπος καλλιέργειας, ο οποίος αν δε γίνεται με κάποιον ορισμένο τρόπο καταλήγει στο να πεθαίνει ο μισός κόσμος από τη μόλυνση και την υπερκατανάλωση και άλλος μισός από την ανέχεια. Δυστυχώς η κλασσική γεωργία έχει προβλήματα, έχει θετικά, αλλά πρέπει να τα δούμε αυτά. Σε ό,τι αφορά τώρα τη βιολογική αμπελουργία, όπως σας είπα, μας οδηγεί σε μία κατεύθυνση ποιοτική, ελέγχου της παραγωγής, ασφαλούς και εξαιρετικού προϊόντος και δε δημιουργείται κανένα πρόβλημα στο 80-90% των εγκατεστημένων ελληνικών αμπελώνων. Το πρόβλημα που πιθανότατα μπορεί να δημιουργηθεί είναι σε κάποιες πεδινές περιοχές όπου υπάρχει η ευδεμίδα που είναι λίγο πιο δύσκολη στην καταπολέμηση με φυσικούς βιολογικούς τρόπους. Στην Αρκαδία, στη Νεμέα, στη Ραψάνη, στη Μακεδονία δεν έχουμε κανένα πρόβλημα. Τα μηκυτοκτόνα επαφής που χρησιμοποιούμε, που δεν περνάνε μέσα στο φυτό αντί των διασυστηματικών μηκυτοκτόνων που περνάνε στους ιστούς των φυτών, μας καλύπτουν εξαιρετικά. Υπάρχουν δε περιοχές, όπως είναι η Σαντορίνη, η Αττική και άλλες, όπου δε χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε κανένα φυτοφάρμακο. Η Ελλάδα είναι μια χώρα της οποίας το κλίμα και το οικοσύστημα κατεξοχήν ευνοεί τη βιολογική γεωργία. Δηλαδή, αν υπήρχε μια χώρα που να είχε την τεχνογνωσία και να ήτανε στην αιχμή του δόρατος της παγκόσμιας παραγωγής είναι η Ελλάδα και έχουμε 1,5% και έχουν η Δανία και η Ελβετία 7 και 8% αντίστοιχα. Αυτό είναι το δράμα. ’ρα αυτό σημαίνει ότι δεν έχει περάσει στο μυαλό του καλλιεργητή αυτή η διαδικασία. Στο μυαλό του καλλιεργητή και στο μυαλό και του καταναλωτή. Αρχίζει όμως να περνάει. Είναι μια δύσκολη αλλά όμορφη ιστορία. Εμείς επιμένουμε και ήδη αυτή τη στιγμή σαν οικογένεια Σπυρόπουλου επιχειρηματικά δραστηριοποιούμεθα και στη βιολογική κτηνοτροφία. Ήδη παράγουμε φέτα από βιολογικό γάλα εδώ και δύο χρόνια και αυτήν τη στιγμή που μιλάμε εγκαθίσταται ένα πολύ μεγάλο τυροκομείο με τη συνδρομή και την επιχειρηματική δράση του κυρίου Νίκα, όπου θα συγκεντρώνουμε όλο το γάλα βιολογικής παραγωγής στην Πελοπόννησο και θα παράγουμε βιολογικά τυριά.

Πάντως ο σημαντικότερος παράγοντας είναι στο κεφάλι του δημιουργού. Εάν εσύ έχεις αποφασίσει και έχεις σαν κεντρικό στοιχείο τη βιολογική γεωργία και την οικολογία, τότε τα πράγματα είναι εύκολα. Βέβαια όλα αυτά που μου λέτε είναι οι κρίκοι μιας αλυσίδας που δεν πρέπει να σπάσει πουθενά. Πάντως και η εγκατάσταση έχει σημασία, ο τρόπος καλλιέργειας έχει σημασία, τα μηχανήματα που χρησιμοποιούμε έχουν σημασία, γιατί όλα αυτά που λέμε θα ήταν εξόχως ρομαντικά αν δεν είχαν και ένα οικονομικό αποτέλεσμα, εάν δεν μπορούσαν να αποσβεστούν, αν δεν απέφεραν κέρδος σε κάποιους που εμπλέκονται στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό λοιπόν επειδή δεν είμαστε μόνο ρομαντικοί, είμαστε και πραγματιστές, θεωρούμε ότι η βιολογική αμπελουργία είναι μια οικονομικά επικερδής διαδικασία, έχει ελάχιστα εισερχόμενα φάρμακα -γιατί ξέρετε αυτή τη στιγμή μερικοί αμπελουργοί χρησιμοποιούν τεράστιες ποσότητες φαρμάκων, πανάκριβων φαρμάκων που ελαχιστοποιούν το κέρδος τους- η βιολογική αμπελουργία έχει εισερχόμενα πάρα πολύ λίγα, πολύ φτηνά που θα μπορούσε με πολύ λίγα χρήματα να τα κάνει ο αμπελουργός. Δηλαδή να πάρει κρυσταλλικό θειικό χαλκό, να τον διαλύσει όπως οι παππούδες μας και με 10.000 δρχ. το χρόνο να έχει όλη του τη φυτοπροστασία και με άλλες 10.000 δρχ. θειάφι να αποκαταστήσει όλο τον αμπελώνα. Από κει και πέρα, χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά, το φουσκί του στάβλου ακόμα και τα τσίπουρα ακόμα και τα αμπελόφυλλα και τη σωστή καλλιέργεια του εδάφους, πετυχαίνει τη σωστή λίπανση. Το αμπέλι δεν είναι ένα προϊόν που θέλει τεράστιες ποσότητες λιπάσματος, ίσα-ίσα εκμεταλλεύεται εδάφη μέτριας και χαμηλής παραγωγικότητας και είναι λάθος να φυτεύουν αμπέλι σε υψηλής παραγωγικότητας κτήματα όπου θα μπορούσαμε να φυτέψουμε κάποια άλλα φυτά που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, γιατί πηγαίνουμε σε μια ποιοτικά υποβαθμισμένη παραγωγή. Όσο πιο πλούσιο έδαφος είναι τόσο χαμηλότερη η παραγωγή. Το αμπέλι πρέπει να φύεται σε φτωχό έδαφος και να πιέζεται λίγο από νερό. Το αντίθετο είναι η καταστροφή για την ποιότητα του σταφυλιού.

Τελικά τι σημαίνει βιολογικό κρασί;
Στη νομοθεσία μας αυτή τη στιγμή και την ευρωπαϊκή και την ελληνική μπορούμε να μιλάμε για βιολογικά καλλιεργημένα σταφύλια, δεν μπορούμε να μιλάμε για βιολογικό κρασί. Άρα μιλάμε για κρασί που προέρχεται από βιολογικά καλλιεργημένα σταφύλια. Από δω και πέρα ήδη συζητείται και στην Ευρώπη -στην Αμερική υπάρχει νομοθεσία- νόμος που προσδιορίζει τι θα πει βιολογικό κρασί. Γενικά εκείνο που θέλω να πω είναι ότι το κρασί, η αλκοολική ζύμωση είναι μια κατεξοχήν βιολογική λειτουργία από μόνη της. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή προτάσεις από την ελληνική οινοποιεία προς την ευρωπαϊκή, ώστε να καθορίσουν τα εισερχόμενα στη διαδικασία οινοποίησης και τον τρόπο οινοποίησης. Δεν μπορούμε όμως ακόμα να μιλήσουμε για βιολογικό κρασί στην Ευρώπη και την Ελλάδα, αλλά για κρασί που προέρχεται από βιολογικά σταφύλια. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια διαδικασία διαλόγου. Θα σας πω όμως και δυο πιο ενδιαφέροντα πράγματα: Μια σημαντική παράμετρος είναι το θειώδες.

Το μεταθειώδες κάλιο;
Ναι, ο θειώδης ανυδρείτης που βάζουμε στα σταφύλια στη βράση. Είναι ένα συντηρητικό χαμηλής τοξικότητας. Εμείς εδώ στη Νότιο Ευρώπη θέλουμε τις προδιαγραφές της Αμερικής και το μισό ποσοστό από αυτό που θέλουνε οι Βορειοευρωπαίοι. Διότι τα σταφύλια μας εμάς είναι υγειή, δεν είναι σάπια, δεν έχουμε βροχοπτώσεις κι έτσι θέλουμε χαμηλό θειώδες. Στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη (Γερμανία, Γαλλία) οδηγούν τα σταφύλια τους με πολύ άσχημους όρους, θέλουνε υψηλό θειώδες. Εμείς εν πάσει περιπτώσει δεν έχουμε κανένα πρόβλημα σ' αυτή την κατεύθυνση γιατί το θειώδες που ρίχνουμε μέσα είναι σε πολύ χαμηλό ποσοστό σε σχέση με τα ευρωπαϊκά κρασιά. Από κει και πέρα η διαδικασία προβλέπει να μη χρησιμοποιούνται κάποια φιλτρόχαρτα από αμίαντο και άλλα πράγματα που έτσι κι αλλιώς η ελληνική παραγωγή δεν τα χρησιμοποιεί εδώ και 15 χρόνια. Πάντως αυτή τη στιγμή ήδη υπάρχει πρόταση απλώς δεν έχει νομοθετηθεί.

Υπάρχει τελικά κάποιο μυστικό στη βιολογική καλλιέργεια του αμπελιού, εκτός από την έμπνευση του καλλιεργητή;
Όχι, δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Υπάρχει μόνο το μυστικό όπως είπαμε της αγάπης και της ερωτικής σχέσης με ό,τι κάνεις.

Πείτε μας λίγα λόγια για τη λευκή οινοποίηση. Ποια είναι τα στάδια για ένα καλό προϊόν;
Η λευκή οινοποίηση είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία. Τα λευκά κρασιά είναι σαν τον γυμνό άνθρωπο, όλα τα ελαττώματα παρουσιάζονται. Τα λευκά κρασιά χρειάζονται υψηλή τεχνολογία και πολύ μεγάλη προσοχή. Το κόκκινο κρασί είναι ένα κρασί σαν τον ντυμένο άνθρωπο. Του φοράς ένα σκούρο κοστούμι με ρίγες που θα το ντύσεις μέσα και από άλλες διαδικασίες παραγωγής κι έτσι μπορεί κάποια ελαττώματα να τα καλύψεις. Εμείς λοιπόν εδώ που είμαστε σε μια λευκή ζώνη (λευκό κρασί από μοσχοφίλερο) έχουμε επενδύσει πάρα πολύ στην τεχνολογία. Από τη μια μεριά είναι η παράδοση και από την άλλη μεριά η τεχνολογία. Αυτά τα δύο πρέπει να εναρμονίζονται. Η παράδοση να είναι κυρίαρχο στοιχείο στο μυαλό μας, να είναι κύριος μοχλός για τη λειτουργία μας, αλλά δεν μπορεί να είναι και μοναδικός. Σήμερα δεν μπορείς να κάνεις κρασί στο κατώι του σπιτιού σου, κρασί που να είναι αποδεκτό, υγιεινό και ασφαλές. Σήμερα χρειάζεσαι και την τεχνολογία. Το κρασί το φτιάχνουμε με την ίδια φιλοσοφία που έχουμε χτίσει το οινοποιείο μας που είδατε όταν ήρθατε, το οποίο έχει τον πύργο του (που είναι ο αρκαδικός πύργος το στοιχείο το κυρίαρχο, το κάθετο που είναι η παράδοση) και το άλλο κομμάτι που είναι μοντέρνο κείται, υποτάσσεται στην παράδοση, ενώ ενσωματώνει την τεχνολογία, την επιστήμη, το αδρανές αέριο, το ανοξείδωτο, την ψύξη που μας προσφέρει σήμερα η τεχνολογία για να προχωρήσουμε παραπέρα και να μπολιάσουμε την παράδοση.

Όλα αυτά τα στοιχεία μας δίνουν τη δυνατότητα να πάμε σε μια διαδικασία λευκής οινοποίησης που είναι εξαιρετικά δύσκολη και χρειάζεται μεγάλη υπευθυνότητα. Πρέπει ο οινολόγος να βρίσκεται κοντά σε όλα τα στάδια, από την ώρα που κόβεται το σταφύλι μέχρι την ώρα που πίνεται το κρασί που μπορεί να γίνει μετά από ένα, δύο ή τρία χρόνια. Είναι μια αλυσίδα. Η αλυσίδα αυτή δεν πρέπει να σπάσει πουθενά μάλλον όχι από την ώρα που κόβεται το σταφύλι, αλλά από την ώρα που αρχίζει η καλλιεργητική φροντίδα για το αμπέλι από τον Οκτώβριο. Εκείνο που θέλω να σας πω είναι ότι η ποιότητα του κρασιού προσδιορίζεται κατά 75% από την ώρα που το σταφύλι θα περάσει την πύλη του οινοποιείου. Στην Ελλάδα έχουμε εκσυγχρονίσει τα οινοποιεία μας τεχνολογικά, μέσα από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, μέσα από δεκάδες εκατομμύρια που έχουν επενδύσει και ιδιώτες και συνεταιρισμοί. Έχουμε πολύ μεγάλο αγώνα να κάνουμε στη βελτίωση του αμπελώνα. Η μάχη σήμερα στην Ελλάδα πρέπει να δοθεί στον αμπελώνα που έχει σχέση με το φυτικό υλικό, με τις ποικιλίες, με τις ιώσεις και άλλα προβλήματα που υπάρχουν στην εγκατάσταση του αμπελώνα, τη σωστή διαδικασία φύτευσης και παρακολούθησης του αμπελώνα και τελικά έτσι να παραχθεί το πολύ καλό προϊόν που θα καθορίσει από μόνο του κατά 75% την ποιότητα του κρασιού. Αυτή η αίθουσα λευκοποίησης, όπου το σταφύλι γίνεται μούστος είναι η ώρα της γέν¬νη¬σης του κρασιού και, όπως η ώρα της γέννησης για κάθε έμβιο ον, είναι πολύ σημαντικό πράγμα. Πρέπει να γίνεται κάτω από διαδικασία ψύξης, απουσία οξυγόνου, εξαιρετικής καθαριότητος, ειδικής πίεσης κ.λπ.

Δηλαδή ένας ερασιτέχνης μετά από αυτά που λέτε δε θα μπορέσει να φτιάξει ποτέ ένα κρασί που να είναι αποδεκτό γι' αυτόν;
Εγώ θα σας πω κάτι. Ότι για τον ερασιτέχνη αυτό που θα φτιάξει θεωρώ ότι είναι το καλύτερο κρασί του κόσμου. Κι εγώ τον ενθαρρύνω σε αυτή τη διαδικασία. ’λλο αυτό και αν πραγματικά είναι ένας ερασιτέχνης. Εκείνο που έχει σχέση είναι ο τρόπος που θα ασχοληθείς, είναι οι ώρες. Μπορεί να περάσεις εκατόν πενήντα ώρες, διακόσιες και να νομίζεις ότι είναι ένα τέταρτο!

Εγώ του μιλάω του κρασιού μου (γέλια).
Άρα λοιπόν σε καμία περίπτωση δε θα αντιπαρατεθώ με το δημιούργημα ενός ερασιτέχνη. Καμία. Έχω συναγωνιστική σχέση μαζί του δεν έχω ανταγωνιστική.

Εσείς μιλάτε γι' αυτό το οποίο θα πουληθεί...
Μιλάω γι' αυτό που θα πάει να αντιμετωπίσει τα ιταλικά κρασιά, τα γαλλικά κρασιά, θα πάει στους γευσιγνώστες. Μιλάω για ένα κρασί που δε θα γίνει από 100 κιλά μούστο αλλά από 500 με 1.000 τόνους. Για ένα κρασί που θα αντιπροσωπεύσει τον ελληνικό αμπελώνα σε αντίστοιχες μεγάλες διοργανώσεις. Και βέβαια γι' αυτό που θα οδηγηθεί στον καταναλωτή μέσα από διαδικασίες που μπορεί να είναι και έξι μήνες και ένα χρόνο στο ράφι κ.λπ.

Η οινοποίηση και η εμφιάλωση πόσο χρόνο κρατάει μέχρι το μπουκάλι να φύγει από το χώρο σας;
Κοιτάξτε θα σας πω μερικούς κανόνες. Το λευκό κρασί και τα αφρώδη -οι σαμπάνιες δηλαδή- πρέπει να πίνονται όσο γίνεται πιο γρήγορα. Εκείνο που σημειώνω είναι ότι μερικές φορές πηγαίνω σε σπίτια και έχουνε σαμπάνιες που τις έχουν δύο και τρία και τέσσερα χρόνια. Είναι εξαιρετικά λάθος! Ειδικά τα αφρώδη με το που έρχονται στο σπίτι αν δεν υπάρχει επέτειος δημιουργήστε μια επέτειο να το πιείτε. Τα λευκά λοιπόν πρέπει να πίνονται και στο ένα και ενάμισι και στα δύο χρόνια δεν είναι πρόβλημα, κι αν έχουν συντηρηθεί καλά, και στα τρία χρόνια. Αλλά γενικώς το λευκό κρασί είναι ένα κρασί που πρέπει να πίνεται φρέσκο, όσο μπορούμε πιο γρήγορα. Βέβαια υπάρχει μια διαδικασία ωρίμανσης ένας μήνας δύο μέχρι να ησυχάσει, να ηρεμήσει. Δεν μπορούμε το παράγουμε σήμερα να το εμφιαλώσουμε αύριο και να το καταναλώσουμε μεθαύριο. Χρειάζεται μια διαδικασία. Για τα κόκκινα υπάρχει μια πολύ μεγάλη γκάμα. Υπάρχουν κόκκινα που πίνονται φρέσκα, που μπορείς να τα πιεις σαν λευκό.

Εσείς εμφιαλώνετε κόκκινα φρέσκα εδώ;
Όχι ακόμα, αλλά θα κάνουμε φέτος ένα κόκκινο φρέσκο που θα μπορεί να καταναλωθεί τον επόμενο χρόνο, που δε θα έχει υποστεί μια παλαίωση ούτε θα έχει υποστεί διαδικασία οινοποίησης που θα έχει πολλές ταννίνες και πολύ χρώμα. Θα είναι ένα κρασί εύκολο, ωραίο, γευστικό, με πρωτογενή αρώματα του σταφυλιού. Γιατί, κοιτάξτε, τα λευκά με τα κόκκινα έχουν δύο βασικές διαφορές: Στο λευκό κρασί, επειδή είναι φρέσκο, υπάρχει η ανθοσμία του φρούτου, του σταφυλιού. Στα κόκκινα υπάρχουν και δευτερογενή αρώματα που γίνονται μέσα από το ξύλο και αυτά που δημιουργούνται λόγω της παλαίωσης. Σε ένα λοιπόν φρέσκο κόκκινο βλέπουμε το φρούτο. Σε ένα κόκκινο μέσης ή βαθιάς παλαίωσης θα δούμε άλλα αρώματα που έχουν σχέση με κανέλλα, γαρύφαλλο κ.λπ., κ.λπ.

Ποια είναι η γνώμη σας για το ξύλινο βαρέλι;
Το ξύλινο βαρέλι στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε σαν δοχείο αποθήκευσης. Αυτό είναι λάθος! Το βαρέλι σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιείται σαν μια διαδικασία βελτίωσης ποιότητας και εμείς βέβαια στο οινοποιείο μας το χρησιμοποιούμε με αυτόν τον τρόπο. Το βαρέλι γεμίζεται, ελέγχεται, απογεμίζεται και ελέγχεται μια φορά τον μήνα, ώστε να είναι πάντα γεμάτο και όταν ο οινοποιός εκτιμήσει ότι αυτό που θέλει να κάνει γίνεται στους έξι μήνες, στον ένα χρόνο ή στον ενάμισι χρόνο, βγάζει το κρασί από το βαρέλι και το εμφιαλώνει.

Περνάτε και λευκά, και κόκκινα από κει;
Περνάμε αυτή τη στιγμή όλα τα κόκκινά μας. Τα λευκά περνάνε μια πολύ μικρή ποσότητα. Είναι τα λεγόμενα καπνιστά Ναι. Είναι οι καπνίες των αρχαίων Ελλήνων. Θεωρώ ότι για εξαιρετικές ποικιλίες, οι οποίες έχουν πρωτογενές άρωμα, όπως είναι το μοσχοφίλερο, τα αδικεί και τα καταστρέφει. Όμως επειδή υπάρχουν μερικοί καταναλωτές που το θέλουν αυτό, ιδιαίτερα στην Αμερική, κάνουμε και 6.000-7.000 μπουκάλια «Μαντινεία» που έχει περάσει από βαρέλι.

Ελληνική, γαλλική ή άλλης εθνικότητας δρυς; Τα εισάγετε τα βαρέλια σας;
Δρυς. Είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία! Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει βαρελοποιία που να μπορεί να αντικρίζει στα μάτια τις βαρελοποιίες της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας. Να σας πω μόνο ότι 500.000 θέσεις εργασίας στη Γαλλία -ίσως και ένα εκατομμύριο- καλύπτονται μόνο από τους εργάτες βαρελοποιίας! Δισεκατομμύρια εξάγουν! Πανάκριβα τα βαρέλια! Σκεφτείτε ότι τα τρία βαρέλια κοστίζουν ένα εκατομμύριο δραχμές, δηλαδή περίπου 1.000 ευρώ το κάθε βαρέλι. Οι Γάλλοι όμως πιθανόν να χρησιμοποιούν και ξύλα όχι μόνο από τη Γαλλία. Διότι δεν μπορώ να φανταστώ ότι όλα αυτά τα εκατομμύρια βαρέλια που χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο είναι από γαλλικά δάση. Δεν θα πρέπει να υπήρχε πλέον δέντρο στη Γαλλία, όχι μόνο δρυς αλλά οτιδήποτε! Προφανώς αξιοποιούν δάση και από τη Σλοβενία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία. Προφανώς! Δεν μπορώ να το αποδείξω, δεν το ξέρω.

Έχει καμία σημασία αυτό τελικά;
Όχι, δεν έχει σημασία, αλλά σημασία έχει να μη σου πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες! Εγώ αποδέχομαι και έχουμε αγοράσει βαρέλια από σοβαρές εταιρίες που λένε ότι αυτό είναι από γαλλική εταιρία αλλά η δρυς είναι από την Τσεχοσλοβακία ή από την Ουγγαρία. Αυτό το αποδέχομαι. Πάντως γενικά η βαρελοποιία είναι μια μεγάλη επιστήμη που έχει σχέση με την κατασκευή του βαρελιού, με το σχίσιμο του δέντρου. Θέλω να σας πω ότι η γαλλική σχολή χρησιμοποιεί σχισμένο δέντρο από το οποίο χρησιμοποιείται μόνο το 30% του ξύλου, ενώ με το πριόνισμα που γίνεται στην Αμερική (ο Αμερικάνικος δηλαδή τρόπος) χρησιμοποιείται το 75% του ξύλου του δέντρου.

Εσείς τα εισάγετε δηλαδή τα βαρέλια.
Εισάγουμε γαλλικά βαρέλια, από γαλλικές βιομηχανίες με διάφορα ξύλα, π.χ. από Ουγγαρία. Ανάλογα με την εκτίμηση των οινολόγων μας παίρνουμε συγκεκριμένες αποφάσεις. Εκείνο που εγώ καταλαβαίνω είναι ότι πληρώνω περίπου 1.000 ευρώ το βαρέλι των 250-300 λίτρων και μάλλον είναι ακριβό σπορ! Πάρα πολύ ακριβό σπορ! Εμείς χρησιμοποιούμε 100 με 150 χιλιάδες ευρώ για βαρέλια!

Μία χρήση;
Για τρεις χρήσεις. Τα κόκκινα κρασιά μας είναι 30% πρώτης χρονιάς, 30% δεύτερης και 30% τρίτης χρονιάς. Τέταρτη χρονιά φεύγουν. Υπάρχουν βέβαια μεγάλες εταιρίες που χρησιμοποιούν μια χρονιά, όχι στην Ελλάδα. Εμείς θεωρούμε ότι είμαστε στην αιχμή και ότι αυτό θέλουμε. Δηλαδή αν θέλαμε κρασί από βαρέλι πρώτης χρονιάς θα το κάναμε! Όμως θεωρούμε ότι το Νεμέας χρειάζεται να έχει λίγο βαρέλι ώστε να διατηρεί και αυτή την εξαιρετική γεύση που έχει και τα χαρακτηριστικά του και να μην το σκεπάζει το ξύλο. Υπάρχουν καταναλωτές πάλι που θέλουν να μη φαίνεται τίποτε άλλο. Αυτό είναι γούστο. Γι' αυτό και το κρασί είναι μια εξαιρετική ιστορία. Ο ένας οινοποιός δημιουργεί έτσι ο άλλος αλλιώς.

Υπάρχει μια γνώμη, μια φήμη -στους ερασιτέχνες φυσικά, σίγουρα όχι στους επαγγελματίες- ότι είναι καλό το βαρέλι να έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για κονιάκ. Τι γνώμη έχετε γι' αυτό;
Τεράστιο λάθος! Ό,τι χειρότερο! Εκείνο που θέλω να σημειώσω εδώ είναι ότι όταν το κρασί είναι σχεδόν κατεστραμμένο -πηγαίνω σε διάφορα χωριά σε φίλους κ.λπ. και υπάρχει ένα τέτοιο που είναι οξειδωμένο και μυρίζει σαν κονιάκ που θεωρείται από αυτούς υψηλής ποιότητας- έχει μέσα αλκοόλες που είναι στο όριο της ασφάλειας και θα παρακαλούσα πάρα πολύ να μην πίνετε ή τουλάχιστον πιείτε λίγο για να μην προσβάλετε το φίλο που σας κέρασε. Αν καταναλώσετε πολύ από αυτό πιθανότατα να έχετε και προβλήματα. ’ρα λοιπόν τα βαρέλια που είναι από κονιάκ, από ουίσκι είναι εξαιρετικά βαρέλια για καυσόξυλο!

Καλό! (γέλια)
Και το βαρέλι του παππού και της γιαγιάς είναι εξαιρετικό είδος να φυλάμε, να το βλέπουμε, να το δείχνουμε αλλά ποτέ να μην του βάλουμε κρασί! Προτιμώ ένα καλό πλαστικό από πλαστικό που είναι για τρόφιμα. Εκατό τοις εκατό!

Υπάρχει ένα χωριουδάκι εδώ στην Πελοπόννησο, οι Μηλιές, όπου έχει απομείνει ένας βαρελοποιός από τους πολλούς που ήταν κάποτε εκεί. Φτιάχνει βαρέλια με δρυ από το όρος Φολόη.
Ένα εξαιρετικό χωριουδάκι. Τα ξέρω όλα. Έχω κάνει κάποιες ενέργειες μήπως μπορούσαμε κάποια στιγμή οι Έλληνες οινοποιοί να στηρίξουμε μια βαρελοποιία ελληνική και έχουμε κάνει ήδη μια μελέτη σκοπιμότητας. Το πρόβλημα που έχουμε είναι ότι δεν έχουμε δρυς που να κάνουν. Πάντως σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να παίρνετε αυτά του ουίσκι, είναι εκατό φορές καλύτερα να παίρνετε βαρέλια από αυτούς τους ανθρώπους που και στηρίζουν την τέχνη του βαρελιού αλλά και εν πάση περιπτώσει υπάρχει περίπτωση να εκπαιδεύσουν στα επόμενα χρόνια νέους. Όταν πια το να είσαι βαρελάς δε θα είναι ντροπή. Γιατί δυστυχώς μεγάλη ευθύνη έχει η δική μας γενιά και έχουμε κάνει και τα παιδιά μας έτσι, δηλαδή ότι το να είσαι εργάτης γης, κτηνοτρόφος, ψυκτικός, είναι ντροπή και μόνο οι καλαμαράδες έχουνε μέλλον. Τότε, όταν θα πάψει αυτή η νοοτροπία αυτοί οι άνθρωποι -οι βαρελάδες- θα βρεθούν στη θέση στην οποία πρέπει να βρίσκονται.

Ποιες είναι οι καλύτερες συνθήκες για την αποθήκευση του εμφιαλωμένου κρασιού;
Πρέπει να έχει 70% σχετική υγρασία και κάτω από 16-17 βαθμούς και για το λευκό, και για το κόκκινο. Μεγάλη σημασία έχει η σχετική υγρασία. Αν έχετε ένα υπόγειο να έχετε κανένα χαλί κάτω και να ρίχνετε και έναν κουβά νερό για να έχει υγρασία.

Ποιες ήταν οι καλύτερες οινικές χρονιές στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και πως εξελίσσεται το 2005;
Στο εξωτερικό όταν μιλάμε για χρονιές, ιδιαίτερα στη Γαλλία, στη Γερμανία, πραγματικά έχουν πολύ μεγάλο περιεχόμενο διότι η μια χρονιά απ' την άλλη, ιδιαίτερα στις βόρειες χώρες, έχουν μεγάλες διαφορές. Στην Ελλάδα, επειδή έχουμε ένα εξαιρετικό κλίμα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε μόνο για χρονιές που έχουν πρόβλημα. Οι άλλες χρονιές με μικρές αποκλίσεις είναι όλες εξαιρετικές. Θα μπορούσα να μιλήσω για μια καταστροφική χρονιά στη Νεμέα το 2002 και για κάποιες άλλες μικρές αποκλίσεις, αλλά δεν έχουν τη σημασία που έχουν στο Λονγκ - ’ιλαντ της Νέας Υόρκης χρονιά με χρονιά, ή στη Βόρεια Ευρώπη ή δεν ξέρω που αλλού...

Κάτι συζητήσαμε προηγουμένως, για το μέλλον της οινοποιίας στην Ελλάδα...
Με δυο λόγια οι Έλληνες αμπελουργοί και οινοποιοί έχουν κατορθώσει έναν άθλο! Έχουν περιορίσει τις εισαγωγές μόνο στο 2% και έχουν εξασφαλίσει εξαγωγές που κινούνται στο 20-25%. Κανένα άλλο γεωργικό προϊόν από γάλα, κρέας, κηπευτικά δεν έχει αυτά τα ποσοστά. Ποιο είναι το μέλλον; Το μέλλον είναι αυτό που είναι και για την υπόλοιπη ελληνική γεωργία. Και η ελληνική γεωργία θα πρέπει να ρωτήσει την αμπελουργία σε τι βασίστηκε. Βασίστηκε σε ελληνικές ποικιλίες, σε καλή συσκευασία και σε προϊόντα ονομασίας προέλευσης (Νεμέα, Μαντινεία, Σαντορίνη κλπ.). ’ρα λοιπόν πρέπει αυτή η λογική να διευρυνθεί και να ισχυροποιηθεί, ώστε να παράγουμε προϊόντα που να έχουν συγκεκριμένη γεωγραφική ένδειξη και να 'ναι προϊόντα ποιότητας. Αλλιώς μέσα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, η Νότιος Αφρική, η Χιλή, η Αργεντινή θα μας ισοπεδώσουν. Όμως επειδή δεν υπάρχει Μαντινεία στην Αυστραλία ούτε Νεμέα στη Νέα Ζηλανδία το ελληνικό προϊόν θα μπορέσει να σταθεί. Όμως αυτό μόνο δε φτάνει. Πρέπει το προϊόν να είναι καλής ποιότητας, να έχει μια προσωπικότητα, μια ιδιαιτερότητα που λόγω των συνθηκών την έχει και να έχει μια ανταγωνιστική τιμή. Και βέβαια εκείνο που πρέπει να καταλάβουμε όλοι οι Έλληνες παραγωγοί, είναι ότι η ελληνική γεωργία πια δεν μπορεί να παράγει φτηνά προϊόντα. Πρέπει να παράγει επώνυμα προϊόντα διότι η Ελλάδα πια δεν είναι φτωχή χώρα. Οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας δουλεύανε για μια δραχμή και τρώγανε ψωμί και κρεμμύδι. Σήμερα ο αγρότης θα τα ξεριζώσει διότι έχει το τρακτέρ του, έχει το κινητό του και χίλια άλλα πράματα, έχει κατακτήσει ένα επίπεδο ζωής το οποίο δύσκολα αρνείται. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε, να ξέρει και ο ίδιος πού δίνει τα λεφτά και πού δεν πρέπει. Πρέπει να ελέγξει λίγο τα έσοδά του, να παράγει προϊόντα ποιότητας, να μην παράγει γενικά και αφηρημένα κάποια εποχή κάποια προϊόντα και κάποια στιγμή να τού 'ρχεται να τα πουλήσει. Πρέπει να πάει στις αγορές να δει τι χρειάζεται η αγορά, σε τι τιμή και σε ποια συσκευασία το χρειάζεται και μέσα από τη συμβολαιακή γεωργία να παράγει το προϊόν του. Αυτή είναι η ιστορία και όλα τα άλλα είναι λαϊκισμοί. Και ο λαϊκισμός είναι ο χειρότερος φασισμός που υπάρχει! Το έχουνε χρησιμοποιήσει και οργανισμοί, και συνεταιρισμοί, και κόμματα. Είναι και εύκολο. Πας απέναντι και λες φταίνε οι βιομήχανοι, φταίνε οι συνεταιρισμοί, φταίνε οι τάδε, φταίνε οι ’γγλοι οι Γάλλοι οι Πορτογάλοι και ποτέ δε φταίμε εμείς οι ίδιοι.

Κάτι είπατε καλλιεργητικά για το μέλλον...
Τα καλά σταφύλια για παραγωγή λευκού κρασιού πρέπει να είναι πάνω από 400 μέτρα υψόμετρο. Εκεί βρίσκουν χαμηλές θερμοκρασίες γιατί οι υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούν προβλήματα στα αρωματικά στοιχεία του κρασιού. Αν μιλάμε για την Βόρειο Ελλάδα και στα 400 μέτρα είναι καλά στην Κρήτη όμως τα 400μ. δεν είναι αρκετά πρέπει να πάμε στα 700. Στην Ρόδο παράγουν λευκά κρασιά στα 750μ. και στα 800μ. Πάντως γενικά οροπέδια, αμπελοτόπια στις πλαγιές για λευκά κρασιά. Μεσαία υψόμετρα για κόκκινα κρασιά. Εκτός από το Ασύρτικο της Σαντορίνης που μέσα από αυτό το ξηροθερμικό κλίμα της Σαντορίνης μπορεί και παράγει ένα εξαιρετικό λευκό κρασί με χαρακτηριστικά μιας, ας πούμε, ορεινής περιοχής.

Τι πρέπει να προσέχει ένας καταναλωτής όταν αγοράζει κρασί;
Θα ήθελα λίγο, πριν από αυτό να σας πω δυο-τρία άλλα πράγματα για το πώς πρέπει να κατηγοριοποιηθούν λίγο τα κρασιά. Εμείς εδώ στην Ελλάδα πρέπει να έχουμε ποικιλίες διάφορες, φτηνό κρασί για τη μαζική κατανάλωση, μεσαίο κρασί που είναι εξαιρετικό και σε καλή τιμή -αυτό δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση σήμερα διότι στις μεσαίες κατηγορίες κρασιών θα δεχθούμε στα επόμενα χρόνια ένα αναπτυγμένο ανταγωνισμό από τέτοια κρασιά άλλων χωρών που θα είναι ανταγωνιστικά στην τιμή και στην ποιότητα- και υψηλή κατηγορία κρασιών στην οποία έχουμε τη δυνατότητα να παράγουμε αρκετά καλά κρασιά. Βέβαια στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμα τα «μεγάλα» κρασιά που έχουν στη Γαλλία και αλλού, όμως δημιουργούνται, βρίσκονται στα κελάρια των οινοποιείων, στα βαρέλια, στους αμπελώνες και εξαρτώνται από τα χρήματα που θα επενδύσουν οι οινοποιοί και οι αμπελουργοί για τη δημιουργία των «μεγάλων» κρασιών. Η τεχνολογία τελευταία έχει κάνει ένα πολύ σημαντικό άλμα, οινολόγοι έχουν έρθει από το εξωτερικό, πολύ σημαντική δουλειά έχει κάνει το ΤΕΙ, το οποίο έχει στελεχώσει μέχρι σήμερα δεκάδες οινοποιεία με τεχνικούς - ήδη εμείς απασχολούμε 4 οινολόγους τετραετούς φοίτησης. Εκείνο που μένει ακόμη είναι να κάνουμε κάποια δράση στην αμπελουργία. Δεν έχουμε αρκετούς αμπελουργούς με αποτέλεσμα να γίνονται μεγάλα λάθη στα φυτώρια, στην επιλογή των κλώνων και όλα αυτά. Δηλαδή Αηγιωργήτικο μπορείς να παράγεις από είκοσι «αδέλφια» ας πούμε, πρέπει να ξέρεις να διαλέξεις τον καλό κλώνο. Αυτή η επιλογή πρέπει να γίνεται σε όλες τις ποικιλίες της Ελλάδας, να γίνει δηλαδή ένα ξεκαθάρισμα. Επειδή το αμπέλι είναι μια πολυετής καλλιέργεια, έχει υψηλότατο κόστος εγκατάστασης. Φανταστείτε τώρα έναν αμπελουργό που δε γνωρίζει και φυτεύει στην τύχη, μπορεί να του δώσουν ένα αλλοιωμένο υποκείμενο και να βάλει 100 στρέμματα από αυτό και να καταστραφεί ή να φυτέψει μια ποικιλία και να του βγει άλλη ή να βγει μια ποικιλία που δε θα του ανοίξει κλπ., διότι υπάρχουν καμπερνέ υψηλής παραγωγικότητας, μεσαίας παραγωγικότητας και καμπερνέ χαμηλής παραγωγικότητας. Όσο πιο υψηλή η παραγωγικότητα, τότε χαμηλότερης ποιότητας θα βγαίνει το κρασί. Μια μεγάλη δύναμη που έχουμε είναι τα γλυκά μας κρασιά, της Σάμου, της Λήμνου, της Πάτρας (Μοσχάτο, Ρίο κλπ. και θα έπρεπε να μάθει ο καταναλωτής να καταναλώνει και γλυκά κρασιά σαν επιδόρπιο. Ακόμη και τα αφρώδη μας μπορούν να περπατήσουν. Απλά χρειάζεται μια εκπαίδευση και του κοινού, αλλά περισσότερο και κυρίως των ανθρώπων των ξενοδοχείων που σερβίρουν το κρασί, καθώς και αυτών που έχουν κάβες και των μεγάλων σούπερ μάρκετ που πρέπει να έχουν υπεύθυνο κάβας, ώστε να μπορέσουν αυτοί να ανεβάσουν τις απαιτήσεις του κοινού.

Το μεγάλο πρόβλημα όμως και κίνδυνος για το ελληνικό κρασί είναι το ότι είμαστε η μοναδική χώρα του κόσμου όπου κατά 55% καταναλώνεται χύμα κρασί και θα σας πω για ποιο λόγο είναι επικίνδυνο: Το χύμα κρασί είναι ανώνυμο και είναι στις περισσότερες περιπτώσεις κακής ποιότητας, γιατί στο κάθε οινοποιείο το καλό κρασί εμφιαλώνεται και ότι περισσεύει πωλείται χύμα. Σήμερα αν ρωτήσετε τον καταναλωτή έχει ταυτιστεί με την άποψη ότι το χύμα είναι το πιο αγνό και το πιο καλό. Αυτό είναι μια τεράστια απάτη. Το χύμα κρασί δεν εκπαιδεύει τον καταναλωτή, ώστε να ζητά διαρκώς καλύτερο κρασί. Βεβαίως ένα ζήτημα είναι και η τιμή στην αγορά, η οποία είναι εξόχως ανισομερής εδώ στην Ελλάδα. Εμείς σαν οινοποιοί λέμε «ναι» στο κέρδος 250%, «ναι» στο 300% (Δηλαδή να πάρει ο εστιάτορας ένα μπουκάλι 1.000 δρχ από εμάς και να το πουλήσει 3000 δρχ.). Λέμε όμως «όχι» στο 600 % και 700 % κέρδος. Σας λέω μόνο για να το ξέρετε ότι για όλα τα εστιατόρια της Ελλάδας το 90% των κρασιών το αγοράζουν από εμάς τους οινοποιούς κάτω από 1.000-1.100δρχ. Από εκεί και πέρα σκεφτείτε ή μάλλον ξέρετε τώρα τι πληρώνετε. Είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που προσπαθούμε να προσεγγίσουμε. Στη Γαλλία και αλλού κανένας εστιάτορας ποτέ δε θα βάλει στο κρασί πάνω από 200-250%, ενώ υπάρχει κάβα, διαδικασία διακίνησης κ.λπ.

Στην Ελλάδα πηγαίνει το κρασί σε ένα εστιατόριο στις τρεις το απόγευμα, πετάγεται στο ήλιο, μπαίνει στο ψυγείο άρον-άρον το βράδυ έχουν εισπράξει τα λεφτά και έχουν εξαφανιστεί. Τώρα τελευταία έχει γίνει ένας μικρός έλεγχος με το wine-box που έχει και τον εμφιαλωτή, όπου βέβαια έχουμε και διάφορα «βαφτίσια», εισαγόμενο κρασί βαφτίζεται Μαντινείας, από σαββατιανό βαφτίζεται μοσχοφίλερο ή χαμηλής ποιότητας κόκκινα βαφτίζονται Νεμέας κλπ., γίνεται μια εξαπάτηση και αυτό το ζήτημα προσπαθούμε να το λύσουμε. Το συμπέρασμα είναι «όχι χύμα». Η άποψή μου είναι: «Λίγο κρασί, γευθείτε το, πιείτε το με μέτρο». Προτιμώ λοιπόν δύο ποτήρια παρά ένα κιλό. Λίγο, εξαιρετικό, ασφαλές και κατανάλωση με προσοχή.

Ο Νώντας Σπυρόπουλος είναι γενικός γραμματέας του συνδέσμου Ελληνικού οίνου και μέλος της εκπαιδευτικής γραμματείας της Εθνικής Διεπαγγελματικής Ένωσης Αμπέλου και Οίνου.

Για περισσότερες πληροφορίες: www.domainspiropoulos.com

αναζήτηση στην κλίκα

online τώρα

61 αναγνώστες διαβάζουν τώρα την κλίκα

Με τη συνέχιση της περιήγησής σας στο website της κλίκας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.